—βγάλε και συ τον τρίποδα. . . τη στάμνα με τα μύρα. . .

τσουκάλια. . . παρατσούκαλα. . . σωστή λαοπλημμύρα!..

(Ωθεί και τα υπόλοιπα σκεύη διά του ποδός. Εισέρχεται ο Β' ΑΝΗΡ).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Β' ΑΝΗΡ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ.

Β' ΑΝΗΡ (μονολογών)

Εγώ να ρθώ στην αγορά; να δώσω εγώ το βιός μου;

μα πρέπει νάμαι άθλιος κι' ο πειό ζουρλός του κόσμου,

Στον Ποσειδώνα! όλ' αυτά προτού ταποφασίσω,

θα τα σκεφθώ προτήτερα και θα τα βασανίσω,

και της οικονομίες μου και τον δικό μου ιδρώτα

με λόγια δεν τα δίνω εγώ ανόητα, αν πρώτα

δεν θα πεισθώ τι εννοούν αυτές η μόδες όλες.

Και τούτος τι ζητεί εδώ μ' αυτές της κατσαρόλες;

—Ε, συ! μετακομίζεσαι, που τάβγαλες στη φόρα,

ή τάχα για ενέχυρο πας να τα βάλης τώρα;

Α' ΑΝΗΡ

Καθόλου.

Β' ΑΝΗΡ

Κ' η παράταξις σαν τι σημαίνει πάλι;

μήπως για τον Ιέρωνα την έχεις το ντελάλη;

Α' ΑΝΗΡ

Μα το θεό, στην αγορά τα έφερα στον ώμο

για να τα δώσω, σύμφωνα με τον καινούργιο νόμο.

Β' ΑΝΗΡ

Για να τα δώσης;

Α' ΑΝΗΡ

Βέβαια..

Β' ΑΝΗΡ

Δυστυχισμένε χάχα!

Α' ΑΝΗΡ

Πώς;

Β' ΑΝΗΡ

Πώς; και δεν το έννοιωσες;

Α' ΑΝΗΡ

Μα τι; δεν πρέπει τάχα

στους νόμους να υποταχθώ;

Β' ΑΝΗΡ

Ποιους νόμους, δυστυχή;

Α' ΑΝΗΡ

Που έκαμαν παραδοχή.

Β' ΑΝΗΡ

Βρε, ποια παραδοχή;

Είσαι λοιπόν τόσο κουτός;

Α' ΑΝΗΡ

Κουτός;

Β' ΑΝΗΡ

Αυτό δεν φθάνει,

κι' απ' όλους πειό κουτότερος.

Α' ΑΝΗΡ

Μπα έτσι; όποιος κάνει

το νόμιμο είνε κουτός; Εγώ νομίζω όμως,

πως κάνει ο πειό φρόνιμος ό,τι προστάζει ο νόμος.

Β' ΑΝΗΡ

Ο πειό κουτός.

Α' ΑΝΗΡ

Δεν σκέπτεσαι και συ να καταθέσης;

Β' ΑΝΗΡ

Εγώ; θα επιφυλαχθώ, προτού τας διαθέσεις

ιδώ του πλήθους.

Α' ΑΝΗΡ

Οχι δα, τι άλλο λες να ξέρουνε,

παρ' ότι ετοιμάσθηκαν τα χρήματα να φέρουνε;

Β' ΑΝΗΡ

Αν δεν ιδούν τα μάτια μου δεν πείθομ' ό,τι νάνε.

Α' ΑΝΗΡ

Μα όλο τούτο σήμερα στους δρόμους κοπανάνε.

Β' ΑΝΗΡ

Ας λένε!

Α' ΑΝΗΡ

Αλλά είπανε καθένας να μαζέψη

το είναι του.

Β' ΑΝΗΡ

Ας λένε· μπα!

Α' ΑΝΗΡ

Κόσμο θα καταστρέψη

μ' αυτήν την δυσπιστία του!

Β' ΑΝΗΡ

Αυτοί δεν θα πιστέψουν.

Α' ΑΝΗΡ

Μα να σε καταστρέψη ο Ζευς!

Β' ΑΝΗΡ

Αυτοί θα καταστρέψουν

εσένα. Κι' άνθρωπος θαρρείς που έχει τα μυαλά του

θα φέρη και θα μοιρασθή με άλλους τα καλά του;

Αυτό δεν ήταν έθιμο καθόλου των πατέρων μας,

και μοναχά να παίρνουμε υπήρξε το συμφέρον μας.

Έτσι το κάνουν κι' οι θεοί• για ιδές ταγάλματά τους

στα χέρια• σαν ευχόμεθα να δώσουν ταγαθά τους,

στέκουν, κι' ανάποδα κρατούν τα χέρια τους αείποτε,

όχι να δώσουνε κι' αυτοί, αλλά ν' αρπάξουν τίποτε.

Α' ΑΝΗΡ

Ευλογημένε άνθρωπε! παραίτησε με τώρα

να προετοιμασθώ κ' εγώ• και μη μου τρως την ώρα,

να συμμαζέψω τούτα εδώ. . . Πού τώχω το λουρί;

Β' ΑΝΗΡ

Με τα σωστά σου θα τα πας;

Α' ΑΝΗΡ

Κι' αλλοιώτικα μπορεί;

αυτούς τους δυο τους τρίποδες θα βάλω και θα φύγω.

Β' ΑΝΗΡ

Τι κουταμάρα! μα γιατί δεν περιμένεις λίγο,

να ιδής το τι σκοπεύουνε να κάμουν' κ'οι άλλοι,

όπου και τότε πάλι. . ..

Α' ΑΝΗΡ

Να κάμω τι;

Β' ΑΝΗΡ

Περίμενε κ' εξέτασε ακόμη.

Α' ΑΝΗΡ

γιατί λοιπόν;

Β' ΑΝΗΡ

Μωρέ κουτέ, όλοι αυτοί οι νόμοι

της εισφοράς, πολλές φορές να μείνουν και στη μέση

μπορούνε, αν γενή σεισμός, ή κεραυνός αν πέση

που νάχη γούρι άσχημο, η γάττα να διαβαίνη.

Α' ΑΝΗΡ ωσεί καθ' εαυτόν

Καλή δουλειά θα πάθαινα, αν ήτανε πιασμένη

η αγορά, και δεν βρεθή μια θέσι να ταφήσω.

Β' ΑΝΗΡ

Τούτο να συλλογίζεσαι: πως θα τα πάρης πίσω•

κι' όσο για την κατάθεσι, μπορείς, αν αγαπάς,

και 'ς ένα μήνα να τα πας.

Α' ΑΝΗΡ

Και πώς;

Β' ΑΝΗΡ

Τούς ξέρουμε καλά• γρήγορα πέφτει ο ψήφος,

αλλά για την εκτέλεσι πηγαίνει πάντα τζίφος!

Α' ΑΝΗΡ

Μα θα τα κουβαλήσουνε, βρε φίλε μου, κι' αυτοί.

Β' ΑΝΗΡ

Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ

Θα κουβαλήσουν γρήγορα• ο νόμος ταπαιτεί.

Β' ΑΝΗΡ

Κι' αν δεν τα κουβαλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ

Θα τον εξαναγκάσουμε αυτόν που τα κρατεί.

Β' ΑΝΗΡ

Κι' αν ήνε οι περισσότεροι που τα κρατούνε, τι;

Α' ΑΝΗΡ

Πάω να δώσω• [έβγαλαν διαταγή ρητή.]

Β' ΑΝΗΡ

Και αν σου τα πουλήσουν, τι;

Α' ΑΝΗΡ

Σκάσε! [μου ζάλισες ταυτί].

Β' ΑΝΗΡ

Πολύ καλά, κι' αν σκάσω τι;

Α' ΑΝΗΡ

Καλά θα κάμης.

Β' ΑΝΗΡ

Αλλά συ, κι' αν σκάσω, θα θελήσης

να δώσης.

Α' ΑΝΗΡ

Νά κ' οι γείτονες που κουβαλούν επίσης.

Β' ΑΝΗΡ (παρατηρών προς τ' αριστερά παρασκήνια)

Ο Αντισθένης βέβαια τραβά να καταθέση •

θα ήταν ευκολώτερο πολύ γι' αυτόν, να χέση

τριάντα μέρες συνεχώς κι' ακόμη πειό πολλές.

Α' ΑΝΗΡ

Σκασμός, μ' αυτά που λες!

Β’ ΑΝΗΡ

Και ο χοροδιδάσκαλος Καλλίμαχος θα φέρη

απ' τον Καλλία πλειότερα νομίζεις να προσφέρη;

Τι λες εκεί! ο άνθρωπος το βιος θα χάση τώρα!

Α' ΑΝΗΡ

Κακά μιλείς!

Β' ΑΝΗΡ

γιατί κακά; Δεν είδες ως την ώρα

πως όλα τα ψηφίσματα τραβούν τον ίδιο δρόμο;

εξέχασες τι έγινε στου αλατιού το νόμο;

Α' ΑΝΗΡ

Α, βέβαια.

Β' ΑΝΗΡ

Κ' εξέχασες και τάλλα τα ψηφίσματα,

που βγήκαν για τα χάλκινα και κάλπικα νομίσματα;

Α' ΑΝΗΡ

Τι λες! μ' αυτό το νόμισμα κ' εγώ εχαντακώθηκα•

γιατί σταφύλια πούλησα και με χαλκό μπουκώθηκα,

κ' ετράβηξα στην αγορά αλεύρι ν' αγοράσω•

όταν, την ώρα που άνοιγα το σάκκο να το μπάσω,

λέει ο κήρυξ: «Το χαλκό να μη παραδεχθούμε,

κι' ασήμι μόνον του λοιπού θα μεταχειρισθούμε».

Β' ΑΝΗΡ

Κι' ο όρκος δεν σου αντηχεί 'ς ταυτί, που δώσαμ' όλοι,

τα πεντακόσια τάλαντα να μαζευθούν στην πόλι

από το τεσσαρακοστόν, κατά του Ευριπίδη

τη γνώμη; Και ποιος έπαυσε επαίνους να του δίδη;

Σαν εξετάσθη όμως

κ' ευρέθη κουροφέξαλα κι' αυτός ο νέος νόμος,

τότε τον Ευριπίδη

τον στρώσαν στο βρισίδι.

Α' ΑΝΗΡ

Τώρα τα ίδια πράματα με τότε δεν υπάρχουνε•

τότ' ήμαστε άρχοντες εμείς, τώρα γυναίκες άρχουνε.

Β' ΑΝΗΡ

Το κατ' εμέ, η μόνη μου γι' αυτές φροντίδα θάνε,

μα το θεό της θάλασσας, να μη με κατουράνε!

Α' ΑΝΗΡ

Τι τσαμπουνάς δεν ξέρω•

(προς τα παιδία)

Δος μου το ξύλο εσύ, παιδί, τα πράματα να φέρω. . .

[Λαμβάνει το ξύλον και ετοιμάζεται ν' αναρτήση εξ αυτού τα σκεύη

του. Εισέρχεται ο ΚΗΡΥΞ, όστις λαμβάνει θέσιν επί βάθρου τινός εις το

μέσον της σκηνής και κηρύττει μεγαλοφώνως:]

ΚΗΡΥΞ

Πολίται! από σήμερα στη Στρατηγό τραβάτε,

για να σας 'πη ο κλήρος σας κ' η τύχη, που θα πάτε

να κάτσετε

θα βρήτε κάθε τράπεζα παντού ετοιμασμένη,

που είνε μ' όλα ταγαθά του κόσμου φορτωμένη,

και κάθε κλίνη με μαλλιά και τάπητες στρωμένη!

Η μυροπώλιδες, γραμμή, κρατήρες σας γεμίζουνε

από κρασιά• με στη φωτιά μπριζόλες τσιτσιρίζουνε,

και περασμένοι οι λαγοί μεσ' στα σουβλιά γυρίζουνε.

Πίττες καλοφουρνίζονται,

τα στέφανα στολίζονται,

στραγάλια καρβουρδίζονται!

Όλες η κόρες η πειό νηές ψήνουν αγάλια-αγάλια

τη φάβα στα τσουκάλια.

Και ένας πουτανιάρης

και πρώην καβαλλάρης

με τη στολή του ιππικού εκεί κοντά γυρίζει,

και διαρκώς των γυναικών τα πιάτα καθαρίζει.

Κι' ο Γέρων, μ' ένα φόρεμα κομψό και με κατσάρι,

μ' ένα παιδί χασκάρει,

κ' έχει παραρριμμένα

παπούτσια του και χλαίνα.

Και ο ψωμάς σας καρτερεί• την ώραν σας μη χάσετε

κ' ελάτε τα σαγόνια σας, πολίται, να γυμνάσετε!

(Ο Κήρυξ κατέρχεται και απέρχεται δεξιόθεν)

Β' ΑΝΗΡ

Σαν είνε έτσι το λοιπόν, εμένα τι με μέλει;

τραβώ κ' εγώ για το φαΐ, η πόλις σαν το θέλη.

Α' ΑΝΗΡ

Αι! και για που, παρακαλώ, αφού δεν έχεις δώση;

Β' ΑΝΗΡ

Για το φαΐ.

Α' ΑΝΗΡ

Δεν θα το φας, αν έχουν νου και γνώσι,

πριν καταθέσης βέβαια.

Β' ΑΝΗΡ

Πολύ καλά, τα δίνω.

Α' ΑΝΗΡ

Πότε λοιπόν;

Β' ΑΝΗΡ

Εμπόδιο μονάχος δεν θα γίνω.

Α' ΑΝΗΡ

Γιατί;

Β' ΑΝΗΡ

Κι' άλλοι θ' αργήσουνε περισσότερο επίσης.

Α' ΑΝΗΡ

Συ όμως εν τω μεταξύ τραβάς να την γεμίσης.

Β' ΑΝΗΡ

Θα πάθω τι, παρακαλώ;

Κάθε πολίτης με μυαλό

αρμόζει της πατρίδος του τους νόμους να κρατή.

Α' ΑΝΗΡ (ειρωνικώς)

Χεμ! και αν σ' εμποδίσουν, τι;

Β' ΑΝΗΡ

Θα πάω να χωθώ κ' εγώ με κεφαλή σκυφτή.

Α' ΑΝΗΡ

Και αν δούλεψη ξύλο, τι;

Β' ΑΝΗΡ

θα της ενάξω στον κριτή.

Α' ΑΝΗΡ

Και αν σε κοροϊδέψουν, τι;

Β' ΑΝΗΡ

Στην πόρτα θα σταθώ μπροστά. . ..

Α' ΑΝΗΡ

Και τι θα κάνης δηλαδή;

Β' ΑΝΗΡ

Κι' όποιος τα φαγητά βαστά

θα τα βουτώ.

Α' ΑΝΗΡ

Ο υστερνός θα ήσ' όλου του κόσμου.

(Προς τους ακολούθους του)

Παρμένων! Σίμων! πάρετε στους ώμους σας το βιος μου.

(Οι ακόλουθοι εκτελούσι)

Β' ΑΝΗΡ

Στάσου και σε βοηθώ κ' εγώ.

Α' ΑΝΗΡ

Συ;! κάνε τη δουλειά σου•

γιατί φοβάμαι μην ειπής πως είνε και δικά σου,

όταν στη στρατηγίνα μας αυτά θα καταθέσω.

(Αναχωρεί αριστερόθεν ακολουθούμενος υπό των θεραπόντων, φερόντων τα

σκεύη)

Β' ΑΝΗΡ (μόνος)

Μα το θεό, πρέπει να βρω λοιπόν κανένα μέσο,

που κι' όσα έχω χρήματα στο σπίτι να τα κρύψω,

χωρίς κι' απ' το κοινό φαΐ με τρόπο ν' απολείψω.

Να μια ιδέα πουν' ορθή. Τι κάθημαι κι' αργώ;

Εμπρός λοιπόν για το φαΐ να τηλωθώ κ' εγώ!

(Φεύγει δεξιόθεν)

ΜΕΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

(Σειρά οικίσκων μονώροφων με θύραν και παράθυρον έκαστος. Αυλητής

ευρίσκεται εξηπλωμένος παρά το δεξιόν παρασκήνιον. Είνε νυξ.)

ΣΚΗΝΗ Α'.

Α' ΓΡΑΥΣ (εις το προς δεξιά της σκηνής παράθυρον)

Ακόμη πώς δεν φάνηκαν οι άνδρες; είνε ώρα•

και περιμένω τώρα

αργή, αφού μπλαστρώθηκα φτιασίδι όσο μπόρεσα,

κίτρινη φούστα φόρεσα,

και με καμώματα τρελλά κρυφό τραγούδι τραγουδώ,

κ' είμ' έτοιμη στην αγκαλιά ν' αρπάξω όποιον άνδρα ιδώ.

Μούσαι! ελάτε! βάλτε μου στο στόμα ένα γλυκό

τραγούδ' Ιωνικό.

(Άδει σιγά με κωμικά ακκίσματα.— Ταυτοχρόνως η ΝΕΑΝΙΣ εμφανίζεται εκ

του παραθύρου της έναντι οικίας και ακροάται)

ΣΚΗΝΗ Β'.

Α' ΓΡΑΥΣ — ΝΕΑΝΙΣ

ΝΕΑΝΙΣ

Κάτι προτήτερ' από με ξεμύτισες, βρε σάπια!

εθάρρεψες κληματαριά πως θα τρυγήσης κάποια,

την ώρα που 'λειπα εγώ, κ' εβγήκες μουρμουρίζοντας,

ν' αρπάξης απ' την αγορά κανένανε γυρίζοντας;

Κ' εγώ, σαν κάνης τούτο συ, θα τραγουδήσω πάλι

απ' τη μεριά την άλλη.

Η μέθοδος και πρόστυχη κι' αστεία νάνε πρέπει,

μα φέρνει διασκέδασι 'ς εκείνον που τη βλέπει.

(Διέρχεται είς γέρων. Η Α' ΓΡΑΥΣ κατ' αρχάς διατίθεται να του ομιλήση,

αλλά βλέπουσα τούτον γέροντα συγκρατείται. Ο γέρων παρέρχεται)

Α' ΓΡΑΥΣ

Μίλα μ' αυτόν το γέρο συ, και τράβ' από δω πέρα.

Και συ, ψυχή μου Αυλητή, να πάρης τη φλογέρα,

κ' έλα να παίξης μουσικής κομμάτια διαλεγμένα,

οπού να ήνε άξια για σένα και για μένα.

(Ο Αυλητής υποκρούει διά του αυλού, η δε Γραυς απαγγέλλει καταλλήλως)

Όποιος ποθεί

να γλυκαθή,

μ' εμέ ναρθή

να κοιμηθή.—

Η κάθε νηά δεν ξέρει

πώς να τα καταφέρη,

και ξέρει τα τερτίπια

μόνο η γρηά η τρύπια —

Ούτ' από μένα πειό καλά

ξέρει καμμία να κολλά

στο φίλο, που θα λαχταρά

και θα τον σφίξη μια φορά.

Η άλλες κάνουν και φτερά.

ΝΕΑΝΙΣ (απαγγέλλουσα εκ του ετέρου παραθύρου δι' υποκρούσεως

του αυτού αυλού)

Παύσε, και μη ζηλεύης πειά

την κάθε νηά, [γρηά σουπιά!]

Γιατ' είν' εκείνη τρυφερή,

στα δυο της μήλα δροσερή

και στ' απαλό της το μερί.

Μας έβγαλες τη μούρη σου και συ πασαλειμμένη,

λες κι' [όχι αγαπητικός], μα Χάρος σε προσμένει.

Α' ΓΡΑΥΣ (προς την νεανίδα)

Η τρύπα σου ξερή να μείνη!

κι' αυτό το στρώμα και την κλίνη

κατά το νόμο θα τα χάσης,

αν πας με άνδρα να τη φτιάσης.

Φείδι στην κλίνη θ' απαντήσης,

κι' αν έχης όρεξι για τη δουλειά,

πιάσ' το και σφίξε το στην αγκαλιά

να το φιλήσης!

ΝΕΑΝΙΣ (μετ' ειρωνικού παραπόνου.)

Αλλοίμονο! τι θα γενώ! βαρβάτος δεν ζυγώνει,

κ' είμ' εδώ μέσα μόνη.

Η μάννα μου επήγε αλλού και δεν με μέλει τώρα.

Κυρούλα! σε παρακαλώ φέρε τον _Καυλογόρα_,

κι' ό,τι για σένα επρόσταξαν του νόμου τα γραμμένα,

σ' ορκίζομαι πως θα γενούν καλήτερα μ' εμένα.

Α' ΓΡΑΥΣ

Για το γαμήσι το Ιωνικό

σε γαργαλάει, δόλιο θηλυκό•

και μάλιστα θαρρώ πως αγαπάς

και κατά τους Λεσβίους να το πας.

Αλλά ποτέ, ποτέ μην το πιστέψης,

πως τη δική μου ηδονή θα κλέψης

και δεν θα χάσω ό,τι μου γουστάρει,

ούτε την ώρα για δική σου χάρι.

(Παύει η υπόκρουσις του αυλού)

Τραγούδα {7} ό,τι σούρχεται και κύττα σαν την γάττα.

πρώτα θα πάνε στης γρηές, και ύστερα στα νηάτα.

ΝΕΑΝΙΣ

Για να της θάψουν βέβαια.

Α' ΓΡΑΥΣ

Καινούργιο τούτο πάλι!

ΝΕΑΝΙΣ

Καινούργια θέλει μια γρηά με τέτοιο πούχει χάλι;

Α' ΓΡΑΥΣ

Δεν είνε δα το γήρας μου που λύπη θα σου κάνη;

ΝΕΑΝΙΣ

Τι άλλο; το φτιασίδι σου, ή μήπως το βοτάνι,

[που βγάζει κόκκινη μπογιά η ρίζα του που στίφτεις;]

Α' ΓΡΑΥΣ

Τι μου μιλάς;

ΝΕΑΝΙΣ

γιατί και συ στο παραθύρι σκύφτεις;

Α' ΓΡΑΥΣ

Εγώ; μονάχη τραγουδώ

στον Επιγένη τον καλόν, που περιμένω νάρθη εδώ.

ΝΕΑΝΙΣ

Ποιόν άλλο θάχης εραστή του λόγου σου και φίλο,

που να σου πρέπη, παρ' αυτόν το Γέρο τον ψωρίλο;

Α' ΓΡΑΥΣ

Πρόσμενε! την εξήγησι ο νηός μου θα σου κάνη,

που θάρθη γρήγορα 'ς εμέ,—

ώστε και παρατηρεί προς τα αριστερά παρασκήνια)

και νάτος!. . . νάτος!. . . φθάνει.

ΝΕΑΝΙΣ

Δεν έρχετ' εδώ πέρα

για σε, γρηά χολέρα!

Α' ΓΡΑΥΣ

Τώρα θα ιδής, χτικιάρα, συ!

ΝΕΑΝΙΣ

Τώρα θα σ' ταποδείξω

κ' εγώ, κ' εκείνος γρήγορα. Πηγαίνω να τανοίξω.

(Εισέρχεται ταχέως)

Α' ΓΡΑΥΣ

Τρέχω κ' εγώ• αυτός θαρθή μ' εμένα δίχως άλλο,

να μάθης πως το δίκηο μου είνε το πειό μεγάλο.

(Εισέρχεται ταχέως)

{7} Εις το χωρίον τούτο, σκοτεινόν και ασαφές, διαφωνούσιν οι

σχολιασταί, αποδίδοντες εις την Νεανίδα τους στίχους τούτους. Νομίζω

ότι ορθότερον προσαρμόζονται εις το στόμα της Γραίας, διότι άλλως δεν

εξηγείται η απάντησις της Γραίας «ούκουν εξ' εκφοράν γε» προς την

Νεάνιδα, ενώ ανήκει μάλλον εις ταύτην, όπως εμφαίνεται εκ της λογικής

του διαλόγου. Η δε λέξις «σαπρά» της Γραίας προς την Νεανίδα δύναται

να θεωρηθή ως εμπαθής άνταπόδοσίς του αυτού χαρακτηρισμού, όστις

αποδίδεται εις αυτήν εκ μέρους της Νεανίδος ανωτέρω.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΝΕΑΝΙΑΣ και μετ' ολίγον Α' ΓΡΑΥΣ και ΝΕΑΝΙΣ

ΝΕΑΝΙΑΣ (εισέρχεται αριστερόθεν κλονούμενος εκ της μέθης με

δάδα ανημμένην εις τας χείρας).

Αχ! είθε να μπορέσω

κοντά στη νηά να πέσω,

προτού μου 'ρθούν για πλάκωμα γρηές και κουτσομύτες.

Αυτό δεν υποφέρεται 'ς ελεύθερους πολίτες!

Α' ΓΡΑΥΣ (καθ' εαυτήν, εξερχόμενη εις το παράθυρον)

Μωρέ, κ' αν τζιτζικώσης

στο κλάψιμο,-—μα το θεό, εμένα θα πλακώσης.

Πάει εκείνος ο καιρός της Χαριξένης, [πάει,

που με τραγούδια ήξερε καθένας ν' αγαπάη.] -

Χεμ! τώρα βλέπεις όμως

δημοκρατία έχουμε και το προστάζει ο νόμος!

Ας έμβω να κρυφθώ εδώ,

και τι θα κάνη να το ιδώ.

(Εισέρχεται)

ΝΕΑΝΙΑΣ

Δώστε, θεοί, την ώμορφη κοπέλλα ναύρω μόνο,

που τόσο ρούφηξα κρασί κ' από τον πόθο λειώνω.

ΝΕΑΝΙΣ (Εξέρχεται εκ του παραθύρου• καθ' εαυτήν)

Έτσι λοιπόν! σ' εγέλασα, γρηά καταραμένη!

Ενόμισε πως έφυγα, και μέσα τώρα μένει.

(Προς τον Νεανίαν)

και γι' αυτόν εγώ μιλούσα!

Έλ', αγάπη μου, απάνω,

και στο πλάι μου κοιμήσου,

να γλυκάνω

την ψυχή σου.

Ο έρωτας με τυραννεί

για τα ωραία σου μαλλιά,

και έχω μια φωτιά τρανή

που μου φαγε την αγκαλιά.

Έρωτα! σε παρακαλώ,

κάμε μου τούτο το καλό

και φέρτ' τον γρήγορα ναρθή

στο πλάι μου να κοιμηθή!

ΝΕΑΝΙΑΣ (κάτωθεν)

Έλα κάτω!. . . έλα!. . . έλα!.

και στην πόρτα σου να βγης,

γιατί μούρχεται σαν τρέλλα

και θα πέσω κατά γης.

Θέλω, φίλη μου, απάνω

στη γλυκειά σου αγκαλιά

δυνατό καυγά να κάνω

με τα δύο σου τα κωλιά!

Ώ Αφροδίτη! αχ, γιατί,

γιατί μ' ετρέλλανες γι' αυτή;

Έρωτα, σε παρακαλώ,

κάμε μου τούτο το καλό,

και φέρ' την γρήγορα ναρθή

στο πλάι μου να κοιμηθή!

ΝΕΑΝΙΣ

Αυτά που άκουσες να ειπώ, δεν εξηγούν τον πόθο,

που στην ψυχή μου νοιώθω.

Αγαπημένο μου πουλί!

άνοιξε, δος μου ένα φιλί,

πονώ για σε, πονώ πολύ!

ΝΕΑΝΙΑΣ

Χρυσό μου εσύ! βλαστάρι

της Αφροδίτης! Μέλισσα της Μούσας! κάθε Χάρι

σ' έθρεψε μ' άφθονη τροφή!

για χάδια και φιλιά μορφή!

άνοιξε, δος μου ένα φιλί,

πονώ για σε, πονώ πολύ!

Α' ΓΡΑΥΣ (εξερχομένη της θύρας της)

Έ, ε!. . . της πόρτες τι χτυπάς;

εμένα τάχα αγαπάς;

ΝΕΑΝΙΑΣ

(φέρων την δάδα προς το πρόσωπον της Γραίας)

Α μπα!

Α' ΓΡΑΥΣ

Μα πώς; εκτύπησες για να μου 'ρθής απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Μπα! κάλλιο να πεθάνω!

Α' ΓΡΑΥΣ

Τι αγαπάς λοιπόν εσύ, κ' ήλθες 'ς αυτά τα μέρη

με το δαδί στο χέρι;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Κάποιον βαρβάτον θέλω.

Α' ΓΡΑΥΣ

Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Όχι και τον _Σεγάμη_,

που στέκεις και τον καρτερείς [ναρθή να σου την κάμη.]

Α' ΓΡΑΥΣ

Μα τη θεά! θες και δεν θες ['ς εμένα πες πως μπήκες!]

ΝΕΑΝΙΑΣ (βραδέως και εντόνως)

Εξήντα χρόνων δίκες

ποτέ δεν δικασθήκανε,

κι' όλες αναβληθήκανε•

κ' εδικασθήκαν μόνο

εκείνες, που δεν κλείσανε τον εικοστόν το χρόνο.

Α' ΓΡΑΥΣ

Στην εξουσία πούχατε την πρώτη, γλυκανάλατε,

[αυτές της μόδες βγάλατε

κι' αυτές της κουταμάρες],

μα τώρα θα εισάγωνται μπροστά η εξηντάρες•

ΝΕΑΝΙΑΣ

Ναι, όποιος θέλει δηλαδή να πάη με την τύχη,

όπως στα ζάρια γίνεται, ας πάρη όποια τύχη.

Α' ΓΡΑΥΣ

Μα με τα ζάρια, όπως λες, δεν τρως κι' όταν πεινάς.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Δεν ξέρω τι μου τσαμπουνάς.

Την πόρτ' αυτή κτυπώ εγώ• έτσι θαρρώ καλήτερα.

Α' ΓΡΑΥΣ

Όταν κτυπήσης δηλαδή την πόρτα μου προτήτερα.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Εγώ δεν θα κτυπήσω

κρησάρες να ζητήσω.

(Στρέφεται να φύγη, αλλά συλλαμβάνεται υπό της Α' Γραίας)

Α' ΓΡΑΥΣ (κολακευτικώς).

Το ξέρω συ πως μ' αγαπάς, και τώρα ίσως θ' απορής

πούρθες στην πόρτα να με βρης.

Έλα κοντά, και δώσε μου το στόμα το γλυκό σου.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Α μπα: φοβάμαι, μάτια μου τον αγαπητικό σου.

Α' ΓΡΑΥΣ

Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Α, τον ενδοξότερο απ' όλους τους ζωγράφους.

Α' ΓΡΑΥΣ

Ποιόν;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Που στολίζει τα σταμνιά που βάζουνε στους τάφους!

Κρύψου λοιπόν να μη σε ιδή στην πόρτα, πως κατέβης

Α' ΓΡΑΥΣ

Έννοια σου, και κατάλαβα καλά το τι γυρεύεις.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Ώ, μα τον Δία, έννοιωσα κ' εγώ πολύ καλά

τι έχεις στα μυαλά.

Α' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)

Μα τη θεά, που έτυχε 'ς εμένα να σε ρίψη,

δεν θα σ' αφήσω.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Βρε γρηά! θαρρώ πως σούχει στρίψη!

Α' ΓΡΑΥΣ

Λέγε μου κι' άλλ' ακόμα,

μα θα σε πάω σέρνοντας μέσ' στο δικό μου στρώμα.

ΝΕΑΝΙΑΣ (ωσεί κατ' εαυτόν)

Κ' έπειτα αγοράζουνε

τσιμπίδες, από τον κουβά τα κρέατα να βγάζουνε•

δεν κατεβάζουν τη γρηά μεσ' στης [βαθειές] πηγάδες,

ν' αρπάζη με τα κρέατα μαζύ και τους κουβάδες;

Α' ΓΡΑΥΣ

Δυστυχισμένε! σώπα πειά και μη με κοροϊδεύης.

κ' έλα μ' εμέ ν' ανέβης!

ΝΕΑΝΙΑΣ

Εγώ δεν σου χρωστώ,

αν φόρο δεν επλήρωσες πεντακοσιοστό

στην πόλι απ' τα χρόνια σου.

Α' ΓΡΑΥΣ

Μα τη θεά! μακάρι,

να πέφτω να γλυκαίνωμαι με κάθε παλληκάρι.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Αλλά εγώ με της γρηές αισθάνομ' αηδία,

και δεν θα το δεχόμουνα ποτέ.

Α' ΓΡΑΥΣ

Ώ! μα τον Δία,

με το στανιό τον κόπο

θα λάβης, παλληκάρι μου.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Και τάχα με ποιόν τρόπο;

Α' ΓΡΑΥΣ

Χεμ! είνε ψηφισμένα

τα πράματα, που πρέπει συ να 'ρθής μαζύ μ' εμένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Και ποιο είνε το ψήφισμα; Παρακαλώ, για πε το!

Α' ΓΡΑΥΣ

Στο λέγω κι' άκουσε το!

(πανηγυρικώς)

«Νόμο βγάλαν η γυναίκες, όταν νηός τη νηά ποθή,

δεν μπορεί να την πλακώση στη γρηά προτού χωθή•

κι' αν προτήτερα δεν θέλη της γρηές να της γαμή,

και της νηές επιθυμή,

τότε κ' η γρηές θα βγαίνουν, και θα τρέχουν κούτσα—κούτσα,

κι' ατιμωρητί θ' αρπάζουν καθε νηόν από την πούτσα!

ΝΕΑΝΙΑΣ

Τότε Προκρούστης θα γενώ κ' εγώ, αλλοίμονό μου!

Α' ΓΡΑΥΣ

θα πας με τη διάταξι και του δικού μας νόμου.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Κι' αν έλθη κάποιος φίλος μου, ή κάποιος συνδημότης

και με τραβήξη από σας;

Α' ΓΡΑΥΣ

Μάθε λοιπόν εν πρώτοις,

ότι ο άνδρας σήμερα δεν θα μπορή να βγη,

[σαν της γυναίκες μέχρι χθες] και να συναλλαγή

μ' αξία μεγαλήτερη ενός κοιλού σιτάρι.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Κι' αν θέλη να παραιτηθή με όρκο, [λόγου χάρι,

όπως στης δίκες γίνεται, που έχουν αδικίες;]

Α' ΓΡΑΥΣ

Α μπα! εδώ θα λείψουνε και η στρεψοδικίες.

ΝΕΑΝΙΑΣ-

Θα 'πω πως είμαι έμπορος, [κι' αυτό θα είν' αιτία

ν' απαλλαχθώ και απ' αυτή τη φοβερή θητεία.]

Α' ΓΡΑΥΣ

Θα το πληρώσης κλαίοντας.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Και τι λοιπόν θα κάνω;

Α' ΓΡΑΥΣ

Θα ρθής να πάμ' απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Μα τι! θα 'ρθώ με το στανιό;

Α' ΓΡΑΥΣ

Θα ρθής και με τον τρόπο

του Διομήδη [του ληστή, που άρπαζ' απ' τον τόπο

τους άνδρες, όσους εύρισκε, και τους εκλειούσε ώρες

να πέσουνε με το στανιό με της δικές του κόρες,

κι' αυτές, από τη λύσσα τους, βυζαίναν τον καθένανε

ως που τον επεθαίνανε!]

ΝΕΑΝΙΑΣ

Ε! τότε βάλε ρίγανι στο στρώμα που θα πέσης,

τέσσαρες κληματόβεργες σπασμένες να προσθέσης,

την κεφαλή σου δέσε,

πάρε και στάμνες νεκρικές και γύρω γύρω θέσε,

κι' όστρακο βάλε με νερό στην πόρτα σου [να μένη,

να νίβετ' όποιος έρχεται από την πεθαμένη!]

Α' ΓΡΑΥΣ

Θα μ' αγοράσης, έννοια σου, εσύ και το στεφάνι.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Μα το θεό! το κέρινο στεφάνι αν σου φθάνη,

κι' αυτό θα ταποκτήσης•

γιατί θαρρώ πως μόλις μπης, θα πέσης να ψοφήσης!

ΝΕΑΝΙΣ (εξερχομένη).

Ε! πού τον πας;

Α' ΓΡΑΥΣ

Στο σπίτι μου• αυτός είνε για μένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Τάχεις, γρηά, χαμένα!

Τέτοιος που είν' αυτός ο νηός, δεν έχει χρόνια τόσα

να ρθή κοντά να κοιμηθή με σένα, γρηά γκιόσσα!

δεν θάσαι πειά γυναίκα του, θα σ' έχη για μητέρα.

Κ' έτσι αυτός ο νόμος σας αν πιάση πέρα-πέρα,

τότε γεμάτη όλ 'η γη

από Οιδίποδες θα βγη!

Α' ΓΡΑΥΣ

Βρε σίχαμα! όλες αυτές της κουταμάρες της πολλές

από τη ζήλεια σου της λες!

Μα έννοια σου! και από με θα τωύρης, κακομοίρα!

(Απέρχεται)

ΝΕΑΝΙΑΣ

Στο Δία τον Σωτήρα,

κορίτσι μου γλυκύτατο, κάμε μ' αυτήν τη χάρι,

και γλύτωσέ με απ' αυτό το γέρικο κουφάρι,

κ' εγώ, για τούτο το καλό, θα σου προσφέρω πάλι

σε μια ολόκληρη βραδειά χάρι παχειά, μεγάλη!

(Ενώ η Νεάνις ετοιμάζεται να σύρη τον Νεανίαν προς την θύραν της, εκ

της πλησίον θύρας ορμά η Β' Γραυς).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Β' ΓΡΑΥΣ—ΝΕΑΝΙΑΣ.

Β'ΓΡΑΥΣ

Μωρή εσύ•! που τον τραβάς αυτόν από τον δρόμο,

και παραβαίνεις φανερά τον ψηφισμένο νόμο,

ενώ είνε γραμμένα

προτήτερα 'ς εμένα

να ρθεί και να πλακώση;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Ώ! κακομοίρης που 'μουνα! πούθ' έχεις ξετρυπώση

και μου πετάχτηκες;— κακό που να σου ρθή μεγάλο!

Ουφ! τούτη είνε βάσανο χειρότερο απ' τάλλο!

Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)

Έλ' από δω!

ΝΕΑΝΙΑΣ (τη Νεάνιδι)

Παρακαλώ, μικρή μου, μη μ' αφίνης,

τον κακομοίρη, να συρθώ μέσα στα νύχια εκείνης.

(Η νεάνις απέρχεται).

Β' ΓΡΑΥΣ

Σε σέρνει ο νόμος, κι' όχι εγώ.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Τάχα γιατί δεν είπες

ότι με σέρνει μια βλογιά, πώχει πληγές και τρύπες;

Β' ΓΡΑΥΣ

Άφησε, τρυφεράδι μου, τα λόγια κ' έλ' απάνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Στάσου λοιπόν προτήτερα τη χρεία μου να κάνω

να πάρω θάρρος• γιατ' αλλοιώς ο φόβος αν με κόψη

μεσ' στη δουλειά σου, θα με ιδής με κίτρινη την όψι.

Β' ΓΡΑΥΣ

Θάρρος και τράβα! χέζεις, να, εδώ που θα σε μπάσω,

ΝΕΑΝΙΑΣ

Φοβάμαι μήπως πλειότερα απ' ό,τι θέλω φτιάσω.

Σου βάζω δύο εγγυητάς αξιοχρέους.

Β' ΓΡΑΥΣ

Τι;

Ας λείψουνε.

(Σύρει τον Νεανίαν. Ορμά εκ της ετέρας θύρας η Γ' Γραυς)

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Γ' ΓΡΑΥΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Γ' ΓΡΑΥΣ (προς τον Νεανίαν)

Ε! ε! πού πας του λόγου σου μ' αυτή;

ΝΕΑΝΙΑΣ

Εγώ δεν πάω• σέρνομαι• όποια κι'αν ήσαι, δος μου

βοήθεια, που ταγαθά όλα να ιδής του κόσμου,

και μη μ' αφίνης να χαθώ [με της γρηα-φακλάνες!]

(Βλέπων την Γ' Γραίαν εκ του πλησίον και αποχωρών μετά φρίκης)

Ώ Ηρακλή! Διόσκουροι! Κορύβαντες και Πάνες!

ου! τώρα μου φορτώθηκε κι' άλλο κακό μεγάλο,

χειρότερ' από τάλλο!

Παρακαλώ, τι είν' αυτό το πράγμα τώρα πάλι;

Μην τύχη κ' είνε πίθηκος κ' έχει φτιασίδι βάλη;

ή μήπως κι' αναστήθηκε

καμμιάς γρηάς βρυκόλακας [κι' απάνω μου εχύθηκε;]

(Γ' ΓΡΑΥΣ σύρουσα τον Νεανίαν)

Έλα μαζύ μου απ' εδώ και μη με κοροϊδεύης.

Β' ΓΡΑΥΣ (σύρουσα τον Νεανίαν)

Όχι!. . . εδώ!. . .

Γ' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)

[Δεν θα το φας εκείνο που γυρεύεις•]

δεν τον αφίνω.

Β' ΓΡΑΥΣ (ως ανωτέρω)

Ούτ' εγώ [με σε να μείνη μόνος.]

ΝΕΑΝΙΑΣ

Βρε θα με κομματιάσετε, κακός ψυχρός σας χρόνος!

Β' ΓΡΑΥΣ

Σ' εμέ ναρθής προστάζουνε του νόμου τα γραμμένα.

Γ' ΓΡΑΥΣ

Όχι κι' αν έβγη μια γρηά πειό άσχημη από σένα.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Βρε για σταθήτε: κι' αν εσείς με κάνετε κομμάτια,

πώς θα μπορέσω πειά να ιδώ μιαν ώμορφη στα μάτια;

Γ' ΓΡΑΥΣ

Κάμε καλά• μα πρώτ' αυτό θα κάνης δίχως άλλο.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Με ποιά προτήτερ' απ' της δυο τα μάτια μου θα βγάλω;

Β' ΓΡΑΥΣ

Δεν ξέρεις; κόπιασ' από 'δω.

(Τον σύρει)

ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Γ')

Μα ας μ' αφήσ ' η άλλη.

Γ’ ΓΡΑΥΣ (σύρουσα αυτόν)

Θα ΄ρθής μ' εμέ.

ΝΕΑΝΙΑΣ (δεικνύων την Β')

Κι' αυτή εδώ που δεν μ' αφίνει πάλι;

Β' ΓΡΑΥΣ

Ώ, μα τον Δία! τον κρατώ και δεν σου τον αφίνω.

Γ' ΓΡΑΥΣ

Κ' εγώ δεν σου τον δίνω.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Τι βαρκαδόροι θάσαστε κ' οι δύο σας κακοί!

Α' ΓΡΑΥΣ

Γιατί;

ΝΕΑΝΙΑΣ

[Τράβ' από δω η μια, κ' η άλλη από κει,|

θα βγάζατε της πλάτες

από τους επιβάτες.

Β' ΓΡΑΥΣ

Τράβα μπροστά και τσιμουδιά!

Γ' ΓΡΑΥΣ

Μ' εμέ θα βγάλη τη βραδειά!

ΝΕΑΝΙΑΣ

Α, είνε φανερό

πως πάτε μ' ένα ψήφισμα, που βγήκ' έναν καιρό,

[κι' αν ήσαν ένοχοι πολλοί για έγκλημα μεγάλο,

έκαναν δίκες χωριστά ο ένας απ' τον άλλο].

Πρέπει λοιπόν ως τόσο

να χωρισθώ κ' εγώ στα δυο, της δυο σας να πλακώσω;

Πώς θα τραβήξω δυο κουπιά λοιπόν και για της δύο;

Β' ΓΡΑΥΣ

Φάε μια χύτρ' από βορβούς και θα γενής θηρίο.

ΝΕΑΝΙΑΣ

Αλλοίμονό μου ο δύστυχος! τράβα και τράβα, να με

κοντά στην πόρτα μ' έφερε!

Β' ΓΡΑΥΣ

Δεν μου γλυτώνεις• πάμε

να κυλισθώ με σένα!

(Τον σύρει προς την θύραν της)

ΝΕΑΝΙΑΣ

Απ' το να σ' εύρουν δυο κακά, κάλλιο να σ' εύρη ένα!

(Η Β' Γραυς αποσύρεται μαινόμενη εις τον οίκον της)

Γ' ΓΡΑΥΣ

Μα την Εκάτη! τώρα πειά ['ς εμένα θα κολλήσης,]

θελήσης, δεν θελήσης!

ΝΕΑΝΙΑΣ (εκ της θύρας της Γ')

Τι συφορά που μ' εύρηκε! Να πέφτω νύχτα-μέρα

κ' ένα ψοφήμι να γαμώ και μια σκουληκαντέρα!

Κι' όταν γλυτώσω μια φορά ως τόσο από κείνη,

θα μ' εύρη κι' άλλη Φρύνη

[να μου ριχτή με νάζα,]

που θάνε τα σαγόνια της από φτιασίδι βάζα!

Δεν είμαι άτυχος λοιπόν;—στον Δία τον Σωτήρα!

δεν είμαι άνδρας δυστυχής; κακήν δεν έχω μοίρα,

να ταξιδέψω σήμερα

με δυο θεριά ανήμερα;

Αν πάθω στο ταξίδι μου φουρτούνες και τρομάρες,

πλέοντας κάτω απ' αυτές, της καραπουτανάρες,

θάφτε μ' απ' όλους χωριστά

στην πόρτα που θα μπω μπροστά,

και πιάστε ζωντανή κι' αυτή

με πίσσ' αλείφτε τη καυτή,

κατόπι ν' αναλύσετε

μολύβι, και στα πόδια της τριγύρω να το χύσετε,

και στήστε τη μου ύστερα στον τάφο μου, τη λάμνα,

για νεκρική μου στάμνα!

(Απορρίπτει τον στέφανον εκ της κεφαλής και εισέχεται, συρόμενος υπό

της Γ' εις τον οίκον της).

(Εισέρχεται ΧΟΡΟΣ γυναικών και νεανίδων).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΧΟΡΟΣ - ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ και έπειτα

ΒΛΕΠΥΡΟΣ

Εκκλησιάζουσαι · 第 2 / 3 段