υπηρεσίας κανείς δεν τας αναλαμβάνει με ευχαρίστησίν του, αλλ'
απαιτούν μισθόν δι' αυτάς, διότι δεν περιμένουν ωφέλειαν από
αυτάς οι ίδιοι, αλλά μόνον εκείνοι διά τους οποίους τας
εξασκούν; και τόσον μόνον, σε παρακαλώ, ειπέ μου· δεν λέγομεν
πάντοτε ότι κατά τούτο είναι εκάστη τέχνη διαφορετική από μίαν
άλλην, ότι έχει διάφορον δύναμιν και σκοπόν; μόνον μη μου
απαντήσης, ευλογημένε, άλλο απ' ό,τι σκέπτεσαι, διά να φθάνωμεν
επί τέλους και εις ένα τέλος. — Πραγματικώς, μου απεκρίθη,
διαφέρουν κατά τούτο. — Επομένως και κάθε μία των μας παρέχει
και κάποιαν ιδιαιτέραν ωφέλειαν και όχι κοινήν, παραδείγματος
χάριν η ιατρική την υγιείαν, η κυβερνητική την ασφάλειαν εις τα
ταξείδια και ούτω καθ' εξής; — Αναμφιβόλως — Λοιπόν και η
μισθωτική δεν είναι διά να μας πορίζη μισθόν; διότι αυτή είναι
η δύναμίς της· ή λέγεις εσύ το ίδιον πράγμα την ιατρικήν και
την κυβερνητικήν; ή, εάν επιμένης εις τον ακριβή καθορισμόν των
πραγμάτων, όπως ηθέλησες εξ αρχής, θα την ονομάσης τάχα
ιατρικήν, εάν λάχη ένας κυβερνήτης να αποκτήση την υγιείαν του,
επειδή τον ωφελούν τα θαλάσσια ταξίδια; — Όχι βέβαια, είπε. —
Ούτε επίσης την τέχνην του εκμισθωτού, εάν ένας που εξασκεί
αυτήν έχη την υγιείαν του; — Ούτε. — Και επομένως ημπορούμε να
ονομάσωμεν εκμισθωτικήν την τέχνην την ιατρικήν, εάν κανείς
εξασκών αυτήν λαμβάνη μισθόν; — Όχι, είπεν. — Λοιπόν
παρεδέχθημεν ότι είναι ιδιαιτέρα η ωφέλεια εκάστης τέχνης; —
Έστω. — Εάν λοιπόν υπάρχη κάποια κοινή ωφέλεια δι' όλους που
εξασκούν μίαν τέχνην, είναι φανερόν ότι αύτη προέρχεται από
κάτι τι κοινόν πράγμα έξω από την καθ' αυτό τέχνην των. — Έτσι
φαίνεται. — Αυτή λοιπόν η κοινή δι' όλους ωφέλεια, αυτός ο
μισθός που λαμβάνουν διά την τέχνην των, προέρχεται επειδή
έκαστος εις την καθ' αυτό τέχνην του προσθέτει και την
εκμισθωτικήν. — Εσυμφώνησε μόλις και μετά βίας. — Ώστε αυτή η
ωφέλεια, η αποδοχή μισθού, δεν προέρχεται από την εξάσκησιν του
κυρίως επαγγέλματος, αλλ' αν θέλωμεν να ορίζωμεν ακριβώς τα
πράγματα, η μεν ιατρική παρέχει την υγιείαν, τον δε μισθόν η
εκμισθωτική· επίσης η αρχιτεκτονική κατασκευάζει τας οικίας,
τον μισθόν όμως τον παρέχει η εκμισθωτική, και ούτω καθ' εξής·
ώστε κάθε τέχνη εξασκεί το έργον της και παρέχει εις άλλους την
ωφέλειαν, διά την οποίαν είναι ωρισμένη, εάν όμως δεν
προσυπάρχη και ο μισθός, δεν ωφελείται τίποτε ο εξασκών το
επάγγελμα από την τέχνην του; — Τίποτε, καθώς, φαίνεται. —
Επομένως ούτε ωφελεί τότε, όταν εξασκήται χάρισμα. — Έτσι
νομίζω. — Τούτο λοιπόν έγινε φανερόν, Θρασύμαχε, ότι καμμία
τέχνη και εξουσία δεν παρασκευάζει εκείνο που της είναι
ωφέλιμον αυτής, αλλά, καθώς ελέγαμεν απ' αρχής, εκείνου που
υπάγεται εις την δικαιοδοσίαν της και το επιβάλλει αυτό,
αποβλέπουσα εις το συμφέρον αυτού, αν και είναι ασθενέστερος,
και όχι εις το συμφέρον του ισχυροτέρου. Δι' αυτό λοιπόν είναι
που έλεγα και προ ολίγου, φίλε μου Θρασύμαχε, ότι κανείς δεν
αναλαμβάνει μίαν αρχήν με ευχαρίστησίν του, ούτε παίρνει επάνω
του ξένες έγνοιες εις τα καλά καθούμενα, αλλ' απαιτεί μισθόν,
επειδή ένας που πρόκειται να εξασκήση μίαν τέχνην καθώς πρέπει,
δεν έχει να περιμένη τίποτε καλόν διά τον εαυτόν του απ' όσα
πράττει και διατάσσει, αλλ' όλα γίνονται δι' εκείνον που έχει
εις την εξουσίαν του. Δι' αυτό, καθώς φαίνεται, έγινε ανάγκη να
ορισθή αμοιβή δι' όσους θέλουν ν' αναλάβουν μίαν εξουσίαν,
χρήματα ή τιμαί, ή ακόμη και τιμωρία διά τους αρνουμένους να
την αναλάβουν.
— Πώς το εννοείς αυτό, Σωκράτη; είπεν ο Γλαύκων· γνωρίζω
πράγματι τα δύο είδη των αμοιβών, που είπες· δεν εννοώ όμως και
την τιμωρίαν, που λέγεις, ως ένα τρίτον είδος αμοιβής. — Δεν
γνωρίζεις λοιπόν την αμοιβήν των αρίστων, η οποία τους κάμνει
και αποφασίζουν ν' αναλάβουν καμμίαν αρχήν, όταν την
αναλαμβάνουν; ή δεν γνωρίζεις ότι το να αγαπά κανείς την αρχήν
διά τα εξ αυτής κέρδη θεωρείται και είναι τωόντι πράγμα
επονείδιστον; Το γνωρίζω, είπεν. — Διά τούτο λοιπόν οι άριστοι
δεν επιζητούν την τιμήν της εξουσίας ούτε την θέλουν διά να
ωφεληθούν εξ αυτής χρήματα· διότι δεν επιθυμούν, είτε
λαμβάνοντες φανερά μισθόν διά την αρχήν να ονομάζωνται
μισθωτοί, είτε κρυφά σφετερισμένοι τα δημόσια να λέγωνται
κλέπται· ούτε πάλιν την επιζητούν διά την τιμήν· διότι δεν
είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχη κάποια επιτακτική
ανάγκη και ο φόβος τιμωρίας τινός, διά να αποφασίσουν ν'
αναλάβουν εκουσίως μίαν αρχήν. Όθεν καταντά να νομίζεται
αισχρόν πράγμα το να αναδέχεται κανείς εκουσίως μίαν αρχήν,
χωρίς να του το επιβάλλη κάποια ανάγκη· η δε μεγίστη τιμωρία
δι' αυτόν, όταν δεν θέλη να κυβερνήση ο ίδιος, είναι να
κυβερνάται από άλλους, χειροτέρους του· και ένεκα αυτού του
φόβου μου φαίνεται ότι αναλαμβάνουν την αρχήν οι άριστοι, όταν
την αναλαμβάνουν, και όχι διότι την επιζητούν ως πράγμα καλόν
δι' αυτούς, ούτε διά να τα καλοπεράσουν απ' αυτήν, αλλά διότι
κατ' ανάγκην την αναδέχονται, αφού δεν έχουν να την αναθέσουν
εις άλλους καλυτέρους των ή και ομοίους των. Ούτως ώστε, αν ήτο
δυνατόν να ευρεθή μία πολιτεία όλο από ανθρώπους τελείους, θα
ήτο πράγμα περιζήτητον να έμενε κανείς έξω της αρχής, όπως τώρα
όλοι επιζητούν να την έχουν και τότε θα απεδεικνύετο
προφανέστατα ότι το φυσικόν του πράγματι αληθινού άρχοντος
είναι να αποβλέπη όχι εις το συμφέρον το ιδικόν του, αλλά των
υπηκόων και κάθε άνθρωπος με γνώσιν θα επροτίμα να ωφελήται
μάλλον αυτός υπό ενός άλλου, παρά να μοχθή και να βασανίζεται
διά την ωφέλειαν των άλλων. Κάθε άλλο λοιπόν παρά να συμφωνήσω,
εις αυτό με τον Θρασύμαχον, ότι δίκαιον είναι το συμφέρον του
ισχυροτέρου· αλλ' αυτό θα το εξετάσωμεν και άλλοτε· πολύ όμως
σπουδαιότερον μου φαίνεται αυτό που λέγει τώρα ο Θρασύμαχος,
ότι δηλαδή ο βίος του αδίκου είναι προτιμότερος από του
δικαίου. Εσύ δε, Γλαύκων, ποίον από τους δύο προτιμάς, και τι
νομίζεις ότι είναι αληθέστερον; — Το να είναι κανείς δίκαιος
μου φαίνεται ότι είναι ωφελιμώτερον, απήντησεν ο Γλαύκων. —
Ήκουσες όμως πόσα αγαθά μας απηρίθμησε προ ολίγου ο Θρασύμαχος
ότι έχει ο άδικος; — Ήκουσα, είπε, αλλά δεν μένω σύμφωνος. —
Θέλεις λοιπόν να δοκιμάσωμεν μήπως εύρωμεν κανένα τρόπον να τον
πείσωμεν ότι δεν είναι αληθινά αυτά που λέγει; — Διατί να μη
θέλω; — Ναι, αν όμως εις τον μακρόν λόγον που ετέντωσεν αυτός,
αντιπαρατάξωμεν και ημείς κανένα άλλον όμοιον, διά να
απαριθμήσωμεν τα αγαθά της δικαιοσύνης, και έπειτα άλλον αυτός,
και ημείς πάλιν άλλον, θα γίνη ανάγκη να μετρήσωμεν ένα προς
ένα και να ζυγίσωμεν τα αγαθά της δικαιοσύνης και της αδικίας,
και εις το τέλος θα χρειασθούμεν δικαστάς διά να βγάλουν την
απόφασιν· ενώ, εάν, όπως εκάναμεν έως τώρα, προχωρούμεν εις την
εξέτασιν συμφωνούντες αμοιβαίως προς αλλήλους, θα είμεθα
δικασταί μαζί και δικηγόροι, οι ίδιοι. — Είναι αλήθεια, είπεν.
— Τι σου αρέσει λοιπόν καλύτερ' από τα δύο; — Έτσι καθώς είπες.
— Εμπρός λοιπόν τώρα. Θρασύμαχε, απάντησέ μου εξ αρχής, του
είπα· λέγεις ότι η τελεία αδικία ωφελεί περισσότερον από την
τελείαν δικαιοσύνην; — Και, το λέγω, και σας είπα και τους
λόγους. — Έλα τώρα να σε ερωτήσω κάτι άλλο· δεν ονομάζεις
αλήθεια το ένα από αυτά τα δύο αρετήν και το άλλο κακίαν; —
Αναμφιβόλως. — Και βέβαια την μεν δικαιοσύνην θα ονομάζης
αρετήν, την δε αδικίαν κακίαν. — Ναι, είναι φυσικόν αλήθεια,
εγώ που λέγω ότι η αδικία ωφελεί και η δικαιοσύνη όχι. — Αλλά
τι λοιπόν; — Όλως διόλου το εναντίον. — Δηλαδή την δικαιοσύνην
την ονομάζεις κακίαν; — Όχι, αλλά μεγαλοπρεπή ευήθειαν. — Και
την αδικίαν λοιπόν κακοήθειαν; — Όχι, αλλά φρόνησιν. — Ώστε
φρόνιμοι σου φαίνονται πως είναι και αγαθοί οι άδικοι; —
Εκείνοι τουλάχιστον που ημπορούν τελείως να αδικούν και να
κάμνουν υποχειρίους πόλεις και έθνη· εσύ όμως φαντάζεσαι ίσως
πως ομιλώ διά τους βαλαντιοτόμους· όχι ότι δεν έχει και αυτή η
τέχνη τας ωφελείας της, εφ' όσον τουλάχιστον εξασκείται με
επιτηδειότητα· αλλά δεν αξίζουν και πολύ πράγμα, εμπρός εις τα
άλλα εκείνα που έλεγα προ ολίγου.
— Πολύ καλά εννοώ τι θέλεις να ειπής· αυτό όμως με παραξενεύει
που παραδέχεσαι την αδικίαν ως αρετήν και σοφίαν, την δε
δικαιοσύνην το εναντίον. — Ναι, το παραδέχομαι. — Αυτός δα
είναι τώρα ο στερεώτερος ισχυρισμός σου, και δεν είναι εύκολον
να εύρη κανείς τα μέσα διά να τον ανατρέψη· διότι αν έλεγες
απλώς ότι η αδικία ωφελεί, παραδέχεσο όμως συγχρόνως, όπως και
άλλοι τινές, ότι είναι κακία και αισχρόν πράγμα, θα
ημπορούσαμεν και ημείς να ειπούμεν κάτι, σύμφωνα με όσα
νομίζομεν· τώρα όμως είναι φανερόν ότι δεν θα διστάσης να την
ονομάσης και πράγμα ωραίον και ισχυρόν και όλας τας άλλας
ιδιότητας να της αποδώσης, τας οποίας ημείς αποδίδομεν συνήθως
εις την δικαιοσύνην, αφού ετόλμησες να την κατατάξης μεταξύ της
αρετής και της σοφίας. — Πράγματι, ορθότατα μαντεύεις.
— Και μολαταύτα δεν πρέπει να διστάσω να αναλάβω την εξέτασιν
του ζητήματος, εφ' όσον τουλάχιστον πιστεύω ότι λέγεις σοβαρώς
εκείνα τα οποία και σκέπτεσαι· διότι πράγματι μου φαίνεται,
Θρασύμαχε, ότι δεν υπάρχει ουδέ σκιά ειρωνείας εις τους λόγους
σου, και λέγεις αληθινά εκείνα που φρονείς. — Και τι σε
ενδιαφέρει είτε τα φρονώ είτε όχι, και δεν κυττάζεις απλώς να
τα αναιρέσης; — Καλά λέγεις, του απήντησα· κάμε μου μόνον την
χάριν να μου αποκριθής ακόμη εις αυτό· ένας δίκαιος νομίζεις
ότι θα ήθελέ ποτε να ωφεληθή τίποτε εις βάρος ενός άλλου επίσης
δικαίου; — Ποτέ βέβαια, διότι αλλέως δεν Θα ήτο καλόβολος και
ευήθης, όπως τον παραδέχομαι τώρα.
— Και πώς; ούτε ακόμη αν επρόκειτο περί δικαίου πράγματος; —
Ούτε, βέβαια. — Εις βάρος όμως ενός αδίκου ανθρώπου θα είχε την
αξίωσιν τάχα ότι ημπορούσε να το κάμη, και θα το εθεωρούσε
δίκαιον; ή όχι; — Θα το εθεωρούσε βέβαια, αλλά δεν θα είχε την
ικανότητα να το κάμη. — Δεν σε ερωτώ αυτό, αλλ' απλώς εάν εις
βάρος μεν ενός δικαίου δεν θα είχε αυτήν την αξίωσιν ουδέ την
θέλησιν, εις βάρος όμως ενός αδίκου θα την είχε; — Μάλιστα, θα
την είχε . . . — Ενώ ένας άδικος άνθρωπος θα είχε άραγε την
αξίωσιν να ωφελήται αυτός εις βάρος του δικαίου ανθρώπου
καταπατών την δικαιοσύνην;
— Πώς όχι; αφού εννοεί να υπερισχύη απ' όλους τους άλλους.
— Ώστε λοιπόν θα θέλη να επικρατήση και από ένα άλλον άδικον
εις την αδικίαν και θα βάλη τα δυνατά του, δια να έχη αυτός
περισσότερα απ' όλους; — Έτσι βέβαια.
— Λέγομεν λοιπόν ότι, ο μεν δίκαιος δεν θέλει να έχη παραπάνω
από τον όμοιόν του, αλλά μόνον από τον ανόμοιόν του, ενώ ο
άδικος και από τον όμοιόν του και από τον ανόμοιόν του. —
Θαυμάσια τα λέγεις. — Είναι δε ακόμη ο μεν άδικος φρόνιμος και
αγαθός, ενώ ο δίκαιος τίποτε απ' αυτά. — Και αυτό σωστόν. — Και
ομοιάζει λοιπόν, είπα εγώ, ο μεν άδικος με τον φρόνιμον και
αγαθόν, ο δε δίκαιος δεν ομοιάζει. — Και πώς να μη; ένας
βέβαια, που είναι τοιούτος και αυτός, κατ' ανάγκην θα oμοιάζη
με τους τοιούτους, και το εναντίον. — Πολύ καλά ο καθένας των
λοιπόν είναι τοιούτος, όπως εκείνοι με τους οποίους ομοιάζει. —
Αι, ναι, σου είπανε. — Έστω, Θρασύμαχε· τώρα άκουσέ μου· λέγεις
δι' ένα άνθρωπον ότι είναι μουσικός, και δι' ένα άλλον ότι δεν
είναι· ποίον από τους δύο ονομάζεις φρόνιμον, και ποίον το
εναντίον; — Τον μουσικόν βέβαια θα είπω φρόνιμον, τον δεν άλλον
το εναντίον. — Και επομένως, καθ' ό φρόνιμον, θα τον είπης
καλόν και ικανόν, το εναντίον δε τον άλλον. — Ναι. — Δεν
συμβαίνει το ίδιον και με τον ιατρόν; — Βεβαίως. — Λοιπόν
νομίζεις ότι ένας μουσικός, όταν κορδίζη την κιθάραν, θα είχε
την αξίωσιν να τεντώση ή να χαλαρώση τας χορδάς περισσότερον
από ένα άλλον μουσικόν; — Όχι βέβαια — Από ένα όμως άλλον που
δεν είναι μουσικός; — Κατ' ανάγκην. — Και ένας ιατρός, όταν
πρόκειται να διαγράψη τι να φάγη ή τι να πίη ένας άρρωστος, θα
ήθελε να το κάμη αυτό παραπάνω από έναν άλλον επίσης ιατρόν; —
Όχι εννοείται. — Από ένα άλλον όμως που δεν είναι ιατρός; —
Ναι. — Κύτταξε λοιπόν, διά πάσαν επιστήμην, εάν σου φαίνεται
ότι ένας επιστήμων οτιδήποτε θα ήθελε να έχη το παραπάνω, και
εις ό,τι λέγει και εις ό,τι πράττει, από ένα άλλον επιστήμονα,
και να μη προτιμά να κάμνη και να λέγη τα ίδια με τον ομότεχνόν
του. — Ίσως πράγματι να είναι κατ' ανάγκην όπως το λέγεις. —
Ενώ απεναντίας ο ανεπιστήμων θα ήθελε να έχη ένα λόγον παραπάνω
και από τον επιστήμονα και από τον ανεπιστήμονα. — Ίσως — Αλλά
ο επιστήμων είναι σοφός. — Είναι — Και ο σοφός, καλός και
ικανός. — Μάλιστα. — Λοιπόν ο καλός και ο σοφός δεν θα θέλη να
είναι παραπάνω από τον όμοιόν του, αλλά μόνον από τον ανόμοιον
και τον αντίθετόν του. — Έτσι φαίνεται. — Ενώ απεναντίας ο
κακός και άσοφος, και από τον όμοιόν του και από τον ανόμοιόν
του. — Μάλιστα. — Δεν παρεδέχθημεν όμως, Θρασύμαχε, ότι ο
άδικος θέλει να έχη το παραπάνω και από τον όμοιον και από τον
ανόμοιόν μου; ή δεν έλεγες έτσι; — Ναι, το έλεγα. — Ενώ
απεναντίας ο δίκαιος μόνον από τον ανόμοιόν του, όχι όμως και
από τον όμοιόν του. — Μάλιστα. — Ομοιάζει λοιπόν ο μεν δίκαιος
με τον σοφόν και με τον καλόν, ο δε άδικος με τον κακόν και τον
άσοφον. — Φαίνεται. — Αλλ' ημείς εσυμφωνήσαμεν ότι και ο ένας
και ο άλλος είναι τοιούτοι, όπως και εκείνοι με τους οποίους
ομοιάζουν. — Πράγματι εσυμφωνήσαμεν. — Νά λοιπόν που μας
απεδείχθη φως φανερά, ότι ο δίκαιος είναι σοφός και καλός, ενώ
ο άδικος αμαθής και κακός.
Ο Θρασύμαχος ηναγκάσθη μεν να συμφωνήση εις όλα αυτά, όχι όμως
τόσον εύκολα όσον τα διηγούμαι εγώ τώρα, αλλά μόλις και μετά
βίας με το τράβ' απεδώ τράβ' απ' εκεί, ενώ έτρεχε ποτάμι ο
ιδρώς του, διότι ήτο και καλοκαίρι. Τότε τον είδα εγώ διά
πρώτην φοράν και να κοκκινίζη, πράγμα που δεν έπαθε ποτέ πριν.
Αφού λοιπόν τοιουτοτρόπως εμείναμεν σύμφωνοι ότι η μεν
δικαιοσύνη είναι αρετή και σοφία, η δε αδικία κακία και
αμάθεια, — ας το θεωρήσωμεν τώρα αυτό λελυμένον ζήτημα, είπα·
ελέγαμεν όμως ακόμη ότι η αδικία είναι και πράγμα ισχυρόν· ή
δεν το ενθυμείσαι, Θρασύμαχε; — Το ενθυμούμαι, απήντησεν
εκείνος, αλλά δεν μου αρέσουν ουδέ αυτά που λέγεις τώρα· και μη
νομίζης ότι δεν έχω τι να ειπώ· αν θελήσω όμως να το κάμω,
ξεύρω καλά ότι θα μου ειπής πως δημηγορώ· ή λοιπόν άφησέ με να
ειπώ όσα θέλω, ή, εάν επιμένης να ερωτάς, ερώτα· και εγώ θα
περιορισθώ να λέγω, καλά, ας είναι, και να κουνώ το κεφάλι μου,
όπως κάμνουν εις τις γρηές που διηγούνται παραμύθια. — Καθόλου
δεν το θέλω αυτό να γίνεται παρά τας πεποιθήσεις σου. — Διά να
μη σε δυσαρεστώ τουλάχιστον, αφού δεν με αφήνεις να ομιλήσω· τι
άλλο θέλεις να σου κάμω παραπάνω; — Τίποτε άλλο, μα την
αλήθειαν μόνον, αν θέλης να κάμης αυτό που σου λέγω, κάμε το·
και εγώ θα σε ερωτώ. — Ερώτα λοιπόν.
— Αυτό λοιπόν σε ερωτώ πάλιν, διά να εξακολουθήσωμεν την
συνέχειαν της συζητήσεώς μας: τι πράγμα είναι η δικαιοσύνη εν
σχέσει προς την αδικίαν; διότι έλεγες, μου φαίνεται, ότι η
αδικία θα είναι τάχα και ισχυρότερον και δυνατώτερον πράγμα από
την δικαιοσύνην ενώ τώρα, αφού είπαμεν ότι η δικαιοσύνη είναι
αρετή και σοφία, εύκολα θα καταδειχθή ότι είναι και ισχυρότερον
πράγμα η δικαιοσύνη από την αδικίαν, αφού αυτή είναι αμάθεια·
και κανείς δεν είναι που να μη το παραδεχθή αυτό. Εγώ όμως δεν
επιθυμώ να αρκεσθώ έτσι απλώς εις αυτό, αλλ' ας κάμωμεν και ένα
άλλον συλλογισμόν: Δεν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν πόλεις άδικοι,
αι οποίαι επιβουλεύονται αδίκως την ελευθερίαν άλλων πόλεων,
και κατορθώνουν μάλιστα και τας υποδουλώνουν και τας κάμνουν
υποχειρίους των; — Πώς όχι; είπε· και αυτό μάλιστα το
κατορθώνει μόνον η αρίστη και που είναι εις τον τελειότατον
βαθμόν άδικος. — Το καταλαμβάνω ότι είναι η ιδική σου η
πεποίθησις αυτή. Εγώ όμως εξετάζω το ζήτημα κατ' αυτόν τον
τρόπον εάν δηλαδή η πόλις η οποία καθυποτάσσει μίαν άλλην, άνευ
δικαιοσύνης αποκτά αυτήν την δύναμιν, ή κατ' ανάγκην μετά της
δικαιοσύνης; — Εάν μεν, όπως παρεδέχθης εσύ, η δικαιοσύνη είναι
σοφία, τότε κατ' ανάγκην μετά της δικαιοσύνης· εάν όμως το
πράγμα είναι όπως το έλεγα εγώ, τότε μετά της αδικίας. — Είμαι
πολύ ενθουσιασμένος, Θρασύμαχε, ότι δεν περιορίζεσαι μόνον να
κινής την κεφαλήν σου, αλλά δίδεις και πολύ καλάς αποκρίσεις. —
Διότι δεν θέλω να σε δυσαρεστήσω.
— Πολύ καλά κάνεις, του απήντησα. Αλλά κάμε μου ακόμη και
αυτήν την χάριν και λέγε μου· νομίζεις ότι μία πόλις, ή ένα
στράτευμα, ή μία συμμορία ληστών ή κλεπτών, ή οιαδήποτε άλλη
ομάς από εκείνας που αναλαμβάνουν από κοινού μίαν άδικον
επιχείρησιν, θα ημπορούσαν ποτέ να κατορθώσουν τίποτε, εάν τα
μέλη που την αποτελούν εφέροντο αδίκως μεταξύ των; — Όχι
βέβαια. — Ενώ, εάν εφέροντο δικαίως, δεν θα επετύχαιναν
περισσότερον; — Και πολύ μάλιστα. — Διότι βέβαια, Θρασύμαχε, η
αδικία γεννά μίση και διχονοίας και πολέμους μεταξύ των, ενώ η
δικαιοσύνη ομόνοιαν και αγάπην δεν είναι έτσι; — Ας το
παραδεχθώ, είπε, διά να μη φιλονεικώ μαζί σου. — Και καλά
κάνεις, φίλε μου· λέγε μου τώρα: αφού αυτό είναι το έργον της
αδικίας, να γεννά μίση και διχονοίας όπου εισχωρήση, δεν θα έχη
τα αυτά αποτελέσματα και όπου παρουσιάζεται εν γένει μεταξύ των
ανθρώπων, είτε δούλων είτε ελευθέρων, και δεν θα καθιστά,
αδύνατον πάσαν από κοινού επιχείρησίν των; — Και πολύ μάλιστα.
— Τι δε; εάν παρουσιασθή μεταξύ δύο ανθρώπων, δεν θα
αναπτυχθούν μεταξύ των έριδες και διαφοραί και μίση, και δεν θα
γίνουν εχθροί ο ένας με τον άλλον, όπως είναι και με τους
δικαίους; — Θα γίνουν. — Και εάν τέλος την δεχθώμεν υπάρχουσαν
εις ένα μόνον άνθρωπον, μήπως θα χάση τάχα αυτήν την ιδιότητα
που έχει, ή και πάλιν θα την διατηρήση; — Ας ειπούμεν ότι θα
την διατηρήση.
— Τοιαύτη λοιπόν επομένως φαίνεται ότι είναι η φύσις της
αδικίας, ώστε, όπου παρουσιάζεται, είτε εις πόλιν, είτε εις
στρατόπεδον, είτε εις οιονδήποτε άλλο άθροισμα ανθρώπων, πρώτον
μεν να το καθιστά ανίκανον να αναλάβη καμμίαν επιχείρησιν ένεκα
των διχονοιών και των ερίδων τας οποίας γεννά, έπειτα δε του
αναπτύσσει την έχθραν και προς τον εαυτόν του, και προς κάθε τι
που δεν είναι όμοιόν του και προς το δίκαιον δεν είναι έτσι; —
Μάλιστα.
— Και εις ένα λοιπόν μόνον, είπαμεν, όταν ενυπάρχη, τα αυτά θα
έχη αποτελέσματα, σύμφωνα με την φύσιν της· πρώτον μεν θα τον
καταστήση ανίκανον διά κάθε επιχείρησιν, διότι θα ευρίσκεται
πάντα εις διάστασιν και διχογνωμίαν με τον εαυτόν του· έπειτα
θα τον κάμη εχθρόν και με τον εαυτόν του και με τους δικαίους·
ναι ή όχι; — Ναι. — Οι θεοί όμως, φίλε μου, παραδέχεσαι βέβαια
ότι είναι δίκαιοι. — Ας το παραδεχθώμεν. — Και με τους θεούς
επομένως εχθρός θα είναι ο άδικος, ενώ ο δίκαιος θα είναι φίλος
των.
— Χόρταινε όλην την ηδονήν της συζητήσεως, είπε τότε ο
Θρασύμαχος, χωρίς κανένα φόβον· διότι εγώ τουλάχιστον δεν εννοώ
να σου την διακόψω, μήπως και τα χαλάσω με αυτούς. —
Εξακολούθησε λοιπόν να δεικνύης αυτήν σου την συγκατάβασιν και
εις τα επίλοιπα, και απάντα μου όπως το έκαμνες, έως τώρα.
Είδομεν ότι οι δίκαιοι φαίνονται και σοφώτεροι και ικανώτεροι
και δυνατώτεροι, εις ό,τι πράττουν, από τους αδίκους· οι δε
άδικοι απεναντίας ουδέ να αναλάβουν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν
με άλλους είναι ικανοί· και όταν όμως ακόμη παραδεχώμεθα ότι θα
ημπορούσαν να φέρουν εις πέρας μίαν κοινήν επιχείρησιν
επιτυχώς, και πάλιν λέγω ότι δεν θα ήτο αληθινόν αυτό· διότι
εάν ήσαν πράγματι όλως διόλου άδικοι, δεν θα ήτο δυνατόν να μη
στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου· αλλά είναι πρόδηλον ότι θα
έμενεν ακόμη μέσα των κάποιο ίχνος δικαιοσύνης, η οποία θα τους
ημπόδιζε τουλάχιστον να αδικούνται και μεταξύ των, καθ' όν
χρόνον επεχείρουν να αδικήσουν κάποιους άλλους· και μόνον κατ'
αυτόν τον τρόπον θα κατώρθωσαν, εάν κατώρθωσαν τίποτε, εις μίαν
άδικον επιχείρησιν που ανέλαβαν, διότι δεν θα ήσαν εξ ολοκλήρου
ίσως αλλά μόνον εξ ημισείας κυριευμένοι από την αδικίαν· επειδή
οι παμπόνηροι και τελείως άδικοι είναι και τελείως ανίκανοι να
κατορθώσουν τίποτε. Τοιουτοτρόπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα
πράγματα, και όχι όπως τα έθεσες εσύ κατά πρώτον. Μας
υπολείπεται να εξετάσωμεν, το οποίον το αφήσαμεν και
τελευταίον, αν ζουν και καλύτερα οι δίκαιοι από τους αδίκους
και εάν είναι ευτυχέστεροι. Και ναι μεν, αυτό είναι φανερόν και
αυταπόδεικτον, όπως νομίζω, και εξ όσων είπαμεν μέχρι τούδε· ας
το εξετάσωμεν όμως και καλύτερα. — Εξέτασέ το λοιπόν, μου
είπεν.
— Αυτό κάμνω τώρα· παραδέχεσαι, σε ερωτώ, ότι ο ίππος έχει
κάποιο ωρισμένον έργον; — Έχει. — Και τούτο μόνον παραδέχεσαι
ότι είναι έργον του ίππου, ή και οιουδήποτε άλλου ζώου, το
οποίον θα ηδύνατο να εκτελεσθή ή υπ' αυτού, ή τουλάχιστον υπό
μόνου αυτού καλύτερα; — Δεν σε εννοώ. Νά, παραδείγματος χάριν·
ημπορείς να ίδης αλλέως παρά με τους οφθαλμούς; — Δεν ημπορώ
βέβαια. — Και να ακούσης αλλέως παρά με τα ώτα σου; — Ούτε. —
Ώστε δυνάμεθα να είπωμεν δικαίως ότι αυτό είναι το έργον των. —
Μάλιστα. — Τι δε; θα ημπορούσες να κλαδεύσης ένα κλήμα ή με το
μαχαίρι, ή με το σμιλάρι ή με πολλά άλλα τέτοια εργαλεία; — Και
πώς όχι; — Αλλά με κανένα άλλο, νομίζω, ότι δεν θα το έκαμνες
τόσον καλά, όσον με το δρέπανον, το οποίον επίτηδες
κατεσκευάσθη προς τον σκοπόν τούτον. — Είναι αλήθεια αυτό που
λέγεις. — Δεν θα είπωμεν λοιπόν ότι αυτό είναι το αποκλειστικόν
του έργον; — Ναι, θα το ειπούμεν.
— Τώρα λοιπόν, υποθέτω, θα ενόησες καλύτερα αυτό που σε
ηρώτησα πριν, εάν δηλαδή δεν είναι έργον εκάστου πράγματος
εκείνο το οποίον ή μόνον αυτό ημπορεί να εκτελέση, ή
τουλάχιστον καλύτερα από κάθε άλλο. — Αλλά ναι, τώρα σε εννοώ·
και αυτό παραδέχομαι πως είναι το έργον εκάστου πράγματος. —
Πολύ καλά. Λοιπόν παραδέχεσαι ακόμη ότι έχει και μίαν
ιδιάζουσαν αρετήν κάθε πράγμα, εις το οποίον είναι ανατεθειμένη
μία λειτουργία; και ας επανέλθωμεν εις τα ίδια παραδείγματα.
Είπομεν ότι οι οφθαλμοί έχουν μίαν ωρισμένην λειτουργίαν· έχουν
λοιπόν και μίαν αρετήν, η οποία προσιδιάζει εις αυτούς μόνον; —
Έχουν. — Επίσης τα ώτα; — Και αυτά. — Και όλα τα άλλα πράγματα
κατ' αυτόν τον τρόπον; — Επίσης.
— Στάσου τώρα μίαν στιγμήν· θα ημπορούσαν ποτέ οι οφθαλμοί να
εκτελέσουν καλά το έργον των, εάν δεν είχαν την προσιδιάζουσαν
εις αυτούς αρετήν, αλλά την αντίθετον κακίαν; — Και πώς είναι
δυνατόν; δηλαδή εννοείς, εάν είχαν τάχα τυφλότητα αντί της
ικανότητος του οράν; — Οιαδήποτε και αν ήτο η αρετή των· διότι
δεν είναι αυτό που θέλω τώρα να μάθω, αλλ' αν με την ιδιάζουσαν
αρετήν του εκτελή ένα πράγμα καλώς το έργον του, με την
αντίθετον δε κακίαν κακώς. — Είναι βέβαια έτσι όπως το λέγεις.
— Λοιπόν και τα ώτα, εάν στερηθούν την αρετήν που τους
προσιδιάζει, δεν θα κάμουν καλά το έργον που έχουν να κάμουν. —
Πράγματι, όχι. — Τοιουτοτρόπως και όλα τα άλλα, δεν ημπορούμεν
να τα θέσωμεν εις την αυτήν κατηγορίαν; — Μου φαίνεται.
— Έλα λοιπόν τώρα και ακολούθησε αυτόν τον συλλογισμόν: Έχει
τάχα και η ψυχή κανέν ωρισμένον έργον, το οποίον με κανένα άλλο
πράγμα δεν θα ημπορούσες να εκτελέσης; παραδείγματος χάριν, το
να σκεπτώμεθα, το να κυβερνώμεν, το να αποφασίζωμεν, θα
ημπορούσαμεν δικαίως να τα αποδώσωμεν εις αυτήν και να λέγωμεν
ότι αυτά είναι το έργον της; — Μάλιστα, είπεν. — Ώστε
παραδεχόμεθα ότι και η ψυχή έχει μίαν αρετήν, η οποία της
προσιδιάζει; — Το παραδεχόμεθα. — Ημπορεί λοιπόν ποτε,
Θρασύμαχε, η ψυχή να εκτελέση καλώς τα έργα της, εάν στερήται
την προσιδιάζουσαν εις αυτήν αρετήν; — Αδύνατον. — Κατ' ανάγκην
λοιπόν η κακή ψυχή και κακώς θα σκέπτεται και κακώς θα κυβερνά,
ενώ απεναντίας η καλή ψυχή όλα αυτά θα εκτελή καλώς. — Ανάγκη
πάσα. — Δεν παρεδέχθημεν όμως ότι η αρετή της ψυχής είναι η
δικαιοσύνη, η δε κακία της η αδικία; — Αι ναι, το παρεδέχθημεν.
— Η δικαία λοιπόν ψυχή και ο δίκαιος άνθρωπος θα ζη καλά, το
εναντίον δε ο άδικος. — Φαίνεται, είπε, συμφώνως με αυτά που
λέγεις. — Αλλά εκείνος που ζη καλά, είναι ευτυχής και ευδαίμων,
τουναντίον δε εκείνος που ζη κακά. — Πώς όχι; — Λοιπόν ο μεν
δίκαιος είναι ευτυχής, ο δε άδικος άθλιος και δυστυχής. — Ας
είναι κ' έτσι. — Αλλ' όμως δεν τον ωφελεί βέβαια κανένα να
είναι δυστυχής; — Όχι, εννοείται. — Και επομένως, ευλογημένε
μου Θρασύμαχε, ουδέποτε η αδικία είναι ωφελιμώτερον πράγμα από
την δικαιοσύνην. — Πάρε την τώρα, Σωκράτη, αυτήν την συζήτησιν
ως συμπόσιον το οποίον σου παρετέθη διά την σημερινήν εορτήν
των Βενδιδείων (1). — Και το χρεωστώ εις εσένα, Θρασύμαχε,
διότι παρήτησες εκείνην την αγριότητα που μου έδειξες κατ'
αρχάς, και έγινες τόσον ήμερος . . . Δεν ήτο όμως και τελεία,
όπως θα την ήθελα, η εστίασις· όχι από φταίξιμον ιδικόν σου,
αλλά από ιδικόν μου μάλλον· επειδή την έπαθα όπως οι
κοιλιόδουλοι, οι οποίοι πέφτουν επάνω αρπακτικά εις το κάθε
νέον φαγητόν που σερβίρεται, πριν να απολαύσουν οπωσδήποτε το
προηγούμενον έτσι κ' εγώ, πριν να ευρούμεν εκείνο που
εσυζητούσαμεν πρώτον, &τι πράγμα δηλαδή είναι η δικαιοσύνη&, το
παρήτησα αυτό εις την μέσην και εβάλθηκα να εξετάζω εάν είναι
κακία ή αμάθεια, ή σοφία ή αρετή· και επειδή έτυχε ύστερα να
παρεμπέση άλλος λόγος, ότι η αδικία είναι ωφελιμώτερον πράγμα
από την δικαιοσύνην, δεν ημπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτόν μου
και να μην περάσω από τον πρώτον εις αυτόν τον άλλον. Ώστε εις
το τέλος κατήντησα να μη μάθω τίποτε από αυτήν την συζήτησιν
διότι, όταν δεν γνωρίζω, ποία είναι &αυτή η ουσία της
δικαιοσύνης&, πώς θα ημπορώ να ηξεύρω αν είναι αρετή, είτε όχι,
και αν είναι ευτυχής εκείνος που την έχει, ή το εναντίον.
&ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.&
Και εγώ μεν λοιπόν, αφού είπα αυτά, επίστευσα ότι είχα γλυτώση
πλέον από την συζήτησιν· ήτο όμως, καθώς φαίνεται, το προοίμιον
μόνον αυτό· διότι ο Γλαύκων, ο οποίος πάντοτε και εις όλας τας
περιστάσεις είναι πραγματικώς ανδρειότατος, δεν του εκαλοφάνη
που κατέθεσε τότε τα όπλα ο Θρασύμαχος, αλλά, λαμβάνων τον
λόγον — Θέλεις, είπε, Σωκράτη, να φαίνεται πως μας έπεισες ότι
κατά πάντα τρόπον είναι προτιμότερον η δικαιοσύνη από την
αδικίαν, ή θέλεις και πραγματικώς να μας πείσης; — Αυτό βέβαια
θα επροτιμούσα και εγώ, αν ήτο εις την εξουσίαν μου.