«Αθηνά». Ο Καπετάν-Μοναχάκης πάντα άξιος και καλόγνωμνος, η
«Αθηνά» πάντα καλοθάλασση και προκομμένη. Ούτε αδέρφια, ούτε
συγγενείς. Η «Αθηνά» και πάλε «Αθηνά». Πάντα ταξίδια, πάντα
φουρτούνες. Τον Μοναχάκη δεν τον σήκωνε το λιμάνι Σαν καθότανε μια
βδομάδα στο λιμάνι ο Μοναχάκης αρχίζανε να τον τρων τα νύχια του.
— Με μαράζωσε η στερηά, βρε παιδιά. Δε βαστώ, θα σαλπάρω,
Ναύλο είχε, ναύλο δεν είχε, δε λογάριαζε.
— Εγώ θα του δώσω, κι' ό,τι βρέξη ας κατεβάση, έλεγε. Η «Αθηνά»
άρχισε να παραπονεύεται Δεν τη σηκώνει το λιμάνι. Γερόντισσα μα
παλληκάρι, σαν τον καπετάνιο της.
Οι αδερφάδες του, τανήψια του, τα ξαδέρφια του — δώδεκα παιδιά
είχε κάνει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης, ο πατέρας
του, με τη μακαρίτισσα το Μοσχαδώ τη γυναίκα του — ένα σόι
τρικούβερτο, τον σταύρωναν.
— Σε καλό σου, Μοναχάκη... Κάτσε να κάνωμε Λαμπρή μαζί, κάτσε να
κάνωμε Χριστούγεννα.
Αυτός τίποτε.
— Τι με θέλετ' εμένα; Δόξα σοι ο Θεός, ένα τσούρμο παιδιά και
θυγατέρες έχετε. Τι με θέλετ' εμένα;
Και πάντα στο καράβι. Εκεί να φάη, εκεί να κοιμηθή. Καμμιά φορά
ξεγελειόταν κ' έτρωγε ψωμί με τους δικούς του. Στα καρφιά
καθότανε.
— Στρώσε να κοιμηθής, Μοναχάκη. Μέλι μαθές έχει το καράβι; Νύχτα
ώρα, σκοτάδι, που θα πας, χριστιανέ μ', στο λιμάνι; Γέρος άνθρωπος
είσαι· θα πέσης να τσακιστής.
Αυτός τίποτε.
— Η γρηά περιμένει Καλή σας νύχτα... κ' έφευγε.
Η αδερφή του η μεγάλη, το Κυρατσώ, τον πείραζε.
— Καλά έκανες και δεν παντρεύτηκες, Μοναχάκη. Θα σε χώριζε η
γυναίκα σου...
Στον καφενέ το ίδιο. Κάτω στο γιαλό ήταν ο καφενές του Καπετάν-
Πεφάνη. Μια φορά, στον καλό καιρό, ήτανε ανεμόμυλος. Με τον καιρό
ρήμαξε, άρχισε να γκρεμίζεται, και μόνο τα πινά του έστεκαν ακόμα,
σα μαδημένες φτερούγες, που γύριζαν ανώφελα και λυπητερά, σα
φυσούσε δυνατός αέρας, απάνω από το χάλασμα. Ο Καπετάν-Πεφάνης,
σαν τσάκισε κανένα δυο γολέττες κι' άλλα τόσα μπρίκια, τσάκισε κι'
αυτός στο τέλος, πρίστηκαν τα πόδια του, πέρασε από την Επιτροπή,
είδαν κ' οι γιατροί τα χάλια του και τον λυπήθηκαν — πήρε τη
σύνταξί του. Κι' από καπετάνιος έγινε καφετζής στον ανεμόμυλο.
Στον καφενέ του μαζευόντουσαν όλα τα γεροντάκια, όλοι οι
καραβοτσακισμένοι Πίνανε τον ναργιλέ τους και τρίβανε τους
ρεμματισμούς τους, θυμάμενοι τα παληά τους. Ο Καπετάν-Πεφάνης
έφκιανε και κάτι μπλάστρια για τους πόνους, με λιβάνι και
τρεμεντίνα, ένα κ' ένα για τους ρεμματισμούς. Κι' από τότε πούβαλε
μπροστά την καινούργια τέχνη, οι δουλειές του πήγαιναν καλά.
Πουλούσε περισσότερα μπλάστρια από καφέδες και λουκούμια. Ο
Καπετάν-Μοναχάκης, όταν τύχαινε στο λιμάνι, κατέβαινε
ταπομεσήμερο στον καφενέ να φουμάρη τον ναργιλέ και ν' ανταμώση
τον ξάδερφο του τον Γιαννιό τον Μελιγκόνη. Μελιγκόνης ήταν το
παρατσούκλι του, γιατί παραπατούσε πάντα σαν τον μέρμηγκα,
παρμένος από το πρωί ως το βράδυ. Ωστόσο τον αγαπούσε ο Καπετάν-
Μοναχάκης και τον έκανε χάζι. Ο Γιαννιός το ίδιο. Σαν τον έβλεπε
και κατέβαινε, άρχιζε τα χωρατά.
— Ακόμα εδώ είσαι, Μοναχάκη; Παρακάθησες. Πότε θα σαλπάρης;
— Δε μας σηκώνει η στερηά, Γερο-Μελιγκόνη. Όσο βαστάμε θα
ταξιδεύωμε.
Ο Γιαννιός τον πείραζε πάλι
— Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και δεν το κατάλαβες. Με τα
μπλάστρια του Καπετάν-Πεφάνη πολεμάς να βασταχτής.
Αλήθεια εδώ και λίγα χρόνια ο Μοναχάκης είχε αρχίσει να κάνη
πούλησι του Καπετάν-Πεφάνη.
— Δίκηο έχεις, Μελιγκόνη, έλεγε ο Μοναχάκης. Τα γεράματα μας
πλάκωσαν κ' εμένα και την «Αθηνά». Και οι δυο με τα μπλάστρια
βαστιόμαστε. Μα τι το θέλεις; Δε μας σηκώνει η στερηά.
Και καθότανε στα καρφιά. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Πού τον είδες
πού τον έχασες τον Καπετάν-Μοναχάκη! Φουμάριζε τον ναργιλέ του
και το νου του στο καράβι. Όξω χαλούσε ο Θεός τον κόσμο, ο άνεμος
ξερρίζωνε τα δέντρα, η θάλασσα έβραζε όξω, ο Μοναχάκης χαμπάρι.
— Αφίνομε υγεία, ξάδερφε. Καιρός να σαλπάρωμε.
Ο Μελιγκόνης έκανε το σταυρό του.
— Έλα Χριστέ και Παναγιά. Βρήκες πάλι τον καιρό να ταξιδέψης, με
την ισημερία!
Ο Καπετάν-Μοναχάκης τίποτε. Δεν είχε βαστημούς. Χαλασμός κόσμου
όξω, μπουρίνι, νεροποντή, σκοτεινιά. Ο Μοναχάκης σαλπάριζε...
Όταν καμμιά φορά τον έβλεπαν και γύριζε ύστερ' από μήνες, τα
γεροντάκια έκαναν τον σταυρό τους κάτω στον καφενέ.
— Γερο-Μελιγκόνη, καλώς τα δέχτηκες! Το μπρίκι του ξαδέρφου
σου.
Ο Μελιγκόνης κουνούσε το κεφάλι του.
— Τι να σας πω; Έχει μέρες ο Μοναχάκης. Σαν έχης μέρες, στη φωτιά
να πέσης θα γλυτώσης.
Ο Καπετάν-Μοναχάκης κατέβαινε πάλι στον καφενέ. Ο Γερο-
Μελιγκόνης άρχιζε πάλι.
— Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και γνώσι δεν έβαλες.
— Ας είνε καλά τα μπλάστρια του καπετάν-Πεφάνη. Μπλάστρια εγώ
και μπλάστρια η «Αθηνά» καλά βαστειόμαστε για την ώρα. Είμαστε
τώρα και οι δυο φρεσκοπαλαμισμένοι. Την παλάμισα την «Αθηνά» στο
Σκιάθο, με παλάμισε κ' εμένα ο Γερμανός ο γιατρός μ' ένα σπίρτο σ'
όλους τους αρμούς, και ξανανοιώσαμε. Ταχειά πάλε σας αφίνομε
υγεία.
Και πάλι σάλπα ο Μοναχάκης.
— Τριάντα χρόνια, μια ζωή! αυτή η δουλειά γίνεται, έλεγε στον
καφενέ ο Γερο-Μελιγκόνης. Ήμουν νιός και γέρασα, θαλασσοπνίγηκα,
τσακίστηκα, παντρεύτηκα και χήρεψα, παιδιά έκανα και παιδιά έθαψα,
τρία καράβια πέρασαν από τα χέρια μου και πάνε κατά διαβόλου,
σπίτια είχα και σπίτια ξέκανα, εληές είχα και ξεράθηκαν, ζωντανά
και ψόφησαν, και ο Μοναχάκης Μοναχάκης και η «Αθηνά» «Αθηνά». Δόξα
νάχη ο Θεός! Να ζήσουνε και να γεράσουνε!
Τριάντα χρόνια παλέψανε με το χάρο ο Καπετάν-Μοναχάκης με την
«Αθηνά». Μαζί περάσανε φουρτούνες και μπουνάτσες, ημέρες καλές και
μαύρες ημέρες. Μια ζωή ουρανό και θαλασσα. Χίλιες φορές άνοιξε το
κύμα να τους καταπιή και χίλιες φορές χαιρέτησαν με λαχτάρα τα
λιμάνια. Κόσμο και ντουνιά γυρίσανε μαζί. Μπόρες και νεροποντές,
κάλμες και καταχνιές, αστροπελέκια και σύφουνες, όλα μαζί τα
πέρασαν. Των τράκων οι λαχτάρες και της ξέρας τα παραμονέματα και
της φωτιάς η τρεμούλα μαζί τους γέρασαν. Η ξενητειά μαζί τους
μάρανε και η πατρίδα μαζί τους καλωσώρισε. Τριάντα χρόνια μια ζωή!
Κ' έλεγε καμμιά φορά, ολόρθος, πίσω στο κάσσαρο, ο Καπετάν-
Μοναχάκης στριφογυρίζοντας στον αέρα το κομπολόγι του και μασώντας
το μουστάκι του:
— Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Μαζί γεράσαμε, μαζί θα πεθάνωμε.
Και η «Αθηνά», σκαμπανεβάζοντας στο κύμα, αναστέναζε από τα
τρίσβαθα των αρμών της.
— Μαζί θα πεθάνωμε, Μοναχάκη.
Σιγά-σιγά τους πλάκωσαν τα γεράματα, Στο τελευταίο ταξίδι στη
Μαρσίλια, ο Μοναχάκης αρρώστησε. Τον βγάλανε όξω στα σπιτάλια. Οι
γιατροί του είπαν να μείνη λίγον καιρό να κυτταχθή. Ο Μοναχάκης
δεν τάκουε αυτά. «Την Αθηνά δεν την αφίνω σε ξένα χέρια», έλεγε.
Άμα καλυτέρεψε λιγάκι, τούδωκε δρόμο. Σαλπάρησε για την πατρίδα.
Αφήκανε τη Μαρσίλια με καλόν καιρό. Απόξω από το Σπαρτιβέντο ο
καιρός άρχισε να χαλάη τα μούτρα του, Το γύρισε στη νοτιά. Στην
αρχή ο σορόκος αδύνατος με κουφοθάλασσα. Όσο πήγαινε άρχισε να
δυναμώνη. Η «Αθηνά» ταξίδευε παλληκαρίσια με τις κάτω γάπιες,
καβαλλίκευε το κύμα σαν άτι. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Την άλλη
μέρα η σοροκάδα έγινε με τα όλα της φωτιά. Ένα μπάρκο και μια
γολέττα Γαλαξειδιώτικη, που τους ακολουθούσαν, τούδωκαν στα πρίμα,
πόδισαν. Ο λοστρόμος άρχισε να τα χρειάζεται.
— Καπετάνιο, η γολέττα και το μπάρκο, πρωτοτάξιδο μπάρκο!
τούδωκαν, πάνε.
Ο Καπετάν-Μοναχάκης ακουμπησμένος πάντα πίσω στην κουπαστή, με
τα μάτια καρφωμένα στο πέλαγο σαν να μετρούσε ένα-ένα τα κύματα
να τελειώσουν: «πάει και τούτο, πέρασε κι' αυτό», τα κύματα τα
ατέλειωτα, που καταποδιαστά το ένα κυνηγούσε το άλλο, ξαφνίστηκε
απ' τη φωνή του λοστρόμου, σαν να του χαλούσε το μέτρημα. Γύρισε
και τον κύτταξε.
— Τη δουλειά σου! είπε.
Ο λοστρόμος έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε στην πλώρη, γλυστρώντας
απάνω στα νερά, που βρέχανε την κουβέρτα, από σχοινί σε σχοινί, να
βασταχτή από το μπότζι. Τσιμουδιά δεν είπε. Μουρμούρισε μονάχα από
μέσα του, σαλτάροντας χωρίς να το θέλη:
— Τη δουλειά μου;... τη δουλειά μου.
Όλη τη νύχτα το βάστηξαν έτσι, με τις κάτω γάπιες, παλεύοντας με
το κύμα και το σκοτάδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης στη θέσι του
μουσκεμμένος ως το μεδούλι, ροκανίζοντας καμμιά γαλέττα στο πόδι,
άγρυπνος τώρα δυο νύχτες. Τα κόκκαλά του αρχίνησαν να τον πονούν.
Κάθε τόσο κατέβαζε τα χέρια του ξαφνικά, σαν να τον τρυπούσαν με
καρφιά, κ' έτριβε μαλακά-μαλακά τα μεριά και τα γόνατα.
— Δεν πας να γύρης λίγο, καπετάνιο; Θαρρωστήσης, του είπε ο
τιμονιέρης ένα-δυο φορές.
— Δεν έχω ανάγκη, παιδί μου. Έννοια σου, βαστάω ακόμα, έλεγε ο
Καπετάν-Μοναχάκης.
Την άλλη μέρα το πρωί ο καιρός έγινε ξόδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης
φώναξε το λοστρόμο.
— Άκουσε, Γιαννιό!
Ο λοστρόμος έτρεξε.
— Να μαζέψωμε τάλλα τα πανιά... Με την τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα
τη γάπια και τη μπούμα θα το κρατήσωμε τραβέρσο. Τραβέρσο, να
ιδούμε ως πότε θα φυσάη ο διαλόκαιρος!...
Ο λοστρόμος τράβηξε, σαλτάροντας άθελα από το μπότζι, κατά την
πλώρη. Οι ναύτες τρέξανε στους στίγκους, άλλοι στα μαντάρια και
στα μπράτσα. Η φωνή του λοστρόμου πνιγότανε μες στη βοή του
άνεμου. Οι ναύτες είδαν κ' έπαθαν να μαζέψουν τα πανιά, με την
ψυχή στα δόντια. Τέτοιο λυσσασμένον καιρό, χρόνια είχε να ιδή ο
Καπετάν-Μοναχάκης μήνα Σεπτέμβριο. Η θάλασσα βουνό. Ο λοστρόμος
ακουμπησμένος αριστερά στην κουπαστή, γαντζωμένος από ένα σχοινί,
μια έβλεπε τη θάλασσα και μια τον Καπετάν-Μοναχάκη και κουνούσε
το κεφάλι του. Το κρατούσανε τραβέρσο. Ο Μοναχάκης από το κάσσαρο
κύτταζε στο πέλαγο, σαν να μετρούσε ακόμα τα κύματα ένα-ένα,
περιμένοντας το τελευταίο. Το ένα πιο βουνό από τάλλο. Πλάκωναν σα
θερία λυσσασμένα. Ο καπετάν Μοναχάκης έρριχνε πού και πού μια λοξή
ματιά στον τιμονιέρη, που ζητούσε να φυλάξη κάθε κύμα που πλάκωνε.
Ο τιμονιέρης, γεροντάκι και αυτός μα γερό κόκκαλο, στεκότανε
ακούνητος σαν κολώνα, απίκου, προσμένοντας το κύμα, έτοιμος να
ορτσάρη ή να το ποδίση. Εκεί, τραβέρσο το κρατούσανε... Βόηθα,
Παναγία μου! Η «Αθηνά» σηκωνότανε σαν άτι αφρισμένο, σούζα, και
καθώς έπεφτε να βουτήση πάλι, γκοπ! έλεγες πως έπεφτε απάνω σε
βράχο. Τώρα θανοίξη, να κοπή σε δύο, έλεγες. Οι αρμοί της τρίζανε
τρομακτικά στο σκαμπανέβασμα, όλο το καράβι βογγούσε σα θεριό
λαβωμένο.
— Αγάντα, καϋμένη Αθηνά. Παλληκάρι σαν πάντα...
Είπε ο Καπετάν-Μοναχάκης με μια φωνή σβυσμένη, σαν να μιλούσε
από μέσα του. Η αλήθεια ήταν πως δε βαστούσε πια κι' αυτός. Έκαμε
να το κρύψη, έκανε να δείξη κουράγιο, μα δε βαστούσε. Η αγρύπνια,
το μούσκεμμα, η νηστεία τον είχαν γονατίσει. Οι ρεμματισμοί
σήκωσαν κεφάλι. Καθώς στεκότανε πίσω στο κάσσαρο με το ψηλό του
κορμί τσακισμένο σε δύο, τάσπρα μαλλιά και τα λίγα ψαρά γένεια
ανακατωμένα από τον άνεμο, με τα μάτια βαθουλωτά και σκαμμένα
ολοτρόγυρα, με τα σαγόνια σφιγμένα από τον πόνο, έννοιωσε κάποιο
βαθύ περόνιασμα στα κόκκαλα. Χλωμός σαν το αγιοκέρι δεν ήταν πια ο
Καπετάν-Μοναχάκης. Αγνώριστος. Το καταλάβαινε και μονάχος του.
«Πάει σωθήκανε τα ψέμματα. Αν δε μας φάη η θαλασσα τούτη τη φορά,
θα μας φάη το στρώμα», είπε από μέσα του...
Παναγιά, βόηθα! Ένα κύμα θεόρατο στυλώθηκε μπροστά σα βουνό κ'
έκρυψε τον ουρανό. Η ψυχή στα δόντια ολονών. Η «Αθηνά» πετάχτηκε
σαν καρυδόφλουδο στα μισούρανα, έγυρε με τα πανιά γεμάτα κ'
επλάγιασε με την μπάντα. Και ύστερα βουτιά. Μα τι βουτιά, Παναγία
μου! Καταπιόνας άνοιξε η θάλασσα να την ρουφήξη. Με τα μούτρα κάτω
στα τρίσβαθα. Ένα γκοπ! τρομακτικό ακούστηκε, το καράβι σείστηκε
συθέμελο και οι αρμοί του σαν να γινόντανε χίλια κομμάτια, τρίξανε
με μιας από πλώρη σε πρύμη, από κουβέρτα σε καρένα, ένα τρίξιμο
χαμού. Πρώτη φορά τα χρειάστηκε ο Καπετάν-Μοναχάκης. Έδωκε ο
Θεός και δεν κοιμήθηκε το καράβι. Δεύτερο κύμα ζωντανό χύθηκε από
τη μάσκα κ' έλουσε πρύμα-πλώρα το καράβι. Ο λοστρόμος αρπάχτηκε
απ' την αρμαδούρα· λίγο και τον έπαιρνε η θάλασσα. — Όρτσα! φώναξε
στον τιμονιέρη μουσκεμμένος. Η «Αθηνά» τινάχτηκε πάλι σαν
παλληκάρι. Σακατεμένη ετούτη τη φορά. Ο Καπετάν-Μοναχάκης το
καταλάβαινε. Οι πόνοι τον σουβλούσαν κι' αυτόν σαν καρφιά.
— Πάει, κ' οι δυο σακατευτήκαμε, είπε τρίβοντας τη μέση του.
Σώθηκαν τα ψέματα. Ο Θεός να βάλη το χέρι του.
Από το αμπάρι άξαφνα πρόβαλε ένα κεφάλι με γουρλωμένα μάτια.
Πετάχτηκε στην κουβέρτα, έκανε δυο σάλτους επιδέξια κι' από σχοινί
σε σχοινί, έφθασε στην πρύμη. Ήταν ο Γερο-Φλώκος, ο Αμίλητος.
Ψηλός, ξερακιανός, σκεβρωμένος, ξεδοντιάρης, με μια μύτη που
κατέβαινε σαν αγκίστρι ως το στόμα, με μεγάλα άγρια φρύδια,
αξούριστος πάντα με τα γένεια σαν καρφιά, είχε μάτια γαλανά και
ήμερα μέσα στην αγριάδα του προσώπου του. Ο Καπετάν-Μοναχάκης
τον αγαπούσε χωριστά, γιατί δεν έβγαζε ποτέ τσιμουδιά από το στόμα
του. «Μέρα, μέρα. Νύχτα, νύχτα». Ο Γερο-Φλώκος τα είχε σα χαμένα
τούτη τη φορά.
— Μας πήρανε τα νερά, καπετάνιο. Ένα μπόι νερό. Γκουπ και γκουπ
το σκαμπανέβασμα, μας σακάτεψε.
Και στάθηκε χωρίς να πη άλλο λόγο.
Ο Καπετάν-Μοναχάκης συλλογίστηκε.
— Φλώκο παιδί μου, έλα στο τιμόνι να σκαντσάρης τον τιμονιέρη.
Εγώ θα κατεβώ να ιδώ τι γίνεται, κι' ας ετοιμάσουν την τρούμπα.
Προχώρησε με κόπο. Οι πόνοι τον έσφαζαν. Κομματιασμένος σε δυο. Σε
λίγο ήρθε πάλι απάνω. Μόλις βαστούσε στα πόδια του. Έκανε να πέση
κάτω να σωριαστή.
— Δε βαστάω πια. Θα πάω να γύρω λίγο.
Ο λοστρόμος άρπαξε τη ρόδα του τιμονιού, από τα χέρια του Γερο-
Φλώκου.
— Γερο-Φλώκο, δώσ' ένα χέρι να βοηθήσης τον καπετάνιο να
κατεβή.
Ο Γερο-Φλώκος με τα κοκκαλιάρικα μα δυνατά του χέρια άρπαξε τον
καπετάνιο από τη μέση.
— Βαστάξου απάνω μου, καπετάνιο. Έννοια σου.
Και κατέβαιναν. Οι αρμοί της «Αθηνάς» έτριξαν στο σκαμπανέβασμα, ο
καπετάνιος βογγούσε.
— Βόγγα συ και βόγγα γω, είπε ο Μοναχάκης στενάζοντας, ο Θεός να
βάλη το χέρι του με τούτη τη σοροκάδα.
Δεν είχε γύρει ακόμα στην κουκέτα του κ' ένα κρακ δυνατό ακούστηκε
απ' την κουβέρτα, σα σπάσιμο αλυσίδας.
— Φλώκο παιδί μου, στην κουβέρτα γλήγορα. Μας έσπασε το τιμόνι.
Ο Φλώκος μια και δυο βρέθηκε απάνω.
— Τα παλάγκα στο διάκι γλήγορα, είπε ο λοστρόμος.
Αρπάξανε αμέσως τα παλάγκα με τον Φλώκο και τάβαλαν στη θέσι τους.
Δόξα σοι ο Θεός! Μια στιγμή έμεινε μονάχα ακυβέρνητο το καράβι και
καθώς έπαιζε το τιμόνι, το διάκι χτύπησε το λοστρόμο στην πλάτη.
Πόνεσε δυνατά, κι' άρχισε να μουρμουρίζη:
— Και τώρα πού να ποδίσης; Πού να ποδίσης, δε μου λες;
Ο λοστρόμος όσο έβλεπε τον καιρό να βαστάς το χαβά του και άκουε
την τρούμπα που πολεμούσε να προφτάση τα νερά και τα τριξίματα του
καραβιού στο σκαμπανέβασμα μουρμούριζε ολοένα, δυνατά τώρα,
μιλώντας στον Γερο-Φλώκο:
— Έλα, Χριστέ και Παναγιά, με τούτο το κακό. Βρε μάτια μου,
Φλώκο, κατάλαβες πως αυτός ο χριστιανός βάλθηκε να μας πνίξη;
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Τραβούσε μοναχά την άκρη της μύτης του
με τα δυο του δάκτυλα, σαν να ήθελε να την κατεβάση περισσότερο,
να τη χώση στο στόμα του.
Ο λοστρόμος άφριζε από το κακό του.
— Βρε Φλώκο παιδί μου, τη μύτη σου τραβάς; Εμείς χανόμαστε κ' εσύ
το χαβά σου; Βρε κατάλαβες πως χανόμαστε; Και πού να ποδίσης τώρα,
δε μου λες πού να ποδίσης!
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του. Την τραβούσε
να τη βάλη στο στόμα.
— Βρε καράβια θεριά τούδωκαν, βρε μπάρκα πρωτοτάξιδα ποδίσανε, κ'
εμείς πού πάμε δε μου λες; Βρε πανί δε φαίνεται στο πέλαγο,
βαπόρια δεν ξεμυτίζουν να ταξιδέψουν κ' εμείς μωρέ, που
βαστιόμαστε με τα μπλάστρια, πού πάμε δε μου λες;
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δος του και τη μύτη του.
— Ο Θεός να με συχωρέση. Μα εδώ και λίγα χρόνια ο Καπετάν-
Μοναχάκης μου φαίνεται πως πάει γυρεύοντας για πνίξιμο. Να το δης,
Γερο-Φλώκο. Τώρα που τον πήραν τα γεράματα και τον σφίξαν οι
ρεμματισμοί, κάλλιο τώχει να πάη στο φούντο με την «Αθηνά» παρά να
δη άλλον καπετάνιο σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Ο Θεός να με βγάλη
ψεύτη, μα πάω να χάσω το μυαλό μου μ' αυτόν τον άνθρωπο.
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Είχε ακούσει πολλά παράξενα στη ζωή
του. Έπιασε πάλι την άκρη της μύτης του και την τραβούσε να την
κατεβάση στο στόμα, κυττάζοντας το πέλαγο.
Όλη τη νύχτα κι' όλη την ημέρα το κρατήσανε τραβέρσο με την
τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα τη γάπια και τη μπούμα. Η τρούμπα
δούλευε αδιάκοπα. Ο καπετάνιος δε ματαφάνηκε στην κουβέρτα. Κάπου
— κάπου τα βογγητά του έφθαναν ως απάνω. Πονούσε δυνατά. Ο Γερο-
Φλώκος κατέβαινε πού και πού κ' έρριχνε μια ματιά, μήπως γύρευε
τίποτε. Όλο και νερό έπινε. Τον έκαιγε η θέρμη.
Τη νύχτα άρχισε να ξαστερώνη κατά τη Δύση.
— Τα είδες; είπε ο Γερο-Φλώκος στο λοστρόμο. Ο πουνέντες
ξαστέρωσε.
Κ' έτρεξε να δώση τα συχαρίκια στον καπετάνιο.
Κατά τα ξημερώματα φύσηξε πουνέντες. Η θάλασσα της νοτιάς άρχισε
να πέφτη σιγά-σιγά. Έδωκε ο Θεός και τη σκαπουλάρησαν.
— Απ' του Χάρου τα δόντια, είπε ο λοστρόμος.
— Τώρα ν' αφήσουμε την «Αθηνά» και να πιάσωμε τον Μοναχάκη, είπε
ο Γερο-Φλώκος.
Τον πονούσε η ψυχή του. Έβαλε όλα τα γιατροσόφια του κάτω, μα του
κάκου. Τον Μοναχάκη τον έψηνε η θέρμη στο στρώμα. Οι πόνοι τον
έσφαζαν.
... Σε πέντε ημέρες, Κυριακή ημέρα, το απομεσήμερο ρίχνανε την
άγκυρα στην πατρίδα.
Στον καφενέ του Καπετάν-Πεφάνη το δειλινό πάντα μαζεμμένα τα
γεροντάκια. Τις Κυριακές δεν έλειπε κανένας. Ήταν και η μέρα του
βαποριού. Κάθε οκτώ και κάποτε κάθε δεκαπέντε έπιανε το βαπόρι του
Βώλου. Κατά τον καιρό. Κάποτε περνούσε και μήνας που δεν έβλεπαν
βαπόρι. Εκείνη την Κυριακή το περίμεναν χωρίς άλλο. Η θάλασσα ήταν
λάδι. Τα γεροντάκια απόξω από τον καφενέ, άλλοι στις πεζούλες,
άλλοι με τα σκαμνιά τους κύτταζαν το πέλαγο. Ο Καπετάν-Πεφάνης
από μέσα από τον καφενέ, ανεβασμένος σ' ένα σκαμνί άπλωνε τα
μπλάστρια να στεγνώσουν απάνω στους σπάγγους που είχε περασμένους
από τον ένα τοίχο στον άλλο. Άξαφνα δυο παιδιά πέρασαν τρεχάλα σαν
αστραπή ποιο να πρωτοφτάση κάτω στους καφενέδες.
— Το βαπόρι, το βαπόρι.
Ο Γέρο Μελιγκόνης, πρώτος πάντα να μάθη τα νέα και να διαβάση την
εφημερίδα, πετάχτηκε από το σκαμνί του.
— Να το, φάνηκε! Να ιδούμε τι νέα μας φέρνει ο «ατμός». Το βαπόρι
φάνηκε τώρα καθαρά στη μπούκα του λιμανιού. Ο κόσμος έτρεχε κάτω
στη σκάλα, οι βάρκες ξεκινούσαν γεμάτες μπαούλα και κοφίνια.
Ο Μελιγκόνης ξαφνιάστηκε.
— Κάτι τραβάει μαθές πίσω το βαπόρι. Ένα μπρίκι. Το σκαρί του
απαράλλαχτο το μπρίκι του Μοναχάκη.
— Αυτό είνε, δεν το βλέπεις μαθές; είπε ο Πεφάνης, αφού κρέμασε
και το τελευταίο μπλάστρι. Όλο κι' όλο.
Τάλλα γεροντάκια κύτταζαν μα δεν ξεχώριζαν.
— Αυτό είνε, είπε πάλι ο Πεφάνης. Θέλει και ρώτημα; Κάποια ζημία
θάπαθε. Δεν το βλέπεις πως είνε σαν καραβοτσακισμένο, γδαρμένο από
όλες τις μεριές, αγνώριστο. Η «Αθηνά» του Μοναχάκη.
Ο Γιαννιός ο Μελιγκόνης τα χρειάστηκε.
— Φέρε μας ένα ρούμι, Πεφάνη. Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται.
Το βαπόρι έστρηψε σιγά-σιγά, έλυσε το μπρίκι και σταθηκε στον
ατμό, σφυρίζοντας. Το μπρίκι τράβηξε ίσα κατά το μύλο, με το
δρόμο, που είχε, και βιάστηκε να ρίξη και τις δυο άγκυρες. Ένα
νερόχιονο άρχισε να πέφτη και με το βασίλεμμα το κρύο εσπούριζε. Ο
Μελιγκόνης τράβηξε το ρούμι του, έτριψε τα χέρια του δυνατά και
πετάχτηκε να φύγη.
— Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται.
Έκαμε να τραβήξη μπροστά και στάθηκε.
— Πεφάνη! Πεφάνη!
Και στάθηκε σα χαζός. Ο Πεφάνης πετάχτηκε από το μαγαζί. Τα
γεροντάκια τινάχτηκαν απάνω, ξαφνισμένα, απ' τη φωνή του
Μελιγκόνη. Στάθηκαν όλοι και κύτταζαν. Δεξιά στη σκάλα του
μπρικιού ήλθε η σκαμπαβία με δυο παιδιά.
Απάνω στη σκάλα ένα παράξενο πράμμα φάνηκε. Σαν άνθρωπος που
κρατούσε ένα μεγάλο μπόγο κόκκινο στην πλάτη του. Έπειτα ο
άνθρωπος αυτός — ξεχώριζε τώρα, ένα ψηλό, ξερακιανό γεροντάκι — με
τον κόκκινο μπόγο στην πλάτη, επιάστηκε με προσοχή από τα σχοινιά
της ανεμόσκαλας και άρχισε να
κατεβαίνη με κόπο. Από πάνω ήσαν άλλοι μαζεμμένοι. Ο ψηλός
άνθρωπος με τον μπόγο κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλιά και πάτησε
τη βάρκα. Ο κόκκινος μπόγος κουνήθηκε. Τώρα άρχιζε να ξεχωρίζη σαν
άνθρωπος. Φάνηκε το κεφάλι του, τα χέρια του, τα πόδια. Ένας
άνθρωπος, κουβαριασμένος, γαντζωμένος από το λαιμό του ψηλού
ανθρώπου, κουκκουλωμένος με μια κόκκινη τσέργα. Ο ναύτης, που ήταν
στη βάρκα, άφησε τα κουπιά, σήκωσε την τσέργα από τον άνθρωπο, που
ήταν καβάλλα, και την έστρωσε κάτω. Κατέβηκαν και οι άλλοι από
πάνω. Έπιασαν με προσοχή τον άνθρωπο, που ήταν κουβαριασμένος
απάνω στο λαιμό του ψηλού ανθρώπου, και τον ακούμπησαν στη βάρκα.
Τον κουκκούλωσαν με την τσέργα και κάθησαν σκυμμένοι από πάνω του.
Τα δυο παιδιά έπιασαν τα κουπιά, αβαράρησαν από το μπρίκι και
άρχισαν να λάμνουν. Η βάρκα ερχότανε κατά το μέρος του καφενέ.
Ο Μελιγκόνης, ο Πεφάνης και τα γεροντάκια κύτταζαν, ακούνητοι,
καρφωμένοι, αμίλητοι, τη βάρκα που ζύγωνε.
— Ο Μοναχάκης!
Φώναξε πρώτος ο Μελιγκόνης με πιασμένη φωνή.
— Ο Μοναχάκης! Το Μοναχάκη βγάζουν... Ο Μοναχάκης ανήμπορος!
Καλότυχε Μοναχάκη, τι κακό σου ήρθε;
Και σαλτάρησε στον άμμο. Η βάρκα είχε ζυγώσει. Έτρεξαν κ' οι άλλοι
από πίσω.
— Καλώς ωρίσατε! Τι τρέχει μαθές!
— Τον καπετάνιο έχουμε ανήμπορο... ακούστηκε μια φωνή από τη
βάρκα.
— Βαρειά; ρώτησε πάλι ο Μελιγκόνης.
— Δεν είνε τίποτα! αποκρίθηκε μασσημένα μια φωνή από τη βάρκα. Μη
σκιάζεσθε. Κρύωσε και πιάστηκαν τα πόδια του μαθές.
Ο Μελιγκόνης ησύχασε.
— Δόξα νάχη ο Θεός! Περαστικά ας είνε. Σας τράβηξε τα βαπόρι
μαθές; Τι πάθατε;
— Μας είχε καρφωμένους το καραντί όξω από την Αλόνησο. Σαν πέρασε
το βαπόρι, κάναμε σινιάλο και μας ζύγωσε. Είπαμε πως έχουμε
άρρωστο μέσα και μας τράβηξε.
Η βάρκα είχε ζυγώσει στην αμμουδιά. Την κάθησαν στην άμμο με την
πλώρη. Ο Γερο-Φλώκος έπιασε δυο μούδες τα βρακιά του και πήδησε
στο γιαλό, θαλασσωμένος ως τα γόνατα. Ο λοστρόμος με τους άλλους
ναύτες σήκωσαν σιγά-σιγά τον καπετάνιο και τον φόρτωσαν στον ώμο
του Γερο-Φλώκου, ρίχνοντας του απάνω την κόκκινη τσέργα. Ο
Μοναχάκης βογγούσε: «Αγάλια! αγάλια παιδιά! αγάλια και πονώ». Και
πιάστηκε από το λαιμό του ναύτη.
— Στο Κυρατσώ, καπετάνιο, να σε πάω στο Κυρατσώ την αδερφή σου,
πούνε σιμά το σπίτι.
— Κουράγιο, Μοναχάκη. Δεν έχεις τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση...
είπε ο Μελιγκόνης χλωμός σαν τη λαμπάδα· τον αγκάλιασε και τον
φίλησε.
— Δεν μπορώ, Γερο-Μελιγκόνη, με σφάζει. Ακουμπήστε με να
ξανασσάνω. Τα πόδια μου σα σκουριασμένα σίδερα τα νοιώθω.
Τον ακούμπησαν στην αμμουδιά, Ο Γερο-Φλώκος τον κρατούσε στην
αγκαλιά του, οι άλλοι από πάνω του. Το νερόχιονο έπεφτε.
— Κουράγιο, Μοναχάκη, δεν είνε τίποτε. Κρύο είνε, θα περάση.
Αντίκρυ, μέσα στη σκιά που άπλωνε στα νερά το βουνό του Προδρόμου,
η «Αθηνά» σάλευε παραπονετικά. Ο Μοναχάκης κουβαριασμένος απάνω
στην άμμο, μέσα στην αγκαλιά του Γερο-Φλώκου, μ' ένα ροχαλητό
που έβγαινε από το στήθος του, σήκωσε το κεφάλι του με κόπο και
κάρφωσε τα μάτια του μισοσβυσμένα απάνω στο μπρίκι. Το πρόσωπό του
ήταν σαν κερί, το στήθος του ανεβοκατέβαινε σ' ένα βουβό
αναφυλλητό. Έμεινε έτσι κάμποση ώρα, αγκαλιάζοντας με το μάτι την
«Αθηνά», που σάλευε, γερόντισσα ετοιμοθάνατη, μέσα στη σκιά, σαν
να ψυχομαχούσε.
— Να πάμε, Μοναχάκη, είπε ο Μελιγκόνης, θα κρυώσης.
— Άφησε τους, Μελιγκόνη, να τα πούνε. Άφησε τους να τα πούνε με
την «Αθηνά», είπε σιγαλά ο λοστρόμος. Έχουν ανοίξει κουβέντα,
μεγάλη κουβέντα. Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδή ο ένας τον άλλον!
Μεγάλη κουβέντα! Τι είπανε κανένας δεν άκουσε, μα ολωνών τα μάτια
είχαν βουρκώσει. Ύστερα ο Μοναχάκης πήρε μια βαθειά ανάσσα και
ρίχνοντας μια ύστερη ματιά αχόρταγη στην «Αθηνά»:
— Σχώρα με και Θεός σχωρέσοι! μουρμούρισε.
Η «Αθηνά» σάλεψε λυπητερά μέσα στο μούχρωμα, σαν ναπείκασε τα
λόγια του Μοναχάκη. Σάλεψε μ' ένα παράπονο ανθρωπινό.
Ο Γερο-Φλώκος πήρε πάλι στον ώμο τον καπετάνιο, αγάλια-αγάλια.
Τον Μελιγκόνη τον έπιασαν τα κλάματα. Λιγόψυχος πάντα ο Γιαννιός ο
Μελιγκόνης, τραβήχτηκε παράμερα και σκούπιζε τα μάτια του.
— Σαν παιδί κάνεις, καϋμένε Μελιγκόνη, του είπε ο Πεφάνης. Θέλεις
να σε ιδή ο Μοναχάκης, που τόνε κλαις ζωντανό μαθές;
— Δεν κλαίω, παιδί μου Πεφάνη. Δεν κλαίω. Έτσι με πήρε το
παράπονο. Είδα αντρόγυνα να χωρίζουν, και δεν έκλαψα. Μα τώρα δεν
ξέρω μαθές, Πεφάνη παιδί μου, δεν ξέρω, με πήρε το παράπονο...
Και άρχισε να κλαίη σαν το παιδί.
ΤΕΛΟΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη... Σελ. 3
Στον αφρό της θάλασσας..............28
Κρασοκατάνυξις......................45
Το άχτι της γενιάς μου..............55
Νυν απολύοις........................64
Τα σκυλιά...........................72
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται..............82
Ένας θάνατος........................94
Ο Τρακοσάρης.......................107
Το τέλος του Νικολάκη..............116
Σαν τα τρυγόνια ...................128
Αγγελικούλα .......................138
Αντρόγυνο..........................143
End of Project Gutenberg's Papa Parthenis' Legendary, by Pavlos Nirvanas