Ο αστυνόμος άκουγε βαρετά κι' ανόρεχτα, με συχνά χασμουρητά.

Καταλάβαινε πως η ανάκριση ήτανε για τον τύπο. Για έγκλημα ούτε

ιδέα! Νταραβέρια ο Καπετάν-Πρέκας δεν είχε με κανένα, κακό

άνθρωπου δεν είχε κάνει ποτές του και λίγοι μέσα στο νησί ήτανε

τόσο αγαπημένοι και καλοδεχούμενοι παντού σαν κι' αυτόν. Τι ήθελες

να γίνη λοιπόν; Καθώς ήτανε σκυφτός στο μώλο, απάνω στο αρμίδι

του, θα τον πήρε ο ύπνος, θάγυρε το κορμί του μπροστά και θάπεσε

στη θάλασσα. Ψυχή στο μώλο δεν ήτανε τέτοια ώρα. Κάτι άλλα

γεροντάκια που ψαρεύανε πάντα μαζί τον, του κάνανε παρέα κάμποση

ώρα κ' ύστερα φεύγανε. Αυτός πάντα έμενε τελευταίος, Αυτά τα ήξερε

όλο το νησί κι' απ' την ανάκριση, που έγινε, βεβαιωθήκατε. Έπεσε

λοιπόν στη θάλασσα. Ο μώλος ψηλός, ο Καπετάν-Πρέκας γέρος πια

κι' αδύναμος, πάλαιψε, μα δεν μπόρεσε να γλυτώση. Μπορεί να του

ήρθε και συγκοπή, όπως είπε ο γιατρός. Πήγε στον πάτο, ήπιε νερό,

φούσκωσε, ύστερα η θάλασσα τον πέταξε απάνω και το απόγειο της

νύχτας τον έσπρωξε κατά τη μπούκα του λιμανιού, που τον ψάρεψε η

βάρκα.

— Αυτά λοιπόν, παιδί μου... ξαναείπε ο αστυνόμος στην ψυχοπαίδα,

που την είχανε πάρει τώρα τα κλάματα και σκούπιζε τα μάτια της με

την ποδιά της.

— Αυτά, κυρ-αστυνόμε! Κακός άνθρωπος δεν μπορώ να το πω πως

ήτανε ο αφέντης. Θα με κολάση ο Θεός! Κι' απ' τον καιρό που

ταξίδευε, όλα τα καλά του κόσμου τάφερνε στην ψυχομάννα μου. Και

στολίδια και διαμαντικά και τζοβαΐρια! Γεμάτο το σπίτι απ' τα καλά

του Θεού. Και τώρα τίποτε δεν μας απόλειψε. Πάντα τα χέρια του

γεμάτα. Τον ψυχρό το λόγο δεν τον ακούσαμε ποτές απ' το στόμα του.

Έτσι μοναχά, που έπεφτε βαρύς, πώς να το πω; αμίλητος... Αυτό

ήτανε και το παράπονο της μακαρίτισσας. Βαρυγκομούσε, βλέπεις, η

γυναίκα, κυρ-αστυνόμε. Έλεγε πως δεν την αγαπάει, πως δεν την

πονεί, μαθές, όπως αγαπάνε και πονούνε οι άλλοι άντροι τις

γυναίκες τους. Θεός σχωρές' τον, μα...

Η γλώσσα του θηλυκού είχε πάρει δρόμο κ' έκοβε κ' έρραβε. Ο

αστυνόμος την αντίσκοψε.

— Καλά, παιδί μου! Αυτά δεν μας ενδιαφέρουνε. Φτάνει Σύρε στο

καλό...

Και γυρίζοντας κατά τον γραμματικό, πούγραφε, του είπε:

— Περί αυτοκτονίας, ούτε ιδέα! Τι λες κ' εσύ;

— Σύμφωνος! είπε ο γραμματικός.

Και οι ανθρώποι της Εξουσίας, ευχαριστημένοι απ' τη δουλειά τους

και ήσυχοι, πως οι σκοτούρες τους τελείωναν ως εδώ, κλείσανε τα

χαρτιά τους, με χασμουρητά, και σηκώθηκαν να κατεβούνε στον

καφενέ.

Μα και κανένας δεν πολυσκοτίσθηκε να μάθη το πώς και το γιατί

πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας. Λεφτά δεν είχε, ούτε κληρονόμους για

να σκαλίσουν τη δουλειά, να βάλουν υποψίες με το νου τους και να

μαλλιοτραβηχθούν γύρω απ' τον ξαφνικό θάνατό του. Και μια φορά που

η Αστυνομία, που τα ξεψαχνίζει όλα και βγάζει την αλήθεια μέσ' απ'

το πηγάδι, είπε καθαρά και ξάστερα, πως ό,τι γίνηκε, γίνηκε από

κακή ώρα, έλειψε και η περιέργεια του κόσμου και μαζί με τον τάφο

του Καπετάν-Πρέκα κλείσανε και τα στόματα των γυναικών στις

γειτονιές και τους αυλόγυρους.

Αν ήτανε νέος, παλληκάρι, ο Καπετάν-Πρέκας, θα μπορούσε να πη

κανένας πως ο ξαφνικός του θάνατος, τρεις μέρες ύστερ' απ' το

θάνατο της γυναίκας του, δεν ήτανε, που λέει ο λόγος, από Θεού.

Ποιος ξέρει! Είνε κι' αντρόγυνα που μοιάζουνε σαν τα τρυγόνια...

— Όμως στον καιρό μας, — όπως έλεγε κ' η Σουρούταινα ο Φιλόσοφος,

η γρηά η κλησάρισσα του Άη-Παντελεήμονα, φιλόσοφος παρανόμι και

πράμμα, — στον καιρό μας, παιδί μου, τέτοια πράμματα δεν γίνονται

πια. Οι χηρευάμενοι, παιδί μου, τώρα πούγινε άσπρος ο Χάρος,

παχαίνουν και φουσκώνουν, σαν τα καπόνια, κ' οι χήρες, όταν

έρχωνται στην εκκλησιά για τα σαράντα, έχουνε διπλά προγούλια. Στα

κόλυβα του χρόνου πια, μην τα ρωτάς, παιδί μου! Τύφλα νάχουνε όλα

τα μαντζούνια κι' όλα τα κουκουνάρια του κόσμου, μπροστά στη θλίψι

της χηρείας. Μονάχα οι μαννάδες απομείνανε, συφορά τους! να κλαίνε

τα πεθαμμένα τους παιδιά...

Όσο για τον Καπετάν-Πρέκα ούτε λόγος να γίνεται. Γέρος άνθρωπος,

ένα σάψαλο εκεί, σαράντα χρόνια παντρεμμένος, αυτό τούλειπε. Να

πάη ν' ανταμώση την τρυγόνα του!

— Άλλα δέκα, άλλα είκοσι χρόνια θα ζούσε ο μακαρίτης, έλεγε η

Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, αν δεν τουρχότανε το ξαφνικό. Ακούστε,

που σας λέω! Απ' όσα του ήτανε γραφτό να ζήση, άλλα τόσα! Μα ο

Χάρος που του μαγείρεψε το μαντζούνι, του το πήρε, βλέπεις, απ' το

στόμα του. Δεν αξιώθηκε να χαρή το μαύρο πουκάμισο ο παληόγερος.

Θεέ μου, συχώρεσέ μου...

Ωστόσο ο Καπετάν-Πρέκας θάφτηκε δίπλα στη γρηά του, κι' αν δεν

μοιράστηκε μαζί της το υστερνό κρεββάτι, μοιράστηκε τον ήσκιο ενός

γέρικου πεύκου.

— Κρίμα! είχε πει η γρηά Σουρούταινα ο Φιλόσοφος, που δεν ήτανε

βολετό ν' ανοίξουνε το λάκκο της γρηάς του και να της τον βάλουνε

στην αγκαλιά της. Να κοιμηθούνε σαν τα τρυγονάκια, τα πουλάκια

μου!...

— Λοιπόν! νακούσης αυτό που σου λέω εγώ. Ο Καπετάν Πρέκας δεν

πήγε από το θέλημα του Θεού. Σκοτώθηκε μοναχός του!

Και κτυπούσε τη γροθιά του απάνω στο τραπέζι του μαγαζιού ο

Γιάννης ο Μακαρίτης. Το «Μακαρίτης» ήτανε παρατσούκλι, που τούχε

κολλήσει από χρόνια του Γιάννη του Σκαρπαλέντζου. Κανένας δεν τον

γνώριζε πια με ταληθινό του τόνομα. Ο Γιάννης ο Καλαφάτης κι' ο

Γιάννης ο Μακαρίτης! Έτσι τον ξέρανε. Μα καλαφάτηδες με το ίδιο

τόνομα ήτανε κι' άλλοι. Για να τον βρης έπρεπε να γυρέψης τον

Γιάννη τον Μακαρίτη. Να πούμε την αλήθεια, δεν τούμοιαζε καθόλου

για μακαρίτης. Ολοστρόγγυλος, καλοθρεμμένος, ροδοκόκκινος, με κάτι

μάτια γεμάτα φωτιά και πονηρία ήτανε ζωντανός απ' τους πιο

ζωντανούς. Μα είχε ένα παράξενο κουσούρι Δεν έδινε μια πεντάρα για

τον άλλον άνθρωπο, ούτε τον έπαιρνε ποτέ στο στόμα του, όσο ήτανε

ζωντανός. Ούτε καλό, ούτε κακό είπε ποτέ του για κανέναν. Ό,τι και

να γινότανε στο νησί, ότι και νάκανε άντρας ή γυναίκα, ήτανε καλά

καμωμένο. «Τι να σου κάνη ο άνθρωπος; Έτσι ήτανε...» κ' έκοβε την

κουβέντα. Απ' τη στιγμή όμως πούκλεινε κανένας τα μάτια του,

γινότανε δικός του· Έλεγες πως βαστούσε ανοιχτά δεφτέρια για κάθε

μακαρίτη, κι' άμα τον έβλεπες σε παρέα, ήτανε σίγουρο πως μοίραζε

κόλυβα. Εκεί που καθότανε ο Γιάννης ο Μακαρίτης, για ζωντανό

κουβέντα δε στηνότανε ποτές κι' όποιος ήθελε να μάθη για τα

πεθαμμένα του, ας έπαιρνε σκαμνί να κάτση.

Λοιπόν! αυτό που σου λέω εγώ...

Και ξαναχτύπησε τη γροθιά του, κάνοντας να ξεχειλίση μια κανάτα,

γεμάτη μπρούσκο κρασί, απιθωμένη καταμεσής του τραπεζιού.

— Εβίβα! του είπε ο Ρήγας του Μαθιού, ένας βαρελτζής απ' την

Κούμη, που τον συντρόφευε. Και σήκωσε το ποτήρι του.

— Γιατί τάχα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης. Σου φαίνεται παράξενο

τάχα;

— Βρε βάλε να πιούμε, ξαναείπε ο Ρήγας του Μαθιού. Λόγια σαπέρα

θα λέμε τώρα;

Και χτύπησε το αδειανό του ποτήρι στο τραπέζι, σκουπίζοντας με το

ζερβί του τα δασά του μουστάκια.

— Καλά, Μαστρο-Ρήγα! έκανε πειραγμένος ο Γιάννης. Με

συμπαθάς... Σα με πήρες για παλαβό, που δεν ξέρω τι λέω...

Ο Ρήγας του Μαθιού χαμογέλασε πρόσχαρα.

— Σαν το θέλης, μωρέ μάτια μου, έτσι είναι. Μήπως είπα το

ενάντιο; Θα κακοκαρδίσωμε τώρα για το μακαρίτη τον Πρέκα; Σα

βαρέθηκε τη ζωή του και πήρε βουτιά στο μώλο, λογαριασμός δικός

του! Ας δώση λόγο εκεί που βρίσκεται. Μετρημένα μονάχα τα λόγια

σου, να μην πάνε σταυτιά της Εξουσίας και σε σέρνουνε στην

Ανάκρισι...

— Την Εξουσία να την απαυτώσω, μουρμούρισε ο Γιάννης, με

συμπάθειο! Η Εξουσία δε βλέπει παραπέρα απ' τη μύτη της...Αν

έβλεπε, θα καταλάβαινε πως ο Καπετάν-Πρέκας πνίγηκε από αγάπη.

Μάλιστα! Λοιπόν σου λέω εγώ και να μ' ακούσης, πως ο Καπετάν-

Πρέκας δεν μπορούσε να βαστάξη τον καϋμό της γρηάς του. Από αγάπη

πνίγηκε ο Καπετάν-Πρέκας!

Ο Ρήγας του Μαθιού έμπηξε τα γέλια.

— Σου το μήνυσε; είπε.

Ο Γιάννης ο Μακαρίτης πετάχθηκε απάνω θυμωμένος, έβαλε το χέρι του

στην τσέπη του και τράβηξε ένα μικρό πραμματάκι από μέσα.

— Το βλέπεις αυτό;

— Ένα δαχτυλίδι.

— Το δαχτυλίδι του Καπετάν-Πρέκα. Τι λες τώρα;

— Πώς βρέθηκε στα χέρια σου;

— Δική μου δουλειά. Το βρήκα στο μώλο...

— Γιατί δεν τώδωκες στην Εξουσία;

— Την Εξουσία σου είπα την έχω απαυτώσει. Το δαχτυλίδι θα πάη

στην εικόνα, που μου παράγγειλε.

Ο Ρήγας του Μαθιού τον κύτταξε τώρα στα μάτια σα χαζός.

— Τώξερες λοιπόν, θεοσκοτωμένε;

— Δεν ήξερα τίποτε, που να ξεραθώ! Εκείνο το βράδυ τον αντάμωσα

που τραβούσε κατά το μώλο. «Άκου, συμπέθερε! μου λέει Πάρε τούτο

το δαχτυλίδι. Εμένα τα δάχτυλά μου φυράνανε κ' εκεί που ψαρεύω με

παίρνει καμμιά φορά ο ύπνος και θα μου πέση στο γιαλό. Φύλαξε το

και μου το δίνεις ταχειά». Μούδωκε το δαχτυλίδι και με

καλονύχτησε. Σε λίγο κοντοστάθηκε: «Άκου, συμπέθερε! Τι να το κάνω

τώρα το δαχτυλίδι, σαν έχασα τον άνθρωπό μου; Αν περάσης από

καμμιά εκκλησία, κρέμασε το της Παναγιάς, για το συχώριο της

Μαριγώς...» Και ως που να καταλάβω, κατηφόρισε βιαστικά. Έκανα να

του μιλήσω, μα δε στάθηκε ν' ακούση... είχε σκυμμένο το κεφάλι του

και κατηφόριζε σαν να τον κυνηγούσαν.

— Τι λες, βρε παιδί; έκανε ο Ρήγας του Μαθιού, σκυμμένος απάνω

στο δαχτυλίδι, τριμμένο απ' την πολυκαιρία και φτενό-φτενό σα

χαλκαδάκι.

— Πιστεύεις τώρα; είπε ο Γιάννης ο Μακαρίτης.

Ο Ρήγας του Μαθιού έκανε το σταυρό του.

— Όλα γίνονται στον κόσμο, Γιάννη παιδί μου. Τι να πω κ' εγώ;...

Θα πιούμε άλλο;

Ο Γιάννης ο Μακαρίτης έσπρωξε το ποτήρι από μπροστά του.

— Δε θέλω πια. Πάω να κοιμηθώ. Θαρθής μαζί; Πήρε το δαχτυλίδι, το

τύλιξε σ' ένα παληόχαρτο και τώχωσε στην τσέπη του. Σηκωθήκανε κ'

οι δυο μαζί και πήραν τον ανήφορο, τρεκλίζοντας μέσα στα σκοτάδια.

ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΛΑ

Ο Πέτρος Βάγιας πέθανε τα ξημερώματα, μέσα στο μικρό του μαγαζάκι,

πριν προφθάση να ξαναϊδή τον Ήλιο και την Αγάπη του. Μα ούτε ο

Ήλιος, ούτε η Αγάπη του πολυσκοτίστηκαν για το θάνατό του. Ο Ήλιος

πρόβαλε πρόσχαρος στο βουνό κ' η αγάπη του στο παραθύρι Μονάχα

ένας γαλατάς, μ' ένα τουλούμι φορτωμένο σ' ένα γάιδαρο, έρριξε μια

ματιά μέσα και τράβηξε βιαστικά το δρόμο του.

— Δυο μέρες αλισβερίσι! είπε. Παραβιάστηκε να πεθάνη ο

χριστιανός.

Ως το βράδυ, το βασίλεμμα, απ' το λεβέντικο κορμί και τη χαρούμενη

καρδιά του Πέτρου δεν είχε απομείνει άλλο μέσα στο μαγαζάκι παρά

ένα όνομα κ' ένας καϋμός.

Μέσ' απ' τις κλειστές πόρτες του μαγαζιού, πίσω στο μικρό

περιβολάκι, κάτω απ' τη φουντωτή λεύκα, τρεις χαροκόποι κι' ο

παραγυιός του Πέτρου κάνανε την &παρηγοριά&. Ήτανε η τακτική παρέα

του μακαρίτη. Μονάχα γι' αυτούς άνοιξε σήμερα η κάνουλα κι' άναψε

το τετράγωνο φανάρι, κρεμασμένο από ένα κλαδί της λεύκας. Το

σκαμνί του Πέτρου μονάχα ήτανε αδειανό απόψε κ' ένα ποτήρι γεμάτο

στη θέσι του.

— Ψεύτικος κόσμος, π' ανάθεμά τον! είπε ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης

ο μαραγκός.

— Ό,τι φάη κι' ό,τι πιή κανένας... αναστέναξε ο Θανάσης ο Βιόλας

ο παπλωματάς, σκύβοντας τολοστρόγγυλο κεφάλι του απάνω στην

ολοστρόγγυλλη κοιλιά του.

— Κι' ό,τι αγαπήση! είπε με ψιλή φωνούλα ο Μαθιός ο γυρολόγος,

τραγουδιστής με τόνομα και μερακλής ακουσμένος.

Ο παραγυιός ο Ευθύμης, ένα παιδί δεκάξη χρονών, σήκωσε την ποδιά

του και σκούπισε τα μάτια του.

Η φουντωτή η λεύκα, ακούνητη μες στην απανεμιά, δε σάλεβε ένα

φύλλο της απόψε. Η πυκνή της φυλλωσιά, κατάμαυρη σαν πίσσα,

απλωνότανε σα μαύρο σύννεφο απάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων,

βουρκωμένο σύννεφο έτοιμο να κλάψη. Την είχε φυτέψει με τα χέρια

του ο μακαρίτης και την καμάρωνε σαν παιδί του. Ένα τοσοδά

δεντράκι και σε λίγα χρόνια φούντωσε και θέριεψε κι' αγκάλιασε τον

αέρα και γέμισε πουλιά και τραγούδια και άπλωσε ήσκιους και

δροσιές.

— Λεβέντικο δέντρο!... έλεγε ο Πέτρος ο Βάγιας, σα γύριζε τα

μάτια και την καμάρωνε. Λες και δυνάμωσαν τα σωθικά του απ' το

ξανθό πιοτό, που το στραγγούν στις ρίζες του οι μερακλήδες. Και

τώρα λες πως το τραβάει η καρδιά του. Σαν νοιώση τη δροσιά του μες

στη ρίζα του, αναγαλλιάζει η φυλλωσιά του και τα κλαδιά του

γλυκοσαλεύουνε και γλυκοτραγουδούνε. Μερακλίδικο δέντρο, μα την

πίστι μου! Μόνο φωνή που δεν έχει να σου μιλήση σαν άνθρωπος.

Ο Μαθιός ο γυρολόγος σήκωσε, το γεμάτο ποτήρι, που ήτανε στη θέσι

του μακαρίτη, και το άδειασε στη ρίζα του δέντρου.

— Έτσι συνήθιζε να το κάνη ο καϋμένος ο Πέτρος, είπε. Ας

ευχαριστηθή η ψυχή του εκεί που βρίσκεται.

Οι άλλοι χαμογελάσανε πικρά.

— Παράξενο σου φαίνεται; ξαναείπε ο Μαθιός. Άνθρωπος και δέντρο

ένα πράμμα είνε. Όπως συνηθίση κανένας. Άλλα δέντρα διψάνε το νερό

και τούτο διψάει το κρασί.

— Αλλοίμονο! είπε ο Θανάσης ο Βιόλας. Ο άνθρωπος πάει και τούτο

μένει Ποιος το ξέρει; Όλοι μας θα πάμε και τούτο θα βρίσκεται

ακόμα. Θα ψηλώνη και θα θεριέβη. Άλλοι θαρθούν να πιούνε κι' άλλοι

να τραγουδηθούνε στον ήσκιο του.

Τσουγκρίσανε τα ποτήρια: «Θεός σχωρέσ' τονε!»

— Έννοια σου και τίποτε δε θα μείνη σε τούτον τον κόσμο! είπε

σιγά και θλιβερά ο Γιαννιός ο Τελεπετέρης. Έχουνε και τα δέντρα τη

μοίρα τους. Άλλα το τσεκούρι, κι' άλλα ταστροπελέκι, κι' άλλα το

σκουλήκι στη ρίζα. Αυτό είνε το χειρότερο. Ο κρυφός καϋμός...

— Αυτός τον έφαγε και το μακαρίτη! αναστέναξε ο Μαθιός. Το

σκουλήκι στην καρδιά.

— Την αγαπούσε το λοιπόν με τα σωστά του; ρώτησε ο Θανάσης. Εγώ

έλεγα πως χωράτευε.

— Γυρεύεις τώρα; είπε ο Γιαννιός. Εκεί που βρίσκεται, κι αν την

αγαπούσε τηνέ ξέχασε.

Πώς το λες αυτό; είπε ο Μαθιός χτυπώντας το ποτήρι του στο τραπέζι

Ξέρεις τι γίνεται μαθές στον άλλον κόσμο; Γύρισε κανένας και

σούφερε τα μαντάτα!

— Ωχ! καϋμένε! μουρμούρισε ο Γιαννιός. Είσαι μικρός ακόμα και δεν

ξέρεις τον κόσμο. Εδώ ξεχνάνε οι ζωντανοί και τους πεθαμμένους

γυρεύεις; Δε στρήβεις το καντούνι να τηνέ ιδής! Στο παραθύρι

κάθεται και... «μήλο καθαρίζει», που λέει και το τραγούδι.

Ο Μαθιός σήκωσε το ποτήρι του και τάδειασε ως τον πάτο. Ήτανε σαν

αλαφιασμένος.

— Και τι με τούτο; είπε. Είσαι του λόγου σου μέσα στην καρδιά του

κοριτσιού; Πού το ξέρεις κι' αν τον αγαπούσε; Κι' αν δεν τον

αγαπούσε ήθελες να τονέ κλαίη τώρα;

— Συχώρα με, ματάκια μου, είπε πάλι ο Γιαννιός χαμογελώντας κάτω

απ' το μουστάκι του. Σαν είνε έτσι το πράμμα παίρνω πίσω το λόγο

μου. Ο Θεός μονάχα να σου χαρίζη ζωή, να μη σε κλάψη του λόγου

σου.

Ο Θανάσης ο Βιόλας, που καθότανε σκυφτός, μετρώντας τους κόμπους

του κομπολογιού του, σήκωσε άξαφνα το κεφάλι του και χαμογέλασε.

— Τι θέλεις να μας πης, Γιαννιό; είπε. Μην τύχη κι' αγαπάη το

Μαθιό το κορίτσι; Κάτι θα ξέρης του λόγου σου.

Ο Μαθιός κοκκίνησε ως ταυτιά.

— Δεν ξέρω ποιον αγαπάει! είπε. Την καρδιά της την ορίζει ν'

αγαπήση όποιονε της αρέσει. Κανενός δεν πέφτει λόγος.

— Δεν ταφίνετε αυτά τώρα; είπε ο Θανάσης. Αλλοί σ' αυτόν που

χάθηκε.

Πήρε την κανάτα και γέμισε τα ποτήρια. Τσουγκρίσανε πάλι.

— Θεός σχωρέσ' τονε!

Πίνανε κάμποσην ώραν αμίλητοι. Πού και πού ένα τραγουδάκι ανέβαινε

ως τα χείλια κανενός και ξεψυχούσε. Δεν ήτανε ημέρα σήμερα για

τραγούδια. Πού και πού κανένας λόγος ξεπετούσε μ' έναν

αναστεναγμό,

— Ψεύτικος κόσμος! Ας τονε να πάη να χαθή.

Ο Μαθιός έβραζε απομέσα του. Στριφογύριζε, αναστέναζε,

χασμουριότανε. Τον είχε πιάσει το μεράκι. Ήθελε να τραγουδήση, να

ξεφωνήση, να βγάλη μια φωνή που να φτάση ως τάστρα. Έλεγες πως τον

έπνιγε το τραγούδι στο λαιμό. Άξαφνα έμπηξε μια φωνή. Οι άλλοι

ξαφνιστήκανε: «Μακαρία η οδός η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι

τόπος αναπαύσεως».

Η φωνή του τρεμουλιαστή, διάφανη, κρουσταλλένια, γέμισε τη νύχτα

με μια γλύκαν ασύγκριτη. Έκρυβε τέτοιο παράπονο μέσα της, που

μπορούσε να ραγίση και τα λιθάρια. Ολονών τα μάτια βουρκώσανε.

— Έτσι ντε! Ψαλτικά μάλιστα, είπε ο Θανάσης. Ναναγαλλιάση κ' η

ψυχή του μακαρίτη, εκεί που βρίσκεται.

Ο Μαθιός αναστέναξε. Ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι του και

κυττάζοντας κατά τον ουρανό με τα μεγάλα, λιγωμένα μάτια του,

ξανάρχισε με μια φωνή πιο τρεμουλιαστή τώρα, μια φωνή παθιάρα, με

κάτι παραπονετικά παιγνίδια, σα λάλημ' αηδονιού. «Πάντα τέφρα,

πάντα κόνις, πάντα σποδός. Πάντα σκιάς ασθενέστερα. Πάντα ονείρου

απατηλότερα».

Γυρίσανε όλοι και τονέ κύτταξαν με μάτια βουρκωμένα. Όταν

σταμάτησε λίγο κι' αναστέναξε βαθειά, κανένας δεν έβγαλε

τσιμουδιά. Κρατούσανε την αναπνοή τους.

Ο Μαθιός πήρε μια βαθειά ανάσσα και ξαναείπε το τροπάρι. Ποτέ η

φωνή του δεν είχε πάρει τέτοια γλύκα σαν και σήμερα. «...Πάντα

ονείρου απατηλότερα».

Σαν έσβυσε αλαφρά μέσα στη σιγαλιά η τελευταία του νότα, τα δάκρυα

τρέχανε ποτάμι απ' τα μάτια του. Σκούπισε τα δάκρυά του με την

απαλάμη και, σα μεθυσμένος απ' το μεράκι του, σήκωσε πάλι μια φωνή

γλυκειά και κρουσταλλένια:

«Ωχ! Αγγελικούλα μου!»

Όλοι κλαίγανε τώρα. Γιατί κλαίγανε κι' αυτοί δεν το ξέρανε. Το

μεγάλο τετράγωνο φανάρι είχε σβύσει ανάμεσα στα κλαδιά. Και το

φουντωτό δεντράκι, που τώχε φυτέψει ο Πέτρος ο Βάγιας με τα χέρια

του, απλωνότανε τώρα σα μαύρο, βουρκωμένο σύννεφο απάνω απ' τα

κεφάλια των χαροκόπων.

ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ

Δώδεκα παιδιά είχε αποκτήσει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο

Κουμιώτης, με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το Μοσχαδώ· έξη

αρσενικά και έξη κορίτσια. Υστερνός από όλους ο Μοναχάκης. Ο

Μοναχάκης ο μικρός, ο χαδούλης, με τόνομα. Ιδιος κι' απαράλλακτος

ο πατέρας του. Είπε και τον έκανε.

— Τούτο είνε το δικό μου παιδί, έλεγε ο γέρος, χωρατεύοντας

κάποτε τις καλές μέρες, που μαζεύονταν όλοι αρσενικοί και θηλυκοί,

ένα τσούρμο παιδιά και αγγόνια, στο σπίτι του Μαστρο-Αποστόλη.

Κανένας σας μαθές δε μούμοιασε ούτε στη λεβεντιά, ούτε στη γνώμη.

Μοναχάκης και πάλε Μοναχάκης. Καλόγνωμος και στοχαστικός σαν τον

πατέρα του. Τα λόγια του μετρημένα σαν κορίτσι! Τα μάτια σκυμμένα.

Ένα λόγο να του πης κοκκινίζει και γίνεται παπαρούνα.

Και τον χάιδευε στον ώμο. Ο Μοναχάκης κοκκίνιζε, έσκυβε τα μάτια.

Ο γέρος αναστέναζε. Τάφερνε γύρω για να θυμηθή πάντα τη

μακαρίτισσα τη γυναίκα του.

— Έτσι ήμουνα κ' εγώ παιδί. Όταν έδωκε ο Θεός και πήρα τη

μακαρίτισσα τη μάννα σας, ντρεπόμουνα να της μιλήσω. Θεός σχωρέσ'

την, μέρα που είνε! Τριάντα χρόνια ζήσαμε μαζί, μονιασμένοι και

αγαπημένοι· ψυχρό λόγο δεν άκουσε ο ένας από τον άλλον. Το Μοσχαδώ

απάνω, το Μοσχαδώ κάτω. Κ' εκείνη τον Αποστόλη της. Άλλος από τον

Αποστόλη δεν ήταν στον κόσμο. Μια μέρα να μη την έβλεπα, έχανα τον

κόσμο. Ο Θεός μας έδωκε με το τσουβάλι τα παιδιά. Γέμισε το σπίτι

παιδιά. Το Μοσχαδώ τίποτε! Πρώτα ο Αποστόλης κ' ύστερα όλα τα

παιδιά. Κ' εγώ πάντα κοντά της. Τη δουλειά μου στο σπίτι την είχα.

Στον αυλόγυρο όλη την ημέρα. Τα βαρέλια εκεί, οι ντούγες, τα

τσέρκια, τα σύνεργα όλα στον αυλόγυρο. Ντακ και ντουκ όλη την

ημέρα. Δεν περνούσε ώρα να μην έρθη το Μοσχαδώ κοντά μου. Όλο και

κάτι εύρισκε να με ρωτήση. Πότε για τα παιδιά, πότε για το φαΐ,

πότε για το ένα, πότε για το άλλο. Εγώ το καταλάβαινα. «Μοσχαδώ,

σου το είπα, στιγμή δεν μπορείς να κάνης χωρίς εμένα». Κ' εκείνη

θύμωνε μαθές, Θεός σχωρέσ' την, μέρα που είνε και μούλεγε: «Την

όρεξί σου έχω...» κ' έφευγε τάχα κακιωμένη. Και πάλι να σου την!

Όταν τελείωνα τη δουλειά, με λυπότανε κάποτε και μούλεγε: «Δεν πας

και συ μαθές, Αποστόλη, στον καφενέ, να ξεσεκλετισθής, να πάρης

τον αέρα σου. Σε βαρέθηκα να σε βλέπω...» Στον καφενέ! Τι να κάνω

στον καφενέ; «Στα καρφιά κάθεται ο Αποστόλης, μου λέγανε στον

καφενέ. Άιντε πήγαινε, Αποστόλη, να μη σε δείρη η γυναίκα σου!...»

Καλότυχοι, τόσο ήξεραν, τόσο έλεγαν... Πάνε κείνα τα χρόνια. Μου

την πήρε ο Θεός, δόξα νάχη τόνομά του. Από τότε δεν είμαι στον

κόσμο τούτο· είμαι από τον άλλον κόσμο. Ζωντανός και πεθαμμένος.

Εγώ σας το είπα, παιδιά μου, σαν πάω ν' ανταμώσω το Μοσχαδώ, χαρά

να τώχετε, κανένας να μη με κλάψη. Κόκκινα ναντυθήτε...

Και τον έπαιρναν τα κλάματα το γέρο. Τα παιδιά του αγρίευαν:

— Μέρα που είνε, πάλε τα κλάματα άρχισες, πατέρα; Είνε γρουσουζιά

μαθές τέτοια μέρα.

— Συμπαθάτε με, παιδιά μου, δεν το θέλω κ' εγώ, έλεγε ο γέρος. Μα

έτσι, σαν κουβεντιάζω για τη μάννα σας, θαρρώ πως την έχομε μαζί

μας στο τραπέζι, μέρα που είνε.

Και γύριζε πάλε στον Μοναχάκη, σκουπίζοντας τα μάτια του.

— Να, τούτος, μούμοιασε, ο Μοναχάκης. Ιδιος κι' απαράλλακτος.

Καλόγνωμος και πονετικός σαν κ' εμένα. Χαρά στη γυναίκα που θα τον

πάρη. Όπως έζησα εγώ με τη μακαρίτισσα τη μάννα σας, άμποτε να

ζήση κι' αυτός. Μονοιασμένα κι' αγαπημένα. Ο Θεός μόνο να μη του

δώση το κακά που είδανε τα μάτια μου. Μαζί να ζήσουν και μαζί να

πεθάνουν, να μην ιδούνε χωρισμό τα μάτια τους.

Ο Μοναχάκης κατέβαζε τα μάτια του.

— Δεν παντρεύομαι εγώ, πατέρα. Εγώ θα γηροκομήσω με το Κυρατσώ.

Τώχομε ειπωμένα.

Το Κυρατσώ, η μεγαλύτερή του αδελφή, χηρεμμένη από χρόνια, που τον

είχε αναστήσει στα χέρια της, τον χάιδευε στην πλάτη.

— Μαζί Μοναχάκη, μαζί θα γηροκομήσωμε.

Όταν έφυγε ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης ν' ανταμώση τη

μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το κομπόδεμα τάφησε στον Μοναχάκη.

«Ό,τι έχω και δεν έχω για το Μοναχάκη είνε. Τάλλα τα παιδιά πήραν

το δικό τους». Ο Μοναχάκης σαν πήρε το κομπόδεμα, κάμποσα

κολονάτα, ξεμπαρκάρησε από τη μπομπάρδα του γαμπρού του, που ήταν

τσαρμαρισμένος, λοστρόμος άξιος με τόνομα, κ' ένα πρωί μπαρκάρησε

για τη Σκιάθο.

— Αφίνομε υγεία, είπε στο Κυρατσώ, την αδελφή του. Άλλαξα γνώμη.

Πάω στο Σκιάθο να παντρευτώ.

Το Κυρατσώ ξαφνίστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβη. Στη Σκιάθο! Γιατί

μαθές στη Σκιάθο; Χαθήκανε τα κορίτσια στη Σκόπελο;

— Δεν έχομε μαθές, Μοναχάκη, κορίτσια στο Σκόπελο; Οι

Σκιαθίτισσες πλιο σου πήρανε την καρδιά σου;

Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.

— Καλό και άξιο το Σκόπελο και τα κορίτσια του. Μα το ταίρι που

θέλει ο Μοναχάκης δε βρίσκεται στο Σκόπελο.

Σα βγήκε στη Σκιάθο ο Μοναχάκης, η καρδιά του λαχτάρησε. Κάτω στο

καρνάγιο καμαρωτό και περήφανο, έτοιμο να πέση στη θάλασσα, με την

αρματωσιά του λεβέντικη, στεκότανε απάνω στα σκαριά, ένα καινούριο

μπρίκι. Έλεγες πως ζητούσε να ξεφύγη μόνο του από τα σκαριά, να

γλυστρήση στο γιαλό και να σχίση τη θάλασσα. Η καρδιά του Μοναχάκη

λαχτάρησε.

— Νάχω την ευχή του πατέρα μου! Να την η νύφη που μου πρέπει.

Καλή και μπιστεμμένη, άξια και ώμορφη.

Μια και δυο κίνησε και πήγε στο σπίτι της Μαχούλας της αδελφής

του. Ο γαμπρός του, ο πρώτος μάστορης στη Σκιάθο. Ο Μαστρο-

Γιαλής με τόνομα. Τα καλύτερα καράβια της Σκιάθος από τα χέρια του

περάσανε — ο Μαστρο-Γιαλής με τα χρυσά τα χέρια. Η δόξα του στα

πέλαγα τριγύριζε. Όταν λέγανε οι μαρνέροι, αγναντεύοντας στο

πέλαγο, «σκιαθίτικο καράβι», κολλούσανε τα χείλια τους. Μαστρο-

Γιαλής και πάλε Μαστρο-Γιαλής. Άλλος μάστορης σαν αυτόν δε

στάθηκε. Χρυσά χέρια. Άνθρωπο μονάχα δεν μπορούσε να σκαρώση με τα

χέρια του. Ο Μοναχάκης μια και δυο στην αδελφή του. Τους βρήκε που

τρώγανε ψωμί. Δεν ξέρανε τι να του κάνουν. Ο Μοναχάκης ο

χαϊδεμμένος, ο Μοναχάκης «ο μικρός», όπως τον έλεγαν, ο Μοναχάκης

ο καλόγνωμος! Θυσία τα πάντα για τον Μοναχάκη. Σα φάγανε και

ήπιανε, ο Μοναχάκης στριφογύρισε μια το κομπολόι στον αέρα.

— Κάτι θα σου πω, Γιαλή, είπε.

— Ό,τι θέλεις, Μοναχάκη. Χατήρι δικό σου δε χαλάει.

— Το μπρίκι πούχεις στα σκαριά κάθισε στην καρδιά μου.

— Το καμαρώνω εγώ που τώκανα, είπε ο Γιαλής. Πετυχημένο καράβι

Όλα δεξιά μου ήρθανε σε τούτο το καράβι Δε βαρυγκώμησα μια στιγμή

απάνω του. Ο κερεστές του τεφαρίκι· τα ξάρτια του βασιλικά· τα

καρφιά του μαλαματένια. Λες και χλιμιντράει σαν το άτι απάνω στα

σκαριά. Καμαρωτό σαν κοπέλλα. Την ξέρεις την παραξενιά μου, καράβι

δεν παίνεσα ως τα τώρα, που βγήκε από τα χέρια μου. Η καλύτερη

κοπέλλα της Σκιάθος δε βγαίνει μπροστά στην «Αθηνά»,

— Άκουσε, Γιαλή, είπε ο Μοναχάκης, μετρώντας στοχαστικά τις

χάντρες του κομπολογιού του. Τηνέ θέλω την «Αθηνά». Για ποιόν την

έχεις σκαρώσει;

Ο Γιαλής πετάχτηκε από το σκαμνί του.

— Έλα μαζί, Μοναχάκη. Τυχερό σου θα είνε. Πάμε να βρούμε τα

παιδιά του Καπετάν-Τσοβού. Τον έχεις ακουστά τον Καπετάν-

Τσοβό. Γι' αυτόν την έχω σκαρωμένα. Ο Καπετάν-Τσοβός πέθανε τις

προάλλες, στο τελευταίο του ταξίδι στην Οδέσσα, μέσα στο μεγάλο

του το μπάρκο την «Ευαγγελίστρια». Πούντιασε και πέθανε. Τα παιδιά

του τώχουν ρίξει στο εμπόριο, δεν ανακατεύονται με τη θάλασσα. Μου

φαίνεται πως θέλουν να τα ξεκάνουν τα καράβια.

Ο Μοναχάκης πετούσε από τη χαρά του.

— Καλότυχε Μοναχάκη, είπε η Μαχούλα, λες και θα πάρης καμμιά

κοπέλλα!

Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.

— Κοπέλλα μαθές. Η καλύτερη κοπέλλα της Σκιάθος!....

.... Ανήμερα τ' Άη-Γιαννιού η «Αθηνά», καμαρωτή και περήφανη, με

γάπιες και παπαφίγκους, έβγαινε πρίμα από το λιμάνι για το πρώτο

της ταξίδι. Καπετάνιος ο Μοναχάκης ο Κουμιώτης. Όλο το νησί είχε

κατεβή κάτω στο γιαλό. Ο Μαστρο-Γιαλής κάτω στην αμμουδιά

κουνούσε το μεγάλο κόκκινο μαντήλι του.

— Ώρες καλές! Καλορρίζικα, Μοναχάκη! Την καλύτερη κοπέλλα της

Σκιάθος εσύ την πήρες. Να ζήσετε και να γεράσετε...

Δεν ήξερε τι έλεγε από τη χαρά του ο Μαστρο-Γιαλής. Τα μάτια του

ήτανε δακρυσμένα και τα σκούπιζε με τη μεγάλη κόκκινη μαντήλα, σαν

ν' αποχαιρετούσε τα παιδιά του.

— Ώρα καλή, Μοναχάκη, ώρα καλή Αθηνά!

Σε λίγο, μόνο τα πανιά της «Αθηνάς» ασπρογυάλιζαν μακρυά, στον

πρωινόν ήλιο. Οι κοπέλλες της Σκιάθος από τα παράθυρα και τις

πεζούλες στα ψηλώματα, με τα ωραία μαλλιά, γυιαλιστερά και

κατάμαυρα από το χόχλο, με τα μαύρα παιχνιδιάρικα μάτια, κουνούσαν

με γέλια τα μαντήλια, αποχαιρετώντας τον καπετάνιο.

— Ο Μοναχάκης ο περήφανος μαθές που δε σήκωνε τα μάτια...

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες · 第 8 / 9 段