ντζοβαϊρτζήδες, και με τούτον τον τρόπον επήραν και οι τρεις από
μίαν κασσελοπούλαν, και τες εγέμισαν από τα διαμάντια που είχαν,
και ερχόμενοι εις το παλάτι, εζήτησαν διά να ομιλήσουν με τον
βασιλέα. Εδόθη είδησις εις τον βασιλέα, ότι τρεις ντζοβαϊρτζήδες
που επήγαιναν από βασίλειον εις βασίλειον, επιθυμούσαν να
ομιλήσουν με αυτόν. Ο Ορμώζ επρόσταξε να έλθουν προς αυτόν.
Ερχόμενοι δε προς αυτόν, άνοιξαν τες κασσελοπούλες των, και του
έδειξαν διάφορα διαμάντια, τάχα πως τα είχαν διά πούλημα· αυτός τα
εστοχάσθη με πολλήν ακρίβειαν και με θαυμασμόν, διά την ποιότητά
τους, και επάνω εις όλα αυγάτισεν ο θαυμασμός του εις το να ιδή
ένα καρβούνι πολλά θαυμάσιον, μέγα ωσάν ένα αυγό περιστεριού το
οποίον παίρνοντάς το εις το χέρι, δεν εχόρταινε που να το κυττάζη
και να του επαινή την ευμορφάδα. Τότε ο Βεδρεδήν βλέποντάς τον που
του άρεσεν αυτό το καρβούνι, είπεν· Ημείς μένομεν θαυμασμένοι εις
το να βλέπωμεν πως έχομεν πράγμα που να αρέση της βασιλείας σου·
διά το οποίον ταπεινώς την παρακαλούμεν να το δεχθής, διά ένα
δώρον, συμπαθώντάς μας την ελευθερίαν, που παίρνομεν διά να της το
προσφέρωμεν.
Ο Ορμώζ το εδέχθη με ευχαρίστησιν, και είπε προς αυτούς, ότι
ήθελεν όσον καιρόν έμελλε να σταθούν εις το Αστραχάν, να υπάγουν
να μένουν εις το παλάτι του. Αυτοί την ιδίαν ημέραν, επήγαν εκεί
και κατέλυσαν· εις τους οποίους εδόθηκεν ένας ωραιότατος χοντζερές
στολισμένος όλος από μεταξωτά, ομοίως και οφφικιάλοι του βασιλέως
διά να τους υπηρετήσουν. Εκείνος ο μονάρχης στοχαζόμενος αυτούς
ωσάν τρία υποκείμενα, που επεριδιάβαζαν τον κόσμον, και ήρχονταν
από βασίλειον εις βασίλειον, έβαλε την επιμέλειαν διά να τους κάμη
κάθε λογής περιποίησιν, και τιμές όσον να ήτον βολετόν διά να τους
υποχρεώση να κηρύττουν εις τα άλλα βασίλεια την ακρίβειαν της
μεγαλειότητός του. Κάθε ημέραν τους έκανε νέα χαρίσματα· τώρα τους
εξεφάντωνεν εις το κυνήγι, και τώρα εις κανένα περίεργον θέαμα·
και ποτέ δεν τους άφινε χωρίς να τους δώση καμμίαν νέαν
ξεφάντωσιν. Και με όλες αυτές τες περιποιήσεις που ο Ορμώζ τους
έκανεν, αυτοί δεν ευρίσκονταν αναπαυμένοι ανίσως και δεν ήθελαν
μάθει καταλεπτώς από τον ίδιον, αν ήτο και εσωτερικώς
ευχαριστημένος, καθώς εξωτερικώς έδειχνε, και μη ευρίσκοντας άλλον
τρόπον διά να μάθουν από τον ίδιον, έκριναν εύλογον ότι ο Βιδρεδίν
θα του ήθελε φανερωθή, ποίος ήτο και με αυτόν τον τρόπον θέλουν
ημπορέσει να επιτύχουν πού να τους φανερώση την καρδιά του, ειδέ
με άλλον τρόπον δεν ήτο βολετόν να καταλάβουν την αλήθειαν· και
ούτως απεφάσισαν διά να κάμουν.
Αυτοί μίαν ημέραν εζήτησαν θέλημα να ομιλήσουν με αυτόν ξεχωριστά,
το οποίον και τους εδόθη. Ο Βεδρεδίν εστάθη ο πρώτος που του
ωμίλησε, και με τούτον τον τρόπον είπε του Ορμώζ. Ημείς, ω Βασιλέα
είμεθα εδώ φερμένοι επιταυτού από μίαν περιέργειαν διά να μάθωμεν
κάποιόν τι που μας είναι επιθυμητόν και κάνει χρεία να σας
ομιλήσωμεν με όλην την καθαρότητα. Ήξευρε το λοιπόν, ότι ημείς δεν
είμεθα ντζοβαϊρτζήδες, καθώς εδώσαμεν να μας καταλάβουν· εγώ είμαι
βασιλεύς καθώς και του λόγου σου, και βασιλεύω επάνω εις τον λαόν
της Δαμασκού, και τούτοι οι δύο άνθρωποι, που εσείς νομίζετε διά
συντρόφους μου, ο ένας είνε ο μυστικός μου και ο άλλος ο βεζύρης
μου. Ο Ορμώζ έμεινεν εκστατικός εις μίαν τοιούτης λογής θάρρεψιν,
και εθαύμασε πολλά περισσότερον οπόταν ο Βεδρεδίν του εδιηγήθη την
αιτίαν διά την οποίαν εμίσευσαν από την Δαμασκόν. Ο Ορμώζ εκαμώθη
πως εγέλασεν εις αυτήν την διήγησιν· έπειτα αποκρίνεται και λέγει.
Μα πώς, ω κύριε, ο βεζύρης σου είνε τόσον ισχυρογνώμων, ότι να μην
είναι κανείς χωρίς θλίψιν; Ναι, του απεκρίθη ο βασιλεύς της
Δαμασκού· και αυτό είναι εκείνο, που δεν ημπορώ να καταλάβω μα την
αλήθειαν· εγώ δεν ημπόρεσα να εύρω εις το βασίλειόν μου έναν
άνθρωπον χωρίς να μην έχη θλίψιν· εχάλεψα εις άλλους τόπους να
εύρω κανέναν μα ματαίως έκαμα τους κόπους· είδα εις το Μπαγδάτι
ανθρώπους που φαίνονταν ευχαριστημένοι εις την κατάστασίν τους,
και με όλον τούτο δεν ήτον έτσι· αποσταμένος το λοιπόν από μίαν
ματαίαν ζήτησιν απεφάσισα να γυρίσωμεν εις την Δαμασκόν· μα οπόταν
ήκουσα διά να ομιλούν διά την βασιλείαν σου, πως είσαι ο βασιλεύς
χωρίς φροντίδα και χωρίς θλίψιν, ηθέλησα παρακινημένος από τέτοιαν
περιέργειαν να σε ιδώ, και παρετήρησα, ότι κατά αλήθειαν από τες
χαροποίησες που καθημερινώς δείχνεις, φανερώνεις ότι είσαι αληθώς
ευχαριστημένος, και χωρίς θλίψιν· σε ορκίζω το λοιπόν, ω αυθέντη,
να μου φανερώσης αν είναι αληθείς, ή ψευδείς οι θεωρίες που
κάνεις, και αν και χαίρεσαι εσύ μιαν τελείαν ευτυχίαν, και αν
θλίψις καμμία δεν συγχίζει την ανάπαυσίν σου.
Ο Ορμώζ δεν ημπόρεσε να μείνη χωρίς να ξαναγελάση εις ετούτες τες
εξέτασες. Είνε δυνατόν, ω κύριε, λέγει αυτός του βασιλέως της
Δαμασκού, ότι αληθώς επαράτησες το βασίλειόν σου, και τρέχεις τον
κόσμον διά να συναντήσης ένα τελείως ευχαριστημένον; Τίποτε δεν
είνε πλέον αληθινόν από τούτο, απεκρίθη ο Βεδρεδίν και σε παρακαλώ
να μου φανερώσης την αλήθειαν και το έσωθεν της καρδίας σου.
Επειδή και μου ζητάτε τούτο με τόσην παρακάλεσιν, εξαναείπεν ο
Ορμώζ, και καθώς πολύ σε συμφέρει διά να το μάθης, ιδού που σου
λέγω, πως ο βεζύρης σου έχει όλον το δίκαιον, και είμαι και εγώ με
την γνώμην του. Όσον δι' εμέ είμαι μακρυά πολύ του να είμαι
άνθρωπος καθώς με στοχάζεσαι· το επίθετον του βασιλέως χωρίς
θλίψιν που δίδεται, είνε ψευδές, με το να είμαι ο πλέον δυστυχής
βασιλεύς του κόσμου· η χαρά που φανερώνεται εις το πρόσωπόν μου
είνε όλη πλαστή· πλαστές οι ηδονές που με κάνουν να μη στοχάζωμαι
ένα τόσο βάσανον, που ακαταπαύστως με θλίβει. Ο βασιλεύς της
Δαμασκού εξέστη εις το να ακούση τον βασιλέα του Αστραχάν να
ομιλήση με αυτόν τον τρόπον· και ανάφτοντάς του την περιέργειαν
εις το να μάθη το αίτιον της ανησυχίας του, έκαμε τόσον, που ο
Ορμώζ του έταξε διά να του το φανερώση οπόταν εύρη καιρόν
αρμόδιον. Ο Βεδρεδίν, ο βεζύρης και ο Σεήφ Μολτούχ ύστερον από το
τάξιμον που ο Ορμώζ τους έκαμεν, ανέμεναν και οι τρεις με
ανυπομονησίαν την πλήρωσιν του ταξίματός του, το οποίον αυτός το
έκαμε με τον ακόλουθον τρόπον.
Μίαν νύκτα, τον καιρόν που εις το παλάτι του ήτον ησυχία έστειλε
δύο ευνούχους, διά να τους φέρη προς αυτόν. Ο Ορμώζ ωσάν τους είδε
είπεν· ιδού τέλος πάντων που είμαι έτοιμος διά να πληρώσω το
τάξιμόν μου· εσείς θέλετε διακρίνει αν εγώ με δίκαιον τρόπον σας
είπα πως είμαι ο πλέον δυστυχής βασιλέας του κόσμου. Έτσι λέγοντας
επήρε από το χέρι τον βασιλέα Βεδρεδίν, και τους άλλους, και τους
έκαμε να περάσουν από δύο οντάδες, και τους έφερεν έως την πόρταν
του τρίτου, εις την οποίαν τους είπε να σταθούν με επιμέλειαν και
να θεωρήσουν. Ο Βεδρεδίν έρριξε τους οφθαλμούς του εις εκείνον τον
οντά, και είδεν επάνω εις ένα θρονί μίαν ωραίαν κυρίαν, της οποίας
η ωραιότης τον έκαμε να μείνη· η ασπράδα της υπερέβαινε το χιόνι·
οι οφθαλμοί της ήτον παρόμοιοι ωσάν δύο ήλιοι· είχεν αυτή το
πρόσωπον γελούμενον, και εφαίνονταν να δίδη ακρόασιν εις κάποιες
ομιλίες, που μία γραία σκλάβα της έκανε.
Στοχασθήτε αυτήν την βασίλισσαν, η οποία στέκει καθήμενη εις
εκείνο το θρονί, ακολούθησεν ο Ορμώζ· είδετε σεις πράγμα πλέον
ωραίον; δεν φαίνεται ότι η φύσις έλαβε την ευχαρίστησιν να δώση
εις τον κόσμον ένα υποκείμενον τόσον ευγενικόν; αυτή είνε εκείνη
η ποθεινοτάτη βασίλισσα, που μου προξενεί το βάσανον· αυτή είνε
εκείνη που με κάνει δυστυχή. Μήπως και αυτή δεν σε αγαπά, ω
αυθέντη; είπεν ο Βεδρεδίν. Όχι, όχι απεκρίθη ο Ορμώζ· δι' αυτό
δεν παραπονούμαι· αν εγώ την λατρεύω, είμαι με όλον τούτο
ανταποκριμένος. Μα πώς το λοιπόν, ξαναείπεν ο Βεδρεδίν, ημπορεί
αυτή να σε κάνη δυστυχή; Τώρα, τώρα θέλετε τα ιδεί, απεκρίθη ο
βασιλέας του Αστραχάν· αναμείνατε και οι τρεις εις την πόρταν, και
θεωρήσατε με προσοχήν εκείνο που θέλει συμβή.
Τελειώνοντας που να ομιλή έτσι, εισήλθεν εις τον οντά, και
επήγαινε προς την βασίλισσαν, και κατά το μέτρον που επλησίαζε
προς αυτήν, ω θέαμα ανήκουστον, έτσι αυτή έχανε την όψιν της, τα
μάγουλά της που ήταν κόκκινα ωσάν το τριαντάφυλλον, ευθύς
εμεταβάλθηχαν εις αχνότητα πεθαμμένου· τα χείλη της έγιναν μελαψά·
αφανίσθη το χαρούμενόν της πρόσωπον και τα εύμορφά της τα μάτια
εκλείσθηκαν, ωσάν αποθαμμένης. Φθάνοντας τέλος πάντων ο Ορμώζ
πλησίον της εκάθισεν εις ένα θρονί κοντά της· και ρίχνοντας τους
οφθαλμούς του επάνωθέν της γεμάτους από αγάπην και πόνον, της
είπε· Βασίλισσα μου αγαπητή και παμπόθητη, άνοιξε, σε παρακαλώ,
τους οφθαλμούς σου, και θεώρησε τον κακότυχόν σου νυμφίον, ότι η
κατάστασις, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, μου διαπερνά την καρδίαν. Η
βασίλισσα τότε δεν του αποκρίνονταν, ούτε του έδωσε κανένα σημείον
πως τον είχεν ακούσει, και τέλος πάντων εφαίνονταν πως ήταν
αποθαμμένη. Ο Ορμώζ δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη περισσότερον
εκείνο το αξιοδάκρυτον θέαμα· εσηκώθη από το θρονί διά να γυρίση
προς τον Βεδρεδίν και καθώς εξεμάκρυνεν από την γυναίκα του, αυτή
εξανάρχονταν εις την πρώτην της όψιν και ευμορφάδα· η θεωρία της
εξανάλαβε την λαμπρότητα που είχε, και εις ένα λόγον είδαν που
ναξαναγεννηθούν όλες της οι νοστιμάδες, το οποίον επροξένησεν εις
τους θεωρούντας τον θαυμασμόν, που ευκόλως ημπορεί να στοχασθή
κανένας.
Ο βασιλεύς της Δαμασκού, ο μυστικός του, και ο βεζύρης του,
εκρατούσαν τους οφθαλμούς τους στερεούς επάνω εις τον Ορμώζ, και
δεν ημπορούσαν να συνέλθουν από την έκστασίν των. Ίδετε την
ταλαιπωρίαν μου, τους λέγει τότε ο Ορμώζ· ημπορείτε να ειπήτε κατά
το παρόν, αν εγώ είμαι ο άνθρωπος εκείνος ο ευτυχής, τον οποίον
πηγαίνετε χαλεύοντας; Όχι, απεκρίθη ο Βεδριδίν, ημείς είμασθε κατά
πολλά βεβαιωμένοι, ότι εσύ είσαι ένας βασιλέας δυστυχέστατος· το
απίστευτον θέαμα, εις το οποίον είμασθε μάρτυρες, μας το κάνει
πολλά καλά να το γνωρίσωμεν. Μα ήθελα να ηξεύρω διατί όταν
πλησιάζης προς αυτήν της έρχεται λιποθυμία, και χάνει την όψιν
της, και οπόταν από αυτήν ξεμακραίνεις, ξαναλαμβάνει την μορφήν
της και τα πνεύματά της; αν ημπορήτε, σας παρακαλώ, ευχαριστήσετε
την περιέργειάν μου.
Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου διά την ζήτησίν σου, απεκρίθη ο Ορμώζ,
επειδή και το εκαρτερούσα· έχετε βέβαια όλην την αιτίαν να
θαυμάσητε εις ό,τι είδετε· μα διά να σας κάμω να μάθετε εκείνο που
επιθυμάτε, διά να το ηξεύρετε, κάνει χρεία να σας διηγηθώ μίαν
μακρυνήν ιστορίαν και αν υποφέρετε μετά χαράς, θέλω σας διηγηθή. Ο
Βεδρεδίν και οι δύο συνακόλουθοί του τον εβεβαίωσαν πως
μεγαλυτέραν χάριν από αυτήν δεν ήθελε τους κάμει. Και ούτως ο
Ορμώζ άρχισε να κάνη την διήγησιν με τον ακόλουθον τρόπον.
&Ιστορία του Βασιλέως Ορμώζ επονομαζομένου βασιλέως χωρίς θλίψιν,
και της βασιλοπούλας Ρέτζιας.&
Είναι από τους δώδεκα χρόνους της ηλικίας μου που εβουλήθηκα να
περιδιαβάσω τον κόσμον· εζήτησα από τον πατέρα μου τον βασιλέα την
ελευθερίαν δι' αυτήν την βουλήν, και μετά χαράς μου την έδωσεν·
εδιώρισε μερικούς οφφικιάλους διά να τους έχω εις την συντροφιάν
μου και άνοιξε τους θησαυρούς του, και μου έδωσεν αναρίθμητα
αργύρια, διά να κάνω τιμήν εις τον εαυτόν μου οπόταν φθάνω εις
καμμίαν αυλήν βασιλικήν. Εμίσευσα λοιπόν από το Αστραχάν με τους
ανθρώπους που μου εδιώρισεν ο πατέρας μου· ανάμεσα εις αυτούς που
με εδούλευε διά λαλάς· ο οποίος κατά πολλά με αγαπούσε, και
ωνομάζετο Χασάν. Ήτον αυτός ένας άνθρωπος πολλά φρόνιμος και
πεπαιδευμένος εις τα πάντα, και το περισσότερον που μου άρεσεν εις
αυτόν ήτον που ότι εποθούσα, και ότι ήθελα, δεν μου εναντιώνονταν,
αλλά έκανε κάθε τρόπον που να ευχαριστήση την κλίσιν μου· και με
τούτον τον τρόπον που με εφέρνονταν με εμένα, απόκτησα το θάρρος
μου, και κάθε μου απόκρυφον εις αυτόν το εξεμυστηρευόμην.
Αφού εμισεύσαμεν από το Αστραχάν, εδιαβήκαμεν από διαφόρους τόπους
και βασίλεια· και όπου και αν απερνούσα, έκανα με τα δώρα μου και
τα μεγαλοπρεπή μου έξοδα να δειχθώ ποίος ήμουν. Και μίαν ημέραν
ευρισκόμενος εις το Σουράτ, λέγω του λαλά μου· Χασάν, είμαι
βαρεμένος εις το να ταξειδεύω με μορφήν βασιλοπούλου· οι τιμές που
παντού μου κάνουν, αρχινούν να μου είνε ανυπόφερτες· δεν
απολαμβάνω εκείνην την ηδονήν, που εις τα ταξείδια οι περιηγηταί
χαίρονται οπόταν ταξειδεύουν αγνώριστοι· αφήνω πολλά πράγματα που
δεν τα βλέπω· το μεγαλείον μου δεν με καλεί να πηγαίνω να τα
βλέπω· και δεν ημπορώ να πληρώσω κατά πως θέλω την επιθυμίαν μου.
Επιθυμούσα να ήμουν ωσάν ένας απλούς άνθρωπος, διά να ημπορώ να
ιδώ κάθε ταπεινόν πράγμα χωρίς να έχω αντίρρησιν, το οποίον θέλει
μου είνε και διά περισσοτέραν μου πράξιν. Ο Χασάν επαίνεσε την
γνώμην μου, και δεν έχασε καιρόν που να πληρώση την επιθυμίαν μου.
Και εκείνην την ημέραν έστειλαμεν όλους τους άλλους που μας
εσυντρόφευαν οπίσω εις τον πατέρα μου, και εμείναμεν ημείς μόνον
οι δύο και παίρνοντας πολλά διαμαντικά μαζί μας, εμισεύσαμεν απ'
εκεί, και ύστερα από μίαν μακρυνήν στράταν εφθάσαμεν εις την πόλιν
της Καρίσμου, εις την οποίαν εβασίλευεν ο Κηλήτζ Αρσλάν.
Την δευτέραν ημέραν αφού εφθάσαμεν εκεί, εβγήκαμεν διά να
σεργιανίσωμεν την χώραν την οποίαν εύραμεν πολλά ωραιοτάτην.
Εσταθήκαμεν ξεχωριστά διά να στοχασθούμεν ένα παλάτι, που μας
εφάνηκε να ήτον μία φτιάσις πολλά εξαίρετη, και ήτον ξεχωριστόν
από τα άλλα τα σπήτια, κείμενον εις την άκρην της πολιτείας,
περιτειχισμένον με χαμηλά τείχη, και ολοτρόγυρα του τείχους ήτον
πολλότατοι πύργοι πολλά υψηλοί και στενοί. Μας ήλθεν επιθυμία διά
να υπάγωμεν εις αυτό το παλάτι να το ιδούμεν· και πλησιάζοντες εις
αυτό ακούομεν να εβγαίνουν διάφορες φωνές από εκείνους τους
πύργους, εις τους οποίους ήτον μέσα άνθρωποι κλεισμένοι και
ωμιλούσαν με φωνές πολλά δυνατές· άλλοι μεν ετραγουδούσαν, άλλοι
εγελούσαν, και άλλοι έκλαιαν. Και από αυτά τα σημεία
εστοχασθήκαμεν ότι ήτον ο τόπος όπου είχαν τους τρελλούς
κλεισμένους· και πηγαινάμενοι παρεμπρός εβεβαιωθήκαμεν πως ήτον
έτσι, με το να ηκούσαμεν που να επαραμιλούσαν και να έλεγαν λόγια
χωρίς στόχασιν, και ολονών οι τρελλές κουβέντες που έκαναν ήτον
περί αγάπης, ώστε που εκρίναμεν ότι η τρελλαμάρα τους θα είχε
προξενηθή από αγάπην και διά τούτο τους εβάλαμεν εις εκείνους τους
πύργους.
Και εκεί που με τον λαλά μου εκάμαμεν αυτούς τους στοχασμούς διά
τους τρελλούς, ανταμώνομεν έναν από τους φύλακας εκείνου του
τόπου, και τον ερωτήσαμεν διά να μας ειπή, διατί εκείνοι οι
τρελλοί μιλούν όλο δι' αγάπην; Μη θαυμάζετε, εκείνος μας απεκρίθη,
ότι αυτοί οι τρελλοί μιλούν περί αγάπης, επειδή και από αυτήν
προέρχεται το κακόν τους· εσείς από ότι καταλαμβάνω είσθε ξένοι,
και βεβαίως δεν είχετε πλέον σταθή εις το μέρος της Καρίσμου, με
το να μην ηξεύρετε που αυτοί ετρελλάθηκαν με το να είδαν την
Ρετζίαν θυγατέρα του Σουλτάνου μας· μα επειδή και δεν έχετε
είδησιν δι' αυτήν την υπόθεσιν, θέλω να σας ευχαριστήσω να σας την
διηγηθώ.
Αν ηξεύρετε, ότι αυτή η βασιλοπούλα, ηκολούθησεν αυτός παίζει
κάποιες φορές το κοντάρι εις το φανερόν· η οποία εκείνες τις ώρες
έχει ξέσκεπον το πρόσωπόν της, και καθένας ημπορεί να την ιδή· μα
αλλοί εις εκείνους που σταματήσουν διά να την θεωρήσουν· διαπερνά
εις τους οφθαλμούς του μία αγάπη, που τους γεννάται θανατηφόρος·
κάποιοι πέφτουν λιγοθυμημένοι, και αποθνήσκουν απελπισμένοι διά να
μη ημπορούν να την απολαύσουν· άλλοι σκοτώνονται μοναχοί τους από
την απελπισίαν τους και άλλοι χάνουν το λογικόν τους, τους οποίους
τους φέρνουν και τους κλείουν εις ετούτους τους πύργους καμωμένους
επιταυτού από τον Σουλτάνον. Αυτός ο βασιλεύς αντίς να εμποδίση
την θυγατέρα του εις το να βγαίνη να την βλέπη ο λαός, φαίνεται να
λαμβάνη μίαν βάρβαρον ηδονήν από των δυστυχιών, που από αυτήν
προξενούνται, και κενοδοξείται που έκαμε να γεννηθή ένα πλάσμα
τόσον ζημιώδες. Εις το αναμεταξύ που αυτός ο φύλακας μας ωμιλούσε,
βλέπομεν να φθάνη ένας μέγας αριθμός κόσμου από την χώραν με
πολλές φύλαξες του Σουλτάνου, που έφεραν δύο νέους διά να τους
βάλλουν εις τους πύργους. Βλέπετε, εφώναξεν, ετούτους τους νέους
τρελλούς που τους φέρουν εδώ; βέβαια, λέγει ο φύλακας, η
βασιλοπούλα Ρετζία κατά πως φαίνεται σήμερον παίζει το κοντάρι.
Ακόμη δεν είχε τελειώσει αυτόν τον λόγον, και ευθύς τον απαρατώ.
Υπάγω του είπα, να ιδώ που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα, θέλω ο
ίδιος να γένω κριτής της ωραιότητός της· αμφιβάλλω πολλά, ότι αυτή
θα είναι τόσον εξαισία, καθώς μου την περιγράφεις. Ο λαλάς μου
ετρόμαξεν εις τούτην την απόφασιν, και άρχισε να με εμποδίζη.
Αυθέντη, μου λέγει, με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, μην
παραδίνεσαι εις αυτήν την επιθυμίαν σε παρακαλώ· ποίον δαιμόνιον
σου την εφώτισεν; ιδού που θεωρούμεν με τους οφθαλμούς μας, και
ακούομεν με τα αφτιά μας τα θανατηφόρα αποτελέσματα, που κάνει
αυτή η θεώρησις της Ρετζίας· σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην,
να μη βαλθής εις αυτόν τον κίνδυνον· και έπαρε παράδειγμα από
αυτούς τους δυστυχείς, που εις τούτους τους πύργους ευρίσκονται
από αιτίαν της κλεισμένοι.
Δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως παρά να γελάσω, βλέποντας τον τρόμον
του Χασάν που τον επλάκωσε. Κατά αλήθειαν, του είπα, εσύ δεν έχεις
λογικόν· ημπορείς εσύ να δώσης πίστιν εις ένα φόβον τόσον γελοιώδη;
στοχάζεσαι ότι η θεωρία μιας ωραίας θα ημπορέση να με κάμη να χάσω
το λογικόν; εσύ ηξεύρεις καλώτατα, πως εις το παλάτι του πατρός
μου είχε πολλές ωραιότατες σκλάβες, και ποτέ καμμία δεν με έκανε
να σαλεύση ο νους μου προς αγάπην· μην πιστεύης λοιπόν ότι εις
μίαν στιγμήν ημπορεί να μου προξενήση η θεωρία της ένα τοιούτης
λογής αποτέλεσμα· στάσου χωρίς φόβον επάνω εις την περιέργειάν
μου, και μη σε μέλλη τίποτε πως η ωραιότης της Ρετζίας θα μου κάμη
κακόν αποτέλεσμα.
Ο Λαλάς μου εδιπλασίασε τας παρακαλέσεις του, μα εγώ σταθερός εις
την απόφασίν μου χωρίς να του ειπώ άλλο, εμίσευσα, και
περιπατώντας καμπόσον εσυναντήσαμεν ένα ιμάμην εις την στράταν,
τον οποίον ερώτησα διά να μου δείξη τον δρόμον, που υπάγει εκεί
που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα. Αχ δυστυχισμένε, αυτός
απεκρίθη, βλέπω που εβαρέθης εις το να χαρής το λογικόν σου· δεν
σου εδιηγήθη κανείς ποία αποτελέσματα προξενεί η θεωρία της
Ρετζίας; αν το ηξεύρης, είσαι πολλά αυθάδης εις το να μη φοβηθής
μίαν ωραιότητα τόσον φθοροποιάν. Μου έκαμεν αυτός και άλλες
νουθεσίες διά να με εμποδίση αν ήτον βολετόν· μα βλέποντας που δεν
έκανε τίποτε, μου έδειξε την στράταν με οργήν. Σύρε το λοιπόν, μου
είπεν όλος θυμωμένος, τρέξε εις τον αφανισμόν σου, επειδή και δεν
θέλεις να ακολουθήσης τες νουθεσίες μου. Μίαν στιγμήν υστερώτερα
αφού και άφησα τον ιμάμην, ήκουσα έναν τελάλην που εφώναζε, πως η
Ρετζία παίζει το κοντάρι, και πως όποιος είναι αστόχαστος ας υπάγη
να την ιδή, και το φταίξιμον θέλει είναι ιδικόν του διά το κακόν
που θέλει του τύχει.
Καθώς εγώ επλησίαζα εις το παιγνίδι έβλεπα μεγάλον φόβον ες τον
λαόν ήκουσα τους πατέρας που έκραζαν τα παιδιά τους και τα έκλειαν
εις τα σπήτιά τους, και άλλοι με μεγάλην επιμέλειαν τα εχάλευαν,
διά να τα εμποδίσουν, εις το να ιδούν την Ρετζίαν και διά αυτές
όλες τες προφυλάξεις που έβλεπα εγελούσα με τον εαυτόν μου, ομοίως
και διά τον φόβον του Λαλά μου. Οπόταν δε ήμουν ολίγον μακράν από
τον τόπον του παιγνιδιού, δεν έβλεπα άλλο, παρά γέροντας, και
αυτοί είχαν αντίρρησιν οι οποίοι έστεκαν μακράν από την
βασιλοπούλαν· και με όλα τα γηρατειά τους εφοβούνταν να μην
απεράσουν το επίλοιπον της ζωής τους εις τους πύργους, και
κοντολογής όλοι απέφευγαν από το να ιδούν το πλέον ωραίον της
φύσεως. Ως τόσον εγώ επλησίαζα με τόλμην χωρίς να ακούσω την φωνήν
κάποιων καλών γερόντων, που διά σπλάχνος και αυτοί μου έλεγαν να
γυρίσω οπίσω, μα πολλά αργά έφθασα εκεί. Επειδή και εκείνην την
στιγμήν ετελείωσε το παιγνίδι, και η Ρέτζια ανεχώρησε μπουλωμένη,
ώστε δεν ημπόρεσα να ιδώ άλλο παρά το φέρσιμόν της το οποίον μου
εφάνη μεγαλοπρεπέστατον.
Γυριζόμενος δε προς τον Λαλάν μου, πόσον είμαι δυστυχής, του είπα
με θλίψιν αν ολίγον προτήτερα είχα φθάσει, ήθελα ιδεί την Ρετζίαν.
Αυθέντη μου, απεκρίθη ο Λαλάς με μεγάλην χαράν, ευχαριστώ τον
ουρανόν, που εσύ δεν είδες μίαν τόσον φθοροποιάν μορφήν, η οποία
δεν ήθελε σου προξενήσει άλλο παρά ζημίαν. Εσύ δεν έχεις αιτίαν
ακόμη να χαρής, του απεκρίθηκα· επειδή και δεν την είδα σήμερον,
πρώτην φοράν που θα μεταβγή κατά την συνήθειαν, σου τάσσω πως θέλω
την θεωρήσει με στοχασμόν, με όλον που θα ήξευρα πως θέλει μου
προξενήσει την μεγαλυτέραν ζημίαν που θα στοχασθής.
Απέρασα όλον το επίλοιπον της ημέρας με αυτήν την απόφασιν, την δε
ερχομένην ημέραν εκηρύχθη εις την χώραν, ότι η Ρετζία δεν ήθελε
παίξει το κοντάρι εις την παρουσίαν του λαού, και ούτε θέλει φανή
αμπούλωτη εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων, επειδή και ο Σουλτάνος
έτσι απεφάσισεν, υποχρεωμένος από τες παρακάλεσες του Ντιβανιού
του, διά τες ζημίες που εις τον λαόν προξενεί η θεωρία της. Ετούτη
η προσταγή μού εστάθη θλιβερά τόσον όσον εστάθη χαροποιά του Λάλα
μου, ο οποίος μη ημπορώντας να κρύψη την ευχαρίστησίν του μου
είπεν. Αχ, κύριέ μου, τώρα σε βλέπω έξω από κάθε κίνδυνον η
βασιλοπούλα δεν θέλει έβγει πλέον εις το εξής από το σεράγι της,
και η ωραιότης της δεν θέλει βλάψει πλέον το γένος των ανθρώπων,
και δεν ημπορώ αρκετώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν δι' αυτό το
αίτιον. Γελάσαι, ω Χασάν, ευθύς τον αντέκοψα, αν πιστεύης ότι εγώ
θα παραιτηθώ, που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου, και με όλον
που κατά το παρόν είναι δύσκολον πολλά εις το να ιδώ την Ρετζίαν,
δεν θέλω λείψει όμως που να κάμω κάθε τρόπον, διά να εύρω το
μέσον.
Εις την εκτέλεσιν της βουλής μου, μου ήλθαν εις τον νουν διάφορα
εφευρέματα, και απεφάσισα εις τούτο· επήρα μαζί μου πολύ χρυσίον,
και εκίνησα διά να υπάγω να εύρω τον περιβολάρην του Σουλτάνου·
τον οποίον ευρίσκοντας του έβαλα μίαν σακκούλαν φλωριά εις τα
χέρια· λάβε, καλέ μου πατέρα, του είπα, ετούτην την σακκούλαν, που
είνε 500 φλωριά, και ακόμη περισσότερα θέλω σου δώσει αν μου κάμης
μίαν χάριν. Ο περιβολάρης ήτον ένας καλός γέρων, ο οποίος είχε
γυναίκα μίαν παρομοίαν εις την ηλικίαν του· επήρεν αυτός την
σακκούλαν με τα φλωριά, και χαμογελώντας μου είπε. Καλέ νέε, το
δώρον είνε πλούσιον, μα το ζήτημά σου ποίον είνε; Εγώ έχω να σε
παρακαλέσω του είπα, διά να μου κάμης την χάριν να εύρης το μέσον,
διά να με εμβάσης εις το παλάτι, διά να ιδώ μίαν φοράν μόνον την
βασιλοπούλαν Ρετζίαν, επειδή και κατά τον ορισμόν του βασιλέως δεν
εβγαίνει πλέον εις την χώραν να την ιδή κανείς. Ο περιβολάρης
ακούοντας παρόμοια λόγια ευθύς μου επέστρεψε τα φλωριά λέγοντας.
Ύπαγε απ' εμού, ω τολμηρέ νέε, επειδή δεν στοχάζεσαι τα
αποτελέσματα της ζητήσεώς σου· έξω που εμβαίνεις εις κίνδυνον να
χάσης το λογικόν σου· μα είνε που βάνεις εις κίνδυνον την ζωήν
σου, και την εδικήν μου· ύπαγε το λοιπόν, και μην ελπίζης ότι εγώ
θα κάμω ένα παρόμοιον πράγμα, μακάρι να ήξευρα πως θα με κάμης
ολόχρυσον.
Ένα τέτοιον ομίλημα δεν με απέλπισεν· ω καλέ πατέρα μου, του
εξαναείπα, ξαναδίδοντάς του πάλιν την σακκούλαν, μη μου αρνείσαι
την συνέργειάν σου· έχω μεγάλην επιθυμίαν να ιδώ την βασιλοπούλαν,
δεν ημπορώ παρά από λόγου σου να λάβω αυτήν την ευχαρίστησιν, αν
δεν με υπακούσης, εγώ αποθαίνω από τον πόνον μου. Η περιβολάρισσα
δεν ημπόρεσε να με ακούση χωρίς συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν και
ανταμωμένη μετ' εμένα αρχίσαμεν να παρακινούμεν με θερμότητα τον
άνδρα της διά να υπακούση τες παρακάλεσές μου. Αυτός ως τόσον
εβάλθη να διαλογίζεται χωρίς να μου αποκριθή· στοχαζόμενός τον πως
ακόμη αμφέβαλλεν, έβγαλα και του έδωσα και μερικά διαμάντια, διά
να τον παρακινήσω περισσότερον να κλίνη εις την ζήτησίν μου, τα
οποία, ωσάν τα είδε, τον εξύπνησαν από το βάθος των στοχασμών του.
Παιδί μου, μου είπε, δεν είνε χρεία να χαρίζης αυτά τα διαμαντικά
διά να με παρακινήσης να σε υπακούσω· επειδή και ευθύς που σε είδα
αγροίκησα προς του λόγου σου αγάπην, και αποφάσισα διά να σε
δουλεύσω, και εις ετούτην την στιγμήν μου έρχεται εις τον νουν μου
ένα μέσον διά να σου πληρώσω την επιθυμίαν, χωρίς κίνδυνον τόσον
εσένα ωσάν και εμένα. Αγκάλιασα τον γέροντα διά την καλήν ελπίδα
που μου έδωσε, και τον επερικάλεσα να μου φανερώση τον τρόπον που
εστοχάσθη. Κάνει χρεία, μου είπεν, ότι να γδυθής τα φορέματά σου
και να βάλλης πενιχρά· θέλω κάμει να σε πιστεύσουν διά δούλον μου·
μα έχοντας αυτά τα ξανθά μαλλιά, ημπορούν να έμβουν οι ευνούχοι
εις υποψίαν, και να σε ξεσκεπάσουν, και διά τούτο πρέπει να σου
σκεπάσω το κεφάλι με μίαν φούσκαν, και με αυτόν τον τρόπον θέλουν
σε στοχασθή δι' ένα κασιδιάρην, και ούτω δεν θέλουν σε εξετάξει
καθόλου.