ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Θείος χρησμός, ως λέγει τουλάχιστον ο Κάλχας, διά να δυνηθή ν'

αποπλεύση ο στρατός.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πού; Ω ! ταλαίπωρος εγώ, ταλαίπωρος κ’ εκείνη την οποίαν μέλλει να

φονεύση ο πατήρ της !

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Εις τον οίκον του Δαρδάνου, διά ν' αναλάβη εκείθεν την Ελένην ο

Μενέλαος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Και είναι πεπρωμένον ν’ αποθάνη η Ιφιγένεια διά να επανέλθη η

Ελένη εις τον οίκον της ;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Τώρα γνωρίζεις τα πάντα. Θα θυσιάση την κόρην σου ο πατήρ της εις

την Άρτεμιν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πρόφασις λοιπόν ήτο ο γάμος, διά τον οποίον μ’έφεραν εδώ εκ του

Άργους;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ναι, διά να φέρης την κόρην μετά χαράς ως μέλλουσαν να υπανδρευθή

τον Αχιλλέα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω δυστυχής μου κόρη, ήλθες λοιπόν προς θάνατον εδώ ως και εγώ η

μήτηρ σου !

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Είναι αξία δακρύων πολλών η συμφορά και των δύο σας, δεινή δε του

Αγαμέμνονος η πράξις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Η δυστυχής εχάθην. Ακατάσχετα πλέον μου πλημμυρούσι τους οφθαλμούς

τα δάκρυα.

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Και είναι πολύ οδυνηρά τα δάκρυα της μητρός, ήτις χάνει τα τέκνα

της.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Συ δε, γέρον, πόθεν έμαθες ταύτα ;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ηρχόμην φέρων προς σε ΔΕΥΤΕΡΑν επιστολήν κατόπιν της πρώτης, την

οποίαν είχες λάβει.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Επιστολήν ίνα έλθω ή ίνα μην έλθω φέρουσα την κόρην μου προς

θάνατον;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ίνα μη την φέρης• διότι τότε είχεν επανέλθει ο σύζυγος σου εις τον

ορθόν νουν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αλλά τότε διατί δεν μοι έφερες την επιστολήν εκείνην ;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Διοτι μοι την αφήρεσεν ο Μενέλαος, όστις είναι ο αίτιος όλων

τούτων των κακών.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ήκουσας ταύτα, υιέ της Νηρηίδος και του Πηλέως;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Ήκουσα την δεινήν σου συμφοράν, βασίλισσα. Αλλ' εγώ δεν θ' ανεχθώ

την προς εμέ ύβριν ταύτην.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

θα θανατώσουν, Αχιλλεύ, την κόρην μου εξαπατήσαντές με διά ψευδούς

μετά σου γάμου της.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Εξοργίζει κ' εμέ η πράξις αύτη του συζύγου σου τόσον, ώστε δεν θα

μείνω ανεκδίκητος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δεν ερυθριώ, θνητή εγώ, να πέσω προ των γονάτων σου του εκ θεάς

γεννηθέντος. Και πως να μείνω πλέον αξιοπρεπής ; Τι άλλο

σπουδαιότερον να με κάμψη δύναται ή η ζωή του τέκνου μου ;

Υπερασπίσθητι, της Θέτιδος υιέ, την δυστυχή μητέρα και εκείνην

ήτις, ψευδώς μεν άλλ' ελέχθη οπωσδήποτε, ότι θα ήτο σύζυγός σου.

Την έστεψα εγώ με άνθη ως νύμφην, ίνα σοι την φέρω εις γυναίκα,

και τώρα την συνοδεύω επί σφαγήν. Όνειδος θα ήναι διά σε, εάν δεν

την υπερασπίσης, διότι, και αν ακόμη δέν συνεζεύχθης εις γάμον

μετ' αυτής, ωνομάσθης όμως τουλάχιστον φίλτατος σύζυγος της

δυστυχούς παρθένου. Εις την παρειάν σου αυτήν, την οποίαν εγγίζω,

εις την δεξιάν σου χείρα, την οποίαν σφίγγω, εις της μητρός σου το

όνομα σ' εξορκίζω, μη την αφήσης ανυπεράσπιστον. Το όνομά σου αυτό

μ' έφερεν εδώ προς τον όλεθρον. Υπερασπίσθητι λοιπόν το ίδιον σου

όνομα. Δεν έχω η δυστυχής βωμόν να καταφύγω άλλον παρά τα γόνατά

σου. Ουδένα φίλον έχω εδώ περί εμέ. Όσον διά τον Αγαμέμνονα,

ήκουσας την σκληράν απόφασίν του. Είμαι, ως βλέπεις, ασθενής γυνή

εν μέσω ναυτικού στρατεύματος εξ ανδρών απειθαρχήτων, θρασέων μεν

προς το κακόν, χρησίμων όμως εις το αγαθόν, αρκεί να το θελήσωσιν.

Εάν λοιπόν συ εκτείνης προστάτιδα υπέρ εμού την χείρά σου,

εσώθημεν, άλλως απωλέσθημεν.

ΧΟΡΟΣ

Είναι δεινόν το τίκτειν, διότι παράγει πάντοτε τόσην στοργήν προς

τα τέκνα, ώστε χάριν αυτών αι μητέρες πάντα πόνον υφίστανται.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Η γενναιόφρων ψυχή μου, ω βασίλισσα, ορμά συμπαθής προς την

λύπην σου, διότι έμαθε να πονή εις τας συμφοράς των άλλων ως και

να χαίρη εις τα ευτυχήματά των. Είναι συνετοί οι άνθρωποι οι

γνωρίζοντες να διάγωσι τον βίον εν μέτρω ορθώ. Υπάρχουν

περιστάσεις, καθ' ας η τελεία φρόνησις είναι δυσάρεστος, αλλά και

άλλαι, κατά τας οποίας είναι αναγκαία. Εγώ δε ανατραφείς υπό του

Χείρωνος, του ευσεβεστάτου των ανθρώπων, έμαθον να ήμαι ειλικρινής

το ήθος και το αίσθημα. Διά τούτο τότε μόνον θα υπακούσω εις τους

Ατρείδας, εάν διοικώσι καλώς. Και εδώ ως και εις την Τροίαν

ελεύθερος μένων θα πολεμήσω γενναίως όσον εξαρτάται απ' εμού. Σε

δε, ήτις τόσον άλγος εκ των φιλτάτων σου υπέστης, θ' ανακουφίσω

περιβάλλων σε διά τις συμπαθείας μου, όση είναι δυνατή εις άνδρα

νεαρόν ως εγώ. Και δεν θα σφαγή ποτέ υπό του πατρός της η κόρη

σου, αφού άπαξ ωνομάσθη μνηστή μου. Δεν θα επιτρέψω εις τον

βασιλέα σύζυγόν σου να μεταχερισθή εμέ ως όργανον εις τους σκοπούς

του, διότι άλλως αληθής φονεύς της θυγατρός σου, έστω και άοπλος,

θα είναι το ιδικόν μου όνομα, όπερ την έφερεν εδώ. Ο σύζυγός σου

είναι ένοχος • αλλά και εμού η αθωότης θ' αμαυρωθή, εάν η δύστηνος

κόρη χάριν εμού και του μετ' εμού γάμου της απολεσθή, τόσον

αδοκήτως και αναξίως εξαπατηθείσα. Εάν ο σύζυγος σου την θανατώση

διά του εμού ονόματος, ο μεν Μενέλαος θα ελογίζετο εις το

μέλλον ανδρείος, εγώ δε ο αθλιέστατος των Ελλήνων και ανήρ

ουτιδανός, ουχί τέκνον του Πηλέως, αλλά κακούργου τινός. Μα τον

Νηρέα, τον ανατραφέντα επί των κυμάτων της θαλάσσης, πατέρα της

μητρός μου Θέτιδος, ουδέ διά της άκρας των δακτύλων του ο

Αγαμέμνωνθα εγγίση την κόρην σου, ουδ’ αυτήν καν την εσθήτα της

θα θίξη. Άλλως, η μεν Σίπυλος, εξ ης οι δύο στρατηλάται κατάγονται

θα γίνη εις το μέλλον πόλις ένδοξος και ισχυρός κατά των βαρβάρων

προμαχών, το δε όνομα της Φθίας, τής πατρίδος μου, σιγή και αδοξία

θα καλύψη. Α ! όχι. Πικρά δι’ αυτόν θα εύρη ο Κάλχας της θυσίας τα

εφόδια. Τι μάντις είναι αυτός, αφού κατά το πλείστον μαντεύει

ψευδώς και, οσάκις αποτύχουν αι προρρήσεις του, διεκφεύγει

εντέχνως ; Δεν λέγω ταύτα, διά να λάβω την θυγατέρα σου εις

σύζυγον. Μυρίαι κόραι θηρεύουν γάμον μετ εμού. Τα λέγω, διότι ο

Αγαμέμνωνμε προσέβαλε δεινώς. Εάν ήθελε να κάμη χρήσιν του

ονόματός μου, ίνα φέρη την κόρην εδώ, ώφειλε πρώτον να ζητήση

τούτο παρ' εμού. Συ δε, βασίλισσα, ασμένως τότε θα εδέχεσο να μοι

δώσης την θυγατέρα σου εις γάμον και εγώ προθύμως θα εδεχόμην να

συνεκστρατεύσω μετά των λοιπών Ελλήνων προς το Ίλιον. Τώρα όμως

εις ουδέν με υπολογίζουν οι αρχιστράτηγοι, και ελευθέρως πράττουν

ό,τι θέλουν, είτε καλόν είτε κακόν. Αλλά ταύτα ταχέως θα λυθώσι

διά της σπάθης μου, την οποίαν και πριν ακόμη φθάσω εις το Ίλιον,

δεν θα διστάσω να βάψω εδώ εις το αίμα, εάν τις μου αφαιρέση την

κόρην σου. Μένε λοιπόν ήσυχος. Εάν προσέφυγες προς εμέ ως προς

θεόν, χωρίς θεός να ήμαι, θα γίνω τοιούτος διά σε.

ΧΟΡΟΣ

Ωμίλησας, Πηλείδη, επαξίως σου και της σεπτής θαλασσίας θεάς, ήτις

σ' εγέννησεν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ.

Ω, πως να σ’ επαινέσω τόσον, ώστε ούτε ως κόλακα αλλ' ούτε πάλιν

ως φειδωλήν εις την ευγνωμοσύνην μου να με θεωρήσης; Διότι οι

χρηστοί άνθρωποι, όταν υπερμέτρως παρ’ άλλων επαινώνται,

αποστρέφονται τους επαινούντας. Εντρέπομαι να σ' ενοχλώ διά των

στεναγμών του άλγους μου, πάσχουσα εγώ μόνη, σε, όστις δεν

μετέχεις της ιδικής μου συμφοράς. Είναι όμως ίδιον ευγενούς ανδρός

να βοηθή τους δυστυχούντας, έστω και αμέτοχος των παθημάτων των.

Αχιλλεύ, λυπήσου μας, διότι αληθώς είμεθα άξιαι λύπης. Σε

ωνειρεύθην γαμβρόν μου, και το γλυκύ μου τούτω όνειρον διελύθη

οικτρώς. Εάν η κόρη μου θανατωθή, σκέφθητι ότι ο θάνατος της θα

ήναι οιωνός απαίσιος διά τον μέλλοντα γάμον σου, και πρόλαβε το

κακόν τούτο. Αλλά. τι λέγω; Συ το είπες ήδη, άριστα εκδηλώσας την

απόφασίν σου απ' αρχής μέχρι τέλους των λόγων σου. Όταν συ

θελήσης, η κόρη μου βεβαίως θα σωθή. θέλεις τώρα να έλθη και αυτή

να περιπτυχθή τα γόνατα σου ως ικέτις ; Ανάρμοστον βεβαίως είναι

τούτο εις μίαν κόρην αλλ’ εάν το εγκρίνης, θα έλθη αιδήμων μεν

αλλά και μετά της ελευθερίας, ήτις αρμόζει εις την ειλικρίνειάν

της. Εάν, όμως και εν απουσία της λάβω την υπόσχεσίν σου, ας μείνη

εις τα δώματα της η κόρη, διότι κοσμεί αυτήν η σεμνότης. Η αιδώς

πρέπει να τηρήται, αλλ' εφ' όσον μόνον είναι δυνατόν.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Όχι, βασίλισσα, μη φέρης προ εμού την κόρην σου. Δεν πρέπει να

δώσωμεν αφορμήν εις ψευδείς κακολογίας, διότι στρατός μένων

συνηγμένος και αργός πολεμικών ασχολιών, αγαπά να κακολογή τους

άλλους. Είτε με ικετεύετε, είτε μη, είναι το αυτό δί' εμέ. Έθεσα

ήδη προ εμού σκοπόν μέγαν, ν' αγωνισθώ όπως σας απαλλάξω του

δεινού κινδύνου. Αρκέσθητι εις τούτο και μόνον πειθομένη ότι σοι

ωμίλησα ειλικρινώς. Ν' αποθάνω, εάν οι λόγοι μου είναι ψευδείς και

δόλιοι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ευτύχει, Αχιλλεύ, συ ο βοηθών τους δυστυχούντας.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Άκουσον με τώρα, ίνα το πράγμα αισίως αποβή.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λέγε, τι θέλεις; Σε ακούω προθύμως.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ας προσπαθήσωμεν ακόμη να πείσωμεν τον πατέρα εις φρονιμωτέρας

αποφάσεις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αλλ' είναι σκληρός και τον στρατόν φοβείται.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Και όμως ο ορθός λόγος έχει μεγάλην την δύναμιν.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ασθενής η ελπίς. Αλλά λέγε τι πρέπει να πράξω.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ικέτευσέ τον κατά πρώτον να μη θανατώση την κόρην. Εάν επιμένη,

έλθε τότε προς εμέ. Διότι πιθανόν να πεισθή, και τότε ουδεμία

ανάγκη θα υπάρξη της ιδικής μου ενεργείας, αφού η κόρη ούτω θα

σωθή. Καί εγώ μεν θα ήμαι τότε προσφιλέστερος προς τον φίλον μου

Αγαμέμνονα, ο δε στρατός δεν θα με κατηγορήση, εάν διά του λόγου

μόνον και ουχί διά της βίας ενεργήσω. Όταν δε το πράγμα αποβή

καλώς, έστω και άνευ εμού, η ευχαρίστησις θα ήναι κοινή και εις σε

και εις τους φίλους.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ορθώς λέγεις, και θα πράξω ό,τι μοι υπαγορεύεις. Εάν όμως και μετά

τούτο αποτύχω πάλιν, πού θα σ' επανίδω ; Πού να τρέξω η ταλαίπωρος

να εύρω την βοηθόν σου χείρα;

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Άγρυπνος εγώ φύλαξ θα σε ακολουθώ όπου πρέπει, ίνα μη σε ίδη τις

διατρέχουσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων παράφορον εκ της οδύνης και

καταισχυνθή το γένος του πατρός σου, διότι ο Τυνδάρεως ήτο μέγας

μεταξύ των Ελλήνων και θα ήτο ανάξιον αυτού να κακολογηθή το όνομά

του.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

θα γίνη ό,τι λέγεις. Διάτασσε και εγώ θα υπακούσω. Εάν θεοί

υπάρχουν, θα σε ανταμείψουν διά πάσης ευτυχίας, διότι είσαι

δίκαιος ανήρ. Εάν δεν υπάρχουν, μάταιος πας κόπος.

(Ο Αχιλλεύς και η Κλυταιμνήστρα απέρχονται.)

ΠΑΡΟΔΟΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΧΟΡΟΣ

(Στροφή).

Ω, πόσον ήτο γλυκύς ο γαμήλιος παιάν του λιβυκού αυλού, της

χορευτικής κιθάρας και των καλαμίνων συρίγγων, ο διαχυθείς ανά το

δασώδες Πήλιον, ότε αι καλλιπλόκαμοι Πιερίδες Μούσαι, ελθούσαι εις

τους γάμους του Πηλέως και εξυμνούσαι διά μολπών μελωδικών την

Θέτιδα και τον Αιακίδην επί του όρους των Κενταύρων, εχόρευον κατά

το συμπόσιον των θεών κτυπώσαι το έδαφος διά των χρυσών αυτών

σανδάλων, ενώ ο γόνος του Δαρδάνου, ο εκ Φρυγίας Γανυμήδης, του

οποίου το κάλλος ήτο εις τον Δία τόσον προσφιλές, ήντλει εκ των

χρυσών κρατήρων το νέκταρ ! Τότε και αι πεντήκοντα κόραι του

Νηρέως εχόρευον εις τους γάμους εκείνους ελισσόμεναι εν κύκλω παρά

την λευκήν άμμον του αιγιαλού.

(Αντιστροφή).

Εστεμμένος διά φύλλων ελάτης και ο θίασος των εχόντων σώμα ίππου

και ανθρώπου Κενταύρων ήλθε και αυτός, ίνα μετάσχη του γεύματος

των θεών και του βακχείου κρατήρος. «Ω κόρη του Νηρέως, εκραύγαζον

ούτοι, προείπεν ήδη ο τα μέλλοντα γινώσκων φοιβόληπτος μάντις

Χείρων ότι θα γεννήσης υιόν, όστις μέγα κλέος θα φέρη εις την

Θεσσαλίαν. Ούτος ηγούμενος των Μυρμιδόνων οπλιτών θα επέλθη κατά

της κλεινής χώρας του Πριάμου, ίνα καταστρέψη αυτήν διά σιδήρου

και πυρός, φέρων χρυσότευκτα όπλα, έργα του Ηφαίστου, δωρηθέντα

εις αυτόν υπό της μητρός του θεάς Θέτιδος». Υπό τους ύμνους

τούτους ετέλεσαν τότε οι θεοί τον ευτυχή γάμον της πρώτης των

Θεογενών Νηρηίδων μετά του Πηλέως.

(Επωδός).

Και όμως σου της κόρης του Αγαμέμνονος την καλλιπλόκαμον κεφαλήν

θα στέψωσιν οι Έλληνες εδώ παρά την θάλασσαν, ως στέφουσι προς την

θυσίαν δάμαλιν αγνήν, ελθούσαν από ορεινών πετρίνων σπηλαίων, και

θα βάψουν δι’αίματος τον χιονόλευκόν σου λαιμόν, σου ήτις δεν

ανετράφης ως τα συνήθη θύματα υπό τους ήχους ποιμενικού αυλού ουδέ

υπό συρίγματα βουκόλων, αλλ' ως βασιλόπαις των Αργείων εις τους

κόλπους της μητρός προς γάμον ευτυχή. Φευ ! ποίαν αξίαν έχει η

αιδημοσύνη και η αρετή εκεί όπου επικρατεί η ασέβεια, όπου η αρετή

περιφρονείται, η ανομία υπερισχύει του νόμου και οι άνθρωποι δεν

συνασπίζονται, όπως αποτρέψωσι την θείαν οργήν ;

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ και ΧΟΡΟΣ

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

(εξερχομένη της σκηνής του Αγαμέμνονος)

Ήλθον ζητούσα τον βασιλέα σύζυγόν μου, όστις, εγκαταλιπών τα

δώματά του προ πολλού, είναι απών. Και η κόρη μου η δυστυχής

οδύρεται και κλαίει μαθούσα την θανάσιμον τύχην, την οποίαν ο

πατήρ της μελετά δι' αυτήν. Αλλ’ ιδού, ενώ περί αυτού λαλώ,

έρχεται ο Αγαμέμνωναυτός, όστις ετοιμάζεται να διαπράξη

ανοσιούργημα κατά του ιδίου του τέκνου.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Επικαίρως σ' ευρίσκω εδώ, βασίλισσα, έξω της σκηνής, ίνα σοι είπω

εν απουσία της κόρης ημών λόγους τους οποίους δεν αρμόζει ν'

ακούωσιν αι μελλόνυμφοι παρθένοι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποίον είνε αυτό το επίκαιρον, περί του οποίου λέγεις, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ύπαγε και στείλε την κόρην να έλθη μετ' εμού εις την θυσίαν, διότι

τα της θυσίας ταύτης είναι ήδη έτοιμα, και ο ιερός σίτος και το

καθαρτήριον πυρ και τα νεαρά μοσχάρια, των οποίων το μέλαν αίμα

πρέπει προ του γάμου να χυθή ενώπιον του βωμού της Αρτέμιδος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Οι λόγοι σου είναι αγαθοί, είθε όμως να ηδυνάμην και τας πράξεις

σου να ονομάσω τοιαύτας !

(Ανοίγει την θύραν της σκηνής).

Έξελθε, κόρη μου. Γνωρίζεις τώρα κάλλιστα τι ο πατήρ σου μέλλει να

πράξη διά σε. Έξελθε και λάβε μαζή σου υπό τον πέπλο σου τον

αδελφόν σου, τον μικρόν Ορέστην.

(Η Ιφιγένεια εμφανίζεται επί της θύρας μετά του Ορέστου)

Ιδού, ήλθεν ευπειθής εις την πρόσκλησίν σου. Όσον διά τα λοιπά, θα

ομιλήσω και επί παρουσία της.

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ μετά του 0ΡΕΣΤ0Υ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Διατί κλαίεις, κόρη μου; Διατί δεν έχεις πλέον φαιδράν την όψιν,

αλλά προσήλωσας το βλέμμα εις το έδαφος και εκάλυψας το πρόσωπον

διά του πέπλου σου;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ω της δυστυχίας μου ! Πόθεν ν' αρχίσω λαλούσα ; Είναι τόσον εξ

ίσου μεγάλα τα δεινά μου, ώστε και το τελευταίον ακόμη εξ αυτών

ευλόγως διεκδικεί την πρώτην θέσιν.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Αλλά τι συμβαίνει λοιπόν ; Διατί και αι δύο παρίστασθε ενώπιον μου

κατεχόμεναι υπό τόσης συγχύσεως και ταραχής;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αποκρίσου ειλικρινώς, Αγαμέμνων, εις όσα θα σ' ερωτήσω.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ουδεμία ανάγκη να με παρακάλεσης προς τούτο. Είμαι πρόθυμος ν’

ακούσω τα ερωτήματά σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Είναι αληθές ότι θέλεις να θανατώσης την ιδικήν σου και ιδικήν μου

θυγατέρα ;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Τι είπες ; Ω ! πολύ φρικτόν λόγον επρόφερες και εφαντάσθης άμα,

βασίλισσα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μη ταράττεσαι. Μάλλον αποκρίσου μοι εις ό,τι σε ηρώτησα.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Εάν θέλης να σοι απαντώ λογικώς, πρέπει συ πρώτη ευλόγους

ερωτήσεις να μοι απευθύνης.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Είναι τοιαύται. Μη διεκφεύγης λοιπόν, αλλ' αποκρίσου.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ω μοίρα και τύχη και δαίμον μου απαίσιε !

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Όχι σου μόνον, αλλά και εμού και αυτής εδώ της κόρης, όλων

δυσμοίρων.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Αλλά ποίος σε ηδίκησε ;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Συ ερώτας εμέ περί τούτου ; Α ! η τέχνη σου στερείται τέχνης,

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Εχάθην. Το μυστικόν μου επροδόθη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Περιττόν να κοπιάζης ομιλών• έμαθον καλώς ό,τι μέλλεις καθ’ ημών

να διαπράξης. Γνωρίζω τα πάντα. Εξ αυτής της σιωπής σου, εξ

αυτών των στεναγμών σου ελέγχεσαι ομολογών την αλήθειαν.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ιδού σιωπώ. Τι το όφελος να προσθέσω διά ψεύδους και αναισχυντίαν

εις τας άλλας συμφοράς;

ΚλΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Άκουσον λοιπόν, θα σοι ομιλήσω απροκαλύπτως τώρα και άνευ

αινιγματωδών και πλαγίων περιφράσεων. Ως πρώτην κατά σου

κατηγορίαν μου προτάσσω ότι μ’ ενυμφεύθης παρά την θέλησίν μου

φονεύσας τον πρώτον μου σύζυγον Τάνταλον και απαγαγών εμέ διά της

βίας. Συνέτριψας δε κατά γης την κεφαλήν του βρέφους μου αποσπάσας

αυτό βιαίως από των μαστών μου. Τότε οι αδελφοί μου Διόσκουροι,

επί λευκών ίππων αναβάντες, επήλθον κατά σου εκδικηταί• αλλ' ο

γέρων πατήρ μου Τυνδάρεως σ' έσωσε, προσφυγόντα προς αυτόν ικέτην,

και ιδού συ εκ νέου σύζυγός μου. Θα ομολογήσης βέβαια ότι,

συνδιαλλαγείσα προς σε, υπήρξα έκτοτε και διά σε και διά τον οίκον

μου γυνή ανεπίληπτος. Σύζυγος δε σώφρων και πιστή, εμερίμνων

πάντοτε προς ευδαιμονίαν του οίκου σου, ώστε συ και εισερχόμενος

εις αυτόν να χαίρης και εξερχόμενος να θεωρής σεαυτόν ευτυχή.

Γνωστόν είναι πόσον σπάνιον εύρημα διά τον άνδρα αποτελεί τοιαύτη

σύζυγος και πόσον εξ εναντίας πολυάριθμοι είναι αι κακαί γυναίκες.

Σου εγέννησα αυτόν τον υιόν και τρεις θυγατέρας• εκ τούτων δέ συ

επιχερείς τώρα να με αποστερήσης της μιας τόσον ασπλάγχνως. Εάν

σ'ερωτήση τις προς ποίον σκοπόν θα την θανατώσης, ειπέ, τί θ'

απαντήσης; θέλεις ν' απαντήσω εγώ αντί σου ; Διά ν' αναλάβη την

Ελένην ο Μενέλαος. Ω της μωρίας, να δίδη τις τα τέκνα του εις

αντάλλαγμα ανοσίας γυναικός ! Ν’ αγοράζη τα μισητότατα διά των

φιλτάτων ! Ειπέ μοι, εάν τώρα εκστρατεύσας με αφήσης εις τον οίκον

σου και απουσιάσης εις την ξένην γην επί έτη μακρά, ποίον άραγε

αίσθημα νομίζεις ότι θα μου πληροί την καρδίαν, όταν θα βλέπω εκεί

τα καθίσματα κενά, έρημα τα δώματα των θυγατέρων μου, και θα

κάθημαι μόνη κλαίουσα και θρηνολογούσα την κόρην μου αυτήν

αδιαλείπτως ; «Κόρη μου, θα λέγω σ’ εθανάτωσε ο πατήρ σου, αυτός

όστις σ' εγέννησεν, αυτός ο ίδιος, όχι διά ξένης αλλά διά της

ιδίας του χειρός. Ιδού ποίαν ευεργεσίαν αυτός αναχωρών έκαμε προς

τον οίκον του». Και όταν επιστρέψης εκ της εκστρατείας εις την

πατρίδα, η υποδοχή, την οποίαν εγώ και αι υπόλοιποι θυγατέρες θα

σου κάμωμεν, θα ήναι η πρέπουσα εις την τοιαύτην πράξην σου. Ω,

προς θεών, μη μ' εξαναγκάσης να φανώ κακή προς σε και μη αδικήσης

και τον εαυτόν σου συ ο ίδιος. Σκέψου προς στιγμήν, εάν θυσιάσης

την κόρην σου ποίας άραγε ευχάς θα προφέρεις κατά τας στιγμάς της

θυσίας ; ποίον δώρον θα ζητήσης παρά της θεάς σφάζων το τέκνον

σου; Βεβαίως δυστυχής θα είναι η επάνοδός σου όσον μυσαρά η

εντεύθεν αναχώρησίς σου. Αλλά μήπως είναι δίκαιον να ευχηθώ εγώ

αγαθόν τι δια σε; θα ήτο το αυτό ως να εθεώρουν αδίκους τους θεούς

ζητούσα παρ' αυτών αγαθά υπέρ κακού συζύγου. Όταν δ' επανέλθης εις

το Άργος, νομίζεις ότι θα εναγκαλισθής τότε τα τέκνα σου ; Όχι,

τούτο πλέον θα ήναι διά σε αδύνατον. Διότι ποίον εκ των τέκνων σου

θα σε ατενίση τότε μετά στοργής, αφού θα φοβήται μήπως το φονεύσης

και αυτό, προτιμών αυτό των άλλων ; Ειπέ μοι, εύλογος τις άραγε

ανάγκη να διηγόρευσε τοιαύτην απόφασίν ή μήπως η φιλοδοξία σου,

διά να επαίρεσαι ως τάχα βασιλεύς και αρχιστράτηγος; Εάν ήσο

δίκαιος, θα έλεγες προς τους Έλληνας: «θέλετε να εκπλεύσωμεν κατά

της Τροίας ; Ας ρίψωμεν κλήρον τίνος εξ ημών η θυγάτηρ πρέπει ν'

αποθάνη». Αυτό απήτει η ισότης, και όχι να προσφέρης μόνος συ την

κόρην σου εις τους Έλληνας θύμα προς σφαγήν. Ή, τουλάχιστον,

ώφειλε μάλλον ο Μενέλαος να θανατώση την κόρην του Ερμιόνην χάριν

της μητρός της, διότι η υπόθεσις αποβλέπει αυτόν τον ίδιον. Τώρα

όμως εγώ μεν, ήτις υπήρξα πιστή σύζυγός σου, θα στερηθώ της κόρης

μου, η δε απιστήσασα θα ευδαιμονή έχουσα εις τον εν Σπάρτη οίκον

της αβλαβή την θυγατέρα της. Αποκρίσου μοι, εάν σφάλλωμαι. Εάν

όμως οι λόγοι μου ήναι ορθοί, ω, τότε έσω λογικός και μη θανατώσης

την ιδικήν σου και ιδικήν μου κόρην.

ΧΟΡΟΣ

Πείσθητι, άναξ, εις τους λόγους της. Οι γονείς πρέπει ν'

αγωνίζωνται ομού προς σωτηρίαν των τέκνων των. Ουδείς δύναται ν’

αμφιβητήση τούτο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Ω πάτερ μου, εάν είχον την δύναμιν της φωνής του Ορφέως, ώστε

ψάλλουσα να πείθω τας πέτρας να με υπακούουν και διά των λόγων μου

να γοητεύω τους ανθρώπους, θα το έπραττον και κατά την στιγμήν

αυτήν. Αλλά, αφού τοιαύτην δύναμιν δεν έχω, τα δάκρυα μου λάβε

καν, τα μόνα τα οποία να σοι δώσω δύναμαι. Αντί ικετηρίου κλάδου

ελαίας ρίπτω εις τα γόνατά σου το σώμα μου αυτό, το οποίον αυτή

εδώ σοι εγέννησε, και σε ικευτεύω, μη με θανατώσης τόσον νέαν.

Είναι τόσον γλυκύ το φως της ζωής ! Ω, μη με στείλης να βλέπω τα

υπό την γην. Πρώτη εγώ σε απεκάλεσα πατέρα και συ πρώτην εμέ κόρην

σου. Δεν ενθυμείσαι ότι πρώτη εγώ καθήμενη εις τα γόνατα σου σ'

εφίλουν και σ' εθώπευα ως και συ εμέ ; Και μοι έλεγες: — «Άραγε θ’

αξιωθώ να να σε ιδώ ποτέ, κόρη μου, ευτυχή ευτυχούς ανδρός σύζυγος

πλήρη ζωής και ακμής, επαξίως της καταγωγής σου;» — Εγώ δε πάλιν

θωπεύουσα την γενειάδα σου, ως και τώρα, διά της χειρός μου

έλεγον:— «Κ’ εγώ θα σε υποδεχθώ άραγε ποτέ, γέροντα πλέον, πατέρα

μου, εις την οικίαν μου, και θα σοι αποδώτω ευγνώμων τους τόσους

κόπους, τους οποίους κατέβαλες, διά να με αναθρέψης; » Εγώ τα

ενθυμούμαι όλα αυτά, αλλά συ τα ελησμόνησας, αφού θέλεις να με

θανατώσης. Ω, μα τον Πέλοπα, μα τον Ατρέα τον πατέρα σου και μα

την μητέρα μου αυτήν, η οποία πρώτον πόνον δι' εμέ ησθάνθη όταν μ'

εγέννα και δεύτερον τούτον σήμερον ότε με χάνει, ποίαν σχέσιν έχω

εγώ με τον γάμον του Πάριδος και της Ελένης ; Διατί να χαθώ εγώ,

πατέρα μου, δι' αυτούς ; Κύτταξέ με με βλέμμα συμπαθές, φίλησέ με,

να φέρω τουλάχιστον μαζή μου προς ενθύμησιν το βλέμμα και το

φίλημά σου εκεί όπου θα υπάγω, εάν δεν εισακούσης την παράκλησίν

μου. Ορέστη, αδελφέ μου, είσαι πολύ μικρός ώστε να βοηθήσης την

αγαπητήν σου αδελφήν, αλλά κλαύσε και συ και παρακάλεσε τον πατέρα

μας να μη θανατώση την αδελφήν σου. Τας συμφοράς αισθάνονται κάπως

και τα νήπια. Ιδού, πατέρα μου, και αυτός ακόμη ο Ορέστης σε

ικετεύει έστω και σιωπών. Λυπήσου με και φείσθητι της ζωής μου.

Να, και τα δύο φίλτατά σου τέκνα, αυτός μεν νήπιον ακόμη, εγώ δε

νέα ήδη, σε ικετεύομεν απτόμενοι του γενείου σου. Α ! θα νικήσω,

αν τούτο μόνον ακούσης το οποίον θα σοι ειπώ : Είναι τόσον γλυκύ,

πατέρα μου, αυτό το φως της ζωής, και τόσον ψυχρά και σκοτεινά τα

υπό την γην ! Παράφρων είναι όστις ποθεί τον θάνατον! Καλλίτερον

να ζη τις δυστυχής παρά ν' αποθάνη ευτυχής.

ΧΟΡΟΣ

Ιδού το έργον σου, αθλία Ελένη. Παλαίουσιν οι Ατρείδαι προς τα

τέκνα των χάριν σού και των ερώτων σου.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Εγώ αγαπώ τα τέκνα μου, αλλ' έχω και αρκούσαν σύνεσιν, όπως εννοώ

ποία πράγματα είναι άξια οικτιρμού και ποία όχι, διότι άλλως θα

ήμην παράφρων. Είναι δι’ εμέ δεινώς αλγεινόν, βασίλισσα, το να

τολμήσω ταύτα, αλλ' εξ ίσου αλγεινόν και το να μη τα τολμήσω.

Διότι υπέρτατον καθήκον μοι επιβάλλει να το πράξω. Ίδετε περί ημάς

πόσος είναι ο εδώ συνηθροισμένος στόλος και στρατός, πόσοι

βασιλείς των Ελλήνων κατάφρακτοι εξ όπλων και χαλκών ασπίδων, και

όμως μη δυνάμενοι ν’ απέλθωσι, κατά των τειχών του Ιλίου ουδέ να

κυριεύσωσι την περίφημον ακρόπολιν της Τροίας, εάν εγώ δεν θυσιάσω

σέ, κόρη μου, ως λέγει ο μάντις Κάλχας. Τόσον λυσσώδης πόθος

παραφέρει τον στρατόν των Ελλήνων να πλεύσωσιν ως τάχιστα κατά της

χώρας των βαρβάρων και εκδικήσωσι την αρπαγήν της ελληνίδος

συζύγου, ώστε, εάν εγώ απειθήσω εις την προσταγήν της θεάς, θα

φονεύσουν και τας εν Άργει θυγατέρας μου και υμάς εδώ και εμέ

αυτόν ακόμη. Όχι, κόρη μου, δεν υπακούω εγώ δουλικώς εις τον

Μενέλαον ούτε πράττω τι διότι αυτός το θέλει. Υπακούω εις μόνην

την Ελλάδα, ήτις κατ' ανάγκην αναπόδραστον απαιτεί παρ' εμού εκών

άκων να σε θυσιάσω. Η ανάγκη της πατρίδος είναι πολύ ανωτέρα ημών

πρέπει δε, κόρη μου, εφ' όσον εξαρτάται από σου και απ' εμού, να

διατηρώμεν ελευθέραν την πατρίδα μας και, Έλληνες όντες, να μη

ανεχθώμεν ώστε βάρβαροι ν' αρπάζουν τας συζύγους μας.

(Απέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ—ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ—ΧΟΡΟΣ

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Φεύγει! Αχ, κόρη μου, και σεις, ξέναι, ω της δυστυχίας μου,

ταλαίπωρος εγώ! Φεύγει, παιδί μου, και σε παραδίδει εις του Άδου

τας αγκάλας.

Ιφιγένεια εν Αυλίδι · 第 2 / 5 段