Έφθασε και εκείνη η νύκτα, κατά την συνήθειαν εφέρθηκα εις την

βασιλοπούλαν. Ωραία Σχυρίνα, της είπα εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ

της, εσύ δεν ηξεύρεις, εκείνο που εσυνέβη σήμερον εις τον κάμπον·

ένας τζοχαντάρης ο οποίος εδίσταζεν ότι εσύ είσαι γυναίκα του

Μωάμεθ, έλαβε την παίδευσιν της απιστίας του. Έκαμα να σηκωθή μία

φουρτούνα, η οποία έβαλεν εις φόβον το άλογόν του, τόσον που τον

έρριξε και ετσάκισε το ποδάρι του, και όλον ετούτο το έκαμα εις

παράδειγμα των άλλων, που ήθελαν διστάσει εις την υπανδρείαν μου.

Εκείνη με επίστευσεν εις όσα της είπα, κατά την συνήθειαν και

ύστερον από αυτό εχαρήκαμεν με την Σχυρίναν το επίλοιπον της

νυκτός, και εις την συνειθισμένην ώραν ανεχώρησα.

Ως τόσον εις το αναμεταξύ αυτού του καιρού, έφαγα όλην μου την

ζωοτροφίαν που είχα, και καθώς δεν είχα κανένα δηνάρι, έτσι ο

προφήτης δεν ήξευρε πως να προμηθευθή από ζωοτροφίαν. Και εκεί που

εστοχαζόμουν, μου έρχεται ένας στοχασμός. Βασίλισσά μου, της λέγω

μίαν βραδιάν που ευρισκόμουν με αυτήν, ημείς ελησμονήσαμεν να

φυλάξωμεν μίαν τάξιν εις την υπανδρείαν μας· εσύ δεν μου έδωσες

κανένα πράγμα διά προίκα, και αυτό το πράγμα μου κακοφαίνεται,

επειδή και εβγαίνομεν έξω από τα όρια των νόμων. Ας είνε, ω ακριβέ

μου νυμφίε, μου απεκρίθη, θέλω ομιλήσει αύριον του πατρός μου, και

χωρίς αμφιβολίαν θέλει στείλει εδώ όλα τα πλούτη του. Όχι όχι της

αποκρίθηκα δεν είναι αναγκαίον να του ομιλήσης· ολίγον με

συμφέρουν οι θησαυροί του με το να μου είνε άχρηστοι· μου φθάνει

ότι με το χέρι σου να μου δώσης κανένα διαμαντικόν, αυτό θέλει

είνε η μοναχή προίκα που σου ζητώ. Η Σχυρίνα ήθελε δώσει όλα τα

διαμαντικά της διά να κάμη πλέον μεγάλην την προίκα της· μα

ευχαριστήθηκα να πάρω μόνον δύο χονδρά διαμάντια, τα οποία τα

επούλησα την ερχομένην ημέραν εις ένα ντζοβαϊριτσή, και με αυτό το

μέσον εβάλθηκα εις στάσιν διά να ακολουθήσω να φανερώνω την μορφήν

του Μωάμεθ.

Έτρεχε σχεδόν ένας μήνας, που απερνούσα διά προφήτης, και

ετραβούσα μίαν ζωήν πολλά ευτυχισμένην οπόταν έφθασεν ένας

Αμπασατόρος από όνομα ενός βασιλέως σημαντικού, γυρεύοντας του

Βαχμάν την θυγατέρα του εις γυναίκα του, του οποίου ο Βαχμάν

απεκρίθη λέγοντας, πως του κακοφαίνεται που δεν ημπορούσε να τον

υπακούση, με το να την υπάνδρευσε με τον Μωάμεθ. Ο Αμπασατόρος

εστοχάσθη από αυτήν απόκρισιν ότι ο βασιλεύς της Γάζνας θα

ετρελλάθη· και πεισμωμένος εμίσευσε, και ήλθεν εις τον βασιλέα

του, και επρόσφερε την απόκρισιν του Βαχμάν. Αυτός ο βασιλεύς

εθυμώθη κατά πολλά εναντίον του Βαχμάν και ευθύς επρόσταξε διά να

υπάγη καταπάνω του, και ούτως έκαμε μίαν μεγάλην αρμάδα, και με

αυτήν εμβήκεν εις το βασίλειον της Γάζνας. Αυτός ο βασιλεύς,

ονομαζόμενος Κασέμ, ήτον πολλά δυνατώτερος από τον Βαχμάν ο οποίος

από το μέρος του ετοιμάσθη όπως και αν ημπόρεσε διά να εναντιωθή

εις τον εχθρόν του. Ο Κασέμ του εχάλασε πολύ στράτευμα του Βαχμάν·

τόσον που με πολλήν ογλήγορότητα έφθασεν οποκάτω εις τα τείχη της

Γάζνας. Ως τόσον ο βασιλεύς της Γάζνας καταδαμασμένος από την

ανδρείαν των στρατιωτών του Κασέμ, άρχισε να χάνη τας ελπίδας του,

και να εμβαίνη εις μέγαν φόβον και ευθύς επρόσταξε να συναχθή

συμβούλιον διά να ιδή, τι έχει να κάμη· εις το οποίον ο

τζοχαντάρης, που ετσάκισε το ποδάρι του ωμίλησε με τον ακόλουθον

τρόπον.

Εγώ μένω εκστατικός που ο βασιλεύς δείχνει τόσον φόβον διά τούτον

τον εχθρόν, εις καιρόν που δεν έπρεπε να φοβηθή όχι μόνον τον

Κασέμ, μα ούτε όλους τους βασιλείς, που θα ήθελαν ενωθή όλοι ομού

εναντίον του, με το να έχη γαμβρόν τον Μωάμεθ· το ύψος της

βασιλείας σου δεν ημπορεί να κάμη άλλο, παρά να προστρέξη εις τον

προφήτην ωσάν γαμβρός σου που είνε, και αυτός με ταχύτητα θέλει

συγχίσει τους εχθρούς σου· πρέπει να είναι υπόχρεως διά να σε

βοηθήση, επειδή και από αιτίαν της υπανδρείας του σου εσήκωσε τον

πόλεμον ο Κασέμ.

Με όλον που ετούτη η ομιλία του τζοχαντάρη ήτον περιγελαστική, δεν

έλειψε που να προξενήση πολύ θάρρος εις τον Βαχμάν. Εσύ έχεις

δίκαιον, λέγει του τζοχαντάρη· εγώ πρέπει να προστρέξω εις τον

προφήτην· υπάγω να τον παρακαλέσω διά να εμέ βοηθήση να χαλάσω τον

εχθρόν μου και ελπίζω ότι η παρακάλεσίς μου να μη γένη άκαιρη.

Έτσι λέγοντας εφέρθη εις το παλάτι της Σχυρίνας με πολλήν

ογληγορότητα, και της είπεν ότι θα ενωθούν διά να παρακαλέσουν τον

προφήτην διά να τον βοηθήση εις αυτήν την ανάγκην. Η Σχυρίνα του

έταξε πως δεν θέλει είνε δύσκολον διά να τον υπακούση, και να του

κάμη την θέλησιν ο μέγας προφήτης· και ούτω με εκαρτερούσαν με

μεγάλην ανυπομονησίαν διά να πηγαίνω εκεί διά να με παρακαλέσουν.

Φθάνοντας λοιπόν η νύκτα επήγα κατά την συνήθειαν εις την

Σχυρίναν. Τότε ο πατέρας της και αυτή ευθύς που με είδαν,

επρόσπεσαν εις τους πόδας μου, ζητούντες μου βοήθειαν. Εγώ έμεινα

αντραλωμένος διά την ζήτησιν που μου έκαμαν, μα με όλον τούτο δεν

έχασα το πνεύμα μου· έκαμα διά να σηκωθούν, και τους εβεβαίωσα πως

δεν θέλω λείψει διά να τους κάμω την ζήτησιν. Ερχομένη η

συνηθισμένη ώρα εμίσευσα, τάζοντάς της Σχυρίνας ότι θα βάλω εις

έργον το τάξιμόν μου.

Την ακόλουθον ημέραν κατά πρώτον επήγα με την κασσέλαν μου εις ένα

υψηλόν τόπον, και εθεώρησα καταλεπτώς την κατάστασιν του

στρατεύματος του Κασέμ, ομοίως και την τένταν που αυτός ήτον

οικονευμένος· και ωσάν είδα όλα αυτά καλώς, επήγα εις έναν τόπον

πετρώδη, και έμασα πολλότατες πέτρες μικρές και μεγάλες, και

εγέμισα όσον ημπόρεσα την κασσέλαν μου· έπειτα εφέρθηκα εκείνην

την ίδια νύκτα εις την τένταν του βασιλέως, τον καιρόν πού οι

φύλακες εκοιμώνταν, και κατεβαίνοντας εκεί εβγήκα κρυφίως από την

κασσέλαν μου χωρίς να είμαι από κανένα θεωρημένος, και βλέποντας

που ο Κασέμ εκοιμώνταν, τραβώ μιαν πέτραν και τον κτυπώ με μεγάλην

δύναμιν εις το κεφάλι, και τον ελάβωσα μεγάλως. Ο Κασέμ από την

λαβωματιάν εφώναξε μεγάλως, και ευθύς εξύπνισε τους φύλακας και

τους οφφικιάλους του οι οποίοι έτρεξαν εις βοήθειάν του και

βλέποντές τον γεμάτον από αίματα και μισαποθαμμένον άρχισαν να

φωνάζουν και να οδύρωνται.

Ο φόβος έγινε κοινός εις όλον το στράτευμα, και τρέχοντας η φωνή

πως ο βασιλεύς ελαβώθη χωρίς να δυνηθή να καταλάβη πόθεν ήλθεν

αυτό εβάλθησαν όλοι εις μεγάλην σύγχισιν. Και εις αυτό το

αναμεταξύ που αυτοί ούτως ήτον συγχισμένοι, εγώ σηκωνόμενος εις

τον αέρα απόλυσα μίαν χάλαζαν από πέτρες που είχα, επάνω εις την

τένταν την βασιλικήν και ολοτρόγυρα που τους έκαμα όλους να

τρομάξουν και πολλοί στρατιώται έμειναν λαβωμένοι, και άλλοι

σκοτωμένοι· όθεν εδόθη φωνή πως βρέχει πέτρες επάνω εις την τένταν

του βασιλέως, και αυτή η είδησις εκοινολογήθη εις όλον το

στράτευμα, τόσον που εμβαίνοντας εις μέγαν φόβον εδόθηκαν εις

φυγή, λέγοντες πως ο προφήτης ήτον θυμωμένος εναντίον του Κασέμ.

Και με τούτον τον τρόπον έφυγεν όλον το στράτευμα κακώς έχοντας,

και άφησαν όλην τους την ζωοτροφίαν, και τα αναγκαία του πολέμου

εις τον κάμπον της Γάζνας.

Ο βασιλεύς Βαχμάν έμεινε προς τα ξημερώματα κατά πολλά εκστατικός,

οπόταν ήκουσε πως ο εχθρός έφυγε κακώς έχοντας· και ευθύς

εβγαίνοντας από την Γάζναν με το στράτευμά του, έκαμε μεγάλον

φθαρμόν εις τους φεύγοντας εχθρούς· έπειτα εγύρισεν εκεί που ήτον

το στράτευμά του και όλοι εγύρισαν με διάφορα κούρση

καταφωρτωμένοι εις την Γάζναν. Ύστερον από αυτό έγιναν μεγάλες

χαρές εις τον λαόν και όλοι έτρεξαν εις τα μετζίτια εις

ευχαρίστησιν του Μωάμεθ, που εκαταχάλασε τους εχθρούς, και τους

απεδίωξεν από το βασίλειόν του, και την ιδίαν νύκτα επήγεν ο

Βασιλεύς χωρίς να είναι συντροφιασμένος από κανένα εις το παλάτι

της βασιλοπούλας. Θυγατέρα μου, της είπεν, ιδού που ήλθα διά να

ανταποδώσω ευχαρίστησες του μεγάλου προφήτου, που είμαι χρεώστης

διά την φθοράν, καθώς το έμαθες, των εχθρών μου· διά το οποίον

είμαι τόσον κατανυκτικός, που αποθαίνω από την ανυπομονησίαν εις

το να του φιλήσω τα ποδάρια, και να του κάμω την πρέπουσαν

ευχαρίστησιν.

Έλαβεν αυτός πολλά ογλήγορα την ευχαρίστησιν που επιθυμούσεν·

εμβήκα κατά την συνήθειαν εις τον χοντζερέ της Σχυρίνας, εις τον

οποίον εστοχαζόμουν πως θέλω τον εύρει. Αυτός ευθύς έπεσεν εις

τους πόδας μου, και φιλώντας τους μου έκανε μεγάλες ευχαρίστησες·

εγώ τον εσήκωσα και του εφίλησα το μέτωπον· έπειτα του είπα·

ημπορούσες ποτέ να στοχασθής ότι εγώ να μη σε συντρέξω με την

βοήθειάν μου εις την ανάγκην, εις την οποίαν διά την αγάπην μου

ήσουν; επαίδευσα τον αυθάδη Κασέμ, ο οποίος εστοχάζονταν να

κυριεύση το βασίλειόν σου, και να αρπάξη την Σχυρίναν διά να την

βάλη εις τον αριθμόν από τες σκλάβες του. Μη φοβάσαι το λοιπόν

πλέον εις το ερχόμενον, ότι καμμία δύναμις ανθρωπίνη θα τολμήση να

σηκώση εναντίον σου πόλεμον· και αν κανείς, ήθελε λάβει την τόλμην

διά να έλθη να σε ενοχλήση, θέλω κάμει να πέση επάνω εις το

στράτευμά του μία βροχή από φωτιάν, που να τους κάμη όλους

στάκτην.

Αφού τον εξαναβεβαίωσα πως θέλω τον έχει πάντα εις το σκέπος μου,

και ωμιλήσαμεν και καμπόσον διά την φθοράν του στρατεύματος του

Κασέμ, ετραβήχθη διά να μας αφήση εις ελευθερίαν με την Σχυρίναν·

η οποία και αυτή δεν έλειψε που να δείξη μεγάλες ευχαρίστησες· και

μου το εβεβαίωσε με χίλια χάιδια που με έκαμεν· και ούτως έστεκα

όλως αφιερωμένος εις αγαλλίασιν με αυτήν. Μα οπόταν εκατάλαβα που

ήτον σιμά να ξημερώση ετραβήχθηκα εις τον συνηθισμένον μου τόπον.

Ήτον όλοι της Γάζνας τόσον στερεά βεβαιωμένοι, πως εγώ ήμουν ο

Μωάμεθ, αφού σχεδόν ολίγον έλειψε να το πιστεύσω και εγώ πως ήμουν

αυτός ο ίδιος ο προφήτης διά τα όσα εκατώρθωνα. Δύο ημέρας

υστερώτερα από αυτό το κάμωμα ο βασιλεύς της Γάζνας επρόσταξε να

γίνουν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν, όχι μόνον διά τον

χαλασμόν των εχθρών του, αλλά και διά να εορτασθούν με μεγάλην

παράταξιν οι γάμοι της βασιλοπούλας Σχυρίνας με τον Μωάμεθ.

Εστοχάσθηκα ότι θα έκανε χρεία να δοξάσω με κάποιον μέγα σημείον

μίαν εορτήν που εγίνονταν εις τιμήν μου. Και δι' αυτήν την αιτίαν,

επήγα εις την Γάζναν, και αγόρασα μπαρούτι, θειάφι, νίτρον,

καμφορά, κα άλλα αναγκαία και εστάθηκα όλην την ημέραν εις τον

λόγγον, και έκαμα μίαν μηχανικήν φωτιάν πολλά εξαίρετην. Και

ερχομένη η νύκτα τον καιρόν που όλος ο λαός εις τες στράτες

εχαίρουνταν, εφέρθηκα επάνω εις την χώραν και σηκωνόμενος πολλά

εις τα ύψη, άναψα την μηχανικήν φωτιάν, και έκαμα να φανούν εις

τον αέρα διάφορες φλόγες, ήλιος, σελήνη, αστέρες φωτεινοί, και

άλλα παρόμοια, που τους έκαμαν να μείνουν εκστατικοί· και αφού

αποτελείωσα τες φωτιές μου ετραβήχθηκα εις τον συνειθισμένον μου

τόπον όλος χαρά. Ερχομένη δε η ημέρα επήγα εις την χώραν διά να

λάβω την χαράν εις το να ακούσω το τι ωμιλούσεν ο λαός εις εκείνο

που έκαμα· δεν έμεινα εις εκείνο που ήλπιζα γελασμένος· ο λαός

έκαμνε διάφορες παράξενες διηγήσεις εις το κατόρθωμά μου· ένας

έλεγεν ότι ο Μωάμεθ ήτον εκείνος, που διά να δώση να καταλάβουν

πως είχεν ευχαρίστησιν εις τες χαρές που δι' αυτόν εγένοντο, έκανε

να φανούν φωτιές ουράνιες. Άλλος εβεβαίωνε πως είχεν ιδή, ανάμεσα

εις εκείνα τα νέα μετέωρα τον προφήτην με γένεια άσπρα και μορφήν

σεβασμίαν, και άλλα διάφορα.

Όλες αυτές οι διήγησες και ομιλίες πολλήν περιδιάβασιν μου έδωσαν·

μα αλλοίμονον εις εμέ, τον καιρόν που εγώ ήμουν εις αυτήν την

χαράν, η κασσέλα μου, η ακριβή μου κασσέλα, όργανον των θαυμαστών

μου κατορθωμάτων εκαίονταν εις τον λόγγον· κατά πως φαίνεται

καμμία σκανζιλήθρα που δεν απείκασα από τες φωτιές που έκανα, θα

έμεινε μέσα και την έφθειρεν, οπόταν ήμουν ξέμακρα από αυτήν· ώστε

που εις τον γυρισμόν μου την ηύρα όλην καμμένην. Ένας πατέρας, ο

οποίος εμβαίνοντας εις τον οίκον του βλέπει τον μονογενή του υιόν

σκοτωμένον από χίλιες λαβωματιές θανατηφόρες, και πνιγμένον εις το

ίδιον του αίμα, δεν ημπορούσε να είνε θλιμμένος περισσότερον από

έναν πόνον ωσάν τον εδικόν μου· ο λόγγος αντηχολογούσεν από τον

βρυγμόν μου, και από τα παράπονά μου, έσχισα τα φορέματά μου,

εκατάκοψα τες σάρκες μου, και δεν ηξεύρω πως εσυμπάθησα την ζωήν

μου εις την απελπισίαν που μου ήλθε, διά την υστέρησιν της

μηχανικής μου κασσέλας. Ως τόσον το κακόν ήτον χωρίς ιατρείαν, και

έπρεπεν εγώ να κάμω άλλην απόφασιν· και ετούτη ήτον να υπάγω αλλού

εις συναπάντησιν νέας τύχης. Με τούτον τον τρόπον ο προφήτης

Μωάμεθ, αφίνοντάς τον Βαχμάν και την Σχυρίναν εις μεγάλην θλίψιν,

εξεμάκρυνεν από την χώραν της Γάζνας.

Τρεις ημέρες υστερώτερα, εσυναπάντησα ένα καραβάνι από

πραγματευτάδες που επήγαιναν εις την Αίγυπτον, και ανταμωνόμενος

με αυτούς ήλθα εκεί· εις την οποίαν ευρέθηκα στενεμμένος διά να

μάθω τον υφαντήν διά να ημπορέσω να ζήσω. Εκεί έμεινα διά καμπόσον

καιρόν, έπειτα ήλθα εις την Δαμασκόν και εδώ ακόμη ακολούθησα την

τέχνην μου εις το να υφαίνω· φαίνομαι πως είμαι πολλά

ευχαριστημένος της στάσεώς μου, μα ετούτη είνε μία θεωρία ψεύτικη,

δεν ημπορώ να βγάλω από τον νουν μου την ενθύμησιν της ευτυχίας

μου, εις την οποίαν ευρισκόμουν· η Σχυρίνα είναι πάντα παρούσα εις

τους οφθαλμούς μου, και με όλον που πάσχω διά να κάμω να μου

εξαλειφθή αυτός ο στοχασμός, δεν είναι βολετόν ποτέ να την

απολησμονήσω, και αυτό με κάνει δυστυχέστατον. Ετούτη είναι η

ιστορία μου, ω βασιλέα, που με εβίασες διά να σου διηγηθώ· ηξεύρω

καλώτατα που δεν ευρίσκεται εύλογον το γέλασμα, που του βασιλέως

της Γάζνας έκαμα, και της βασιλοπούλας Σχυρίνας· και διά την

ιερόσυλόν μου τόλμην που έλαβα η υψηλότης σου θέλει με συμπαθήσει·

επειδή και η βασιλεία σου εστάθης η αιτία, και με εβίασες διά να

φανερώσω με κάθε καθαρότητα το ανόμημα που έκαμα.

&Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου και του Βεζύρη του.&

Ο βασιλεύς Βεδρεδίν απέλυσε τον Μαλέχ, αφού ήκουσε την ιστορίαν

του· έπειτα είπε προς τον βεζύρην του και προς τον αγαπημένον του

Σεήφ· τα συμβεβηκότα αυτουνού του υφαντή, δεν είναι ολιγώτερον από

των εδικών σας παράξενα· μα αγκαλά και αυτός δεν είναι από εσάς

πλέον ευτυχισμένος, μη στοχάζεσθε με όλον τούτο να με κάμετε να

κλίνω πως να μην ευρίσκεται κανείς που να χαίρεται μετά τελείαν

ευτυχίαν· θέλω να εξετάξω τους αξιωματικούς μου, τους οφφικιάλους

μου, και όλους του παλατίου. Σύρε, ω βεζύρη, και κάμε να έλθη ένας

κατόπιν από τον άλλον έμπροσθέν μου.

Ο βεζύρης υπήκουσε, και ευθύς έφερε τους αξιωματικούς, τους

οποίους εξετάζοντας τους ηύρε που να κλαίωνται, ποίος από το ένα

και ποίος από το άλλο· και μην ευρίσκοντας κανένα χωρίς θλίψιν

τους απέλυσε. Την άλλην ημέραν έκαμε να έλθουν οι οφφικιάλοι, και

εξετάζοντας και αυτουνούς τους ηύρε παρομοίους με τους άλλους· και

ανάμεσα εις τόσους, δεν εστάθη κανείς να ευρεθή να ειπή πως είναι

ελεύθερος από πίκραν. Βλέπω, έλεγε, πως από αυτουνούς δεν ευρέθη

κανείς κατά την γνώμην μου· θέλω να δοκιμάσω και όλους τους

λοιπούς του παλατίου μου, μικρούς τε και μεγάλους· έλαβεν αυτήν

την υπομονήν εις το να εξετάση ένα προς ένα, και του έδωκαν και

αυτοί την απόκρισιν που του έδωκαν και οι πρώτοι, πως κανείς δεν

ήτον χωρίς βάσανον· ποίος εκλαίονταν από την γυναίκα του, ποίος

από τα παιδιά του, ποίος πως ήτον φτωχός, ποίος πλούσιος και δεν

είχε την υγείαν του, και όλοι είχαν τον πόνον τους.

Ο βασιλεύς με όλον τούτο δεν έχασε την ελπίδα να μην εύρη κανέναν

άνθρωπον χωρίς θλίψιν. Μου φθάνει να εύρω ένα μόνον, έλεγε του

βεζύρη, και δεν θέλω άλλον επειδή και εσύ στέκεις στερεός πως να

μην είνε τινάς. Ναι, ω βασιλεύ, απεκρίθη ο βεζύρης σου το

ξαναβεβαιώνω· και είναι ανωφελείς οι ζήτησες της βασιλείας σου.

Εγώ δεν είμαι με όλον τούτο καταπεισμένος, απεκρίθη ο βασιλεύς και

μου έρχεται εις τον νουν ένα μέσον με το οποίον θέλω εύρη εκείνο

που επιθυμώ. Επρόσταξεν εις τον ίδιον καιρόν ότι να κηρυχθή εις

όλην την χώραν, πως όποιος είναι ευχαριστημένος εις την κατάστασίν

του, εις διορίαν τριών ημερών να υπάγη προς τον βασιλέα, διά να

τον κάμη ότι δώρον θελήση. Και τελειώνοντας η διορία δεν εστάθη

κανείς που να παρουσιασθή έμπροσθέν του· ώστε που εφαίνονταν όλοι

πως απερνούσαν συμφώνως με τον βεζύρην. Βλέποντας ο βασιλεύς πως

κανείς άνθρωπος δεν επαρουσιάζονταν έμπροσθέν του, έμεινε πολλά

θαυμασμένος. Δεν ημπορώ να καταλάβω, εφώναξεν αυτός, ότι εις όλην

την Δαμασκόν τοιαύτης λογής μεγάλην, να μην ευρεθή ένας

ευχαριστημένος. Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν εσύ ήθελες

εξετάξει όλον τον κόσμον, θέλουν σου ειπεί όλοι πως κανείς δεν

είνε χωρίς θλίψιν. Ετούτο είνε εκείνο που δεν ημπορώ να υποφέρω,

εξαναείπεν ο βασιλεύς ότι λογής θαυμασμόν μου έδωκεν η αιτία της

δοκιμής που έκαμα, θέλω με απόφασιν να περιπατήσω τον κόσμον και

να ιδώ ποίος από τους δύο μας γελοιέται εις την γνώμην του, και

δεν θέλω γυρίσει έως που να μην εύρω το ολιγώτερον ένα μόνον. Αχ

αυθέντη, του λέγει ο βεζύρης, διατί θέλεις να ακολουθής αυτήν την

επιθυμίαν; βεβαιώσου πως δεν θέλεις συναπαντήσει κανένα που να

είναι τελείως ευχαριστημένος της τύχης του.

Ο βεζύρης Ταλμούχ εποθούσε με πολλήν θερμότητα, ότι ο αυθέντης του

θα ήθελεν απαρατήσει αυτήν την επιχείρησιν. Μα ο βασιλεύς δεν

άλλαξε γνώμην, και αφού άφησε την κυβέρνησιν του βασιλείου του εις

έναν άλλον βεζύρην, εμίσευσε με τον βεζύρην Ταλμούχ και τον Σεήφ

Μολτούκ και με ολίγους σκλάβους· επεριπάτησαν αυτοί προς το μέρος

του Μπαγδατιού, εις το οποίον έφθασαν, και επήγαν και εκόνεψαν εις

ένα χάνι· και εκεί έδωκαν να καταλάβουν πως ήτον και οι τρείς

ντζοβαϊρτζήδες πραγματευτάδες από την Αίγυπτον, που εταξείδευαν

από βασίλειον εις βασίλειον. Αυτοί έφερναν μαζί τους πολλά

ντζοβαϊρικά από κάθε λογής είδη, διά να δειχθούν καλύτερον πως

ήτον τέτοιοι. Και μίαν ημέραν που εσεργιάνιζαν εις το Μπαγδάτι

είδαν ένα διδαχτήν που εδίδαχνε με μίαν μεγάλην φωνήν εις την

αγοράν, και που ήτον πολύς λαός διά να τον ακούσουν. Αυτός έλεγε

προς αυτούς με τούτον τον τρόπον. Ω ακριβοί αδελφοί μου· «όσον

αναίσθητοι είσθε εις το να κοπιάζετε τόσον διά να αποκτήσετε

πλούτη που οπόταν ο Άγγελος έλθη διά να σας σηκώση από τούτην την

ζωήν, δεν θέλετε δυνηθή με αυτόν τον πλούτον να αποφύγητε τον

θάνατον, και μέλλετε να τον αφήστε οπίσω σας και στανικώς σας· με

όλον τούτο ηξεύρω που ομολογάτε, πως η κυρίευσις του πλούτου σας,

σας κάνει να μην έχετε ποτέ ανάπαυσιν· εσείς ακαταπαύστως φοβείσθε

να μη σας τον αρπάξουν οι λησταί· η επιμέλεια που παίρνετε διά να

τον φυλάξετε, δεν σας αφίνει να τραβήξετε μίαν ζωήν ευτυχισμένην·

εγώ όντας γυμνός από πλούτη, υστερημένος από τες ανάπαυσές σας,

χαίρομαι εις την πτωχείαν μου με πολλήν ευχαρίστησιν.»

Εις ετούτα τα λόγια ο βασιλεύς Βεδρεδίν, λέγει του βεζύρη του·

Ταλμούχ, εσύ ήκουσες ωσάν και εμένα τα λόγια του διδαχτή, διά το

οποίον ιδού δεν έχω πλέον χρέος να ταξειδεύσω, ηύρα εκείνο που

εζητούσα· ετούτος ο διδαχτής είνε ένας άνθρωπος ευτυχέστατος.

Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, κάνει χρεία να πασχίσης διά

να συνομιλήσης με τούτον τον διδαχτήν, και να τον υποχρεώσης αν

ημπορέσης διά να σου ξεσκεπάση τα έσωθέν του, διά να ιδής αν είνε

αληθινά εκείνα που λέγει. Έτσι θέλω ακολουθήσει, είπεν ο βασιλεύς·

μα υστερώτερα πρέπει να μείνη ο νικημένος. Ναι, ω βασιλεύ, είπεν ο

βεζύρης, το ευχαριστούμαι όταν ήθελεν είνε έτσι· και τότε θέλω

ομολογήσει πως έζησα εις την πλάνην τόσον καιρόν. Απεφάσισαν αυτοί

ως τόσον διά να ομιλήσουν με τον διδαχτήν, ο οποίος αφού ετελείωσε

να ομιλή εσυμμάζωξεν από τον λαόν αρκετήν ελεημοσύνην, και

ετραβήχθη εις ένα σπητάκι εις το οποίον εκατοικούσεν.

Ο βασιλεύς και ο βεζύρης βλέποντας πού εκατοικούσεν, ευθύς επήγαν

διά να τον εύρουν. Ο διδαχτής τους εδέχθηκε με μεγάλον σέβας· και

έπειτα τους ηρώτησεν, αν είχαν τίποτε διά να τον προστάξουν. Τότε

ο Βεδρεδίν εβγάζει μίαν σακκούλαν με φλωριά και την βάνει εις το

χέρι του διδαχτή λέγοντάς του. Εγώ σου κάνω τούτο το δώρον με

συμφωνίαν όμως ότι να μου φανερώσης τα έσωθεν της καρδίας σου.

Ημείς είμασθεν τρεις ντζοβαϊρτζήδες σύντροφοι· ένας από ημάς θέλει

με γνώμην βεβαίαν, ότι εις τον κόσμον δεν ημπορεί να είναι

άνθρωπος τελείως ευτυχισμένος και να μην έχη θλίψιν· εγώ είμαι

εναντίας γνώμης· και δεν είνε καιρός που σε ήκουσα να ειπής, ότι

περνάς μίαν τελείαν ευτυχίαν· ειπέ μας την αλήθειαν, σε παρακαλώ,

αν είνε έτσι, ότι πολλά μας είνε αναγκαίον να μάθωμεν, και θέλεις

μας κάμει μίαν μεγαλωτάτην χάριν. Ο διδαχτής επήρε την σακκούλαν

ευχαριστώντας τον Βαδρεδίν, και του είπεν. Αυθέντες, επειδή και

επιθυμάτε να μάθετε την αλήθειαν, ιδού που είμαι έτοιμος διά να

σας ειπώ την κάθε αλήθειαν· να ηξεύρετε πως ούτε εγώ είμαι

ευχαριστημένος και αναπαυμένος· και αν με ακούσετε να επαινέσω την

ευτυχίαν μου εις τον λαόν, μη στοχάζεσθε διά τούτο ότι ευρίσκομαι

ευχαριστημένος εις την κατάστασίν μου. Αν ωμίλησα εναντίον του

πλούτου, σας βεβαιώνω, ότι άλλος δεν ήτο ο στοχασμός μου, παρά να

παρακινήσω εις την ελεημοσύνην εκείνους που με άκουσαν· ημείς οι

διδαχτάδες τραβούμεν μίαν ζωήν πολλά δυστυχισμένην, διά να

ημπορέσωμεν να εύρωμεν μίαν τελείαν ανάπαυσιν και ευτυχίαν, την

οποίαν όλοι οι άνθρωποι ματαίως την ελπίζουν. Εγώ είμαι βέβαιος

παρομοίως με τους συντρόφους σου, πως κανείς δεν ευρίσκεται

ευχαριστημένος, και δεν είνε χωρίς θλίψιν. Κανέν πράγμα δεν

ημπορεί να ευχαριστήση τελείως την ανθρωπίνην καρδίαν. Ευθύς που ο

άνθρωπος απολαμβάνει την πλήρωσιν της επιθυμίας, που έχει

στοχασθή, αγροικά να του γεννηθή μία επιθυμία, η οποία να συγχίζη

την ανάπαυσίν του, και να τον κάνη πάλιν να μην είνε ποτέ

ευχαριστημένος.

Ο βεζύρης έλαβε μεγάλην ηδονήν εις το να ακούση τον διδαχτήν να

ομιλήση καθώς επιθυμούσε, και εκαρτερούσεν ότι ο βασιλεύς θα κλίνη

εις την γνώμην του· και κατά αλήθειαν άρχισε να κλίνη και να

βεβαιώνεται πως ήτον έτσι, και πως έως εκείνην την ώραν

ευρίσκονταν εις απάτην. Και αφού έφυγαν από τον διδαχτήν, είπε του

βεζύρη και του Σεήφ· ας υπάγωμεν να απεράσωμεν το επίλοιπον της

ημέρας εις ένα μεγάλον καφενέ, και εκάθησαν εις μέρος που ήτον δύο

ευγενείς άνδρες, που εσυνωμιλούσαν κατά τύχην διά τες δυστυχίες,

που είνε υποκειμένη η ανθρωπίνη φύσις· και άλλος δεν χαίρεται την

σήμερον μίαν ζωήν ευχαριστημένην, παρά ο βασιλεύς του Αστραχάν,

που βεβαίως καμμία πικρότης δεν του συγχίζει την γλυκύτητα των

ευτυχισμένων ημερών του· και κοντολογής, πως εκείνος ήτον ένας

άνθρωπος πολλά ευτυχής· και με δίκαιον τρόπον τον ωνόμαζαν κατ'

εξοχήν, ο βασιλεύς χωρίς θλίψιν.

Ετούτη η συνομιλία επροξένησε το αποτέλεσμά της επάνω εις το

πνεύμα του βασιλέως. Κάνει χρεία, αυτός λέγει προς τον βεζύρην,

εβγαίνοντας από τον καφενέ, ότι αύριον να μισεύσωμεν διά το

Αστραχάν. θέλω να ιδώ αυτόν τον βασιλέα χωρίς θλίψιν. Εγώ δεν

επιθυμώ ολιγώτερον από την βασιλείαν σου, απεκρίθη ο βεζύρης, και

είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω. Την επαύριον σηκωνόμενοι

ανταμώθηκαν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, και επήγαν εις το

Αστραχάν, εκεί που εβασίλευεν ο Ορμώζ, επονομαζόμενος ο βασιλεύς

χωρίς θλίψιν. Φθάνοντας δε εκεί επήγαν και κατέλυσαν εις ένα χάνι,

και ακολουθούσαν να δείχνωνται πως ήτον ντζοβαϊρτζήδες. Αυτοί

έμειναν έκθαμβοι εις το να ιδούν τον λαόν όλον δομένον εις μεγάλες

χαρές και εις όλα τα μέρη της χώρας να γίνωνται χοροί, παιγνίδια

και άλλα χαροποιά πράγματα. Ο βασιλεύς ερώτησε τον χαντζή διά

ποίαν αιτίαν εγίνοντο τόσες χαρές εις αυτήν την χώραν. Ο χαντζής

του εδιηγήθη πως τέτοιες χαρές δεν γίνονται ούτε διά καμμίαν

νίκην, που έκαμαν εναντίον των εχθρών του, ούτε διά κανένα άλλο

ευτυχισμένον συμβεβηκός· κάθε ημέραν ο λαός εορτάζει κάποιαν νέαν

χαράν· και τούτο συμφώνως διά να αρέσουν εις την κλίσιν του

βασιλέως, ο οποίος έτσι αγαπά κατά πολλά, με το να είνε του πλέον

καλλιτέρου χαρακτήρος, που εις τον κόσμον ευρίσκεται· όθεν του

εδόθη δι' αυτήν την αιτίαν το επίθετον του βασιλέας χωρίς θλίψιν.

Ακούοντας από τον Χαντζήν ο Βεδρεδίν αυτήν την διήγησιν, λέγει

προς τον βεζύρην του. Από τον ευγενικόν χαρακτήρα που ο Χαντζής

μου εφανέρωσε διά τον βασιλέα του Αστραχάν, εγώ είμαι βέβαιος πως

του λόγου σου είσαι πληροφορημένος πως αυτός βεβαίως είνε χωρίς

θλίψιν. Μη γένοιτο, απεκρίθη ο βεζύρης· επειδή και είμαι βέβαιος,

πως και αυτός θα είνε ωσάν τον διδαχτήν· και αν έχης τον τρόπον να

βεβαιωθής από τον ίδιον βασιλέα θέλεις ιδεί πως και αυτός δεν είνε

χωρίς καμμίαν θλίψιν, που να τον συγχίζη. Ας είνε, του απεκρίθη ο

Βεδρεδήν· εγώ θέλω πασχίσει να εύρω τον τρόπον διά να συνομιλήσω

με αυτόν και αν είνε και αυτός καθώς μου λέγεις, σου τάσσω να μην

υπάγω παρεμπρός εξετάζοντας, αλλά ευθύς να γυρίσω εις το βασίλειόν

μου, και θέλω ομολογήσει τότε, πως κανείς άνθρωπος δεν είνε χωρίς

θλίψιν. Είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βεζύρης. Ας πασχίσωμεν το

λοιπόν να εύρωμεν το μέσον διά να ομιλήσωμεν με τον ίδιον Ορμώζ,

και ας τον ιδούμεν από σιμά, και ας εξετάσωμεν με επιμέλειαν τα

έσωθεν της καρδίας του, διά να έβγωμεν από την περιέργειάν μας.

Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 3 / 18 段