Η Ουρανίτσα το είχε μάθει απόξω το γράμμα. Γράμματα δεν ήξερε, μα

σα βρισκότανε μοναχή της, τώβγαζε κρυφά-κρυφά απ' τον κόρφο της

και το διάβαζε χωρίς να ξεχωρίζη τα γράμματα. Τι τα ήθελε τα

γράμματα; Το διάβαζε με την καρδιά της. Η αγάπη της έβαζε μέσα και

λόγια που δεν τα είχε το γράμμα. Μα από μέσα της ήξερε πως το

αληθινό γράμμα ήταν αυτό που διάβαζε μοναχή της, μέσα στο σκοτάδι

της νύχτας.

«Από κει θα σας γράψω πάλι. Άμα πατήσω το πόδι μου στη στερηά θα

σας γράψω αμέσως. Να πήτε μόνο της Ουρανίτσας μου να μη

στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα

ο Θεός, μαζί με την Ουρανίτσα μου θα κάνουμε Λαμπρή και τούτη τη

χρονιά. Μόνο να μη στενοχωρεύεται και μου αρρωστήση...»

Ήρθε και η Λαμπρή μα δε φάνηκε ο Γιαννιός. Ούτε γράμμα ούτε

τίποτε. Ο Γερο-Μαθιός ο γραμματοκομιστής, κάθε φορά που έπιανε

το βαπόρι στο νησί, περνούσε απόξω απ' το σπίτι με στίβα τα

γράμματα.

— Έχομε τίποτα, Μαθιό; ρωτούσε η Ουρανίτσα απ' το παράθυρο.

Τον περίμεν' εκεί από το ξημέρωμα του Θεού κάθε Παρασκευή.

— Τίποτα, μάτια μου. Άμποτε να είχατε να σας το φέρω τρέχοντας.

Δεν έχει, παιδί μου.

Και φυλλομετρούσε τη στίβα με τα γράμματα από κάτω από το

παράθυρο, σαν να ήθελε να βεβαιωθή τάχα άλλη μια φορά.

— Δεν έχει, σου είπα, μάτια μου. Κάνετε υπομονή. Με το άλλο έχει

ο Θεός.

Όλο και με το άλλο. Οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν και πάντα

με το άλλο.

Μια Παρασκευή πρωί η Ουρανίτσα καρτερούσε πάλι στο παράθυρο. Είχε

γίνει αγνώριστη.

— Κύττα την πώς έγεινε η γουστερίτσα! έλεγαν τάλλα τα κορίτσια.

Απ' την κακία της κατάντησε έτσι. Θαρρεί πως αυτή είνε κι' άλλη

δεν είνε.

Εκείνη τη νύχτα είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Ένα κάτασπρο

περιστέρι με μια κόκκινη κορδέλλα στο λαιμό — καλή ώρα σαν τα

περιστέρια της Βενετιάς που έλεγε ο πατέρας της — ήρθε κ' εκάθησε

στο παράθυρό της. Και κάτι βαστούσε στη μυτίτσα του. Μα τι

βαστούσε δεν μπορούσε να θυμηθή η Ουρανίτσα. Άμα ξύπνησε το είπε

της μάννας της.

— Καλό όνειρο, καλότυχη. Γράμμα βαστούσε το περιστέρι στη μυτίτσα

του. Θα μας φέρη γράμμα. Και κόκκινη κορδέλλα. Το κόκκινο γρήγορο

είνε. Θάχωμε γράμμα με το δίχως άλλο σήμερα. Δεν έχει^ σωθήκαν τα

ψέμματα.

Η Ουρανίτσα έγινε κατακόκκινη σαν το τριαντάφυλλο. Η ωμορφιά της

έλαμψε στην αυγή. Ήταν χαράματα ακόμα. Μα ο ήλιος δεν ήθελε να βγη

εκείνη την ημέρα. Η ώρα δεν ήθελε να περάση. Ποτέ δεν άργησε τόσο

να ξημερώση.

— Δε γίνεται, σήμερα θάχωμε γράμμα, έλεγε μέσα της. Το όνειρο

ήταν καθαρό και ξάστερο: το κόκκινο θα πη γρήγορο.

Μα σε λίγο πάλι συννέφιαζε ο λογισμός της. Όλο ξανάφερνε στο νου

της τα λόγια του Λαλεμήτρου.

— Ο καϋμένος ο Λαλεμήτρος! Αυτός μου λέει την αλήθεια. Όλοι οι

άλλοι με πλανάνε με τα λόγια.

Απ' τον καιρό που έφυγε ο Γιαννιός, ο Γερο-Λαλεμήτρος είχε βρει

το μήνα που τρέφει τους ένδεκα. Όλο και στου Καπετάν Λαλεχού

τριγύριζε. Και πάντα έφευγε με τον μπόγο γεμάτο. Ένας

γεροφαφούτης, λογάς, ψεύτης, έκοβε κ' έρραβε η γλώσσα του απ' την

αυγή του Θεού ως τη νύχτα. Εκατό φορές καραβοτσακισμένος, έρημος

και σκοτεινός, ζούσε με την ελεημοσύνη των χριστιανών. Μα η γλώσσα

του δούλευε σαν τη ροκάνα. Τον φεύγανε όλοι σαν την ψώρα. «Ό,τι

θέλεις, Λαλεμήτρο, μα λίγες κουβέντες», τούλεγαν όλοι. Τώρα είχε

βρει ταγαθά του Θεού, με την Ουρανίτσα. Η γλώσσα του δούλευε με το

μεροκάματο. Και ο μπόγος γεμάτος σαν έφευγε.

— Τη μάγεψες, Λαλεμήτρο, τη γουστερίτσα, τούλεγαν τα κορίτσια της

γειτονιάς. Θέλεις να σου κάνουμε τις προξενειές; Και ξεκαρδίζονταν

στα γέλια.

— Ε! τι να κάνωμε, κορίτσια; έλεγε ο Λαλεμήτρος. Της λέω καμμιά

ιστορία να κάνη χάζι. Σκαλίζω και το περιβολάκι, ποτίζω και τα

δενδράκια.

Η αλήθεια είνε πως ο Λαλεμήτρος σκάλιζε και το περιβολάκι, πότιζε

και τα δενδράκια, όπως έλεγε, έλεγε και τις ιστορίες του. Ήταν

άξιος να κάνη κάθε δουλειά που βάζει ο νους του ανθρώπου, μα στις

κουβέντες άλλος δεν τούβγαινε. Σαν άρχιζε μάλιστα τα ταξίδια και

τις φουρτούνες του περνούσε και το Σεβάχ θαλασσινό. Η Ουρανίτσα

βρήκε εκείνα πούθελε.

— Αναποδογυρίζουν τα καράβια, Καπετάν Λαλεμήτρο;

— Ακούς λέει; καρφωμένα είνε να μη γυρίσουν; Δε με ρωτάς να σου

πω; Πέντε φορές κιντύνεψα να μπατάρω. Αργεί, νομίζεις; Ένα κύμα

δυνατό, άλλο κύμα σε πλάγιασε. Κοιμήθηκε το καράβι. Σα δεν μπορέση

να σηκωθή, άλλο κύμα το βρήκε, το μπατάρησε. Άργητα θέλει;

Και άρχιζε ατέλειωτες κουβέντες, παραμύθια με το καντάρι. Να μην

ήταν αυτός στο τιμόνι, αλλοίμονο! Θα είχαν χαθή όλα τα καράβια του

κόσμου.

— Πού καπετανέοι τώρα σαν και μας; έλεγε πάντα στο τέλος της

κουβέντας αναστενάζοντας.

Και η Ουρανίτσα αναστέναζε μαζί του που χάθηκαν τώρα οι παληοί

καπετανέοι σαν τον Λαλεμήτρο, να μην έχη κι' ο Γιαννιός ένα σαν

κι' αυτόν, να ταξιδεύη στα σίγουρα.

— Και αν μπατάρη το καράβι, Καπετάν Λαλεμήτρο, πνίγονται οι

ανθρώποι;

— Νάταν κι' άλλοι, έλεγε ο Λαλεμήτρος. Ούτε κοκκαλάκι δε

βρίσκεται.

Και σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια. Η Ουρανίτσα

κεντούσε απάνω στο πεζούλι της αλτάνας.

— Πες μου, Καπετάν Λαλεμήτρο, σα δεν αναποδογυρίζουν τα καράβια,

έχουνε άλλο φόβο στη θάλασσα;

Ο Λαλεμήτρος έπαιρνε φωτιά.

— Έχουνε, λέει; Αμ' δε βάζεις τους τράκους; Πού τους αφίνεις τους

τράκους; Ο Θεός να φυλάη! Εκεί που ταξιδεύεις όπως θέλει ο Θεός,

πέφτει ο άλλος σαν το στραβό απάνω σου και σ' έκοψε στα δύο. Τώχει

τίποτε ο Εγγλέζος στο μεθύσι του απάνω να σε κάνη χίλια κομμάτια;

Τι τον μέλει αυτόν; Σ' έκοψε και τραβάει τη δουλειά του. Εγγλέζος

είν' αυτός!

Η Ουρανίτσα κατάπινε τα λόγια του Λαλεμήτρου σα φαρμάκι. Μα κάτι

την έτρωγε μέσα της, νακούη κι' άλλα. Όρεξι να είχε να λέη ο Γερο

— Λαλεμήτρος κ' η όρεξι δεν τούλειπε.

— Αμ' οι ξέρες, Καπετάν Λαλεμήτρο;

— Μην τα γυρεύης, παιδί μου! Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή

κλωστή κρέμεται. Οι ξέρες! Ούτε το διάβολο ναπαντήσης ούτε το

σταυρό σου να κάνης. Όσο κυττάς να τις ξεφύγης, τόσο πας και

πέφτεις σαν το στραβό πουλί απάνω τους. Θάλασσα είνε αυτή. Τύφλα

νάχουν οι χάρτες και τα φανάρια! Εδώ σκοντάφτεις στο δρόμο που

περπατάς μέρα μεσημέρι. Όχι στη θάλασσα, στα σκοτάδια και στις

καταχνιές.

Κι' άρχιζε πάλι ατέλειωτες ιστορίες. Τελειωμό δεν είχε. Εκατό

φορές τα είχε πει και ξαναπεί και πάλι άρχιζε ξαναρχής. Και τη

Γοργόνα ακόμη και τη Γοργόνα την είχε δει.

— Ο Θεός με φώτισε, παιδί μου. Καθόμουνα απάνω στο κάσσαρο.

Ταξιδεύαμε πρίμα. Μια βραδυά χαρά Θεού. Άξαφνα ακούμε μια φωνή από

μακρυά σαν τρόμπα-μαρίνα. Τι φωνή ήταν εκείνη; Ακόμα βουίζουν

ταυτιά μου. «Ζη ο Μέγας Αλέξανδρος;» Κερώσαμε όλοι. Άξαφνα σα

φώτησι Θεού να μου ήρθε. Μια και δυο απάνω στο άλμπουρο. Παίρνω

μια δυνατή ανάσσα και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη. «Ζη και

βασιλεύει!» Και πάλι τα ίδια. Τρεις φορές η Γοργόνα, τρεις κ' εγώ.

Και περάσαμε. Ειδεμή αλλοίμονο σε μας· θα μας είχε καταπιεί η

θάλασσα.

Ο Λαλεμήτρος σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια και ο

μπόγος γεμάτος κάθε βράδυ. Το μερδικό του δεν έλειπε απ' όλα τα

καλά. Μα τα λόγια του κατέβαιναν σα φαρμάκι στην καρδιά της

Ουρανίτσας. Όλη τη νύχτα τράκους και ξέρες ωνειρευότανε. Κι' ο

Γιαννιός της επάλευε με το χάρο, θαλασσοπνιγότανε. Και ζητούσε

βοήθεια. Η Ουρανίτσα ξαφνιζότανε στον ύπνο της, άκουγε τόνομά της

«Ουρανίτσα μου, χάθηκα!» Πεταγότανε από το στρώμα σαν την τρελλή.

Τίποτε. Ήταν όνειρο. Μόνο η νοτιά βούιζε όξω, και τα κύματα, που

σπάζανε στο μώλο, χτυπούσαν στα τζάμια σα χαλάζι.

...Εκείνο το πρωί σηκώθηκε ήσυχη κ' ευχαριστημένη. Είχε δει καλό

όνειρο. Θαρρούσε πως το έβλεπε ακόμα το άσπρο περιστεράκι με την

κόκκινη κορδελίτσα, που ήρθε και κάθησε στο παράθυρο της

ξαποσταμένο.

Μα ένα σύννεφο πάλι πέρασε και θόλωσε το λογισμό της. Τα λόγια του

Λαλεμήτρου βουίζαν σταυτιά της.

— «Σαν ταξιδεύης η ζωή σου σε μεταξωτή κλωστή κρέμεται». Κ' εγώ

περιμένω γράμμα. Στέλνουν γράμματα οι πεθαμένοι στους ζωντανούς;

Και ωστόσο πρόσμενε στο παραθύρι. Τι πρόσμενε και η ίδια δεν

ήξερε.

Το βαπόρι ήρθε στην ώρα του. Ο κόσμος ήταν μαζεμμένος κάτω στο

μώλο απόξω από τους καφενέδες. Δυο-τρεις επιβάτες βγήκαν από τις

βάρκες. Μαζί μ' αυτούς κι' ο Μιχαληός ο Καλόγνωμος, χρόνια

φευγάτος στην Αυτραλία. Τον τριγύριζαν με περιέργεια και αγάπη.

Κι' αυτός τους έλεγε, τους έσφιγγε τα χέρια, γελαστός και

πρόσχαρος. Όλοι ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Μέσα στις ξεκομμένες,

βιαστικές κουβέντες κάτι παράξενο νέο τους έφερνε. Άλλοι κουνούσαν

το κεφάλι, άλλοι μουρμούριζαν κ' έφευγαν. Κοντά σε όλους και ο

Μαθιός με το φάκελλο του ταχυδρομείου.

Είχαν χυθή να του τον αρπάξουν από τα χέρια. Ο Μαθιός

αντιστεκότανε.

— Δεν μπορώ, παιδιά. Θα πάω στο γραφείο. Δεν μπορώ νανοίξω το

φάκελλο. Ό,τι έχετε θα το λάβετε.

Πολλοί τον ακολούθησαν από πίσω.

Σε λίγο ο Μαθιός με τη στίβα τα γράμματα στα χέρια ξεκίνησε για τη

διανομή. Στο δρόμο κοντοστάθηκε, δεν ήθελε να περάση από το σπίτι

του Λαλεχού. Φοβότανε τις κακοτοπιές. Μα τι να κάμη; Εκεί δίπλα

είχε να δώση γράμμα. Δεν μπορούσε να κάμη αλλοιώς. Έκαμε κουράγιο

και τράβηξε. Από μακρυά το μάτι του πήρε την Ουρανίτσα στο

παράθυρο. Έκαμε να στρήψη το σοκάκι, μα ήταν αργά. Το πήρε απόφασι

και προχώρησε με αποφασιστικό βήμα.

— Καλώς το Μαθιό. Άργησες, καλότυχε. Το γράμμα... Φέρε μας το

γράμμα.

Και άπλωσε το χέρι από το παράθυρο, να πάρη το γράμμα.

Ο Μαθιός κοντοστάθηκε, ξαφνισμένος.

— Μακάρι να είχα, παιδί μου. Στο χέρι μου είνε; Με το άλλο, πρώτα

ο Θεός, ελπίζω να σας ευχαριστήσω. Κάνετε υπομονή.

— Δε γίνεται, είπε η Ουρανίτσα. Το γράμμα τώχω. Ψάξε να το βρης.

Είχε γίνει χλωμή σαν τη ζαφορά.

— Θα σε γελάσω, παιδί μου; Δεν έχει σου λέω.

— Βαριέσαι να ψάξης, Μαθιό. Τόσα γράμματα έχεις στα χέρια σον. Θα

είνε μέσα και το δικό μας. Δε γίνεται...

Ο Μαθιός έκανε πως ψάχνει τάχα.

— Δεν ξέρω εγώ, παιδί μου, τι έχω; Να! ορίστε, όλα τα γράμματα.

Δεν έχει, σου λέω. Σαν είχα σας έφερνα. Με το άλλο.

Η μάννα της Ουρανίτσας, που άκουσε τη λογομαχία, πρόβαλε στο

παράθυρο. Πώς μπορούσε να μην έχη γράμμα; Το όνειρο ήταν καθαρό.

Ποτέ δε λαθεύτηκε.

— Μαθιό, να ψάξης να βρης το γράμμα. Ο γαμπρός μας μάς έγραψε. Να

ψάξης να το βρης.

Ο Μαθιός δεν μπορούσε να εξηγήση την επιμονή τους.

— Σα σας έγραψε θα το λάβετε. Τι να σας πω; Με το άλλο θα το

λάβετε.

— Δεν έχει άλλο και ξεάλλο. Να ψάξης να βρης το γράμμα.

— Μη με χασομεράς, κυρά μου, είπε ο Μαθιός. Δεν τώφαγα το γράμμα

σας. Σαν είχα σας τώδινα.

Το αίμα τού είχε ανεβή στο κεφάλι. Έκαμε να φύγη.

— Πού πας; Να ψάξης να μας βρης το γράμμα. Σαν τώχασες να πας να

το βρης.

— Μπορεί και να χάθηκε, είπε πάλι ο Μαθιός.

Από μέσα του τους λυπότανε κιόλα.

— Μπορεί και να χάθηκε στα δρόμο. Εδώ ανθρώποι χάνονται.

— Δε χάθηκε στο δρόμο. Εσύ τώχασες.

— Δε χάνω γράμματα. Ξεφορτωθήτε με. Ώρα καλή!

Η γρηά πετάχτηκε η μισή από το παράθυρο.

— Να συμμαζέψης τη γλώσσα σου, μπεκρούλιακα! Μεθάς και χάνεις τα

γράμματα των χριστιανών. Έννοια σου και θα δης ποια είμ' εγώ.

Ο Μαθιός είχε γίνει κόκκινος σαν τον αστακό, από το θυμό μου.

— Πας να με ξεφορτώνεσαι, γρηά στρίγγλα, μουρλή, ξεκουτιάρα; Πρωί

— πρωί.

Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μαζευτή ολόγυρα. Οι γειτόνισσες

βγήκαν στις πόρτες και στα παράθυρα. Μεγάλο σούσουρο γινότανε. Η

γρηά ξεφώνιζε σαν τρελλή. Η Ουρανίτσα ήτανε σαν το φλουρί, τα

μάτια της είχαν βουρκώσει. Να σου και φάνηκε από το καντούνι ο

Καπετάν Λαλεχός. Σαν τον είδε η γρηά άρχισε τα κλάματα,

ταναφυλλητά.

— Τι τρέχει; Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι είνε τούτο το κακό;

Η γρηά ξεφώνιζε:

— Ακούς εκεί νοικοκυρά γυναίκα να με πη στρίγγλα! Ο

μπεκρούλιακας! Κ' έκλαιγε σαν το μωρό παιδί.

— Σα δε συμμαζώνης τη γλώσσα σου; είπε πάλι, πιο μαζεμμένος τώρα,

ο Μαθιός. Άνθρωπος είμαι κ' εγώ. Αίμα έχω στις φλέβες μου.

Ο Καπετάν Λαλεχός στάθηκε μια στιγμή, ως που να καταλάβη τι

γίνεται, ακουμπώντας στη μαγκούρα του. Οι γυναίκες τριγύρω

μουρμούριζαν από τα παράθυρα.

— Δεν έκανε καλά. Να βρίση νοικοκυρά γυναίκα. Πού ακούστηκε; Να

την πη στρίγγλα!

Του Καπετάν Λαλεχού του ανέβηκαν τα αίματα στο κεφάλι.

Αργούσε να τον πιάση, μα σαν τον έπιανε το μπουρί ο Θεός φυλάξοι.

— Εσύ βρε έβρισες τη γυναίκα μου; Και γούρλωσε τα μάτια του.

— Ας μη μ' έβριζε κι' αυτή! είπε ο Μαθιός κ' έκαμε να φύγη.

— Πού πας, βρε χαμάλη, μπεκρούλιακα!...

Εσήκωσε τη μαγκούρα και του την κατάφερε κατακέφαλα.

Το κούτελο του γέμισε αίματα. Τον άρπαξε από το λαιμό. Σε λίγο οι

δύο γέροι κυλιόντουσαν στο χώμα. Οι γυναίκες χαλούσαν τον κόσμο.

Φωνές, κλάματα, ξεφωνητά, στριγγλιές, μαλλιοτραβήγματα. Μπήκαν και

τους χωρίσανε. Ο Μαθιός σηκώθηκε, σκουπίζοντας το κούτελό του. Τα

παιδιά του μάζεψαν τα γράμματα, που είχανε σκορπίσει στα χώματα. Ο

Μαθιός τραβήχτηκε μουρμουρίζοντας φοβέρες. Σαν πήγε λίγο μακρύτερα

κοντοστάθηκε κ' έβαλε τις φωνές, σαν ντελάλης:

— Φταίω γω που σας λυπήθηκα παληοθηλυκά και δε σας τώλεγα καθαρά

και ξάστερα. Από ποιόνε περιμένετε γράμματα; Ο γαμπρός σας δεν

αδειάζει να σας γράψη... Παντρεύτηκε! Νάταν κι' άλλος.

Μια νεκρική σιωπή χύθηκε τριγύρω.

Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε έπειτα:

— Να φας τη γλώσσα σου! Ψεύτη!

Ο Μαθιός έβαλε μια δυνατώτερη φωνή, καμπανίζοντας τα λόγια του ένα

— ένα, σταράτα, σαν ντελάλης:

— Εγώ ψεύτης! Σύρτε στο γιαλό να μάθετε τα μαντάτα. Ο Μιχαληός ο

Καλόγνωμος εδώ είνε. Ό,τι έφτασε από την Αουστράλια. Σύρτε να

μάθετε τα μαντάτα.

Τα λόγια του Μαθιού έπεσαν σαν αστροπελέκι από τον ουρανό. Όλοι

βουβάθηκαν. Και ύστερα τίποτε. Ένα παράθυρο μόνο έκλεισε δυνατά

και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζη, μουρμουρίζοντας.

Δύο κορίτσια πέρασαν μπροστά στο Μαθιό, που σκούπιζε το κούτελο

του απ' τα αίματα.

— Την είδες την γουστερίτσα πώς έγινε!

Και βαστούσαν τα γέλια με κουνήματα και σπρωξίματα.

Ξημέρωσε η Κυριακή, μαύρη Κυριακή!

— Να όψεται ο αίτιος, που πήρε το κορίτσι στο λαιμό του.

Έλεγε ο Παπα-Δημήτρης κάτω στον καφενέ. Όλοι με τα μάτια

βουρκωμένα τον άκουγαν. Κάποιος γύρισε και κύτταξε τον Μαθιό

στριμωγμένο σε μια γωνιά.

— Σαν την έβαλε ο Πειρασμός και πήγε και πνίγηκε, τι φταίω εγώ;

είπε ο Μαθιός. Και ο Λαλεμήτρος, που τον έβγαλε ο Θεός στη μέση,

ξημερώματα του Θεού, στραβομάρα είχε να τρέξη να την αρπάξη, να

την πάη σπίτι της; Μόνο λέει τώρα πως δεν πήγε ο νους του πως ήταν

η Ουρανίτσα. Καθώς κατέβαινε, λέει, στο γιαλό, ασπροντυμένη, την

πήρε για νεράιδα και σκιάχτηκε. Δεν περπατούσε, λέει. Του φάνηκε

πως περνούσε σιγαλά απάνω στον αέρα, σα φάντασμα. Και την άφησε

και πνίγηκε για το σπολλάτη, για τα καλά που είδε. Να όψεται.

Είχαν όλοι κατεβασμένα τα μούτρα. Τέτοια συφορά είχε καιρό

νακουστή στο νησί.

— Η δουλειά σου σένα δεν ήτανε να φέρης τα μαντάτα, είπε ο παπάς.

Να δίνης τα γράμματα σου και να σωπαίνης.

— Σα με βρίσανε, παπά μου, και με σκοτώσανε, δεν ήξερα κ' εγώ τι

έλεγα. Ο διάβολος μ' έσπρωξε. Τι να πω κ' εγώ;

— Τι φταίει κι' ο κακομοίρης ο Μαθιός; είπε ο Παντελής ο

καφετζής, ο μπατζανάκης του. Είνε πράμματα να κρυφτούν αυτά; Αν

δεν ήταν σήμερα, θα ήταν αύριο.

— Ο Πειρασμός την έσπρωξε να χάση την ψυχή της! Ξαναείπε ο

Μαθιός.

— Φταίει κι' ο πατέρας της, ξαναείπε σε λίγο. Του κοριτσιού του

ήρθε φρένα. Σημαδιακά λόγια τους έλεγε. «Εγώ θα πάω να τονέ βρω,

δεν μπορώ να κάνω μοναχή μου. Θα πάω να τονέ βρω». Έλεγε και καλά

πως ο Γιαννιός πνίγηκε. Δεν ήθελε να πιστέψη πως παντρεύτηκε.

Έλεγε πως τη γελούνε. «Βρε παιδί μου, κάθεσαι και χάνεσαι για έναν

άνθρωπο που σε παράτησε και πήγε και παντρεύτηκε στα ξένα; Δεν

ήταν άνθρωπος για σένα. Γαμπροί άλλο τίποτε. Θα βρης άλλον

καλύτερο, όπως σου αξίζει». Αυτή τίποτε. «Ο Γιαννιός μου πνίγηκε.

Τον πήρε η θάλασσα απ' την κουβέρτα. Τα κοκκαλάκια του στην

αμμουδιά τα δέρνει η θάλασσα. Θα πάω να τονέ βρω». Σημαδιακά

λόγια. Πού είχε τα μάτια του ο Γερο-Λαλεχός;

Ο Μαθιός ήθελε να βγάλη ένα βάρος απ' την ψυχή του. Μέσα του

θαρρούσε πως κάτι έφταιγε κι' αυτός. Μα πάλι έλεγε με το νου του:

«Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε. Της είπα πως παντρεύτηκε. Αν με

πίστευε δε θα πνιγόταν κι' αυτή. Μα βλέπεις ο Πειρασμός της έβαλε

στο νου πως πνίγηκε. Και πήγε να τονέ βρη».

— Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε! είπε σε λίγο δυνατά. Ποιος της

είπε πως πνίγηκε; Εγώ της είπα πως παντρεύτηκε!... Άλλο πνιγμένος

στη στερηά κι' άλλο στη θαλασσα.

— Έχει δίκηο ο Μαθιός! είπε πάλι ο μπατζανάκης του. Μήπως της

είπε πως πνίγηκε; Σα γύρισαν τα μυαλά της, τι φταίει ο Μαθιός;

Ο Μαθιός πήρε λίγο απάνω του. Άρχιζε να παρηγοριέται και μοναχός

του και οι βρισιές της γρηάς Λαλεχίνας του ήρθαν πάλι στο νου του.

— Τη γρουσούζεψε κι' αυτή η μάννα της με τη γρίνια της, όπως

έφαγε και τον άντρα της και τον ξεκούτιανε. Τώρα τάβαλε με κείνον.

Όλα ο γέρος τα φταίει. Έτσι, λέει, ήταν κι' αυτός ξελογιασμένος

σαν το γαμπρό που διάλεξε. Προχτές σα γυρίσανε από το λείψανο την

έπιασαν τα δαιμόνιά της. «Από σένα έχασα το κορίτσι μου, του

έλεγε. Πήγες και διάλεξες το γαμπρό σαν τα μούτρα σου». Και καθώς

την πιάνανε τα δαιμόνια άρπαζε κάτι κάδρα της Βενετιάς, που είχε

φερμένα ο γέρος στα νιάτα του, και τα πέταε από το παράθυρο. Τι

της έφταιγαν τα κάδρα;

— Γυναικεία μυαλά! είπε ο Κυρ-Φώτης ο Πάρεδρος· δεν βρίσκεις

άκρη.

Έλεγε ο ένας το κοντό του κι' ο άλλος το μακρύ του. Αλλοίμονο σ'

αυτήν που χάθηκε! Η θάλασσα όξω βούιζε. Τα κύματα έσπαζαν στο μώλο

αγριεμμένα. Μέσα στο βουητό της θάλασσας μια φωνή μεθυσμένου

έσχιζε τον αέρα:

«Μες στον αφρό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται...

Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε».

Ο Μαθιός, που είχε τραβήξει δύο-τρία ρόμια για να παρηγορηθή,

κούνησε το κεφάλι του.

— Να ένας χριστιανός που πήρε την απόφασι να πνιγή στη στερηά,

είπε. Το κακό είνε που, σαν πέση κι' αυτουνού η αγαπητικιά του να

τονέ βρη στη θάλασσα, δε θ' ανταμωθούν ποτέ...

Κανένας δεν του αποκρίθηκε. Μόνο η βοή της θάλασσας επάλευε με τη

φωνή του μεθυσμένου:

«Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε».

ΚΡΑΣΟΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ως που να γίνη το κρασί κρασάκι περάσανε πενήντα χρόνια. Κι' άλλα

τόσα ως που να γίνη ο Καπετάν Δημήτρης Μπαρμπα-Δημητρός. Νέος

ακόμα ναύτης, λοστρόμος κ' έπειτα καπετάνιος δεν το αγαπούσε το

κρασί.

— Δεν το θέλω το κρασί. Δεν το κάνω χάζι. Με πειράζει.

Βία να πιή ένα εκατοσταράκι στο φαγί του. Κι' αυτό με το νερό.

«Βαπτισμένο», όπως έλεγε ο σύγγαμπρός του ο Παπα-Θανάσης. Ο Παπα-

Θανάσης πάλι στο φαγί του δεν έπινε καθόλου, σταλιά.

Όταν έμπλεκε όμως με παρέες ο Παπα-Θανάσης κατέβαζε τον Ιορδάνη.

— Πού και πού χρειάζεται, έλεγε. Να ξυπνούν τα αίματα!

Όταν άφησε τη θάλασσα ο Καπετάν Δημήτρης, καραβοτσακισμένος και

θεόφτωχος, με δώδεκα δραχμές σύνταξι, ύστερ' από πενήντα χρόνια

δούλεψι — τα μισά του τάφαγαν οι καπετανέοι και τα λιμεναρχεία —

χωρίς να το καταλάβη έγινε Μπαρμπα-Δημητρός, επιστάτης για χρόνια

στα σχολεία, με το βούρβουλα στα χέρια, και χωρίς να το καταλάβη

πάλι πήρε τις συνήθειες του μακαρίτη του Παπα-Θανάση, του

σύγγαμπρού του. Στο φαγί του έπινε νερό-νεράκι· στα έκτακτα

κατέβαζε τον Ιορδάνη. Το κρασί έγινε κρασάκι.

— Η σφαίρα γυρίζει, η πολιτική αλλάζει. Αυτά έχει ο παληόκοσμος!

Το κρασάκι μας έμεινε!

Και με το δίκηο του ο Μπαρμπα-Δημητρός. Τι είχε να δη στον κόσμο;

Μέσα σε πενήντα χρόνια τα μάτια του είδαν καν και καν. Έχασε ό,τι

είχε και δεν είχε· έχασε τα υπάρχοντά του· τη γρηά του την

πάντρεψε· τα παιδιά του τάστειλε αποκεί που ήρθαν· το φως του

τάφησε το μισό στο πέλαγο και μόνο τα πόδια του πληθύνανε. Από δυο

γινήκανε τρία.

— Και με τη βοήθεια του Θεού θα ταυγατίσω ακόμα, έλεγε. Να

περπατώ με τέσσερα, να κυνηγάω τα μούλικα στα σοκάκια.

Η μόνη του παρηγοριά έμεινε το κρασάκι. Πιο πιστό κι' απ' τη

γυναίκα κι' απ' τη θάλασσα, κι' απ' όλα ταγαθά του κόσμου. Ας είνε

καλά ταμπέλια του Θεού. Οι βαρέλλες δεν αδειάζουν ποτέ. Κι' αν

αδειάσουν, ξαναγεμίζουν...

— Αυτό, που λες, δε θα μαρνηθή ποτέ. Ποτέ δε θα μαρνηθή. Τύφλα

νάχουνε γυναίκες κ' υποστατικά και πλεούμενα και παιδιά και

σκυλιά. Όλα μαρνηθήκανε και φύγανε. Πάνε. Αυτό δε θα μαφήση, αν

δεν ταφήσω. Η ψυχή μου θα βγαίνη κι' ο παπάς θα με δροσίζη με το

κουταλάκι... Αυτά είνε που σου λέω, Καπετάν Βαγγέλη. Και να μακούς

εμένα και να μαγαπάς.

Ήσαν οι δυο γέροι στην ταβέρνα του Σπανού, κάτω στο γιαλό, στο

κρυφό τραπεζάκι πίσω απ' το τεζάχι. Την είχε τη θέσι χρονικής ο

Μπαρμπα-Δημητρός. Όχι πως ήθελε να κρυφτή απ' τα μάτια του κόσμου.

Μια πεντάρα δεν έδινε. Μα τουρχότανε βολικά εκεί σταπόμερο. Πρώτα

είχε τις βαρέλλες δίπλα του, τις κύτταζε και τις καμάρωνε: το

μοσχάτο, το μπρούσκο, το κοκκινέλι, το λιαστό... Κρασιά και

κρασιά. Να πιή και να μεθύση η Οικουμένη. «Άγια χώματα η πατρίδα.

Ρουφάει το νεράκι του Θεού και σου δίνει εφτά λογιών κρασί».

Έπειτα εύρισκε την ησυχία του εκεί σταπόμερο. Δεν έκανε χάζι τον

κόσμο. Αυτά τα παιδιά, με τα πλατειά ζουνάρια και τα μουστάκια τα

στρημμένα, του χαλούσανε το στομάχι. Ούτε τα φερσίματά τους, ούτε

τα λόγια τους, ούτε τα τραγούδια τους ήθελε να τακούη. Όλο και

σαχλαμάρες. Πολιτική, κουβέρνο, συνδυασμοί, κωλυσιεργίες, ένα σωρό

αηδίες. Αυτές ήταν οι κουβέντες τους. Κ' ύστερα φραγκοτράγουδα,

γκαρίσματα, μπάσα και πρίμα, σωστές πριμαντόνες. Λίγο κρασί και

πολλά φούμαρα. Γυναικοδουλειές, ερωτοδουλειές, ξεράσματα. Εκεί στη

γωνιά του εύρισκε την ησυχία του. Κάλλια μονάχος. Μονάχος ως που

να φανή κανένας άνθρωπος σωστός, του παλαιού καιρού.

Από το σούρπωμα ήτανε εκεί ο Μπαρμπα-Δημητρός. Αυτό το βράδυ είχ'

αργήσει να φανή η παρέα του. Δηλαδή, να πούμε, ο Καπετάν Βαγγέλης.

Ο Μπαρμπα-Δημητρός τράβηξε ωστόσο τα κρασάκια του, σιγά-σιγά.

Όλο και κύτταζε κατά την πόρτα· μα ψυχή δε φαινότανε. Ήρθανε κάνα

— δυο παρέες. Κάνανε να του πιάσουν κουβέντα:

— Μπα! μονάχος, Μπαρμπα-Δημητρό! Τι την έκανες την παρέα σου;

Τίποτε ο Μπαρμπα-Δημητρός. Ούτε γύρισε να τους κυττάξη. «Τι τις

θέλεις τις κουβέντες;» έλεγε μέσα του. «Ας τους να λένε».

Μπήκε άλλος.

— Καλημέρα, Μπαρμπα-Δημητρό.

Ο Μπαρμπα-Δημητρός τίποτε.

— Είπαμε, καλημέρα! ξαναείπε ο νεόφερτος.

— Την κακή ψυχρή σου μέρα.

— Ευχαριστώ! είπε ο νεόφερτος. Δεν του κακοφάνηκε.

— Τίποτα, τίποτα! μουρμούρισε ο Μπαρμπα-Δημητρός.

Τράβηξε άλλο ένα κρασάκι. «Έτσι θέλουν αυτοί για να ησυχάσουν»,

είπε μέσα του.

Είχε νυχτώσει. Ότε άναβε το παιδί το φανάρι φάνηκε ο Καπετάν

Βαγγέλης στην πόρτα. Κοντοστάθηκε, έρριξε μια ματιά ολόγυρα και

τράβηξε ολόισα κατά το τεζάχι και κάθησε αντίκρυ στον φίλο του.

Ούτε «καλησπέρα» ούτε «καλή σου σπέρα».. Αγροικηθήκανε με τα

μάτια.

— Μονομπράτσο το πήρε! είπε κάποιος από τη γειτονική παρέα.

Ύστερα θα πάρη τις βόλτες.

— Ας τους να λένε! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.

Ο Σπανός ξαναγέμισε το εκατοστάρι. Οι γέροι κουτσόπιναν. Ούτε

μιλιά, ούτε λαλιά. Ωστόσο θάλεγες πως αγροικούνταν από μέσα τους,

πως είχανε μεγάλη κουβέντα, μια κουβέντα χωρίς λόγια, που δεν την

έκοβαν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι φωνές, ούτε τα χτυπήματα των

ποτηριών που γέμιζαν την ταβέρνα. Στο τέλος της παράξενης αυτής

κουβέντας ήσανε πάντα σύμφωνοι κ' οι δυο.

— Έτσι που λες, Καπετάν Βαγγέλη.

— Έτσι βέβαια. Αμ' πώς; Και τρακάριζαν τα ποτήρια.

Η κουβέντα αυτή βάσταξε ώρες. Και πάντα σύμφωνοι.

— Έτσι που λες,

— Έτσι βέβαια. Αμ' πώς;

Είχε νυχτώσει. Οι παρέες σιγά-σιγά αδειάσανε το μαγαζί.

Πηγαίνανε και «παρακάτω», να δοκιμάσουνε κι' άλλα κρασιά. «Οι νέοι

μουδιάζουνε γλήγορα στον ίδιον τόπο. Θέλουνε κούνημα... Ο γέρος,

άμα καθήση, κάθησε», έλεγε ο Καπετάν Βαγγέλης. «Ως που να καθήση,

και να μη σηκωθή», επρόσθετε ο Μπαρμπα-Δημητρός.

— Έτσι δεν είνε; Πώς;

— Έτσι βέβαια, αμ' πώς;

Σαν έμειναν μόνοι οι δυο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά.

— Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης.

— Ώρες κυττάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός.

— Δεν τις κυττάω εγώ. Τις κυττάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε

αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες.

Ποιος σ' ερωτάει;

Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι.

— Τρομάρα μου. Ώμορφος κατάντησα. Σαν το σκυλί στο δρόμο. Ας είχα

τη γρηούλα κι' ας μούλειπαν τα καλά μου.

Τον είχε πάρει το παράπονο.

— Αυτά έχει ο κόσμος, είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. Όποιο δεν τάχει,

ταπογυρεύει.

— Το θυμάσαι το Μοσχαδώ; ρώτησε άξαφνα ο Μπαρμπα-Δημητρός.

Τα μάτια του γυαλίζανε. Η φωνή του αντρειεύτηκε.

— Το θυμάμαι, λέει; Σαν νάνε τούτη η ώρα.

— Θεός σχωρέσ' την. Άγια γυναίκα.

— Κι' ωμορφούλα, παχουλή, σερπετή. Σου πήρε τα μυαλά.

— Ωμορφούλα, λέει;

Η φωνή του Μπαρμπα-Δημητρού όλο και αντρείευε. Έστησε το κορμί του

ολόρθο και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. Έστρηψε και το

μουστάκι με τα δυο δάχτυλα.

— Άιντε ντε!... Αμ' αν δεν ήτανε τέτοια, δεν έτρωγα τα σίδερα να

την πάρω. Πέντε χρόνια αγάπη.

— Πέντε, αι;

— Πέντε σωστά. Μ' έφαγε στο νάζι και στα πεισματικά. Μωρέ το

θυμάσαι το Μοσχαδώ;

— Ακούς, λέει!

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες · 第 2 / 9 段