— Μα τον Ηρακλέα! είπε τότε ο Θρασύμαχος ανακαγχάζων με ένα

προσποιημένον γέλωτα, νά την η συνηθισμένη εκείνη ειρωνεία του

Σωκράτους· αλλά τα ήξευρα εγώ και τα προέλεγα εις αυτούς, ότι

συ θα απέφευγες να απαντήσης και θα το εγύριζες εις τας

ειρωνείας, και ότι κάθε άλλο θα έκανες παρά να αποκριθής, εάν

σε ερωτήση κανείς. — Αληθινά σοφός είσαι, Θρασύμαχε, του είπα

εγώ· το ήξευρες πολύ καλά ότι, αν ερωτούσες κανένα, «πόσα είναι

τα δώδεκα», συγχρόνως όμως του προέλεγες· «κύτταξε μόνον να μη

μου απαντήσης ότι είναι δύο φορές έξ ή τρείς φορές τέσσερα, ή

έξ φορές δύο, ή τέσσαρες φορές τρία, διότι δεν θα παραδεχθώ να

ακούσω τοιαύτας φλυαρίας», το ήξευρες, λέγω, εκ των προτέρων,

ότι κανείς δεν θα ημπορούσε να σου απαντήση εις ερώτησιν την

οποίαν έθεσες τοιουτοτρόπως· αλλ' αν σου έλεγε· «τι είναι αυτά,

Θρασύμαχε; να μη σου δώσω καμμίαν από αυτάς τας αποκρίσεις, που

απηγόρευσες, και αν ακόμη μέσα εις αυτάς περιείχετο η μόνη

αληθινή, παρά να σου είπω άλλο τι, έξω από αυτήν;», τι θα του

έλεγες;

— Ναι δα! απήντησεν ο Θρασύμαχος· πόσον είναι όμοιον μ'

εκείνο! — Δεν έχει να κάμη τίποτε, είπα εγώ· διότι και αν δεν

είναι όμοιον, φαίνεται όμως τοιούτον εις τον ερωτηθέντα,

νομίζεις ότι δεν θα δώση εκείνος την απάντησιν που του φαίνεται

ορθή, είτε του το απαγορεύσωμεν ημείς, είτε όχι; — Αυτό λοιπόν

έχεις και συ σκοπόν να κάμης; μου είπε· σκέπτεσαι να δώσης

καμμίαν από τας απαντήσεις που σου απηγόρευσα;

— Δεν θα ήτο διόλου παράξενον, του απήντησα εγώ, εάν, αφού

εξήταζα καλά το ζήτημα, ελάμβανα τοιαύτην απόφασιν.

— Τι θα ειπής όμως, εάν εγώ σου δείξω άλλην απόκρισιν

διαφορετικήν από όλας εκείνας και συγχρόνως καλυτέραν εν σχέσει

με την δικαιοσύνην; τι δέχεσαι να πάθης; — Τι άλλο, απήντησα

εγώ, παρά ό, τι ταιριάζει να παθαίνη εκείνος που δεν γνωρίζει

κάτι; δηλαδή, να το μάθη από τον γνωρίζοντα· και εγώ λοιπόν

δέχομαι να το πάθω αυτό.

— Είσαι νόστιμος, μου είπε· να μάθης βέβαια, αλλά να πληρώσης

συγχρόνως και χρήματα. — Όταν μου ευρεθούν . . . — Ευρίσκονται,

ευρίσκονται, είπεν ο Γλαύκων αν πρόκειται διά χρήματα, λέγε,

Θρασύμαχε· διότι όλοι ημείς θα συνεισφέρωμεν διά τον Σωκράτη. —

Ναι· πώς όχι, απήντησεν εκείνος, διά να κάμη πάλιν ο Σωκράτης

τα συνηθισμένα του, να μην αποκρίνεται ο ίδιος, αλλά να λαμβάνη

τον λόγον και να εξελέγχη τας αποκρίσεις του άλλου. — Μα και

πώς, καλέ μου άνθρωπε, είπα εγώ, θέλεις να αποκρίνεται ένας ο

οποίος πρώτον μεν δεν γνωρίζει και ομολογεί την άγνοιάν του,

έπειτα, και αν έχη και καμμίαν ιδέαν περί αυτών, του απηγορεύθη

από άνθρωπον όχι αξιοκαταφρόνητον να απαντήση τίποτε από εκείνα

που νομίζει σωστά; Ώστε συ είναι φυσικώτερον να λάβης τον

λόγον, αφού μάλιστα ισχυρίζεσαι ότι γνωρίζεις και έχεις να

ειπής κάτι περί της δικαιοσύνης· μη θέλης λοιπόν παρακλήσεις,

αλλά και εμένα κάμε μου την χάριν, και διά τον Γλαύκωνα αυτόν

και τους άλλους μη φθονής τα φώτα σου.

Αφού είπα αυτά, και ο Γλαύκων και οι άλλοι συνήνωσαν τας

παρακλήσεις των· και ο Θρασύμαχος εφαίνετο μεν ότι διεφλέγετο

υπό της επιθυμίας να ομιλήση, διά να επισπάση την επιδοκιμασίαν

του ακροατηρίου, επειδή ήτο πεπεισμένος ότι θα έλεγε θαυμάσια

πράγματα· αλλ' ακόμη έκαμνεν ότι επροσποιείτο και επέμενεν εις

το ότι εγώ είμαι ο αποκρινόμενος.

Εις το τέλος υπεχώρησε και — Αυτή δα, είπεν, είναι η σοφία του

Σωκράτους, να μη θέλη ο ίδιος να διδάσκη, αλλά να γυρίζη και να

μανθάνη από τους άλλους, χωρίς μάλιστα και να τους το γνωρίζη

χάριν. — Ότι πράγματι μανθάνω από τους άλλους, είπα εγώ, αυτό

είναι η αλήθεια, Θρασύμαχε· έχεις άδικον όμως να λέγης και ότι

δεν τους το χρεωστώ χάριν· εγώ απεναντίας πληρώνω, όπως ημπορώ,

το χρέος μου· και ημπορώ μόνον να επαινώ· διότι χρήματα δεν

έχω· και πόσον πρόθυμα το κάμνω αυτό, θα το γνωρίσης και συ

πολύ καλά αμέσως, αφού αποκριθής· διότι στοχάζομαι ότι θα είπης

ωραία πράγματα.

— Άκουε λοιπόν, είπεν εκείνος. Λέγω ότι το δίκαιον δεν είναι

τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυροτέρου. Μα πώς; δεν

επικροτείς λοιπόν; Δεν σε βλέπω πολύ πρόθυμον. — Πώς; του

απήντησα· αφού όμως πρώτα καταλάβω τι εννοείς· διότι ακόμη δεν

ενόησα· ισχυρίζεσαι ότι δίκαιον είναι το συμφέρον του

ισχυροτέρου· και τι εννοείς μ' αυτό, Θρασύμαχε; διότι βέβαια

δεν θέλεις να είπης ότι, αφού ο Πολυδάμας ο αθλητής είναι

ισχυρότερός μας και τον συμφέρει προς διατήρησιν των σωματικών

του δυνάμεων να τρώγη βωδινά κρέατα, το ίδιον είναι και δι'

ημάς τους ασθενεστέρους του συμφέρον και δίκαιον.

— Είσαι άνοστος, Σωκράτη· και πάντα ζητείς να τα γυρίζης εις

τρόπον που να καταστρέφης την συζήτησιν. — Κάθε άλλο, καλέ μου,

του απήντησα εγώ· μόνον να μου ειπής σαφέστερον τι εννοείς. —

Και δεν γνωρίζεις λοιπόν, μου είπεν, ότι άλλαι μεν πόλεις

έχουσι μοναρχικά πολιτεύματα, άλλαι δε αριστοκρατικά και άλλαι

τέλος, δημοκρατικά; — Το γνωρίζω.

— Λοιπόν εις εκάστην πολιτείαν δεν είναι ισχυρότερον εκείνο το

οποίον έχει την κυβέρνησιν των πραγμάτων; — Βεβαιότατα.

— Και εκάστη κυβέρνησις δεν θέτει τους νόμους συμφώνως προς το

συμφέρον της, η μεν δημοκρατία δημοκρατικούς, η βασιλεία

μοναρχικούς, και αι λοιπαί ομοίως; Και αφού άπαξ τους θέσουν,

ορίζουν ότι τούτο είναι δίκαιον διά τους υπηκόους, εκείνο δηλ.

που συμφέρει εις τον εαυτόν τους, και όσοι τολμήσουν να

εξέλθουν από αυτό τους τιμωρούν, ως παρανομούντας και

αδικούντας· αυτό λοιπόν είναι, σοφολογιώτατέ μου, που λέγω ότι

εις όλας τας πόλεις είναι το ίδιον το δίκαιον, δηλ. το συμφέρον

της υφισταμένης εξουσίας· αυτή δε είναι, ως γνωστόν, το

ισχυρότερον, ώστε συμβαίνει διά τον γνωρίζοντα να σκέπτεται, να

είναι το αυτό παντού και πάντοτε το δίκαιον, δηλ. το συμφέρον

του ισχυροτέρου.

— Τώρα μάλιστα, ενόησα τι λέγεις, είπα εγώ· αν όμως είναι και

αληθές αυτό, ή όχι, θα προσπαθήσω να το καταλάβω. Το συμφέρον

λοιπόν απεκρίθης και συ Θρασύμαχε, ότι είναι το δίκαιον· αν και

εις εμένα απηγόρευες τότε να απαντήσω έτσι, με μόνην την

διαφοράν ότι επρόσθεσες εσύ και του ισχυροτέρου. — Μικρά ίσως

προσθήκη, είπεν εκείνος. — Δεν ηξεύρομεν ακόμη αν δεν είναι και

μεγάλη· τούτο μόνον ηξεύρω, ότι πρέπει να εξετάσωμεν εάν είναι

αληθές αυτό που λέγεις· διότι επειδή και εγώ οπωσδήποτε είμαι

σύμφωνος, ότι το δίκαιον είναι κάποιο συμφέρον, εσύ δε

προσθέτεις και λέγεις: το συμφέρον του ισχυροτέρου — πράγμα το

οποίον εγώ αγνοώ — ανάγκη να το εξετάσωμεν. — Εξέταζε λοιπόν. —

Αυτό και θα κάμω· αλλά ειπέ μου, και το να πείθεται κανείς εις

τους άρχοντας, δεν λέγεις ότι είναι δίκαιον και αυτό; —

Βεβαιότατα. — Αλλά οι άρχοντες εις τας διαφόρους πόλεις είναι

τάχα αναμάρτητοι, ή δύνανται και αυτοί να υποπέσουν εις

σφάλματα; — Βεβαίως δύνανται. — Ώστε όταν αναλαμβάνουν να

θέσουν νόμους, άλλους μεν θέτουν ορθώς, μερικούς όμως και όχι.

— Αυτό φρονώ και εγώ. — Και άραγε οι μεν ορθώς νομοθετημένοι θα

είναι σύμφωνοι με το συμφέρον των, οι δε άλλοι ασύμφοροι δι'

εαυτούς; ή πώς λέγεις; — Έτσι ακριβώς. — Όσα όμως νομοθετήσουν,

οφείλουν να τα τηρώσιν οι υπήκοοι, και εις τούτο έγκειται το

δίκαιον, καθώς είπομεν; — Πώς όχι; — Δίκαιον λοιπόν, κατά τον

λόγον σου, είναι όχι μόνον το συμφέρον του ισχυροτέρου, αλλά

και το εναντίον, το μη συμφέρον.

— Καλέ τι μας λέγεις! — Εκείνα που λέγεις εσύ, όπως μου

φαίνεται· και ας εξετάσωμεν το πράγμα καλύτερα. Δεν εμείναμεν

σύμφωνοι ότι οι άρχοντες επιβάλλοντες το πρακτέον εις τους

υπηκόους των αστοχούν ενίοτε το συμφέρον των, είναι όμως

δίκαιον οι υπήκοοι να πράττουν πάντοτε τα προστεταγμένα; δεν το

παρεδέχθημεν αυτό; — Ναι, νομίζω. — Ομολόγησε λοιπόν ότι έχεις

παραδεχθή, αφού λέγεις ότι δίκαιον είναι οι υπήκοοι να πράττουν

όσα προστάττουν οι άρχοντες, ότι είναι δίκαιον επίσης να

πράττουν και όσα είναι ασύμφορα διά τους άρχοντας και τους

ισχυροτέρους, όταν ούτοι ακουσίως νομοθετήσουν πράγματα εναντία

προς το συμφέρον των· ώστε δεν πρέπει τότε κατ' ανάγκην να

συμβαίνη, σοφώτατε Θρασύμαχε, να είναι δίκαιον όλως διόλου το

εναντίον από εκείνο που έλεγες; αφού λαμβάνει διαταγήν και

είναι υποχρεωμένος ο ασθενέστερος να κάμνη εκείνο που είναι

ασύμφορον διά τον ισχυρότερον;

— Δίχως αμφιβολίαν, Σώκρατες, διέκοψεν ο Πολέμαρχος, αυτό

είναι προφανέστατον. — Χωρίς άλλο, έλαβε τον λόγον και είπεν ο

Κλειτοφών, εάν και συ βέβαια το μαρτυρής. — Και τι ανάγκην έχει

μάρτυρος, επανέλαβεν, αφού ο ίδιος ο Θρασύμαχος ομολογεί, ότι

οι μεν άρχοντες προστάττουν ενίοτε πράγματα κακά διά τους

εαυτούς των, οι δε υπήκοοι είναι δίκαιον να τα εκτελούν; — Το

να πράττουν απλώς τα προσταττόμενα υπό των αρχόντων, Πολέμαρχε,

ώρισεν ότι είναι δίκαιον ο Θρασύμαχος. — Ναι, αλλά ώρισε

προσέτι, Κλειτοφών, ότι το συμφέρον του ισχυροτέρου είναι το

δίκαιον· και αφού έθεσε τα δύο αυτά αξιώματα, ωμολόγησε πάλιν

ότι ενίοτε οι ισχυρότεροι προστάττουν εις τους ασθενεστέρους να

κάμνουν πράγματα ασύμφορα διά τους εαυτούς των· και από αυτάς

τας δύο ομολογίας εξάγεται το συμπέρασμα, ότι το δίκαιον θα ήτο

όχι περισσότερον εκείνο που συμφέρει τους ισχυροτέρους, παρά

και εκείνο που δεν τους συμφέρει.

— Αλλά, είπεν ο Κλειτοφών, λέγων ο Θρασύμαχος το συμφέρον του

ισχυροτέρου ενοούσε εκείνο που κρίνει ο ισχυρότερος ως συμφέρον

του· και αυτό πρέπει να πράττη ο ασθενέστερος, και αυτό ώριζεν

ότι είναι το δίκαιον. — Ναι, μα δεν έλεγε καθόλου έτσι, είπεν ο

Πολέμαρχος. — Δεν σημαίνει δα και τίποτε, είπα εγώ, Πολέμαρχε,

αλλ' αν θέλη να δώση τώρα αυτήν την εξήγησιν ο Θρασύμαχος,

εμείς το δεχόμεθα και αυτό. Ειπέ μου λοιπόν, Θρασύμαχε, αυτό

είναι που ενοούσες με το δίκαιον, το συμφέρον δηλαδή του

ισχυροτέρου, όπως το κρίνει αυτός ο ίδιος, αδιάφορον εάν

πράγματι τον συμφέρη, είτε και όχι;

— Εγώ; καθόλου! νομίζεις λοιπόν ότι ονομάζω ισχυρότερον έναν

άνθρωπον σφαλλόμενον, εφ' όσον σφάλλεται; — Πραγματικώς, είπον,

αυτό ενόμιζα πως έλεγες, όταν παρεδέχεσο ότι οι άρχοντες δεν

είναι αναμάρτητοι, αλλά περιπίπτουν και εις σφάλματα κάποτε. —

Βέβαια, διότι είσαι συκοφάντης εις τους λόγους, Σώκρατες· αλλά,

δεν μου λέγεις, ιατρόν ονομάζεις εσύ έξαφνα έναν που απατάται

ως προς τας ασθενείας, εφ' όσον εξαπατάται εις αυτό το πράγμα,

ή λογιστήν έναν που κάμνει λάθη εις τους λογαριασμούς, εφ' όσον

και όταν υποπίπτη εις αυτά τα λάθη; Είναι αληθές ότι λέγομεν

εις την ομιλίαν συνήθως, ότι ο ιατρός ηπατήθη, ο λογιστής έκαμε

λάθος, ο γραμματικός και ούτω καθ' εξής. Πράγματι όμως, φρονώ,

έκαστος από αυτούς, εφ' όσον είναι εκείνο που τον λέγομεν ότι

είναι, ουδέποτε υποπίπτει εις σφάλματα. Ώστε, ακριβώς ειπείν,

αφού και συ τόσον ακριβολογείς, κανείς από τους κατόχους μιας

τέχνης ή επιστήμης δεν περιπίπτει εις λάθη· διότι μόνον όταν

τον εγκαταλίπη η επιστήμη του σφάλλεται, οπότε όμως δεν είναι

πλέον επιστήμων. Ώστε είτε επιστήμων, είτε τεχνίτης, είτε

σοφός, είτε άρχων ουδέποτε απατάται εφ' όσον είναι τοιούτος, αν

και εις την κοινήν ομιλίαν λέγομεν ότι ο ιατρός ηπατήθη, ο

άρχων έσφαλλε· και κάτι τοιούτο δέξου και συ τώρα ότι σου

απήντησα· η ακριβολογία όμως του πράγματος είναι αυτή· ο άρχων,

εφ' όσον είναι άρχων δεν σφάλλεται, και αφού επομένως δεν

σφάλλεται, νομοθετεί το συμφερώτερον διά τον εαυτόν του, τούτο

δε πρέπει να το εκτελούν οι υπήκοοι. Ώστε, όπως εξ αρχής ώρισα

το δίκαιον, και τώρα επαναλαμβάνω ότι δίκαιον είναι το συμφέρον

του ισχυροτέρου.

— Έστω, είπα εγώ, Θρασύμαχε· λοιπόν με θεωρείς συκοφάντην; —

Και πολύ μάλιστα. — Νομίζεις δηλαδή ότι επιβούλως και διά να σε

παγιδεύσω εις τους λόγους σε ηρώτησα όπως σε ηρώτησα; — Είμαι

βεβαιότατος, αλλά και τίποτε δεν έχεις να κερδίσης με αυτό· δεν

θα διαλάβουν πλέον την προσοχήν μου αι παγίδες σου, αλλά, και

αν με διαλάθουν, δεν θα το καταφέρης να με πιάσης εις τα λόγια.

— Ούτε καν θα το επιχειρήσω, ευλογημένε· αλλά διά να μη μας

συμβή πάλιν τίποτε παρόμοιον, όρισε πώς λαμβάνεις τον άρχοντα

και τον ισχυρότερον, κατά την κοινήν χρήσιν της λέξεως, ή με

την πάσαν ακριβολογίαν εκείνον, του οποίου το συμφέρον, επειδή

είναι ισχυρότερος, είναι δίκαιον να κανονίζη πάντοτε τας

πράξεις του ασθενέστερου; — Ναι, αυτόν, τον με πάσαν την

ακριβολογίαν της λέξεως άρχοντα· και συ, βάλε εις ενέργειαν όλα

σου τα τεχνάσματα και τας συκοφαντίας, εάν ημπορής· όλα σου τα

επιτρέπω· αλλά θα χάσης άδικα τους κόπους σου. — Και νομίζεις

ότι είμαι τόσον τρελλός, ώστε να τολμήσω να κουρεύσω λέοντα ή

να συκοφαντήσω τον Θρασύμαχον; — Και μολαταύτα και αυτό το

εδοκίμασες, αν και ωραία τα κατάφερες.

— Ας τελειώνωμεν πλέον μ' αυτά, είπα εγώ· και λέγε μου τώρα· ο

κατά την ακριβολογίαν της λέξεως ιατρός, όπως τον ώρισες, είναι

τάχα χρηματιστής ή θεραπευτής των ασθενούντων; — Θεραπευτής των

ασθενούντων; — Και ο κυβερνήτης πάλιν; ο ορθώς εννοούμενος

κυβερνήτης, είναι αρχηγός των ναυτών, ή ναύτης; — Αργηγός των

ναυτών. — Ουδέ πρέπει, νομίζω, να λάβωμεν υπ' όψιν ότι

ταξιδεύει επί του αυτού πλοίου και ότι πρέπει διά τούτο να

ονομασθή ναύτης· επειδή κυβερνήτης ονομάζεται όχι διότι

ταξιδεύει, αλλά από την τέχνην του και από την εξουσίαν που

έχει επί των ναυτών! — Είναι αλήθεια. — Και δεν υπάρχει δι'

έκαστον εξ αυτών κάτι, που να του είναι το συμφέρον του; —

Υπάρχει βέβαια. — Και ο σκοπός της τέχνης εκάστου δεν είναι

αυτός, να ζητή το συμφέρον διά τον καθένα και να του το παρέχη;

— Μάλιστα αυτός είναι. — Και μήπως άραγε άλλο τι είναι το

συμφέρον εκάστης τέχνης παρά να επιδιώκη να γίνεται όσον το

δυνατόν τελεία; — Τι εννοείς με την ερώτησίν σου; — Νά, όπως

παραδείγματος χάριν, αν μ' ερωτούσες: εάν είναι αρκετόν εις το

σώμα να είναι σώμα, ή έχη ανάγκην και άλλου τινός πράγματος, θα

σου απαντούσα, ότι και πάρα έχει μάλιστα· και δι' αυτό ακριβώς

ευρέθη και η ιατρική τέχνη, διότι το σώμα ενίοτε αρρωσταίνει

και δεν το σηκώνει να είναι τοιούτον· διά να του παρέχη λοιπόν

εκείνα που το συμφέρουν, εφευρέθη προς τον σκοπόν τούτον αυτή η

τέχνη, θα είχα λοιπόν δίκαιον αν σου απαντούσα τοιουτοτρόπως, ή

όχι; — Θα είχες.

— Τώρα σε ερωτώ. Αυτή η ιατρική, ή άλλη οιαδήποτε τέχνη, είναι

καθ' εαυτήν ελαττωματική και έχει ανάγκην άλλου τινός πράγματος

ή ιδιότητος, καθώς οι οφθαλμοί έχουν ανάγκην της οράσεως και τα

ώτα της ακοής και διά τούτο χρειάζονται κάποιαν τέχνην που να

εξετάζη τι είναι εκείνο που τους συμφέρει και να τους το

παρέχη; έχει λοιπόν και η τέχνη αυτή κάποιαν έλλειψιν και

χρειάζεται κάθε τέχνη μίαν άλλην, η οποία να εξετάζη το

συμφέρον της, και πάλιν αυτή η τελευταία μίαν άλλην τοιαύτην

και ούτω καθεξής επ' άπειρον; ή αυτή η ιδία θα είναι αρκετή να

φροντίζη διά το ίδιον το συμφέρον της; ή ούτε του εαυτού της

ούτε κανενός άλλου έχει ανάγκην να φροντίζη δι' εκείνο το

οποίον είναι συμφέρον εις τας ελλείψεις της, διότι δεν υπάρχει

καμμία έλλειψις ούτε κανένα ελάττωμα εις καμμίαν τέχνην, ουδέ

αρμόζει εις την τέχνην να ζητή το συμφέρον κανενός άλλου

πράγματος, παρά μόνον εκείνου του οποίου είναι τέχνη, αυτή δε

μένει πάντοτε αβλαβής, ακεραία και τελεία, εφ' όσον τουλάχιστον

διατηρεί αρτίαν την φυσικήν αυτής υπόστασιν; Και σκέψου με όλην

εκείνην την ακριβολογίαν· ούτως έχει το πράγμα ή άλλως πως; —

Ούτως έχει.

— Δεν επιδιώκει λοιπόν, είπα εγώ, η ιατρική το συμφέρον της

ιατρικής αλλά του σώματος. — Ναι. — Ούτε η ιππευτική της

ιππευτικής αλλά των ίππων· ούτε άλλη καμμία τέχνη το ιδικόν της

συμφέρον, διότι ούτε έχει ανάγκην, αλλά εκείνου του οποίου

είναι τέχνη. — Έτσι φαίνεται. — Αλλ' όμως, ω Θρασύμαχε,

εξουσιάζουν αι τέχναι και είναι ανώτεραι από εκείνο, του οποίου

είναι τέχναι; Συνεφώνησε και εις αυτό, αν και με κάποιαν

δυσκολίαν. — Καμμία λοιπόν επιστήμη δεν αποβλέπει εις το

συμφέρον του ισχυροτέρου ουδ' επιβάλλει αυτό, αλλ' απεναντίας

του ασθενεστέρου και του υποκειμένου εις αυτήν. Έμεινεν εις το

τέλος σύμφωνος και εις αυτό, επεχείρησεν όμως να φέρη κάποιας

αντιρρήσεις.

— Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εξηκολούθησα εγώ, κανείς ιατρός εφ'

όσον είναι τοιούτος, δεν αποβλέπει εις το συμφέρον του ιατρού

ουδ' επιβάλλει αυτό, αλλ' εις το συμφέρον του αρρώστου· διότι

παρεδέχθημεν ότι ο πράγματι ιατρός έχει εις την δικαιοδοσίαν

του τα σώματα, και δεν είναι χρηματιστής έξαφνα· δεν το

παρεδέχθημεν αλήθεια; — Μάλιστα, απήντησε. — Και ο κυβερνήτης

επίσης ο πραγματικός, ότι είναι αρχηγός των ναυτών και όχι

ναύτης. — Το παρεδέχθημεν και αυτό. Δεν θα κυττάξη λοιπόν ούτε

θα προστάξη ο τοιούτος κυβερνήτης και αρχηγός εκείνο που

συμφέρει εις τον κυβερνήτην και τον αρχηγόν, αλλ' εκείνο που

συμφέρει εις τον υπό την εξουσίαν του, εις τον ναύτην.

Συνεφώνησε μόλις και μετά βίας.

— Και επομένως, Θρασύμαχε, και κανείς άλλος εις καμμίαν αρχήν,

εφ' όσον είναι άρχων, δεν αποβλέπει ούτε επιβάλλει το ιδικόν

του συμφέρον, αλλά το συμφέρον τον αρχομένου και του

υποκειμένου εις την δικαιοδοσίαν του· και έχων πάντοτε προ

οφθαλμών τι συμφέρει και τι του χρειάζεται, κανονίζει σύμφωνα

με αυτό όλους του τους λόγους, όλας του τας πράξεις.

Ενώ λοιπόν εφθάσαμεν εις αυτό το σημείον της συζητήσεως και

όλοι έβλεπαν φανερά ότι η δικαιοσύνη παρουσιάσθη, όλως διόλου

αντίθετος από τον ορισμόν του, ο Θρασύμαχος, αντί να απαντήση,

με ερωτά έξαφνα. — Δεν μου λέγεις, Σωκράτη, έχεις παραμάννα; —

Δεν άξιζε καλύτερα, του είπα εγώ, να μου απαντήσης, παρά να μου

κάνης τοιαύτας ερωτήσεις; — Δεν κάνει καλά, εξηκολούθησεν

εκείνος, να σ' αφήνη έτσι και να μη σε ξεμυξιάζη· κ' έχεις

ανάγκην, μα το ναι, αφού δεν είσαι εις θέσιν να ξεχωρίσης τι

είναι τα πρόβατα και τι είναι ο βοσκός. — Και πώς το ενόησες,

παρακαλώ; — Επειδή πιστεύεις ότι οι βοσκοί και οι βουκόλοι δεν

φροντίζουν παρά διά το καλόν των προβάτων και των βωδιών και τα

παχύνουν και τα περιποιούνται διά κάθε άλλο, παρά διά το

συμφέρον των κυρίων των και το ιδικόν των. Έτσι φαίνεται

φαντάζεσαι πως και οι άρχοντες των πόλεων, εκείνοι που είναι

πραγματικώς άρχοντες, άλλα αισθήματα τρέφουν προς τους υπηκόους

των διαφορετικά από τας διαθέσεις που θα είχε κανείς διά τα

πρόβατα, και ότι σκέπτονται νύκτα και ημέραν άλλο τίποτε, παρά

πώς να ωφεληθούν από αυτούς· και τόσον μακράν είσαι από το να

εννοής το δίκαιον και την δικαιοσύνην, το άδικον και την

αδικίαν, ώστε αγνοείς ότι η μεν δικαιοσύνη και το δίκαιον είναι

πράγμα καλόν όχι διά τον δίκαιον, αλλά δι' εκείνον που έχει την

δύναμιν και εξουσιάζει, ενώ δι' εκείνον που υπακούει και

δουλεύει προσιδιάζει η βλάβη· η δε αδικία το εναντίον έχει εις

την εξουσίαν της τους αληθώς απλοϊκούς και αγαθούς ανθρώπους,

αυτοί δε πράττουν κατά το συμφέρον του ισχυροτέρου, και τον

κάμνουν ευτυχή με τας υπηρεσίας των, ενώ τον εαυτόν των κάθε

άλλο. Και ιδού πώς πρέπει να εξετάζης τα πράγματα, αφελέστατε

άνθρωπε: ο δίκαιος εις όλας τας περιστάσεις μειονεκτεί του

αδίκου· πρώτον μεν εις τας ιδιωτικάς συναλλαγάς, όπου

συνεταιρισθούν ο τοιούτος με τον τοιούτον, ποτέ εις την

διάλυσιν δεν θα εύρης τον δίκαιον κερδημένον, αλλ' απεναντίας

ζημιωμένον· έπειτα εις τα πολιτικά ζητήματα, όταν επιβληθώσιν

εισφοραί, ο δίκαιος με ίσην περιουσίαν θα συνεισφέρη

περισσότερα, ο άδικος ολιγώτερα· και όταν πάλιν πρόκειται περί

αποδοχών, ο ένας τίποτε, ο άλλος πάμπολλα κερδίζει· εις τας

διαχειρίσεις αφ' ετέρου δημοσίων λειτουργιών, ο δίκαιος, και αν

συμβή να μη υποστή καμμίαν άλλην ζημίαν, αφήνει τα ιδιωτικά του

συμφέροντα και παίρνουν τον κατήφορον, επειδή τα παραμελεί, από

δε το δημόσιον τίποτε δεν ωφελείται, διότι είναι ακέραιος, προς

τούτοις δε αποκτά και εχθρούς τους οικείους και τους γνωρίμους

του, όταν δεν θελήση να τους κάμη καμμίαν ευκολίαν παρά το

δίκαιον. Ενώ με τον άδικον θα ίδης όλως διόλου τα εναντία· και

εννοώ εκείνον που έλεγα πριν, ότι έχει την δύναμιν και την

ικανότητα να παίρνη εμπρός τους άλλους· αυτόν κύτταξε, εάν

θέλης να κρίνης, πόσον τον συμφέρει περισσότερον να είναι

άδικος παρά δίκαιος. Και απ' όλα καλύτερα θα το εννοήσης, εάν

μεταβής αμέσως εις την τελειοτάτην αδικίαν, η οποία καθιστά

ευτυχέστατον μεν εκείνον όστις την διαπράττει, αθλιωτάτους δε

εκείνους οι οποίοι την υφίστανται και που δεν θέλουν οι ίδιοι

να αδικήσουν· εννοώ δηλαδή την τυραννίδα, η οποία θέτει εις

ενέργειαν και τον δόλον και την βίαν διά να βάλη εις το χέρι

όχι μικρόν κατά μικρόν τα αγαθά του άλλου, αλλά χωρίς να

σέβεται ούτε όσιον ούτε ιερόν σφετερίζεται άπαξ και διά μιας

δημοσίας και ιδιωτικάς περιουσίας· κάθε άλλος ο οποίος ήθελε

διαπράξη μονομερώς καμμίαν από αυτάς τας αδικίας και

ανακαλυφθή, υφίσταται τας μεγίστας τιμωρίας και τους εσχάτους

εξευτελισμούς· και αναλόγως του αδικήματος που ήθελε χωριστά ο

καθένας κάμη, τους ονομάζουν και ιεροσύλους, και σωματεμπόρους,

και τυμβωρύχους και κλέπτας και λωποδύτας και τα λοιπά. Εάν

όμως κανείς εκτός της περιουσίας των πολιτών στερήση αυτούς και

της προσωπικής των ελευθερίας και τους μεταβάλη εις ανδράποδα,

αντί όλων αυτών των αισχρών ονομάτων, ευτυχής άνθρωπος και

μακάριος ονομάζεται, όχι μόνον υπό των πολιτών αλλά και υπό των

άλλων, όσοι λάβουν γνώσιν της αδικίας την οποίαν διέπραξε·

διότι, αν καταφέρωνται κατά της αδικίας εκείνοι οι οποίοι

καταφέρονται, το κάμνουν όχι διότι φοβούνται να την πράξουν,

αλλά διότι φοβούνται να την υποστούν, καλέ μου Σωκράτη· τόσον

είναι αληθές ότι η αδικία, όταν φθάνη εις ένα τοιούτον βαθμόν,

είναι ισχυροτέρα και ελευθερωτέρα και δεσποτικωτέρα από την

δικαιοσύνην, και όπως εξ αρχής έλεγα, δίκαιον μεν είναι το

συμφέρον του ισχυροτέρου, άδικον δε εκείνο το οποίον ωφελεί και

συμφέρει τον εαυτόν του.

Ο Θρασύμαχος, αφού καθώς λουτράρης μας επλημμύρησε τα αυτιά μας

με τον μακρόν και μαζευμένον αυτόν λόγον, έδειξε πως είχε την

πρόθεσιν να αναχωρήση· δεν τον άφησαν όμως οι παριστάμενοι αλλά

τον ηνάγκασαν να μείνη και να δικαιολογήση αυτά που είπε· και

εγώ ακόμη ο ίδιος τον παρεκάλεσα πάρα πολύ και του είπα· — Ω

ευλογημένε Θρασύμαχε, αφού μας έρριψες εις το μέσον ένα

τοιούτον λόγον, σκέπτεσαι τώρα να αναχωρήσης, πριν να μας

διδάξης επαρκώς ή και συ ο ίδιος να μάθης, αν είναι έτσι καθώς

τα είπες, ή αλλέως; ή νομίζεις ότι αυτό το πράγμα που πρόκειται

να καθορισθή έχει τόσον μικράν σημασίαν, και δεν είναι αυτός ο

κανών του βίου, τον οποίον όταν ακολουθή ο καθένας μας, θα έχη

την μεγαλυτέραν ωφέλειαν εις την ζωήν του; — Και ποιος σου

λέγει, παρακαλώ, ότι εγώ έχω διαφορετικήν ιδέαν δι' αυτό; — Μου

φαίνεται όμως σαν να μη σε μέλει καθόλου δι' ημάς, και ούτε

φροντίζεις αν θα περάσωμεν καλύτερα ή χειρότερα την ζωήν μας,

αφού δεν θα γνωρίζωμεν αυτό που λέγεις ότι γνωρίζεις εσύ. Αλλά,

έλα, καλέ μας, λάβε την καλωσύνην να το υποδείξης και εις ημάς·

δεν θα έχης να κάμης με αχαρίστους, αν κάμης αυτό το καλόν εις

τόσους που είμεθα ημείς. Όσον διά το μέρος μου, εγώ σου το

λέγω, πως ποτέ μου δεν πείθομαι ούτε το παραδέχομαι ότι η

αδικία είναι επικερδεστέρα της δικαιοσύνης, και ούτε ακόμη εάν

την αφήνη κανείς ελευθέραν και δεν την εμποδίζη να κάνη ό,τι

θέλει. Ναι, Θρασύμαχε, ας είναι κανείς άδικος, ας έχη την

δύναμιν να αδική είτε διά της βίας είτε με την επιτηδειότητά

του· λοιπόν δεν ημπορής να με πείσης ότι αυτός θα είναι πλέον

κερδημένος παρά εάν ήτο δίκαιος· και ίσως να μην είμαι μόνος

εγώ που να έχω αυτήν την ιδέαν. Απόδειξέ μας λοιπόν ωρισμένως,

καλέ μου, ότι πλανώμεθα να προτιμούμεν την δικαιοσύνην από την

αδικίαν.

— Και πώς θέλεις να σε πείσω; απεκρίθη· εάν δεν έχης πεισθή με

αυτά που σου είπα, τι θέλεις παραπάνω να σου κάμω; ή να φέρω

μέσα εις την ψυχήν σου να σου βάλω τον λόγον; — Όχι, μα τον

Θεόν, δεν έχω αυτήν την αξίωσιν· αλλά πρώτον μεν θέλω να

εμμένης εις εκείνα που λέγεις· ή, εάν μεταβάλης τίποτε, να το

κάμνης φανερά και να μη μας εξαπατάς· διότι τώρα βλέπεις,

Θρασύμαχε, διά να επανέλθωμεν εις τα προηγούμενα εκείνα, ενώ

κατ' αρχάς ώρισες τον πράγματι ιατρόν, δεν ενόμισες ότι έπρεπε

να φυλάξης την αυτήν ακρίβειαν και εις τον ορισμόν του αληθινού

βοσκού, αλλά νομίζεις ότι έργον έχει αυτός, εφ' όσον είναι

βοσκός, να παχαίνη τα πρόβατα, χωρίς να αποβλέπη καθόλου διά το

καλόν των προβάτων, ως να ήτο μάλλον κανείς πανηγυριστής που τα

προορίζει διά καμμίαν εστίασιν ή ευωχίαν, ή κανένας

επιχειρηματίας που τα έχει προς κερδοσκοπίαν· ενώ πραγματικώς η

ποιμενική κανένα άλλον σκοπόν δεν έχει παρά να φροντίζη διά το

καλύτερον εκείνου που της είναι εμπιστευμένον· επειδή, όσον

αφορά την ιδικήν της την τελειότητα, είναι αρκετά βέβαια

εφωδιασμένη, ώστε να μη χρειάζεται τίποτε διά να είναι

πραγματικώς ποιμενική. Αυτό λοιπόν ενόμιζα και εγώ ότι ήτο

ανάγκη να παραδεχθώμεν διά κάθε διοίκησιν, ότι δηλαδή εφ' όσον

είναι τοιαύτη, και είτε ιδιωτική είναι είτε δημοσία, κανένα

άλλον σκοπόν δεν έχει παρά να φροντίζη διά το καλύτερον εκείνου

που έχει υπό την δικαιοδοσίαν της. Εσύ δε φαντάζεσαι ότι οι

άρχοντες των πόλεων, και εννοώ τους πραγματικώς άρχοντας, με

ευχαρίστησίν των κυβερνούν;

— Όχι το φαντάζομαι, είπε, αλλ' είμαι τελείως πεπεισμένος.

Πολιτεία, Τόμος 1 · 第 2 / 6 段