προτιμήση την δικαιοσύνην ένας άνθρωπος με ανώτερα ψυχικά και
σωματικά προτερήματα, με καταγωγήν, με περιουσίαν, και να μην
την περιγελά απεναντίας όταν ακούη να την εγκωμιάζουν, αφού
μάλιστα, και αν ημπορή ακόμη να αποδείξη κανείς ότι όλα αυτά
που είπαμε είναι ψεύματα, και είναι τελείως πεπεισμένος ότι η
δικαιοσύνη είναι το καλύτερον πράγμα, πάλιν δεν ημπορεί παρά να
είναι συγκαταβατικός προς τους αδίκους και να τους συγχωρή εν
μέρει· διότι γνωρίζει ότι, εκτός ίσως εκείνων οίτινες
προικισθέντες με εξαιρετικήν τινα και θείαν φύσιν ή γνώσιν
αποτροπιάζονται την αδικίαν, κανείς άλλος δεν είναι δίκαιος
εκουσίως, αλλά είτε από ανανδρίαν είτε από γηρατειά είτε από
άλλην καμμίαν αδυναμίαν κατηγορεί την αδικίαν, επειδή δεν
ημπορεί, ο ίδιος να αδικήση· και ιδού η απόδειξις· ο πρώτος από
αυτούς που θα ελάμβανε την δύναμιν, αμέσως θα τον έβλεπες να
αδική, όσον θα του επερνούσε.
Και όλων αυτών καμμία άλλη αιτία δεν είναι, παρά εκείνη ακριβώς
από την οποίαν ωρμήθη και η συζήτησίς μας, του Γλαύκωνος και
εμού, μαζί σου· ότι δηλαδή κανείς από σας που παρουσιάζεσθε
εξυμνηταί της δικαιοσύνης, αν αρχίσωμεν από τους παλαιοτάτους
ήρωας, των οποίων λόγοι έχουν διασωθή εις την μνήμην των
ανθρώπων, έως σήμερα, κανείς, λέγω, δεν κατηγόρησε την αδικίαν
ούτε εγκωμίασε την δικαιοσύνην αλλέως πως παρά διά τας δόξας
και τας τιμάς και τας αμοιβάς αυτών. Κανείς όμως έως τώρα δεν
εξήτασε την δικαιοσύνην και την αδικίαν όπως ενυπάρχουν καθ'
εαυτάς εις την ψυχήν των ανθρώπων και με την ιδιαιτέραν των
εκείνην ουσίαν την άγνωστον και εις τους θεούς και εις τους
ανθρώπους, και κανείς ακόμη δεν επραγματεύθη επαρκώς είτε διά
της ποιήσεως είτε εν πεζώ λόγω, ότι η μεν δικαιοσύνη είναι το
μέγιστον αγαθόν απ' όσα έχει μέσα της η ψυχή, η δε αδικία το
μέγιστον κακόν. Διότι αν το εκάμνετε αυτό απ' αρχής και μας
επείθετε από νεαράς ηλικίας, δεν θα ήτο ανάγκη να φυλάττη ο
ένας τον άλλον μήπως αδικήση, αλλ' έκαστος θα ήτο φύλαξ του
εαυτού του, διότι θα εφοβείτο να τρέφη μέσα εις την ψυχήν του
το μέγιστον αυτό κακόν, την αδικίαν.
Ταύτα και άλλα ίσως περισσότερα απ' αυτά θα είχαν να λέγουν ο
Θρασύμαχος, και όποιος άλλος, περί της δικαιοσύνης και της
αδικίας, συγχέοντες βέβαια, καθώς μου φαίνεται, ολίγον
βεβιασμένως την φύσιν της μιας και της άλλης. Εγώ όμως, και δεν
έχω καμμίαν ανάγκην να σου το κρύψω, δι' αυτό ακριβώς εξέτεινα
τόσον πολύ τον λόγον μου, διότι επιθυμώ να ακούσω εσένα, πώς θα
τα αντικρούσης όλα αυτά· μη περιορισθής λοιπόν μόνον να μας
αποδείξης ότι η δικαιοσύνη είναι προτιμοτέρα της αδικίας, αλλά
να μας εξηγήσης πώς ενεργεί καθ' εαυτήν επί της ψυχής του
ανθρώπου, ώστε να είναι αγαθόν η μία και κακόν η άλλη· θα
αφαιρέσης, εννοείται, τα φαινόμενα και το τι φρονεί ο ένας και
ο άλλος, όπως το εσύστησε και ο Γλαύκων διότι αν δεν αφαιρέσης
μεν έστω και τα αληθή, και δεν προσθέσης απεναντίας τα ψευδή,
θα είπωμεν ότι δεν επαινείς την δικαιοσύνην, ούτε ότι κατηγορής
την αδικίαν, αλλ' εκείνο το οποίον θεωρείται δικαιοσύνη και
αδικία· και ότι μας επιτρέπεις επομένως να αδικούμεν, φθάνει
μόνον να μη μας παίρνουν είδησιν και ότι εις το τέλος είσαι
σύμφωνος με τον Θρασύμαχον, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι αγαθόν
δι' εκείνον που την έχει, αλλά είναι το συμφέρον του
ισχυροτέρου, ενώ απεναντίας η αδικία είναι πράγμα ωφέλιμον και
συμφέρον δι' εαυτήν, μόνον δε διά τον ασθενέστερον ασύμφορον.
Αφού λοιπόν παρεδεχθής ότι η δικαιοσύνη είναι από τα μέγιστα
αγαθά, τα οποία αξίζει να αποκτά κανείς διά τα αποτελέσματά
των, αλλά και πολύ περισσότερον δι' αυτά τα ίδια, όπως είναι η
όρασις, η ακοή, η φρόνησις, η υγιεία και όσα άλλα αγαθά είναι
γόνιμα απ' αυτήν την φύσιν των και όχι διότι τα θεωρούν τοιαύτα
οι άνθρωποι, εγκωμίασε λοιπόν την δικαιοσύνην διά την ωφέλειαν
την οποίαν παρέχει αυτή καθ' εαυτήν εις τον άνθρωπον και
κατηγόρησε την αδικίαν διά την βλάβην της. Τας δε ανταμοιβάς
και τας ιδέας του κόσμου περί αυτών, άφες άλλους να τα
επαινούν, επειδή εγώ θα ημπορούσα να ανεχθώ κάθε άλλον να
εγκωμιάζη κατ' αυτόν τον τρόπον την δικαιοσύνην και να κατηγορή
την αδικίαν από τα εξωτερικά των αυτά αποτελέσματα, όχι όμως
και σένα — εκτός αν μου το διέτασσες — αφού εσύ επέρασες όλην
την ζωήν αποκλειστικώς με αυτήν την μελέτην και την εξέτασιν.
Ώστε, μη μας αποδείξης μόνον ότι η δικαιοσύνη είναι προτιμοτέρα
από την αδικίαν, αλλά και πώς επενεργεί καθ' εαυτήν επί του
ανθρώπου, ώστε να είναι αγαθόν πράγμα η μία, και κακόν η άλλη.
Πάντοτε μεν είχα εξαιρετικήν συμπάθειαν εις τον Γλαύκωνα και
τον Αδείμαντον διά τα καλά φυσικά των· τώρα όμως, που ήκουσα
αυτά, κατεγοητεύθην τελείως και είπα· — Δεν είχε άδικον, τέκνα
εκείνου του πατρός, ο ποιητής ο φίλος του Γλαύκωνος, ο οποίος
ήρχισεν ως εξής την ελεγείαν που σας έκαμεν ότε ηνδραγαθήσατε
εις την μάχην των Μεγάρων:
&Τέκνα του Αρίστωνος, πατρός ενδόξου θείον γένος·&
και πολύ σωστά μου φαίνεται πως το είπε· διότι θα έχετε
πράγματι κάτι τι το θείον μέσα σας, διά να μη παραδέχεσθε ότι
είναι καλύτερον πράγμα από την δικαιοσύνην η αδικία, ενώ έχετε
την δύναμιν να αναλαμβάνετε κατ' αυτόν τον τρόπον την
συνηγορίαν της· και αληθινά μου φαίνεται ότι δεν το
παραδέχεσθε· και το συμπεραίνω από όλην την άλλην διαγωγήν σας,
διότι από αυτούς τουλάχιστον τους λόγους που είπετε θα είναι το
δικαίωμα να απιστώ· αλλ' όσον μάλλον το πιστεύω, τόσον και εις
μεγαλυτέραν αμηχανίαν ευρίσκομαι, πώς να κάμω· αφ' ενός, δεν
γνωρίζω τώρα πώς να αναλάβω την υπεράσπισιν της δικαιοσύνης και
ομολογώ ότι δεν αισθάνομαι επαρκείς τας δυνάμεις μου προς
τούτο· και απόδειξις, ότι δεν σας ικανοποίησαν εσάς τα
επιχειρήματα με τα οποία ενόμιζα πως απέδειξα εις τον
Θρασύμαχον ότι είναι καλύτερον πράγμα η δικαιοσύνη από την
αδικίαν· αφ' ετέρου όμως, πώς να αφήσω πάλιν αβοήθητον και
ανυπεράσπιστον την δικαιοσύνην; διότι φοβούμαι μήπως είναι και
ασέβεια εκ μέρους μου, να τύχω εμπρός να κατηγορούν την
δικαιοσύνην και να αποδειλιάσω να αναλάβω την υπεράσπισίν της,
ενώ έχω ακόμη μέσα μου πνοήν και ημπορώ να ομιλήσω^ το
καλύτερον λοιπόν είναι να το επιχειρήσω όπως ημπορώ.
Και πράγματι ο Γλαύκων και οι άλλοι συνήνωσαν τας παρακλήσεις
των διά να αναλάβω με όλην μου την δύναμιν την υπεράσπισίν της
και να μη παραιτήσω την συζήτησιν, αλλά να διευκρινήσωμεν μαζί
ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης και αδικίας και ποία είναι η
αλήθεια όσον αφορά τας ωφελείας που αποδίδουν εις την μίαν και
εις την άλλην.
Τους είπα λοιπόν: — Μου φαίνεται ότι το ζήτημα περί ου
πρόκειται δεν είναι του τυχόντος, αλλ' απαιτεί εξαιρετικήν
οξυδέρκειαν πνεύματος, κατά την ιδέαν μου· επειδή λοιπόν ημείς
δεν είμεθα τοιούτοι, μου φαίνεται ότι ημπορούμεν να κάμωμεν το
εξής εις αυτήν την εξέτασιν: εάν κανείς έδιδεν εις ανθρώπους μη
έχοντας πολύ ισχυράν όρασιν να αναγνώσουν από μακράν γράμματα
πολύ μικρά, και έπειτα κάποιος από αυτούς ανεκάλυπτεν ότι τα
ίδια γράμματα ευρίσκοντο και κάπου αλλού με μεγαλυτέρους
χαρακτήρας, νομίζω ότι θα τους εφαίνετο εύρημα, αφού αναγνώσουν
πρώτον εκείνα, να προσπαθήσουν τότε να αναγνώσουν και τα
μικρότερα, αφού έτυχε να είναι τα ίδια. — Πολύ σωστά, απήντησεν
ο Αδείμαντος· αλλά τι σχέσιν έχει αυτό με το ζήτημά μας; — Θα
σου το ειπώ· δεν λέγομεν ότι υπάρχει δικαιοσύνη ενός ανθρώπου,
και δικαιοσύνη ολοκλήρου πόλεως; — Μάλιστα. — Και μία πόλις δεν
είναι μεγαλύτερον πράγμα από ένα άνθρωπον; — Είναι. — Ίσως
λοιπόν να υπάρχη και περισσοτέρα δικαιοσύνη εις το μεγαλύτερον
και επομένως να είναι ευκολώτερον να μελετηθή εις αυτό· εάν
λοιπόν θέλετε, λέγω να εξετάσωμεν πρώτον εις τας πόλεις ποία
είναι η φύσις της δικαιοσύνης· και έπειτα μεταβαίνομεν και εις
ένα έκαστον άτομον, εξετάζοντες το όμοιόν πράγμα του
μεγαλυτέρου και εις την περιοχήν του μικροτέρου. — Πολύ ορθά
μου φαίνεται να το λέγης. — Εάν τώρα φαντασθώμεν μίαν πόλιν εν
τω γίγνεσθαι, δεν θα ημπορέσωμεν να παρακολουθήσωμεν και την
γένεσιν εν αυτή της δικαιοσύνης και της αδικίας; — Υποθέτω. —
Και θα υπήρχε τότε ελπίς να εύρωμεν ευκολώτερον εκείνο που
ζητούμεν. — Βεβαιότατα. — Τι λέγετε λοιπόν; δοκιμάζομεν να
βγάλωμε πέρα την επιχείρησιν; διότι μου φαίνεται πως δεν είναι
μικρόν έργον αυτό· αποφασίσατε λοιπόν. — Απεφασίσθη, είπεν ο
Αδείμαντος, και λοιπόν, εμπρός.
— Η πόλις, κατά την ιδέαν μου, εγεννήθη από την αδυναμίαν, εις
την οποίαν ευρίσκεται ο άνθρωπος να επαρκέση μόνος του εις τας
πολυειδείς αυτού ανάγκας· ή νομίζεις ότι άλλη υπήρξεν η αρχή
της κοινωνίας; — Καμμία άλλη. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν, επειδή η
ανάγκη ενός πράγματος υπεχρέωνε τον ένα να καταφύγη εις την
συνδρομήν ενός άλλου, και τον άλλον εις την βοήθειαν ενός
τρίτου, αι πολλαί αύται ανάγκαι ήνωσαν πολλούς εις ένα κοινόν
συνοικισμόν, διά να αλληλοβοηθούνται· και αυτόν τον συνοικισμόν
τον ωνομάσαμεν πόλιν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ο ένας
λοιπόν μεταδίδει εις τον άλλον, ό,τι είναι εκείνο, και παίρνει
πάλιν από αυτόν άλλο πράγμα, επειδή βέβαια πιστεύει ότι είναι
διά το καλόν του αυτό που γίνεται. — Εννοείται. — Ας
ανιδρύσωμεν λοιπόν εξ αρχής διά της φαντασίας μας την πόλιν· θα
την ανιδρύσουν δε, καθώς λέγομεν, αι ανάγκαι μας. —
Αναμφιβόλως. — Αλλά η πρωτίστη και η μεγίστη ανάγκη μας είναι
βέβαια η της τροφής, από την οποίαν εξαρτάται η ζωή μας και η
ύπαρξίς μας. — Μάλιστα. — Δευτέρα η ανάγκη της κατοικίας, τρίτη
της ενδυμασίας και τα τοιαύτα. — Πράγματι. — Ας ίδωμεν λοιπόν,
πώς θα επαρκέση η πόλις εις την πλήρωσιν τόσων αναγκών^ δεν θα
χρειασθή ένας να είναι γεωργός, άλλος οικοδόμος, και ένας
τρίτος υφαντής; δεν θα προσθέσωμεν και ένα υποδηματοποιόν, ή
και κάποιον άλλον ακόμη διά τας τοιαύτας ανάγκας του σώματος; —
Βεβαίως.
— Ώστε λοιπόν απαραιτήτως η πόλις πρέπει να αποτελεσθή από
τέσσαρας ή πέντε ανθρώπους. — Φαίνεται. — Αλλά πώς; έκαστος εξ
αυτών πρέπει να καταθέτη την εργασίαν του εις το μέσον προς
κοινήν χρήσιν όλων; ο γεωργός παραδείγματος χάριν, να
παρασκευάζη, ένας αυτός, την τροφήν διά τέσσαρας και να εξοδεύη
τετραπλάσιον χρόνον και κόπον διά τους άλλους; ή αντί να
φροντίζη και δι' αυτούς, να χρησιμοποιή το τέταρτον μόνον του
χρόνου διά την παρασκευήν της ιδικής του τροφής, τα δε άλλα
τρία τέταρτα διά να κτίση την οικίαν του, να κατασκευάση τα
ενδύματά του και τα υποδήματά του, και τοιουτοτρόπως χωρίς να
σκοτίζεται με τας υποθέσεις των άλλων να απασχολήται μόνος του
και αποκλειστικώς με τας ιδικάς του; Και ο Αδείμαντος είπε: —
Αλλά νομίζω ότι θα ήτο ευκολώτερον το πρώτον. — Και μα την
αλήθειαν δεν θα έχης άδικον διότι μου έρχεται και εμένα εις τον
νουν τώρα, ότι δεν είναι πάρα πολύ εκ φύσεως όμοιος ο ένας με
τον άλλον, αλλ' ο καθείς έχει και διαφορετικήν ιδιοφυίαν δι'
ωρισμένον έργον^ ή δεν το παραδέχεσαι και συ; — Πώς; — Και τι
θα ήτο καλύτερον, όταν ένας άνθρωπος θα έκαμνε πολλάς εργασίας,
ή όταν περιωρίζετο εις μίαν μόνην; — Όταν μίαν μόνην. — Αλλ'
ακόμη και τούτο είναι φανερόν, ότι αν μίαν εργασίαν παραλείψης
να την κάμης εις τον καιρόν της, πάει χαμένη. — Πραγματικώς. —
Διότι ποτέ μία εργασία δεν ημπορεί να περιμένη την διάθεσιν και
την ευκαιρίαν του εργάτου, αλλ' αυτός πρέπει να κυνηγά και να
συμμορφώνεται με όλας τας απαιτήσεις του έργου. — Κατ' ανάγκην.
— Εξ ου έπεται, ότι και περισσοτέρα εργασία και καλυτέρα αλλά
και ευκολωτέρα γίνεται, όταν ένας μόνος περιορίζεται
αποκλειστικώς εις ένα έργον, διά το οποίον έχει και ιδιοφυίαν
και το κάμνει εις τον καιρόν που χρειάζεται, χωρίς από τίποτε
άλλο να απασχολήται. — Ουδεμία αμφιβολία, δύναται να υπάρχη.
— Περισσοτέρους λοιπόν πολίτας χρειαζόμεθα, Αδείμαντε, από
τους τέσσαρας διά τας ανάγκας που ελέγαμεν^ διότι ο γεωργός δεν
θα κατασκευάση βέβαια μόνος του το άροτρόν του, αν πρόκειται να
αξίζη τίποτε, ούτε την δίκελλάν του, ουδέ τα άλλα γεωργικά του
εργαλεία· το ίδιον και τα τόσα που χρειάζεται ο οικοδόμος, το
ίδιον και ο υφαντής και ο υποδηματοποιός. — Βεβαίως. — Ιδού
λοιπόν και ξυλουργοί και σιδηρουργοί και πολλοί άλλοι τοιούτοι
τεχνίται, οι οποίοι κατ' ανάγκην προσλαμβανόμενοι εις την
μικράν μας πόλιν, θα αυξήσουν τον αριθμόν των ανθρώπων της. —
Εννοείται. — Αλλά δεν θα είναι δα και μεγάλη η αύξησις, αν
επροσθέταμεν ακόμη και βουκόλους και ποιμένας και βοσκούς κάθε
είδους, διά να έχουν και οι γεωργοί βώδια να αροτριούν, και οι
οικοδόμοι φορτηγά ζώα προς μεταφοράν του υλικού, και οι υφανταί
και οι υποδηματοποιοί μαλλιά και δέρματα. — Δεν θα ήτο βέβαια,
είπεν εκείνος, μικρά πλέον η πόλις, που θα είχεν όλα αυτά.
— Ναι, αλλά σκέψου, ότι θα ήτο αδύνατον σχεδόν να κτίσωμεν
πόλιν εις ένα μέρος τοιούτον, ώστε να μη έχη ανάγκην εισαγωγής
έξωθεν κανενός πράγματος. — Πράγματι είναι αδύνατον. — Ώστε θα
χρειασθή και άλλους ακόμη, διά να κομίζουν από άλλα μέρη όσα
της αναγκαιούν. — θα χρειασθή. — Αν όμως αυτός που πρόκειται να
εξυπηρετήση την ανάγκην ταύτην έλθη με άδεια χέρια, χωρίς να
φέρη τίποτε απ' όσα χριάζονται, και με άδεια χέρια θα επανέλθη
εις εκείνους, από τους οποίους προμηθεύονται τα αναγκαιούντα· ή
όχι; — Έτσι φαίνεται. — Πρέπει λοιπόν εκάστη πόλις να μη
παρασκευάζη μόνον όσα θα επαρκούν δα τας ιδικάς της ανάγκας,
αλλά και όσα χρειάζονται εις εκείνους, που έχει και αυτή την
ανάγκην των. — Βεβαίως πρέπει. — Ώστε θα χρειασθούμεν επομένως
διά την πόλιν μας μεγαλύτερον αριθμόν γεωργών και των άλλων εν
γένει τεχνιτών. — Μεγαλύτερον βέβαια. — Θα χρειασθούμεν ακόμη
και περισσοτέρους από εκείνους που θα αναλάβουν την εισαγωγήν
και την εξαγωγήν κάθε πράγματος· και είναι αυτοί που ονομάζομεν
εμπόρους· ή όχι; — θα χρειασθούμεν βέβαια, και από αυτούς
περισσοτέρους. — Εάν δε προσέτι το εμπόριον διεξάγεται κατά
θάλασσαν, θα χρειασθούμεν και ένα σωρόν άλλους, που να
γνωρίζουν από την εργασίαν της θαλάσσης. — Πραγματικώς, ένα
σωρόν.
— Αλλά και εντός αυτής της πόλεως, πώς θα ανταλλάσσουν μεταξύ
των τα προϊόντα της εργασίας των; το οποίον ακριβώς είναι και ο
κυριώτατος λόγος διά τον οποίον προέβημεν εις την σύστασιν της
κοινωνίας, της αποτελούσης την πόλιν. — Αγοράζοντες βεβαίως και
πωλούντες αυτά αναμεταξύ των. — Ώστε θα χρειασθούμεν ακόμη και
μίαν αγοράν και νόμισμα, ως σύμβολον αξίας των ανταλλασσομένων
πραγμάτων. — Αναμφιβόλως.
— Αλλ' αν ο γεωργός, ή και από τους άλλους τεχνίτας κανείς,
φέρη εις την αγοράν τα προϊόντα της εργασίας του όχι εις τον
κατάλληλον καιρόν που τα χρειάζονται όσοι θέλουν να τ'
ανταλλάξουν με τα ιδικά των, θα διακόψη τάχα την τέχνην του και
θα καθίση αργός εις την αγοράν; — Καθόλου, διότι υπάρχουν άλλοι
οι οποίοι, βλέποντες το άτοπον τούτο, ανέλαβαν να εξυπηρετήσουν
αυτήν την ανάγκην και αυτοί, εις τας πόλεις τας καλώς
διωργανωμένας είναι οι ασθενέστεροι σωματικώς και ανίκανοι δι'
άλλην εργασίαν· μένουν λοιπόν κατ' ανάγκην εις την αγοράν και
από άλλους μεν αγοράζουν με χρήματα ό,τι έχουν προς πώλησιν,
εις άλλους δε πάλιν πωλούν ό,τι τους χρειάζεται. — Αυτός
πράγματι ο λόγος, είπα εγώ, εδημιούργησε την ανάγκην των
μεταπωλητών εις τας πόλεις· ή μήπως δεν είναι αυτό το όνομα που
δίδομεν εις εκείνους που μένουν επί τόπου και εξυπηρετούν την
αγοροπωλησίαν, κατ' αντίθεσιν εκείνων που γυρίζουν από πόλιν
εις πόλιν και τους ονομάζομεν εμπόρους; — Μάλιστα — Ακόμη δε
υπάρχουν και άλλοι, μου φαίνεται, οι οποίοι δεν είναι πολύ
χρήσιμοι διανοητικώς εις την κοινωνίαν, αλλ' οι οποίοι με το
σώμα των είναι ικανοί διά τους βαρυτέρους κόπους· πωλούν λοιπόν
εις τους άλλους, που την χρειάζονται, αυτήν την δύναμίν των και
λαμβάνουν απέναντι μισθόν, καθώς τον λέγουν, και ονομάζονται
διά τούτο μισθωτοί· ή όχι; — Βεβαιότατα. — Είναι λοιπόν
συμπλήρωμα της πόλεως και οι μισθωτοί. — Μου φαίνεται. — Τώρα
λοιπόν, Αδείμαντε, έλαβεν αρκετήν αύξησιν η πόλις μας, ώστε να
θεωρηθή τελεία; — Ίσως. — Και πού τάχα να υπάρχη μέσα εις αυτήν
η δικαιοσύνη και η αδικία; και με τι άραγε από αυτά που
ανεφέραμεν να εγεννήθη μαζί; — Εγώ αλήθεια δεν το βλέπω,
Σωκράτη, εκτός αν ίσως με καμμίαν από αυτάς τας αμοιβαίας
ανάγκας που έχουν οι πολίται. — Πιθανόν να έχης δίκαιον^ και
πρέπει να το εξετάσωμεν δίχως άλλο· και πρώτον ας ίδωμεν κατά
ποίον τρόπον θα ζουν αυτοί που τους ελάβαμεν ως κατοίκους της
πόλεώς μας. Τι άλλο βέβαια θα έχουν να κάμνουν παρά να
φροντίζουν να έχουν την τροφήν των, το κρασί των, τα φορέματα,
τα υποδήματα, και μίαν κατοικίαν; και το μεν θέρος, θα
εργάζωνται σχεδόν γυμνοί και ανυπόδητοι, τον δε χειμώνα καλά
φορεμένοι και υποδημένοι· θα τρέφωνται με άλευρα κριθής και
σίτου, από τα οποία θα ζυμώνουν και θα πλάθουν της καρδιάς των
ψωμιά και πήττες· θα τα απλώνουν εμπρός των επάνω εις κλαδιά
και καθαρά φύλλα και ξαπλωμένοι σε στρωμένες στοίβες από
σμιλακιά και μερσίνες, θα χορταίνουν και αυτοί και τα παιδιά
των· θα πίνουν αποπάνω και το κρασάκι των και με στεφάνια εις
την κεφαλήν θα ψάλλουν ύμνους εις τους θεούς και θα περνούν
ευχάριστα μεταξύ των· παιδιά θα αποκτούν όσα τους επιτρέπει η
περιουσία των, από φόβον της φτώχειας ή του πολέμου.
— Ναι, αλλά μου φαίνεται, διέκοψεν ο Γλαύκων, ότι τους έκαμες
να τρώγουν το ψωμί των δίχως προσφάγι. — Αλήθεια, είπον,
ελησμόνησα ότι θα έχουν προσφάγι, άλας δηλαδή και ελιές και
τυρί και βολβούς και λάχανα και τα άλλα αυτά που βγαίνουν εις
τους αγρούς. Θα τους παραθέσωμεν ακόμη και τα επιδόρπιά των,
σύκα και ροβίθια και κουκιά, και κάστανα (2)· να τα σιγοψήνουν
κοντά στη φωτιά, διά να τραυούν και από καμμιά· και κατ' αυτόν
τον τρόπον αφού περάσουν την ζωήν των, με ειρήνην και υγείαν,
και αποθάνουν, φυσικά, εις βαθύ γήρας, θα αφήσουν κληρονομίαν
εις τα τέκνα των ένα παρόμοιον βίον.
— Και αν κατεσκεύαζες, Σωκράτη, μίαν πόλιν χοίρων, πώς αλλέως
θα τους έβαζες να τρώγουν, παρά όπως είπες; — Αλλά πώς έπρεπε
λοιπόν, Γλαύκων; — Όπως τώρα συνηθίζεται· εάν ήθελες να μη
ταλαιπωρούνται, έπρεπε να τους κάμης να δειπνούν επάνω εις
τραπέζια εξαπλωμένοι εις κλίνας, και να τους παραθέσης όσα
προσφάγια και επιδόρπια μεταχειριζόμεθα σήμερα. — Α, καλά,
ενόησα· δεν εξετάζομεν, φαίνεται, απλώς πώς γεννάται μία πόλις,
αλλά την θέλομεν να πλέη και μέσα εις την καλοπέρασιν· ίσως να
μην είναι άσχημα κ' έτσι· ίσως μέσα εις μίαν τοιαύτην πόλιν να
ημπορέσωμεν να ίδωμεν πώς και πόθεν ξεφυτρώνει η δικαιοσύνη και
η αδικία εις τας πόλεις· όπως και αν έχη το πράγμα, μου
φαίνεται ότι η αληθινή πόλις είναι αυτή που επεριγράψαμεν πριν,
διότι είναι η υγιής· αλλά αν θέλετε πάλιν να εξετάσωμεν μίαν
πόλιν την οποίαν κατέχει ο πυρετός και η αρρώστεια, τίποτε δεν
μας εμποδίζει· διότι πράγματι αυτός ο τρόπος της ζωής δεν είναι
διά να ευχαριστή όλους, αλλά θα χρειασθούμεν δι' αυτούς και
κλίνας και τραπέζας και άλλα έπιπλα, και ορεκτικά και αρώματα
και θυμιάματα και γυναίκας και λιχνεύματα, παντός είδους και εν
αφθονία. Και λοιπόν δεν θα θέσωμεν πλέον ως της πρώτης ανάγκης
εκείνα που ελέγαμεν εις την αρχήν, αλλά θα βάλωμεν εις
ενέργειαν και την ζωγραφικήν, και τον χρυσόν και τον ελέφαντα,
και όλα τα τοιαύτα πρέπει να τα αποκτήσωμεν^ αλήθεια λέγω; —
Ναι. — Δεν πρέπει λοιπόν συγχρόνως να κατασκευάσωμεν και
μεγαλυτέραν την πόλιν; διότι εκείνη η πρώτη μας, η υγιής, δεν
θα επαρκή πλέον, αλλά πρέπει να της δώσωμεν τώρα όγκον και να
την γεμίσωμεν μ' ένα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι και
της πρώτης ανάγκης εις τας πόλεις· καθώς οι διάφοροι κυνηγοί,
όλοι όσοι εξασκούν τας μιμητικάς τέχνας είτε με χρώματα είτε με
σχήματα είτε με ήχους, επίσης οι ποιηταί με όλην την ακολουθίαν
των, ραψωδοί, υποκριταί, χορευταί, εργολάβοι, κατασκευασταί
παντοειδών πραγμάτων και προ πάντων του γυναικείου στολισμού·
ακόμη θα λάβωμεν ανάγκην και περισσοτέρων υπηρετών· ή δεν
παραδέχεσαι ότι θα μας χρειασθούν και παιδαγωγοί, τροφοί,
κομμώτριαι, κουρείς, μάγειροι και ζαχαροπλάσται; μέσα εις όλα
θα χρειασθούμεν ακόμη και χοιροβοσκούς· διότι αυτό το πράγμα
δεν υπήρχεν εις την πρώτην μας εκείνην πόλιν· ήτο τελείως
αχρείαστον· αλλ' εις αυτήν τώρα πώς να τους παραλείψωμεν, αφού
και άλλα πάμπολλα ζώα ακόμη θα χρειασθούμε, δι' όσους θα έχουν
όρεξιν να τρώγουν; δεν είναι έτσι; — Βεβαίως. — Αλλά λοιπόν και
ιατρών θα λάβωμεν πολύ μεγαλυτέραν ανάγκην, αφού θα διαιτώμεθα
τόσον διαφορετικά από πριν. — Είναι αλήθεια.
— Και η χώρα επομένως η οποία επήρκει έως τώρα εις την
διατροφήν των πρώτων εκείνων κατοίκων της, θα είναι πλέον πολύ
μικρά· ή όχι; — Θα είναι βέβαια. — Θα γίνη λοιπόν ανάγκη να
καταπατήσωμεν μέρος της χώρας των γειτόνων μας, εάν θέλωμεν να
έχωμεν επαρκή προς καλλιέργειαν και βοσκήν, και οι γείτονές μας
πάλιν θα κάμουν το ίδιον, εάν υπερβαίνοντες και εκείνοι τα όρια
του απολύτως αναγκαίου, ριφθούν εις την ικανοποίησιν ακορέστου
πλεονεξίας. — Ανάγκη πάσα. — Κατά συνέπειαν θα περιέλθωμεν εις
πόλεμον, Γλαύκων· ή τι άλλο; — Εις πόλεμον, μάλιστα.
— Και ας μη κάμωμεν λόγον ακόμη διά τα καλά ή τα κακά που
ημπορεί να προξενή ο πόλεμος, αλλά ας αρκεσθώμεν εις αυτό, ότι
ευρήκαμεν την γένεσιν του πολέμου, εκ του οποίου προέρχονται
τόσα κακά και εις το κράτος και εις τους ιδιώτας, όταν
προέρχωνται. — Ορθότατα. — Ακόμη λοιπόν, φίλε μου, χρειάζεται
να αυξήσωμεν την πόλιν μας όχι ολίγον, αλλά με ολόκληρον
στράτευμα, το οποίον θα εξέλθη εις συνάντησιν του εχθρού και
διά να υπερασπίση τα υπάρχοντα αγαθά και διά τα άλλα εκείνα που
είπαμεν. — Και πώς; δεν θα είναι αυτοί οι ίδιοι ικανοί; — Όχι,
εάν τουλάχιστον είναι ορθή η αρχή, που παρεδέχθης και συ και
όλοι ημείς, όταν εχαράξαμεν το αρχικόν σχέδιον της πόλεως·
παρεδέχθημεν δηλαδή, καθώς θα ενθυμείσαι βέβαια, ότι είναι
αδύνατον ένας και ο αυτός να εξασκή καλώς πολλάς τέχνας. —
Αλήθεια λέγεις. — Τι λοιπόν; η περί τον πόλεμον ενασχόλησις δεν
σου φαίνεται ότι είναι έργον ειδικής τέχνης; — Και πάρα πολύ
μάλιστα. — Ή τάχα χρειάζεται περισσοτέραν επιμέλειαν η
υποδηματοποιία από την πολεμικήν τέχνην; — Καθόλου. — Και όμως
δεν εδώσαμεν την άδειαν εις τον υποδηματοποιόν να αναλαμβάνη
έξαφνα και την εργασίαν του γεωργού συγχρόνως ή του υφαντού ή
του οικοδόμου, διά να εκτελήται καλώς η εργασία του
επαγγέλματός του· επίσης και εις έκαστον των άλλων ανεθέσαμεν
μίαν μόνον εργασίαν, διά την οποίαν έχει και φυσικήν κλίσιν,
διά να την εξασκή καθ' όλην την ζωήν του και να την τελειοποιή,
χωρίς να αναμιγνύεται εις καμμίαν άλλην και παραμελή
τοιουτοτρόπως την ιδικήν του· και λοιπόν η ακριβής και τελεία
εξάσκησις της τέχνης του πολέμου δεν έχει μεγίστην
σπουδαιότητα; ή είναι τόσον εύκολη, ώστε να ημπορή ένας γεωργός
ή υποδηματοποιός ή οιοσδήποτε άλλος τεχνίτης να είναι συγχρόνως
και πολεμιστής; εις τα παιγνίδια των κύβων και των πεσσών δεν
είναι δυνατόν να διακριθή κανείς, εάν δεν εξακολουθή να
καταγίνεται και χωρίς διακοπήν από την παιδικήν του ηλικίαν·
και έπειτα θα έφθανε να πάρη κανείς εις τας χείρας του την
ασπίδα ή οτιδήποτε άλλο από τα πολεμικά όπλα και όργανα διά να
γίνη αυθημερόν δεξιός χειριστής των όπλων, ή έμπειρος κάθε
άλλου είδους της πολεμικής; αλλά κανένα άλλο εργαλείον δεν
αρκεί να το πάρη κανείς εις τας χείρας του, διά να τον κάμη
αμέσως τεχνίτην και δεξιόν χειριστήν του, ούτε θα του είναι
χρήσιμον, εάν δεν μάθη κατά βάθος την χρήσιν του και καταγίνη
με όλην του την επιμέλειαν — Αν ήτο βέβαια έτσι, θα είχαν
μεγάλην αξίαν τα εργαλεία.