— Πέντε χρόνια, που λες! Στράγγισα στα πόδια μου. Ανήμερα τα Φώτα

ήτανε, που μου μπήκε ο διάολος μέσα μου Βγήκε απ' τα νερά και μου

μπήκε μέσα στα σωθικά μου. Γύριζα από ταξίδι. Τραβούσα το δρόμο

κατά το σπίτι. Ζούσε ακόμα η συχωρεμένη η μάννα μου. Εκεί κατά το

μαχαλά μας βλέπω κάτι κορίτσια στην πόρτα. Ποιος γύριζε να

κυττάξη; Χορτασμένο το μάτι μας από τέτοια πράμματα. Άξαφνα ακούω

μια φωνή: — «Καλώς ώρισες, καπετάνιο!» — «Καλώς σας βρήκαμε». Βρε

τι ήτανε εκείνο; Με χτύπησε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Έλα Κύριε!

είπα μέσα μου. Τ' είνε τούτο το κακό; Γυρίζω και βλέπω. Θαμπώσανε

τα μάτια μου. Χαμογελούσε και κοκκίνιζε σαν παπαρούνα, οι άλλες

βαστούσανε τα γέλια τους. Κοντοστάθηκα. «Δε με γνωρίζεις, Καπετάν

Δημήτρη;» μου λέει. Λιγώθηκα. Ανοίξανε τα επουράνια! «Πού να σε

γνωρίσω;» της κάνω. Η φωνή μου έτρεμε. Κύριε ελέησον! Τέτοιο

μασκαραλίκι δεν το είχα ματαπάθει. — «Δεν είμ' εγώ το Μοσχαδώ της

Σειραϊνώς, της παπαδιάς;» — «Εσύ είσαι;» Της δίνω το χέρι. Τα

γόνατά μου λυγίσανε. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Τέτοιο ρεζιλίκι δεν

τώχα ματαπάθει. «Αμ' πού να σε γνωρίσω; Σάφησα κοριτσόπουλο, και

σε βρίσκω κοπέλλα». Ο κόσμος μου ήρθε γύρω. Τράβηξα στο σπίτι, στη

γρηά. Μην τα ρωτάς ύστερα...

Πήρε ένα βαρύν αναστεναγμό. Ο σύντροφός του τον κύτταζε στα μάτια.

Τα δυο γέρικα κεφάλια κόντευαν να τρακάρουν.

— Τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ξαναείπε.

— Γιατί δεν την έπαιρνες, Δημητρό, να τελείωσης;

— Γιατί, λέει; Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το σταυρό σου να

κάνης. «Το Μοσχαδώ σ' αγαπάει. Το Μοσχαδώ τρελλαίνεται για σένα»,

μου λέγανε η μια κ' η άλλη. Κάτι καταλάβαινα και μοναχός μου. Πάμε

μια Κυριακή με τη γρηά να τους χαιρετίσωμε. «Έλα, Μοσχαδώ, μέσα»,

της λέει η μάννα της. «Δεν μπορώ, μάννα. Με πονάει το κεφάλι μου».

— «Έλα που σου λέω». — «Δεν έρχομαι». Κακανογελούσε μέσα με

ταδερφάκια της· τέτοιο πονοκέφαλο είχε. Το στόμα μου έγινε

φαρμάκι. «Πάμε, μάννα, να φύγωμε», λέω στη γρηά μου. Φύγαμε. Μου

ανάψανε τα αίματα. Περνώ την άλλη μέρα· ήτανε στο παραθύρι. —

«Καλησπέρα, καπετάνιο». — «Καλησπέρα». — «Κακιωμένος είσαι;» Μέγας

είσαι, Κύριε, με τούτο το κορίτσι. Έχασα το μπούσουλα. Ζυγώνω στο

παράθυρο. Κόβει ένα κλωνί βασιλικό και μου το δίνει. — «Να μη

κακιώνης άλλοτε». Είχε μια γλύκα η φωνή της. Ύστερ' αναστέναξε. —

«Θα φύγης;» μου είπε. — «Θα φύγω την Κυριακή». — «Γιατί βιάζεσαι

τόσο;»

— «Έτσι λέω, ποιος ξέρει πάλι!» της είπα. — «Καληνύχτα».

Έφευγα και δεν μπορούσα να φύγω. Τα πόδια μου κολλήσανε στο χώμα.

Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Πέρασαν δυο-τρεις ημέρες. Δεν την

ξαναείδα. Ούτε στην πόρτα, ούτε στο παράθυρο. Ένα βράδυ, κατά το

σούρπωμα, τη βλέπω στο παράθυρο. Ψυχή δεν ήτανε στο δρόμο. Ζυγώνω

και την καλησπερίζω. — «Καλησπέρα», μου λέει ξερά. Άπλωσα να της

δώσω το χέρι. Τραβήχτηκε μέσα και μου κλείνει το παράθυρο

κατάμουτρα. Την άκουγα που γελούσε. Το αίμα μου ανέβηκε στο

κεφάλι. Έτσι είσαι, άτιμο θηλυκό;! Τραβάω στο σπίτι μου. — «Μάννα,

να μου ετοιμάσης τα ρούχα μου. Φεύγω το πρωί με το βαπόρι. Πάω να

μπαρκάρω στον Περαία». Βρε αμάν, βρε ζαμάν η γρηά. Τίποτε γω.

Μαύρη πέτρα πίσω μου κ' έφυγα. Στη Μαρσίλια λαβαίνω γράμμα. «Το

Μοσχαδώ αρρώστησε απ' τον καϋμό της». Κύριε ελέησον. Να μην τα

πολυλογούμε, γυρίζω, — τα ίδια πάλι. «Δεν πονηρεύομαι, είμαι μικρή

ακόμα». Ξαναγυρίζω. Πέντε χρόνια κοντολογής. Στέγνωσα στα πόδια

μου.

Ο Καπετάν Βαγγέλης άκουγε με το στόμα ανοιχτό. Στο τέλος ξέσπασε.

— Μέγας είσαι, Κύριε, μ' αυτά τα θηλυκά! Καθένα με το διάβολό

του. Εμένα η γρηά μου δε ήξερε τέτοια πράμματα. Απ' ταυτί και στο

δάσκαλο. Καλή της ώρα!

— Έτσι που λες, γέρο. Ωστόσο έδωκε ο Θεός και ήρθε η ευλογημένη

μέρα. Όταν έπεσε, που λες, στην αγκαλιά μου, έτριβα τα μάτια μου.

«Εσύ 'σαι, μωρέ Δημητρό, που απόλαψες τέτοια δόξα;» Δεν πίστευα

και μοναχός μου. Ανοίξανε τα επουράνια...

Ένας χτύπος δυνατός ετράνταξε την πόρτα. Οι γέροι τινάχτηκαν

ξαφνιασμένοι, σαν να τους έπιασαν σε καμμιά ντροπή.

— Ποιος είνε!

Ξεροβήξανε και τραβήχτηκε ο ένας απ' τον άλλον.

— Τον κακό σου τον καιρό, μπεκρούλιακα, παραλυμένε!..

Μια γυναικεία φωνή ούρλιαζε απέξω.

— Να τσακιστής ναρθής στο σπίτι. Που σε μαζεύομε από τις

ταβέρνες.

Ήτανε η γυναίκα του Καπετάν Βαγγέλη. Συνειθισμένη ιστορία στην

ταβέρνα του Σπανού. Ο γέρος σηκώθηκε σα βρεμμένη γάτα. Με

κοντόβολτες, τρεκλίζοντας, έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε και βγήκε. Τα

ουρλιάσματα έπαιρναν κ' έδιναν. Από μακρυά φτάνανε οι κατάρες και

ταναθεματίσματα.

Ο Μπαρμπα-Δημητρός έμεινε μοναχός του. Ήτανε σαν αλαφιασμένος.

— Φέρε ένα κρασάκι, παιδί. Να πάμε να ησυχάσωμε και μεις.

Το ήπιε.

Έπειτα στα καλά καθούμενα τον πήρε το παράπονο. Έσκυψε απάνω στο

τραπέζι κι' άρχισε τα κλάματα.

— Αχ! Μοσχαδώ! Πού είσαι, Μοσχαδώ μου, έρημο και σκοτεινό μ'

άφηκες.

— Άιντε να πέσης, γέρο! Ώρα είνε. Άσε τώρα τα κλάματα.

Μούγκρισε ο Σπανός, ο ταβερνάρης, συμμαζεύοντας τα ποτήρια.

Ο Μπαρμπα-Δημητρός είχε το κονάκι του στην ταβέρνα. Δίπλα στο

τεζάχι, από πίσω απ' τα βαρέλια, έστρωνε την ανδρομήδα του και τον

έπαιρνε κάθε βράδυ, σαν το πουλάκι.

Σηκώθηκε άξαφνα απάνω.

— Καληνύχτα σας!

Και τράβηξε κατά την πόρτα.

— Πού πας; Παλάβωσες, γέρο;

— Πού πάω; Στο σπίτι μου. Πού θες να πάω;

— Βρε πέσε, γέρο, ψοφολόγα.

— Καληνύχτα σας, είπα!

— Ώρα σου καλή. Να μη γυρίσης μονάχα και χτυπάς την πόρτα. Ακούς;

— Καληνύχτα, καληνύχτα!

Βγήκε στο δρόμο. Ο Σπανός αμπάρωσε την πόρτα, μουρμουρίζοντας. Πού

πάει τέτοια ώρα ο θεοσκοτωμένος! Τράβηξε τον ανήφορο, γύρισε το

σοκάκι, άφησε δεξιά του την εκκλησιά, πήρε το δρόμο ίσια, με

τρεκλίσματα και βόλτες. Έφτασε κοντά στην παληά δημαρχία. Δίπλα σε

μια μάντρα ήτανε ένα γκρεμισμένο ρημάδι. Χρόνια και χρόνια αποθήκη

με σανά. Χτύπησε την πόρτα με τα χέρια του.

— Μοσχαδώ· άνοιξε, Μοσχαδώ.

Ούτε φωνή, ούτε ακρόασι.

Η βραχνιασμένη φωνή αντήχησε άγρια μέσα στο σκοτάδι.

Το σοκάκι ήτανε έρημο.

— Δεν ακούς, Μοσχαδώ; Εγώ είμαι. Άνοιξε.

Τίποτε. Κανένας δεν αποκρίθηκε.

— Βρε, κουφαθήκανε σήμερα! Άνοιξε, σου λέω.

Ένα σκυλί ξαφνιασμένο μες στο σκοτάδι άρχισε να γαυγίζη από μέσα,

ξύνοντας την πόρτα με τα νύχια του. Γαύγιζε αγριεμμένο, έτρωγε το

ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!

— Σκασμός, βρε Μπραήμη! Εγώ είμαι. Δε με κατάλαβες;

Το σκυλί, με το ξένο όνομα, λύσσαξε περισσότερο. Έβγαλε το λαρύγγι

του.

— Μοσχαδώ, άνοιξε, σου λέω. Κακιωμένη είσαι πάλε. Άνοιξε.

Η φωνή του είχε γίνει τρυφερώτερη, λιγωμένη:

— Άνοιξε, Μοσχαδώ.

Τίποτε. Το σκυλί μονάχα έτρωγε το ξύλο με τα δόντια του. Γαβ! Γαβ!

Ο γέρος άρχισε τα κλάματα. Σε λίγο σωριάστηκε κάτω στο χώμα.

Πηδήματα βαρειά ακούστηκαν από μακρυά στο καλντερίμι. Ο Μπαρμπα-

Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι και ξανάπεσε πάλι.

— Μοσχαδώ, Μοσχαδώ! βογγούσε με βραχνιασμένη φωνή..

Δυο ανθρώποι ζυγώσανε τρομαγμένοι.

— Μωρέ τ' είν' εδώ; Ποιος βογγάει;

— Κανένας λαβωμένος! είπε ο ένας στον άλλον.

Ο ένας άναψε ένα σπίρτο κ' έσκυψε να δη. Σαν έφεξε και είδε, έβαλε

τα γέλια. Σήκωσε το χέρι και φασκέλωσε:

— Εσύ 'σαι, Μπαρμπα-Δημητρό; Μπα, κακό χρόνο νάχης!

Και τραβήξανε το δρόμο τους.

ΤΟ ΑΧΤΙ

ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ

Πρωί-πρωί πήγα να τον δω στη φυλακή. Όταν ακούστηκε πως ο

Γιάννης ο Αγάλλος, το αρνάκι του Θεού, που δεν είχε σκοτώσει ούτε

μυρμήγκι στη ζωή του, έκανε φονικό — και τι φονικό! — όλος ο

κόσμος έκανε το σταυρό του με τα δυο του χέρια. «Τι τα θέλεις; μου

είπε, στο δρόμο που με συνέτυχε ο Παπα-Σωφρόνης, ανοίγοντας τα

μικρά του ματάκια, και σουφρώνοντας το μεγάλο του στόμα. Μεγάλο

λόγο δεν πρέπει να πη άνθρωπος. Τι του τρέχει ως τα στερνά του δεν

το ξέρει». Μπήκα μέσα στη φυλακή, ένα σκοτεινό κατώγι της

Αστυνομίας μ' ένα μικρό παραθυράκι κλεισμένο με σιδερένια

κάγκελλα. Ο Γιάννης ο Αγάλλος καθότανε σ' ένα ξύλινο σκαμνί, σε

μια γωνιά, και τραβούσε ήσυχα το τσιμπούκι του, σαν να μην είχε

γίνει τίποτε. Το ροδοκόκκινο πρόσωπό του, με τα λίγα ψαρά γενάκια,

ήτανε φρέσκο-φρέσκο και πρόσχαρο. Τα μεγάλα γαλανά του μάτια

γεμάτα καλωσύνη σαν πάντα. Το ήσυχο χαμόγελο, που χάραζε πάντα

γλυκά στο πρόσωπό του, δεν του απόλειπε ούτε τώρα. Το σκοτεινό και

βρώμικο κατώγι, έπαιρνε έτσι μια ημεράδα παράξενη, που έμοιαζε με

καμαρούλα σπιτιού, που δευλεύουνε μέσα του πρόσχαρες γυναικούλες

και χοροπηδούνε τρελλά παιδάκια.

— Τ' ήτανε πάλε τούτο το ξαφνικό, Καπεταν Γιάννη! τούπα με

καλωσύνη, δίνοντας του το χέρι Όλο το νησί σταυροκοπιέται..

Γύρισε και με κύτταξε.

— Κάθεσαι λιγάκι; μου είπε. Και τράβηξε το τσιμπούκι του, σαν να

τραβούσε με τον καπνό μαζί όλες τις θύμησες της ζωής του. Ύστερα

φούσκωσε τα μάγουλά του και τίναξε το πυκνό σύννεφο προς τον

ουρανό.

— Αμ' γι' αυτό ήρθα, του είπα. Να καθήσω.

— Κάτσε το λοιπόν! ξαναείπε.

Μας αφήκανε μοναχούς. «Λόγο δεν του παίρνει κανένας, μου είχε πει

στην πόρτα ο αστυνόμος. Έφταιξε, λέει, και ας τον παιδέψη ο Νόμος.

Τίποτ' άλλο. Σα θέλης κάτσε και μοναχός σου να τονέ ρωτήσης». Ο

αστυνόμος είχε την ιδέα πως τρελλάθηκε. Αλλοιώς δεν εξηγιέται το

πράμμα.

Σαν κάθησα σιμά του γύρισα και τον κύτταξα από πάνω ως κάτω. Είχα

κ' εγώ την ίδιαν ιδέα με τον αστυνόμο. Γυρεύεις; Σα σαλέψη το

μυαλό του ανθρώπου και φονιάς γίνεται και κλέφτης κι' ό,τι βάλης

με το νου σου. Ωστόσο δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτε παράξενο

απάνω του. Ούτε σε λόγια, ούτε σε κουνήματα. Ο άνθρωπος ήτανε στα

συγκαλά του. Με κύτταζε μόνο στα μάτια, σαν να ήθελε εκείνος τώρα

να μου βγάλη κάποιο μυστικό.

— Πώς τα πέρασες εδώ μέσα, σε τούτο το μπουντρούμι; τον ρώτησα.

Θέλεις τίποτα να σου φέρω; Έχεις καμμιά παραγγελιά για το σπίτι;

Πες μου ό,τι θέλεις ελεύθερα.

— Να σου πω ένα πράμμα; μου είπε χαμογελώντας. Ποτέ μου δεν

κοιμήθηκα τόσο ήσυχα στο σπίτι μου, όσο σε τούτο το έρημο το

στρωσίδι Το πιστεύεις;

Και μούδειξε μια παληοκουβέρτα μαζεμμένη σε μια γωνιά!

— Ο Θεός να με συχωρέση! ξαναείπε. Ούτε στα πούπουλα μέσα δε

θάκανα τέτοιον ύπνο.

Ο δυστυχισμένος! Μόνος του θέλει να δώση παρηγοριά στον εαυτό του,

έλεγα μέσα μου.

Με κύτταξε στα μάτια.

— Ε! πάλι καλά! του είπα. Ο Θεός είνε μεγάλος, πολυεύσπλαχνος,

κανένα δεν αφίνει. Ήσουνα καλός άνθρωπος, Καπετάν Γιάννη, άνθρωπο

ποτέ σου δεν έβλαψες, θα σε συχωρέση ο Θεός. Έκανες το κακό στην

κακή την ώρα, μετανόησες. Κι' αν δεν βρης το δίκηο σου από τους

ανθρώπους, ο Θεός δε θα σαφήση να χαθής...

Του είπα κι' άλλα. Όσες παρηγοριές μπόρεσα του τις είπα:

— Σα μετανοήση ο άνθρωπος όλα διορθώνονται.

Κούνησε το κεφάλι του.

— Δε μετάνοιωσα, συμπέθερε, μου είπε. Αυτό είνε. Δε μετάνοιωσα.

Δε θα μ' έβλεπες έτσι σα μετάνοιωνα. Η μετάνοια είνε μεγάλη πίκρα.

Μεγάλος καϋμός.

Καθόμαστε και κυττάζαμε ο ένας τον άλλον. Κανένας μας δεν

καταλάβαινε την καρδιά του αλλουνού.

Σε λίγο αναστέναξε, τράβηξε πάλι το τσιμπούκι, πέταξε ένα σύννεφο

στο νταβάνι και μου είπε:

— Άκουσε να σου πω μιαν ιστορία...

— Άνοιξέ μου την καρδιά σου, Καπετάν Γιάννη. Πες μου τα όλα.

Ποιος το ξέρει; Κι' ο φονιάς έχει καμμιά φορά το δίκηο του. Κ' οι

ένορκοι ανθρώποι είνε σαν εμάς. Μπορεί να σε γλυτώσωμε.

— Δε θέλω να γλυτώσω, είπε. Έφταιξα, ας με παιδέψη ο Νόμος. Τι να

τηνέ κάνω τη ζωή; Είδα τη γλύκα της. Κι' αυτά που θα σου πω, πάρτα

σαν παραμύθι. Έτσι για να τα θυμάσαι Τίποτ' άλλο... Ένα παραμύθι.

Έδεσα τα χέρια μου και τον άκουγα. Είμαστε μοναχοί μας μέσα στο

κατώγι Από το χαμηλό παραθύρι περάσανε δυο στρατιώτες, κυττάξανε

μέσα μια ματιά και προσπέρασαν, σαν άνθρωποι συνειθισμένοι από

τέτοια πράμματα. Μια κάτασπρη γατούλα κοντοστάθηκε ύστερα στα

κάγκελλα και νιαούρισε. Ο Καπετάν Γιάννης της πέταξε ένα κομματάκι

ψωμί. Φαινόντουσαν σαν παληοί γνώριμοι Η γατούλα, σαν να ήθελε να

δείξη την ευχαρίστησί της, κουλουριάστηκε κοντά στα κάγκελλα, να

μας συντροφέψη κι' αυτή. Κύτταζε προσεκτικά με τα γαλανά της

ματάκια τον Καπετάν Γιάννη στο στόμα σαν νάκουγε κι' αυτή την

ιστορία του. Σε λίγο βαρέθηκε, σιγόκλεισε τα βλέφαρά της κι'

αποκοιμήθηκε. Ο Καπετάν Γιάννης μιλούσε, με τα μάτια χαμηλωμένα

στο χώμα.

— Καλός άνθρωπος! Κακό ανθρώπου δεν έκανες! Θυμάσαι τι μούπες;

— Και το ξαναλέω. Η αλήθεια του Θεού...

— Ε! λοιπόν, συμπέθερε. Μεγάλο λόγο θα πω, μα δε βαστάω πια.

Ανάθεμα την καλωσύνη!

Τα μάτια του φουρτούνιασαν.

— Ανάθεμα την καλωσύνη... Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά με το

δρόμο του Θεού, μια γενιά με το Ευαγγέλιο, με το χαμόγελο, με το

γλυκό το λόγο. Τι απολάψαμε; Μας ξέχασε κι' ο Θεός με την

καλωσύνη. Θυμάσαι τον παππού μου. Πού να τονέ θυμάσαι; Τονέ

θυμάται ο κόσμος. Τι βγαίνει; Ο Άγιος Γιάννης. Έτσι τονέ λέγανε.

Σκόρπισε το βιος του σε δικούς και ξένους. Στη φτώχια, στη

δυστυχία, στην ορφάνια, στην κατεργαριά. Ναι, στην κατεργαριά. Τα

περισσότερα οι κατεργαρέοι του τα φάγανε. Σαν απόμεινε στην ψάθα

χριστιανός δε γύρισε να τονέ δη. Ο Άγιος Γιάννης έγινε ο κουτο-

Γιάννης με τόνομα. Σαν είχε δάνειζε στη φτωχολογιά, δανεικά κι'

αγύριστα, δίχως αμανάτι, δίχως χαρτί, μ' ένα λόγο ξερό, «ο λόγος

στον άνθρωπο!» έλεγε. Σαν έφτασε να μην έχη να φάη κανένας δεν

τούδινε. Έβαλε και το σουρτούκο του αμανάτι Πέθανε στην ψάθα.

Πέντε χριστιανοί πήγανε στο λείψανο του. Κάλλια να μην πηγαίνανε

κι' αυτοί. Ξέρεις ποια ήτανε η παριγοριά τους. «Κ' η μεγάλη

καλωσύνη, θεια Μαχώ, κουταμάρα είνε μαθές». Έτσι λέγανε στη μαννού

μου. Αυτό ήτανε το συχώριο τους. Τακούς, συμπέθερε;

Κούνησα το κεφάλι μου.

— Τακούω να λες! ξαναείπε.

Η γατούλα άνοιξε τα ματάκια της απάνω στα κάγκελλα του παραθυριού,

νιαούρισε γλυκά και ξανακοιμήθηκε. Ο φονιάς γύρισε και τηνέ

κύτταξε προσεκτικά, πρόσχαρα.

— Γατί μαθές. Ένα γατί χωρίς ψυχή τούδωκα ψες το βράδυ και το

γνωρίζει. Κάθεται και μου κάνει συντροφιά. Και το σκοτώνεις το

γατί και λόγο δε δίνεις σε κανένα. Ας είνε. Αναποδιές γεμάτος ο

κόσμος!

Συλλογίστηκε λιγάκι κ' ύστερα ξανάρχισε:

— Τι ελέγαμε; Για τις καλωσύνες. Καλωσύνες, π' ανάθεμά τες.

Καλωσύνες. Μια γενιά καλωσύνες, μια γενιά φαρμάκια. Ήρθε ο πατέρας

μου, θεός σχωρέσ' τον. Ένα ορφανό έρημο, παραπεταμένο, κλωτσημένο

απ' τον κόσμο, απ' τον κόσμο πούφαγε ψωμί στο πατρικό του. Μοναχός

του έγινε άνθρωπος. Με τα χέρια του, με τον ιδρώτα του, με τη

δουλειά του. Πρώτος μάστορης στα καράβια. Δικό του ταρσανά,

εργαλεία δικά του, κερεστέ βουνά, δουλευτάδες, κοπέλια. Φαμίλιες

φάγανε ψωμί κοντά του. Καλφάδες καζαντίσανε. Καλός άνθρωπος με

τόνομα. Άγιος κι' αυτός σαν τον πατέρα του. Ψυχικά όσα θέλεις. Το

ψωμί να πάρη απ' τα παιδιά του να το δώση στους ξένους. Στις

εκκλησιές χαρίσματα, στις ορφανές κοπέλλες προικιά, στους

σακάτηδες μισθό κομμένο Πού θα πήγαινε η δουλειά; «Κράτα Μαστρο-

Χαράλαμπε και για τα στερνά σου. Τα παιδιά σου συλλογίσου». Του

λέγανε οι γνωστικοί. «Έχει ο Θεός. Ο Θεός είνε μεγάλος, έλεγ'

εκείνος. Το καλό το βλέπει ο Θεός και το πληρώνει». Ώμορφα του το

πλήρωσε. Με τον καιρό λιγοστέψανε οι δουλειές. Καράβια καινούργια

τίποτε. Και τα λίγα που μένανε, δεμένα στο μώλο. Μπήκε στο χρέος.

Ο Βαγγέλης ο κάλφας του, που τον είχε σαν παιδί του, αυτός μαθές

που συχωρέθηκε ψες το βράδυ (δε θέλησε να πη τίποτε άλλο), βρέθηκε

άρχοντας. Ο πατέρας μου φτωχός, κι' αυτός άρχοντας! Μάλιστα. Ο

παραγυιός να δανείζη τον αφέντη και να του τώχη και για δούλεψι.

Πού τις βρήκε τις σφάντζικες ο κασίδης; Ένας Θεός το ξέρει! Ο

κλέφτης καζαντίζει, βλέπεις· ο τίμιος πεινάει Και δος του δανεικά

ο πατέρας μου ναπαντήση τα έξοδά του. Και δος του ενέχυρα. Ενέχυρα

τα εργαλεία, ενέχυρα ο κερεστές, οι σκάρες, το ένα ύστερ' απ' το

άλλο με τη σειρά τους. Σιγά-σιγά ο παραγυιός έγινε αφέντης και ο

αφέντης παραγυιός. «Το περίμενες ποτέ σου;» Του λέγανε οι

γνωστικοί του πατέρα μου. Εκείνος δε βαρυγνωμούσε. «Έτσι είν' ο

κόσμος. Ένας ανεβαίνει κι' άλλος κατεβαίνει». Ως που κατέβηκε στον

τάφο και μας άφησε στους πέντε δρόμους. Τακούς;

Τον επόνεσε η καρδιά μου. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτε·

— Τακούω να λες! ξαναείπε μ' έναν αναστεναγμό.

Ο φονιάς, με τα γλυκά γαλανά μάτια, με κύτταξε κάμποση ώρα

κατάματα και ξανάρχισε, τινάζοντας το τσιμπούκι του στο χώμα. Τώρα

τα λόγια του ήτανε πιο ζωηρά και το πρόσωπό του κατακόκκινο:

— Θέλεις τώρα να μάθης πώς έγινε το ξαφνικό; Βέβαια, δεν το

χωράει ο νους σου. Καλός άνθρωπος μαθές, κακό ανθρώπου ποτέ δεν

έβαλα με το νου μου. Μοναχός σου τώπες· Όμως δεν το ξέρω κι' αν

ήμουνα καλός. Πολλοί με βλάψανε, πολλοί μ' αδικήσανε. Είχα μεγάλο

στομάχι και τα κατάπινα. Κ' εγώ δεν ξέρω αν τώκανα από καλωσύνη.

Μα τι το θέλεις; Τον ήξερα τον κόσμο. Και για τους ανθρώπους — πώς

να σου το πω; — ποτέ μου δε γελάστηκα, είχα πάντα χειρότερην ιδέα

από κείνο που είνε. «Ο τάδε σε βρίζει, Καπετάν Γιάννη», μου

λέγανε. Και σα με βρίζη; έλεγα από μέσα μου, πάλι καλά. Μπορούσε

να μου βγάλη και το μάτι Σα δε μου τώβγαλε, πάλι ευχαριστημένος να

είμαι «Ο τάδε σε κλέβει, Καπετάν Γιάννη, και δεν το

καταλαβαίνεις»... Και σα με κλέβη, έλεγα ξανά από μέσα μου, πάλι

καλά. Σα δε με σκότωσε, να του το χρωστάω και χάρι. Κ' έτσι πάντα

ό,τι και να πάθαινα τώπαιρνα για το μικρότερο που μπορούσε να μου

κάνη ο κόσμος. Κι' απομόνεβα. Τι να κάνης; Κ' η απομονή μια

παρηγοριά είνε. Όλα τα περίμενα απ' τον κόσμο και τίποτε δε με

ξάφνιζε. Μα είνε και μερικά πράμματα που δεν τα περιμένεις.

Κοντοστάθηκε μια στιγμή, γέμισε το τσιμπούκι του και ξανάρχισε:

— Καλωσύνες! Καλωσύνες! Ανάθεμα την καλωσύνη. Με τα γεράματα

παραξένεψα κι' όλα. Η καλωσύνη μου καθότανε σα βραχνάς στα στήθια.

Νύχτες ολάκερες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ό,τι χώνεψα όλη μου τη

ζωή, ζωντάνευε τώρα μέσα μου και μου στεκότανε μολύβι στο στομάχι

Ψαρεύοντας με τη φελούκα στ' ακρογιάλια, ναπαντήσω το ψωμί μου —

τι να σου κάνουνε δώδεκα δραχμές σύνταξι; — αυτά συλλογιζόμουνα

ολημέρα. Δε μ' έφτανε η κακομοιριά του κόσμου· είχα και την

γκρίνια της γυναίκας μου. Μια ζωήν ολάκερη ζήσαμε αντάμα. Λόγο

κακό δεν της είπα. Όσο της κουβαλούσα καλή ήτανε κι' αυτή. Μέλι

γάλα. Την ώρα που μου χρειάστηκε η καλωσύνη της μ' απόλειψε.

Γυναίκες, βλέπεις. Κόσμος. Ξένοι. Όλοι ξένοι γίνονται σα δεν έχης

τον τρόπο σου. Πάλε καλά, είπα μέσα μου. Σα μου μαγερεύη, και

τρώω, καλωσύνη της. Ας είνε. Τι λέγαμε; Καλωσύνες, καλωσύνες...

Κοντοστάθηκε πάλι μια στιγμή:

— Εψές, που λες, γύρισα μεσημέρι στο καλύβι μου. Κακοκαιρίες,

αέρηδες, ούτε μαρίδα τσίμπησε ταγκίστρι μου. Γύρισα με ταδειανά τα

χέρια. Με περίμενε στην πόρτα. «Τι θα φάμε, γυναίκα;» της λέω.

Γλυφότανε. Πάντα κάτι κρυφότρωγε προσμένοντάς με. Λιχούδα γυναίκα,

βλέπεις. Μ' αγριοκύτταξε. «Τι έφερες να φάμε;» μου κάνει.

Ντροπιάστηκα κ' εγώ. «Δεν πειράζει, γυναίκα. Δόξα σοι ο Θεός», της

είπα. «Αυτά ξέρεις του λόγου σου, μου λέει Μα εγώ δουλεύω, δεν

κάθομαι σαν κ' εσένα, θέλω να φάω. Μ' όλη μου την κούρασι πήγα στο

βουνό και σου μάζεψα λίγα ραδίκια. Με τι θα τα βράσω; Τα δάχτυλά

μου νανάψω;» Και βλαστήμησε από μέσα της. «Δίκηο έχεις, γυναίκα,

της λέω. Η τύχη μας τώθελε. Στάσου να πάω ως κάτω τον ταρσανά να

μαζέψω τίποτε ροκανίδια». Παίρνω το τσουβάλι στον ώμο και τραβάω

νηστικός. Ο συχωρεμένος τριγύριζε απάνω κάτω, φουσκωμένος σα γαλί,

κι' απόπαιρνε τους μαστόρους. Ζύγωσα κι' άρχισα να μαζεύω

ροκανίδια. Καθώς ήμουνα σκυφτός, συλλογιζόμουνα μοναχός μου κ'

έκλαιγε η καρδιά μου. Πού κατάντησα, έλεγα. Στο κτήμα του πατέρα

μου μαθές, στα καλά, τα πατρογονικά μου μέσα, να μαζεύω ροκανίδια

σαν το ζητιάνο. Βουρκώσανε και τα μάτια μου και τρέχανε. Άξαφνα

νοιώθω μια κλωτσιά στον ώμο μου. Κυλίστηκα χάμω.

— Γιατί με κλωτσάς, Μαστρο-Βαγγέλη; του λέω.

— Για ταντί! μου λέει άγρια, Το κατάλαβες πως μας έγινες φόρτωμα;

Με πήρε το παράπονο

— Εγώ σας έγινα φόρτωμα; του κάνω. Εγώ;

— Εσύ μαθές. Που μπαίνεις εδώ μέσα, σαν να μπαίνης στο ρημάδι

σου, κι' ούτε ρωτάς κανένα.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι

— Στο βιος μου μέσα μπαίνω. Στου πατέρα μου το βιος, του λέω. Και

με κλωτσάς σαν το σκυλί; Εμένανε κλωτσάς;

Καθώς έκανα να σηκωθώ σηκώνει το πόδι του και με ματακλωτσάει στο

κεφάλι.

— Να μάθης, παληόγερε, να κλέβης τα ξένα ροκανίδια.

Έχασα τον κόσμο από μπροστά μου. Τινάχτηκα απάνω σαν το θηριό. Κ'

εγώ δεν ξέρω τι έγινε. Τραβάω το μαχαίρι και του το μπήγω στην

καρδιά. Ένα μαχαίρι τόσο δα. Το ψωμάκι μου έκοβα με δαύτο μια ζωή.

Το ψωμάκι. Του τώμπηξα στην καρδιά. Σωριάστηκε χάμω το θηρίο. Με

πιάσανε, με σύρανε στη φυλακή. Φονιάς. Φονιάς έγινα στα γεράματα.

— Με το δίκηο σου, Καπετάν Γιάννη, του είπα. Με το δίκηο σου.

— Δεν ξέρω δίκηο ξεδίκηο. Ένα πράμμα ξέρω. Ένα μολύβι σηκώθηκε

απ' τα στήθια μου. Ανάσσανα. Ο Θεός να με συχωρέση. Έβγαλα το άχτι

της γενιάς μου. Μιας γενιάς άχτι.

Μια χαρά παράξενη ήταν ζωγραφισμένη τώρα στο πρόσωπό του.

— Άκουσε, του λέω, Καπετάν Γιάννη. Όλα τα δίκηα δικά σου είνε. Μη

φοβάσαι Κ' οι ένορκοι ανθρώποι είνε σαν και μας. Θα δούνε το δίκηο

σου και θα κρίνουνε. Δε θα σ' αφήσωμε να χαθής.

Χαμογέλασε.

— Τι να την κάνω τη ζωή; είπε. Ας ζήσουνε οι κατεργαρέοι. Γι'

αυτούς είνε ο κόσμος...

Σώπασε. Σε λίγο σάλεψε πάλι τα χείλια του, σαν να μιλούσε με τον

εαυτό του.

— Μιας γενιάς άχτι! μουρμούρισε.

Και δεν ξαναείπε λέξι.

ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΟΙΣ

Ο Στρατής το Στοιχειό — έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί,

χρόνια και χρόνια — δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα

απ' τους ανθρώπους. Από παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και

πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα

πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κ' έπιασε τους

γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Μαχώ» — της μοναχοκόρης

του τόνομα — , δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά

του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. Ο Στρατής το Στοιχειό με

τόνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά

του. Είχε τους συντρόφους του. Κι' αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τι

τάχα; Ο Στρατής γελούσε από μέσα του. «Τα μάτια του κόσμου, σα δεν

είνε στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα

πράμματα βλέπομε με τα μάτια μας. Κι' όσα δε βλέπομε, είνε τα

περισσότερα». Και σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του

περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω...»

Ο Στρατής στη μοναξιά του είχε τους καλύτερους συντρόφους του

κόσμου. Και πώς αλλοιώς; Άνθρωπος δε στάθηκε που να μπορή να ζήση

μοναχός του. Ούτε τα στοιχειά, ταληθινά στοιχειά. Κι' ο πιο έρημος

ακόμα, και στου βουνού την κορφή και στη μέση του πελάγου να τον

βάλης, κάθε ψυχή, κάθε αγρίμι στου λόγγου τα βαθειά, και το

καψαλισμένο δέντρο καταμεσής του κάμπου, βρίσκει τον σύντροφό του.

Πολλές φορές έκανε με το νου του τη συλλογή τούτη ο Στρατής το

Στοιχειό, όταν άκουγε αποπίσω του τα λόγια του κόσμου. Μα ο κόσμος

είνε στραβός, έλεγε. Με ό,τι βλέπει μιλάει.

— Μοναχά μέσα στους ανθρώπους μπορεί να βρεθή κανένας αληθινά

έρημος, συλλογιζότανε. Τέτοια μοναξιά μπορεί να σου φέρη τρέλλα!

Μακρυά απ' τους ανθρώπους, βρίσκει πάντα κανένας τον σύντροφό του.

Και τάχα μοναχά οι ανθρώποι είνε σύντροφοί μας; Ένα ζωντανό, ένα

σκυλί, ένα γατί, ένα πετούμενο είνε κάποιες φορές καλύτεροι

συντρόφοι απ' τους ανθρώπους. Και μοναχά τούτα; Ένα δέντρο, ένας

βράχος, ένα κούτσουρο ακόμα. Τους μιλάς και σου μιλούνε. Ταγαπάς

και σ' αγαπούνε. Τύφλα νάχουνε οι ανθρώποι και τα καλά τους.

Ωστόσ' ο Στρατής το Στοιχειό μήτε τέτοιο σύντροφο δεν είχε κανένα,

Ούτε σκυλί, ούτε γατί, ούτε ζωντανό, ούτ' ένα κούτσουρο ακόμα.

Το κορίτσι του, το Μαχώ, τη μονάκριβή του, την είχε από μικρή σε

μια γερόντισσα, που την είχε αναθρέψει ορφανούλα. Στη χάση και τη

φέξη την έβλεπε, τα πόδια του δε βαστούσανε νανεβαίνη συχνά απάνω

στο χωριό και το ψωμί του ήτανε κάτω στο γιαλό. Μα η αγάπη κ' η

λαχτάρα της ήτανε πάντα μαζί του. Και μ' αυτή βαστειότανε στον

κόσμο.

— Κ' η έγνοια κ' η αγάπη συντρόφοι μας είνε, έλεγε μοναχός του.

Κ' οι καλύτεροί μας συντρόφοι. Αυτοί κι' ο Στρατής. Τον ξέρω και

με ξέρει. Του μιλώ και μου μιλεί, Μαλλώνομε κι' αγαπίζομε. Ως που

να κλείσωμε τα μάτια και να χωρίσωμε για πάντα.

Έτσι κάθε βράδυ, σα μαγείρευε κανένα ψαράκι μες στη βάρκα του και

τραβούσε και την τσότρα του, έβαζε κέφι ο Στρατής με τον Στρατή,

και ξαπλωμένος απάνω στο πρυμνιό σκαμνί ανάσκελα, κύτταζε τάστρα

τουρανού κι' άρχιζε την κουβέντα με τον εαυτό του και με τις

έγνοιες του. Περνούσανε οι ώρες χωρίς να τις καταλαβαίνη. Κι' όταν

κατέβαινε γλυκά ο ύπνος από τάστρα και του γλυκοσφαλούσε τα μάτια,

έκανε το σταυρό του κι' αποχαιρετούσε τον φίλο του: «Πολλά είπαμε,

Στρατή. Ώρα για ύπνο, καληνύχτα». Έπαιρνε μια βαθειάν αναπνοή κ'

έχανε τον κόσμο. Τα κυματάκια τον νανουρίζανε με τα φιλιά τους:

«Καληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα....»

Ένα μαγιάτικο βράδυ, χαρά Θεού, που ταστέρια είχανε πληθύνει στον

ουρανό — μυριάδες άστρα είχανε προβάλλει εκείνο το βράδυ απ' όλες

τις μεριές και στριμώνονταν τρελλά το ένα κοντά στο άλλο, να

χαρούνε την ώμορφη νύχτα — ο Στρατής είχε γλέντι σαν πάντα. Όλη η

τσότρα έγινε θυσία εκείνο το βράδυ. «Τράβα, Στρατή, άλλη μιαν

ακόμα να πάνε τα φαρμάκια κάτω». Και τραβούσανε ο Στρατής με τον

Στρατή. Σαν έστρωσε και ξαπλώθηκε και τράβηξε κ' ένα τσιμπουκάκι,

έδεσε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι κι' άρχισε την κουβέντα:

— Καλά περάσαμε και σήμερα, Στρατή.

— Δόξα σοι ο Θεός!

— Για κύττα ταστέρια, Στρατή. Σμάρι ταστέρια απόψε. Γεμίσανε τα

ουράνια. Κι' όλο φανερώνονται καινούργια. Όλο βγαίνουνε και

τελειωμό δεν έχουνε.

— Λες κ' έχει πανηγύρι στα ψηλά ο Γερο-Θεός. Όλα του ταστέρια

τάβγαλε όξω, δεν άφησε κανένα απόψε.

— Καιρός γι' αρμένισμα, Στρατή. Σαν έχης τέτοια αστροφεγγιά, τι

να το κάνης το φεγγάρι; Άπιστο πράμμα. Σου ρίχνει στάχτη στα

μάτια. Σου μπερδεύει τις στερηές, σου ανακατεύει όλα τα πάντα. Λες

και κάνει μάγια απάνω στις θάλασσες και μαγεύει τους μαρνέρους.

Ανάθεμα το! Δυο φορές ναυαγήσαμε με το φεγγάρι Στρατή, το θυμάσαι;

— Το θυμάμαι, λέει; Η θύμηση μας απόμεινε... Και δεν είνε που θα

σε φάνε τα ψάρια, μόνο θα σου πούνε και τύφλα.

Και θα γελάη και το φεγγάρι από πάνω σου. Είδες, αλήθεια, πώς

γελάει το φεγγάρι καμμιά φορά;

— Το φεγγάρι; Δυο πήχες ανοίγει το στόμα του, Στρατή, σα θέλη να

γελάση.

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες · 第 3 / 9 段