ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Ω της δυστυχίας μου, μητέρα μου ! Κλαίω κ’ εγώ διά των ιδίων λόγων

ως και συ, αφού ο αυτός πόνος μας κατασπαράττει και τας δύο.

Σβύνεται πλέον δι' εμέ το φως τούτο του ηλίου. Οίμοι, οίμοι,

χιονόβλητοι κοιλάδες της Τροίας και σεις βουνά της Ίδης, όπου ο

Πρίαμος, αποσπάσας από της μητρικής αγκάλης έρριψέ ποτε προς

θάνατον το απαλόν βρέφος Πάριν, όστις διά τούτο ελέγετο Ιδαίος υπό

των Φρυγών! Ω! είθε αυτός, όστις ως βουκόλος εν μέσω βοών

ανετράφη, είθε να μη ήρχετο ποτέ να κατοικήση παρά τα ύδατα τα

διαφανή, όπου κείνται των Νυμφών αι κρήναι και ανθούσι λειμώνες

χλοεροί, όπου αι θεαί δρέπουν υακίνθους και ρόδα καλλίχροα, και

όπου ήλθε ποτέ η Παλλάς, η πανούργος Αφροδίτη και η Ήρα μετά του

Ερμού, του αγγέλου του Διός, επαιρόμεναι η μεν Αφροδίτη διά τους

πόθους ους εμπνέει, η Παλλάς διά το δόρυ της, η δε Ήρα ως σύνευνος

του υπερτάτου των θεών Διός, ίνα συναγωνισθώσιν επί καλλονή. Και ο

αγών εκείνος, ω καλαί νεάνιδες, εις μεν τους Έλληνας έφερε κλέος,

εις εμέ δε τον θάνατον, θυσιαζομένην ήδη εις την Άρτεμιν χάριν της

προς την Τροίαν εκστρατείας. Και τώρα, μητέρα μου, μητέρα μου

αγαπητή, ο γεννήσας με πατήρ φεύγει και με αφίνει έρημον. Ω την

ταλαίπωρον, πόσον πικρά δι' εμέ υπήρξεν αυτή η απαισία Ελένη ! με

φονεύουν, μητέρα μου, με σφάζει αδίκως άδικος πατήρ. Ω, είθε να μη

εδέχετο ποτέ εις αυτούς εδώ τους κόλπους της η Αυλίς τα σκάφη των

χαλκεμβόλων τούτων κατά της Τροίας πλοίων ή να μη έστελλεν

αντίθετον εις αυτά ο Ζευς τον άνεμον εδώ εις τον Εύριπον, ο Ζευς,

όστις κατ' αρεσκείαν τρέπει την αύραν, εις άλλα μεν πλοία προς

χαράν, εις άλλα δε προς λύπην, άλλα στρέφει κατά την ανάγκην, άλλα

κινεί προς το πέλαγος και άλλα αναγκάζει ν' αναβάλλουν τον

απόπλουν περιμένοντα. Ω, πόσον βασανισμένον είναι το γένος των

ανθρώπων και πόσον αγωνιά παλαίον κατά της ανάγκης ! Οίμοι, πόσας

συμφοράς και πόνους έφερεν εις την Ελλάδα η κόρη του Τυνδάρου !

ΧΟΡΟΣ

Σε λυπούμαι, ταλαίπωρε κόρη, ότι αθώαν σε σπαράσσει αδίκως τύχη

άσπλαχνος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Μητέρα μου, βλέπω πλήθος ανδρών να πλησιάζη εδώ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Είναι ο Αχιλλεύς, ο υιός της θεάς, διά τον οποίον ήλθες εδώ εις

την Αυλίδα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Θεραπαινίδες, ανοίξατε μου γρήγορα την θύραν να κρυβώ εις την

σκηνήν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πως φεύγεις, κόρη μου ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Εντρέπομαι να ιδώ τον Αχιλλέα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Διατί;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Η δυστυχής έκβασις του μελετηθέντος γάμου μοι φέρει εντροπήν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δεν επιτρέπουν τώρα αι περιστάσεις τοιαύτην συστολήν. Εάν

δυνάμεθα ακόμη να ενεργήσωμεν μετά τινος ελπίδος, ας μείνη κατά

μέρος η σεμνότης.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ ακολουθούμενος υπό ανδρών ενόπλων και ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Δύστηνε βασίλισσα, της Λήδας τέκνον ....

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δύστηνος τωόντι.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Φήμη φοβερά διατρέχει των Ελλήνων το στρατόπεδον.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποία φήμη; Λέγε μοι.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Περί της θυγατρός σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω του απαισίου σου λόγου !

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Φωνάζουν ότι πρέπει, να σφαγή.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και δεν υπάρχει κανείς ο αντιλέγων;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Κ' εγώ ο ίδιος διέτρεξα κίνδυνον.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποίον κίνδυνον, φίλε ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Να λιθοβοληθώ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Διότι θέλεις να σώσης την κόρην μου;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ναι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και ποίος θα ετόλμα να σ' εγγίση καν;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Όλοι οι Έλληνες.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και ο στρατός των Μυρμιδόνων πού ήτο;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Αυτός πρώτος ήτο ενάντιος μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Α! απελπισία, κόρη μου! Είμεθα χαμένοι.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Με απεκάλουν έρμαιον του γάμου μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και συ τι τοις απήντησας ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ότι δεν πρέπει ν' αποθάνη η μέλλουσα μου σύζυγος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΉΣΤΡΑ

Ορθώς. Εύγε!

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Την οποίαν ο πατήρ της μοι εμνήστευσε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και σοι την έφερεν εδώ εξ Άργους.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Αλλ’ αι κραυγαί των εκάλυψαν την φωνήν μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Είναι δεινόν κακόν η εξέγερσις του πλήθους.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Και όμως εγώ θα σε υπερασπίσω, βασίλισσα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πώς ; θα πολεμήσης μόνος συ κατά πολλών ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Βλέπεις τούτους τους οπλίτας μου;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Είθε τα αισθήματά σου να στέψη η επιτυχία !

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

θα τα στέψη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και δεν θα θυσιασθή λοιπόν η κόρη μου ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Εμού ζώντος, όχι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αλλά θα έλθουν εδώ να μου αρπάσουν το τέκνον μου.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

θα έλθη πλήθος απειράριθμον έχον τον Οδυσσέα επί κεφαλής.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Του Σίσυφου τον απόγονον ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Αυτόν τον ίδιον.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αυτός διέταξε τούτο εις τον στρατόν ή ο στρατός τον εξηνάγκασε ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Και αυτός ήθελε και ο στρατός τον εξέλεξε προς τούτο.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω της αισχράς εκλογής προς δολοφονίαν μιας κόρης !

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Αλλ' εγώ θα τον αναχαιτίσω, μείνε ήσυχος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και αν η κόρη δεν θελήση να τον ακολουθήση, θα την αρπάση αυτός

διά της βίας;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ναι, σύρων αυτήν από της ξανθής της κόμης.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και εγώ τι πρέπει να πράξω τότε, Αχιλλεύ;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Να κρατής την κόρην σφικτά ανθισταμένη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω ! αν αρκεί τούτο μόνον, θα σωθή το τέκνον μου.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Βεβαίως θα σωθή οπωσδήποτε.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Άκουσε, μήτερ μου, τους λόγους όσους θα σοι είπω. Αδίκως οργίζεσαι

κατά του πατρός μου. Μάταιον είναι να επιμένωμεν ζητούσαι τα

αδύνατα. Η προθυμία του φίλου τούτου προς υπεράσπισιν ημών είναι

βεβαίως αξία της ευγνωμοσύνης μας• σκέφθητι όμως ότι είναι πιθανώτατον

ημείς μεν να μη τύχωμεν σωτηρίας, αυτός δε να συκοφαντηθή

προς τον στρατόν και να πάθη. Άκουσε τι σκέπτομαι. Απεφάσισα, μήτερ,

ν' αποθάνω και θέλω ν' αποθάνω τον ευκλεή τούτον θάνατον αποστρέφουσα

απ’ εμού πάντα άλλον ίδιον αγενούς ψυχής πόθον. Σκέψου πόσον

ορθόν είναι ό,τι λέγω. Ολόκληρος η μεγίστη Ελλάς στρέφει ήδη προς

εμέ το βλέμμα, ως προς την μόνην δι' ης και του στόλου τον απόπλουν

και της Τροίας την καταστροφήν θα επιτελέση αναγκάζουσα τους βαρβάρους

διά τιμωρίας τρομεράς να μη αρπάζωσι πλέον εις το μέλλον γυναίκας εκ

της ευδαίμονος Ελλάδος, ως ήρπασεν ο Πάρις την Ελένην. Διά του

θανάτου μου θα επιτευχθώσι πάντα ταύτα, και θα μείνη εις το μέλλον

επίζηλος η δόξα μου ότι δι' εμού ηλευθερώθη η Ελλάς. Διατί να

φοβούμαι θάνατον τοιούτον; Δεν μ' εγέννησας συ διά τον εαυτόν σου

μόνον μ' εγέννησας κτήμα κοινόν εις όλην την Ελλάδα. Ίδε πόσοι

άνδρες αναρίθμητοι, φέροντες πολέμου πανοπλίαν, πόσοι ατρόμητοι

ναυβάται ορμώσι κατά των εχθρών ίν' αποθάνωσιν υπέρ της Ελλάδος,

της υβρισθείσης πατρίδος μας. Διατί εγώ η μίαν μόνην έχουσα ζωήν,

να γίνω χάριν αυτής πρόσκομμα εις την γενικήν ταύτην ηρωϊκήν

θυσίαν; Είναι τούτο δίκαιον; Έχομεν άραγε ν' αντιτάξωμεν εις τούτο

εύλογόν τινα λόγον; Έπειτα σκέψου και τούτο, ότι δεν αρμόζει

βέβαια ο Αχιλλεύς να παλαίση καθ' όλων των Ελλήνων και ν' αποθάνη

χάριν εμού, χάριν μιας γυναικός. Η ζωή ενός ανδρός είναι

πολυτιμοτέρα της ζωής μυρίων γυναικών ομού. Εάν η Άρτεμις επόθησε

να λάβη την ζωήν μου, δύναμαι άραγε εγώ, μία θνητή, να εμποδίσω

την εκπλήρωσιν του πόθου τούτου της θεάς; Αδύνατον. Δίδω λοιπόν

την ζωήν μου εις την Ελλάδα, θυσιάσατέ με, εκπορθήσατε την Τροίαν.

Η μνήμη μου θα ζήση επί μακρόν και αυτή θα ήναι δι' εμέ και γάμος

και τέκνα και δόξα. Οι Έλληνες, μήτερ μου, είναι φυσικόν και

πρέπον να άρχουν των βαρβάρων, και ουχί των Ελλήνων οι βάρβαροι,

διότι ούτοι μεν εγεννήθησαν δούλοι, εκείνοι δ' ελεύθεροι.

ΧΟΡΟΣ

Γενναίον είναι το φρόνημά σου, κόρη, σκληρά όμως διά σε η

τύχη και η Άρτεμις.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ευδαίμονα θα με καθίστων οι θεοί, ω κόρη του Αγαμέμνονος, εάν εγώ

σ’ ελάμβανον ως σύζυγόν μου. Ζηλεύω την Ελλάδα ότι έχει σε, και σε

ότι ανήκεις εις την Ελλάδα. Ωμίλησας αξίως της πατρίδος μας, διότι

υποκύπτουσα εις την θείαν θέλησιν, ήτις είναι ανωτέρα της θελήσεώς

σου, είπες και τους λόγους δι’ ους η θυσία σου αύτη είναι και

ωφέλιμος και αναγκαία. Όσω μάλλον ανακαλύπτω τον ευγενή σου

χαρακτήρα, τόσον ισχυρότερος γεννάται εν εμοί ο πόθος του μετά σου

γάμου, διότι είσαι τωόντι ευγενής το φρόνημα. Θέλω να σε σώσω και

σύζυγόν μου να σε φέρω εις τον οίκον μου. Μάρτυς μου έστω η Θέτις,

πόσον άλγος θα αισθανθώ, εάν δεν κατορθώσω να σε σώσω μαχόμενος

κατά των Ελλήνων, διότι ο θάνατος, κόρη, το γνωρίζεις, είναι

μέγιστον κακόν.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Ό,τι είπον είναι η ακλόνητος απόφασίς μου. Αρκούσιν αι μάχαι και

οι φόνοι, των οποίων εγένετο αίτιος η κόρη του Τυνδάρου. Συ δε,

φίλε, ούτε ν’ αποθάνης πρέπει ούτε να φονεύσης τινά. Άφες να σώσω

την Ελλάδα, εάν δυνηθώ.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Μεγαλόφρονες οι λόγοι σου. Δεν έχω πλέον τι ν' αντιτάξω, αφού

ούτως απεφάσισας. Το φρόνημα σου είναι ευγενές, διατί να μη είπω

την αλήθειαν ; Εάν όμως μεταμεληθής τυχόν, σοι το λέγω ίνα το

γνωρίζης, θα έχω τους οπλίτας μου τούτους πλησίον του βωμού, ίνα

μη αφήσω να σε θανατώσουν. Και θα δύνασαι να κάμης χρήσιν της

υποσχέσεώς μου ταύτης κατά την στιγμήν, καθ' ην θα ίδης υψουμένην

προ του λαιμού σου την μάχαιραν. Δεν θα σε αφήσω, κόρη, ν'

αποθάνης απερίσκεπτος, άλλά θα υπάγω εκεί από τούδε μετά των

οπλιτών μου τούτων, περιμένων την έλευσίν σου.

(Απέρχεται ακολουθούμενος υπό των οπλιτών).

ΣΚΗΝΗ Ε'. (*)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, ΧΟΡΟΣ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Διατί, μητέρα μου, κλαίεις σιωπώσα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Έχω η δυστυχής εις την ψυχήν μου πόνον αρκετόν προς τόσα δάκρυα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Παύσε, μη εξασθενής το θάρρος μου, και άκουσε μίαν μου παράκλησιν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λέγε, κόρη μου, και δεν θα σου αρνηθώ ό,τι μου ζητήσης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

θέλω να μη κόψης τας τρίχας της κόμης σου ούτε να φορέσης μαύρα

δι’ εμέ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τι λέγεις, παιδί μου ; Εγώ η οποία θα σε χάσω; . . .

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Δεν θα με χάσης, όχι. Η κόρη σου θα ζη διά παντός, και η δόξα της

θα ήναι και ιδική σου δόξα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πως ; εγώ να μη πενθήσω εις τον τάφον σου ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Τάφος δι εμέ ουδείς θα υπάρχη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ουδείς ; Αλλά μήπως δεν θάπτουν εις τάφον τους νεκρούς ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Μνήμα μου θα ήναι ο βωμός της Αρτέμιδος, της κόρης του Διός.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ορθώς λέγεις, θα πράξω, κόρη μου, κατά την θέλησίν σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Και θα πράξης καλώς, διότι εγώ, ως ευεργέτις της Ελλάδος, θα ήμαι

ευτυχής.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και τι θέλεις να είπω εκ μέρους σου εις τας αδελφάς σου ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Να μη τας ενδύσης ούτε αύτας εις τα μαύρα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποίον γλυκύν σου λόγον θέλεις να φέρω προς αυτάς;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Να ήναι ευτυχείς. Αυτόν δ' εδώ τον Ορέστην να μου τον αναθρέψης

εις άνδρα ισχυρόν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λάβε τον εις τας αγκάλας σου και φίλησέ τον. Τον βλέπεις διά

τελευταίαν φοράν.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

(ασπαζομένη τον Ορέστην)

Ω αγαπημένε μου αδελφέ! Έκαμες και συ ό,τι ηδύνασο διά την

προσφιλή σου αδελφήν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Έχεις τίποτε να μοι παραγγείλης, ίνα το πράξω προς χάριν σου εις

το Άργος ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Ναι, να μη μνησικακής κατά του πατρός μου και συζύγου σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αυτός θα έχη να υποστή δεινόν αγώνα προς την ιδίαν εαυτού

συνείδησιν διά σε.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Με θανατώνει μεν αλλ’ ακουσίως και χάριν της Ελλάδος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δολίως όμως και ανάνδρως, αναξίως δε του Ατρέως.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Και ποίος θα με φέρη, μήτερ μου, εις τον βωμόν; Διότι δεν θέλω να

με σύρουν από της κόμης βιαίως.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Εγώ θα έλθω μαζή σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Όχι, όχι συ. Δεν πρέπει.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Θα έλθω εγώ κρατούσα σε από των πέπλων.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Πείσθητι, μήτερ. Μείν' εδώ. Αυτό και διά σε και δι' εμέ είναι το

καλλίτερον. Ας με συνοδεύση είς εκ των υπηρετών τούτων του πατρός

μου εις τον λειμώνα της Αρτέμιδος, όπου θα σφαγώ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λοιπόν, παιδί μου, φεύγεις ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Διά να μη επιστρέψω πλέον.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και αφίνεις την μητέρα σου ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Το βλέπεις, χωρίς να ήσαι αξία τοιούτου κακού.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Στάσου, μη μου φεύγεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Παύσε, μητέρ μου, τα δάκρυα.

(Προς τον Χορόν)

Σεις δε, νεανίδες, υμνήσατε την Άρτεμιν, την κόρην του Διός,

τελούμενης της θυσίας μου, ίν' ακούση τον ύμνον σας όλον το

ελληνικόν στρατόπεδον εις ευτυχίαν του. Ας φέρουν τα ιερά

κάνιστρα, ας ρίψουν εις το πυρ της θυσίας τον καθαρτήριον σίτον,

ίν' αναδώση την φλόγα ο βωμός, ο δε πατήρ μου ας επιθέση την

δεξιάν του χείρα επί του βωμού. Έρχομαι να δώσω σωτηρίαν και νίκην

εις τους Έλληνας. Φέρετε με, την πορθητήν του Ιλίου και της

Τροίας, εις τον βωμόν. Δόσατέ μου στεφάνους ανθέων να στέψω την

κόμην μου, όπως ούτως εστεμμένη ραντισθή διά του ύδατος της

θυσίας. Χορεύσατε κύκλω του βωμού και του ναού υμνούσα την

μακαρίαν άνασσαν θεάν Αρτέμισα, της οποίας την θείαν προσταγήν διά

του αίματος και της θυσίας μου θα εκτελέσω.

Ω μήτερ μου, μήτερ σεβαστή, τα δάκρυα μου χύνω από τούδε διά σε,

διότι κατά την ώραν της θυσίας δεν επιτρέπονται δάκρυα.

Ψάλλετε μαζή, καλαί κόραι, ψάλλετε την Άρτεμιν, προστάτιν της

αντίπεραν της Χαλκίδος γης και πόλεως, όπου τα κραταιά πλοία και

όπλα των Ελλήνων παρέμειναν έως τώρα ακίνητα εξ αιτίας εμού εις

τον πορθμόν και τους όρμους της Αυλίδος ταύτης.

Ω Άργος, γενέτειρα μου Πελασγία γη και Μυκήναι, όπου ανετράφην !

ΧΟΡΟΣ

Επικαλείσαι την πόλιν του Περσέως, κτίσμα των Κυκλωπείων χειρών.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Συ μ' έθρεψες προς δόξαν των Ελλήνων, και διά τούτο προθύμως θ'

αποθάνω.

ΧΟΡΟΣ

Και θα ήναι το κλέος σου αιώνιον.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Χαίρε, ημέρα φαεινή, θεόπεμπτον φως του ηλίου ! Φεύγω εις ζωήν

άλλην και εις άλλην μοίραν. Χαίρε και πάλιν, προσφιλές μου φως !

(Απέρχεται. Η Κλυταιμνήστρα εισέρχεται εις την σκηνήν).

ΣΚΗΝΗ ΣΤ΄.

ΧΟΡΟΣ

(Στροφή).

Ίδετε την νικήτριαν του Ιλίου και των Φρυγών πως προχωρεί

εστεμμένη ήδη την κεφαλήν προς το ιερόν ύδωρ της θυσίας και προς

τον βωμόν της θεάς, ίν' αποθάνη εκτινάσσουσα από του σφαζομένου

ωραίου της λαιμού πυκνάς ρανίδας αίματος.

Σε περιμένουν, κόρη, εκεί ο πατήρ σου, κρατών το δροσερόν ύδωρ της

ιεράς πηγής, και ο βωμός και ο στρατός των Ελλήνων, ο ανυπόμονος

να φθάση εις την πόλιν του Ιλίου.

(Αντιστροφή).

Αλλ' ας υμνήσωμεν την κόρην του Διός, την Άρτεμιν, την άνασσαν

θεάν, όπως η θυσία αύτη αποβή εις ευτυχίαν. Ω θεά σεβασμία, τώρα,

ότε ανθρωπίνου θύματος απήλαυσας, φέρε τον στρατόν των Ελλήνων εις

την χώραν των Φρυγών και εις τα τείχη των απίστων Τρώων και

αξίωσον τον Αγαμέμνονα να επιθέση διά των ελληνικών λογχών εις την

κεφαλήν αυτού τον λαμπρότατον στέφανον της νίκης εις αείμνηστον

δόξαν.

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΑΓΓΕΛΟΣ, ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ και ΧΟΡΟΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ

Κόρη του Τυνδάρου, Κλυταιμνήστρα, έξελθε της σκηνής ν' ακούσης

ό,τι θα σοι είπω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ήκουσα την φωνήν σου και έσπευσα να εξέλθω έντρομος η δυστυχής και

φοβουμένη μήπως έρχεσαι να μοι αναγγείλης και άλλην τινά ίσως νέαν

συμφοράν.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όχι, αλλά θαυμάσια και μέγιστα συμβάντα έρχομαι να σοι αναγγείλω

περί της θυγατρός σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λέγε λοιπόν αμέσως, μη βραδύνης. Λέγε τάχιστα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Θα σοι τα εκθέσω σαφώς, καλή μου δέσποινα, και απ’ αρχής, εκτός αν

σφάλμα τι του νου ταράξη την ακριβή σειράν των λόγων μου.

Όταν εφθάσαμεν οδηγούντες την κόρην σου εις το Ιερόν άλσος της

Αρτέμιδος, της κόρης του Διός, και εις τους διανθείς λειμώνας,

όπου ίστατο πυκνόν των Ελλήνων το στράτευμα, ευθύς πλήθος Αργείων

αθρόον ήλθε προς ημάς, ο δε βασιλεύς Αγαμέμνων, μόλις παρετήρησε

την κόρην του προχωρούσαν προς σφαγήν, εστέναξε, στρέψας δε την

κεφαλήν προς τα οπίσω και καλύψας το πρόσωπον διά του μανδύου του,

έκλαιε σφοδρώς. Η νεάνις τότε, σταθείσα πλησίον του πατρός της,

«Πάτερ μου, τω είπεν, ιδού ήλθα και δίδω εκουσίως το σώμα μου ίνα

θυσιασθή υπέρ της πατρίδος μου και υπέρ ολοκλήρου της Ελλάδος εις

τον βωμόν της θεάς, αφού τοιούτος είναι ο χρησμός. Ευτυχήσατε όλοι

διά της θυσίας μου. Η νίκη τα όπλα σας ας στέψη και νικηταί να

επανέλθητε εις την πατρώαν γην. Δεν θέλω να μ' εγγίση κανείς.

Σιωπώσα και μετά θάρρους θα προσφέρω τον λαιμόν μου εις την

μάχαιραν». Ταύτα είπεν, όλους δε κατέλαβε θάμβος, ότε ήκουσαν τους

λόγους της παρθένου και είδον την γενναιότητα αυτής και την

αρετήν. Τότε ο Ταλθύβιος, εις τον οποίον ανήκεν η περί τούτου

μέριμνα, σταθείς εν τω μέσω, επέβαλεν εις τον στρατόν σιγήν και

ευλαβή προσήλωσιν, ο δε μάντις Κάλχας, γυμνώσας από του κολεού

οξείαν μάχαιραν, έθεσεν αυτήν εντός ολοχρύσου κανίστρου και

εστεφάνωσε με άνθη την κεφαλήν της κόρης. Ο δε Πηλείδης Αχιλλεύς,

λαβών το κάνιστρον και το δοχείον του ιερού ύδατος της θυσίας,

περιήλθε κύκλω τον βωμόν της θεάς και είπεν : «Ω κόρη του Διός,

κυνηγέ των θηρίων, συ, ήτις διατρέχουσα τον ουρανόν φωτίζεις την

γην κατά τας νύκτας, δέξου το θύμα τούτο, το οποίον ο στρατός των

Ελλήνων και ο βασιλεύς Αγαμέμνωνσοι προσφέρομεν, άχραντον αίμα

κόρης ωραίας, και ευδόκησον να πλεύση ο στόλος ημών αβλαβής και να

εκπορθήσωμεν διά των όπλων την ακρόπολιν της Τροίας».

Και οι Ατρείδαι και όλος ο στρατός ίσταντο σιωπώντες με το βλέμμα

εστραμμένον προς την γην. Ο δε ιερεύς λαβών την μάχαιραν και

προσευχηθείς παρετήρει τον λαιμόν της κόρης ίνα εύρη που έπρεπε να

καταφέρη την πληγήν. Άλγος οξύ εσπάραττε την καρδίαν μου και δεν

ετόλμων να υψώσω από της γης το βλέμμα. Αίφνης ετελέσθη ανήκουστον

θαύμα.

Όλοι ήκουσαν ευκρινώς τον κτύπον της πληγής, αλλ' ουδείς είδε πως

εξηφανίσθη από της γης καταποθείσα η κόρη. Ο ιερεύς, εκπέμπων

κραυγήν καταπλήξεως, και ο στρατός ολόκληρος αντιβοά ομοίως εις το

απροσδόκητον εκείνο θέαμα, έργον θείας θελήσεως, το οποίον και

αυτοί ακόμη οι ιδόντες δεν ηδύναντο να το πιστεύσουν. Έλαφος

μεγίστη και ωραιοτάτη έκειτο επί της γης ασπαίρουσα και το αίμα

της ερράντιζε μέχρι βάθρου ολόκληρον τον βωμόν της θεάς. Τότε ο

Κάλχας είπε μετά χαράς προφανούς: Ω αρχηγοί του πανελληνίου τούτου

στρατού, ίδετε ποίον θύμα η θεά έφερεν εδώ εις τον ίδιον αυτής

βωμόν: μίαν έλαφον, θρέμμα των ορέων. Αυτήν μάλλον επροτίμησε της

κόρης, ίνα μη δι’ αίματος ευγενούς μιάνη τον βωμόν της. Την θυσίαν

ταύτην εδέχθη ευχαρίστως η θεά και τώρα παρέχει πλέον εις ημάς

ούριον τον άνεμον όπως ο στόλος αποπλεύση κατά του Ιλίου».

Εις τους λόγους τούτους πάντες οι ναύται αναθάρρησαντες έσπευσαν

προς τα πλοία, διότι ανάγκη σήμερον αμέσως αφίνοντες πλέον τους

όρμους της Αυλίδος να διαπλεύσωμεν το Αιγαίον πέλαγος.

Όταν δ' αι φλόγες του Ηφαίστου απηνθράκωσαν πλέον το θύμα, ο

Κάλχας ποοσηυχήθη υπέρ της επανόδου του στρατού εις την Ελλάδα.

Μ' έστειλε λοιπόν ο Αγαμέμνωννα σοι εκθέσω ταύτα πάντα ως και την

ευμενή τύχην, την οποίαν η εύνοια των θεών τω απένειμε,

περιποιούσαν εις αυτόν αθάνατον δόξαν καθ' όλην την Ελλάδα. Εγώ

δε, όστις παρών είδον ιδίοις όμμασι τα γεγονότα ταύτα, σοι λέγω

ότι η κόρη σου προφανώς απέπτη προς τους θεούς. Παύσε λοιπόν να

λυπήσαι και να μνησικακής κατά του συζύγου σου. Τα έργα των θεών

είναι εις τους ανθρώπους απροσδόκητα, εκείνους δε τους οποίους

αγαπώσιν οι θεοί, τους σώζουν από των κακών. Και ιδού διατί η αυτή

σημερινή ημέρα είδε την κόρην σου θνήσκουσαν και αναζώσαν άμα.

ΧΟΡΟΣ

Πόσον χαρμόσυνοι δι' εμέ είναι οι λόγοι ούτοι του αγγέλου, ω

βασίλισσα, αφού λέγει ότι το τέκνον σου μένει ήδη ζωντανόν εν μέσω

των θεών!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω αγαπητή μου κόρη, ποίος άραγε εκ των θεών σε ανήρπασε ; Ποίον

χαιρετισμόν τώρα πρέπει να σου απευθύνω ; Πώς δε να πεισθώ ότι δεν

είναι μύθοι αυτά όσα μου λέγουν προς παρηγορίαν μου, διά να παύση

το πικρότατον πένθος μου, ότι σ' έχασα διά παντός;

ΧΟΡΟΣ

Ιδού έρχεται και ο βασιλεύς Αγαμέμνων, ίνα τους αυτούς λόγους σοι

επαναλάβη.

ΣΚΗΝΗ Ε’.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Δυνάμεθα, βασίλισσα, να θεωρηθώμεν ευτυχείς, ότι η κόρη μας ήδη

ευρίσκεται εν τω μέσω των θεών. Λάβε λοιπόν τώρα τον μικρόν αυτόν

βλαστόν μας, τον Ορέστην μας, και επίστρεψε εις το Άργος, διότι ο

στρατός ήδη ορμάται προς απόπλουν. Χαίρε. Μακρός χρόνος θα παρέλθη

μέχρις ου επανελθών εκ Τροίας σε χαιρετίσω πάλιν. Ύπαγε και έσο

ευτυχής.

ΧΟΡΟΣ

Πλεύσον, Ατρείδη, και φθάσε εις την Τρωάδα ευτυχής, επίσης δ’

ευτυχής επάνελθε εκείθεν φέρων μοι πλούσια λάφυρα εκ της αλωθείσης

Τροίας.

ΤΕΛΟΣ

* Η έκδοση έχει δύο συνεχόμενες σκηνές Ε’

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την

έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης του,

τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την αισθητική

τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως σύνθεση τους,

όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη την αίσθηση και

την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού, ώστε να δονούνται

από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο Αισχύλος αποτελεί

αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική εκδήλωση του ελληνικού

μεγαλείου.

***

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»

κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγό του

Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της προφήτιδος

Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της, ανήκει στις

τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε στίχους, του

Γρυπάρη.

Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την

κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που

πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο

Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του

σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινυών παίρνει

τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους, του Γρυπάρη.

Ευμενίδες: Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».

Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις

Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου

ύστερα από απόφαση της Αθηνάς, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται

από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου. Η

μετάφραση, όπως κι όλης της Τριλογίας, του Γρυπάρη.

Επτά επί Θήβας: Το δράμα τούτο αναφέρεται στην τραγική μοίρα των

δύο γιων του Οιδίποδα, πού, μονομαχώντας για τον θρόνο

των Θηβών, αλληλοσκοτώνονται. Ο ύμνος των Ερινύων κι ο

παθητικότατος θρήνος της Αντιγόνης και της Ισμήνης για τους

σκοτωμένους αδελφούς των είναι από τους λυρικώτερους της αρχαίας

τραγωδίας. Η μετάφραση, σε στίχους, αριστοτεχνική, με φιλολογική

ακρίβεια και δύναμη ύφους, του Γρυπάρη.

Πέρσαι: Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών

νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η

μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν

μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής. Μετάφραση Ι. Ζερβού.

Προμηθεύς Δεσμώτης: Το πιο μεγαλεπήβολο και υψιπετές έργο του

παγκοσμίου θεάτρου. Παρουσιάζει τον Προμηθέα δεμένον πάνω στον

Καύκασο, κατά διαταγή του βασιλιά των θεών, προς τιμωρίαν της

φιλανθρωπίας του. Το Κράτος του Δία και η Βία, προσωποποιημένα,

ο Ήφαιστος, οι Ωκεανίδες, ο Ερμής, ο Ωκεανός, η Ιώ και ο

Προμηθέας, δρώντας ανθρώπινα και παθητικά, διατηρούν όλο το θεϊκό

μεγαλείο τους. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Ζερβού.

Ικέτιδες: Το δράμα αυτό, βασισμένο στην ιστορική παράδοση,

εξυμνεί την αρετή και τη φιλοξενία των Ελλήνων. Οι Δαναΐδες,

φεύγοντας από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν να παντρευτούν με τη

βία, φιλοξενούνται και προστατεύονται από τους Αργείους και πάλι

ελευθερώνονται από την αποτολμηθείσα αρπαγή. Ο υψηλός λυρισμός

του έργου θαυμαζόταν από τους αρχαίους, ήδη, χρόνους.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες τραγικούς, που μας σώθηκαν

μερικά έργα τους, ο πιο προσιτός, τόσο στην αρχαιότητα όσο και

στην εποχή μας, είναι ο Ευριπίδης. Δραματικός και περιπαθής

ποιητής, ένας φιλόσοφος και, μαζί, ένας ψυχολόγος των ανθρωπίνων

αρετών και ελαττωμάτων.

***

Ανδρομάχη: το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό τρόπο,

έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο

Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη

του Μενελάου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με τον

πατέρα της να σκοτώσουν τον γιο που έδωσε η Ανδρομάχη στον

Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και ο

Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, του Γ.

Τσοκόπουλου.

Άλκηστης: Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο θεός, ο Άδμητος θα

γινόταν αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να

θυσιαστή γι αυτόν το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η

γυναίκα του η Άλκηστης προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας

έτσι μοναδικό παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης. Η μετάφραση, σε

στίχους, του Γ. Τσοκόπουλου.

Μήδεια: Το τραγικότερο από τα δράματα του Ευριπίδου. Το πάθος της

ερωτικής εκδίκησης, ξεπερνώντας σ’ ένταση αυτό τούτο το ερωτικό

πάθος, εκφράζεται, στο έργο αυτό, στο έπακρο των εκδηλώσεών του.

Προδομένη από τον Ιάσονα, η Μήδεια καταπνίγει τη μητρική στοργή

μέσα της και σκοτώνει τα δυο τους παιδιά για να εκδικηθή τον

σύζυγο. Μετάφραση Αγγ. Τανάγρα.

Ηλέκτρα: Ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα θανατώνουν τον φονέα

του πατέρα τους Αίγισθο και την μητέρα τους, συνεργόν του φόνου

επίσης, Κλυταιμνήστρα. Η κάθαρση εδώ έρχεται από τον από μηχανής

θεό, που δίδει και την εξάγνιση στους δύο μητροκτόνους. Η

μετάφραση, φιλολογικά πιστή, του Αγγέλου Τανάγρα.

Ιππόλυτος: Το νεωτεριστικώτερο από τα έργα του Ευριπίδου. Η

Φαίδρα αισθάνεται ανόσιο έρωτα προς τον γυιό του συζύγου της

Θησέως, τον Ιππόλυτο. Ο νέος αποκρούει τον έρωτά της κ’ η Φαίδρα

αυτοκτονεί, συκοφαντώντας τον στον πατέρα του. Ο Θησέας

εξορίζοντας τον Ιππόλυτο, τον καταρατάται να καταστραφεί από τον

Ποσειδώνα. Η κατάρα πραγματοποιείται, μα ή συκοφαντία φανερώνεται

κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει θρηνούμενος και συγχωρώντας. Η μετάφραση

του Αγγέλου Τανάγρα.

Ιφιγένεια εν Αυλίδι: μια από τις παθητικώτερες και καλύτερες

τραγωδίες του Ευριπίδη. Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονος να σώση

την κόρη του, η συμπάθεια και κατανόηση του Μενελάου, που

έρχονται αργά, για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα

εναντίον του στρατού για να σωθή η μνηστή του, εντείνουν τη δράση

και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος δίδεται από τον από

μηχανής θεόν. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Φραγκιά.

Ιφιγένεια εν Ταύροις: Η Ιφιγένεια, που θυσιάζεται από τον πατέρα

της Αγαμέμνονα στην Αυλίδα, για να γίνη δυνατόν ν’ αποπλεύσουν τα

πλοία της τρωικής εκστρατείας, σώζεται την τελευταία στιγμή από

την θεά Αρτέμιδα, που την μεταφέρει στην χώρα των Ταύρων. Εκεί,

μητροκτόνος πια και περιπλανούμενος, την συναντά ο αδελφός της

Ορέστης, ιέρεια της Αρτέμιδος. Φεύγοντας αποκομίζει μαζί της και

το άγαλμα της θεάς στην Αθήνα. Μετάφραση Ν. Κυπαρίσση.

Βάκχαι: Πρόκειται για μιαν από τις αρτιώτερες και οπωσδήποτε την

λυρικώτερη από τις τραγωδίες του μεγάλου ποιητή. Ο Πενθέας κ’ η

μητέρα του Αγαύη, απιστώντας απέναντι των θείων, τιμωρούνται από

τον θεό Διόνυσο, γιατί δε θέλησαν να δεχθούν τη λατρεία του στην

Θήβα. Η μετάφραση, σε στίχους, του Κ. Βάρναλη.

Φοίνισσες: Περιστρέφεται γύρω από την τραγική παράδοση της

αδελφοκτονίας Ετεοκλέους και Πολυνείκους. Γεμάτη επεισόδια και

σκηνική δράση, όπως ο θάνατος των δυο αδελφών, το διώξιμο του

πατέρα τους Οιδίποδος, η γενναία απόφαση της Αντιγόνης κτλ.,

θεωρείται μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Ευριπίδου. Η

μετάφραση του Ν. Ποριώτη.

Ιφιγένεια εν Αυλίδι · 第 3 / 5 段