(Οι επίλεκτοι ταράσσονται εις τους μανδύας των, τανύονται).

Ω τροφοδότα ύπνε,

Τελείωσες! . . Η πρώτη των κραυγή ποία θα είνε

Ξεύρω! . .

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ανακαθήμενος.

Πεινώ!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Πεθαίνω!

ΟΛΟΙ

Ω!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Εγέρθητε!

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Ούτε βήμα!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Ούτ' ένα κίνημα!

Ο ΠΡΩΤΟΣ, κατοπτριζόμενος εις τεμάχιον θώρακος.

Ωχράν έχω την γλώσσαν. Είνε

Ταγέρι κακοχώνευτο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Για λίγο Τσέστερ δίνω

Και το βαρωνικόν αυτό οικόσημόν μου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Εμένα,

Αν δεν θελήσουν κάτι να δώσουν 'στήν κοιλιά μου,

Διά να το κατεργασθή και το χυλοποιήση,

Ως Αχιλλεύς θαποσυρθώ αμέσως 'στήν σκηνήν μου.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Αχ ναι! ψωμάκι!

ΚΑΡΜΠΟΝ, πηγαίνων εις την σκηνήν όπου εισήλθεν ο Συρανό.

Συρανό!

ΑΛΛΟΙ

Πεθαίνουμε!

ΚΑΡΜΠΟΝ, πάντοτε με ημίσειαν φωνήν εις την θύραν της σκηνής.

Βοήθεια!

Συ, που τους δίδεις πάντοτε αστείας απαντήσεις,

Έλα να τους φαιδρύνης!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον πρώτον όστις μασσά κάτι.

Τι μασσάς;

ΠΡΩΤΟΣ

Απ' τα κανόνια

Στουπί που τηγανίζουνε με ξύγκι, όπου βαίνουν

Για των τροχών το άλειμμα. Στο Άρασον τριγύρω

Κυνήγι δεν ευρίσκεται διόλου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, εισερχόμενος.

Απ' το κυνήγι

Έρχομ' εγώ!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, ωσαύτως.

Εψάρεψα 'στό Σκάρπα!

ΟΛΟΙ, εγείρονται και ορμούν επί των δύο νεωστί αφιχθέντων.

Τι; — Τι πράγμα

Μας φέρετε; — Φασιανό; — Κυπρίνο; — Δείξατέ μας

Ογρήγωρα, ογρήγωρα!

Ο ΨΑΡΑΣ

Μία γόπα!

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ

Ένα σπουργίτη!

ΟΛΟΙ, εκτός εαυτών.

Ας επαναστατήσωμεν! — Δεν ειμπορούμεν πλέον!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Βοήθεια, Συρανό!

(Είνε πλέον ημέρα).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Οι ίδιοι, ΣΥΡΑΝΟ

ΣΥΡΑΝΟ, εξέρχεται της σκηνής του, ήσυχος, με μίαν γραφίδα

εις το ους του, και έν βιβλίον εις την χείρα του.

Πώς;

(Σιγή. Εις τον πρώτον επίλεκτον).

Συ, γιατί το πόδι σέρνεις;

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Κάτι 'στής φτέρνες μενοχλεί! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Τι πράγμα:

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Το στομάχι!

ΣΥΡΑΝΟ

Κεγώ το ίδιο, διάβολε!

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Και σενοχλεί;

ΣΥΡΑΝΟ

Διόλου,

Με κάνει πειο 'ψηλό.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Μακρυά έχω τα δόντια!

ΣΥΡΑΝΟ

Τότε

Θε να δαγκώνεις πειο βαθειά.

ΤΡΙΤΟΣ

Μέσ' στη κοιλιά μου παίζει

Ταμπούρλο!

ΣΥΡΑΝΟ

Για την έφοδο.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Μούρχεται να χορέψω!

ΣΥΡΑΝΟ

Ψέμματα: γιατί νηστικό αρκούδι δεν χορεύει!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Αχ! με το λάδι νάτρωγα κάτι!

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την περικεφαλαίαν, και δίδων αυτήν εις τας

χείρας του!

Κάμε σαλάτα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Σαν τι μπορούσε νάτρωγε κανείς;

ΣΥΡΑΝΟ, ρίπτων εις αυτόν το βιβλίον, που έχει εις χείρας

του.

Την Ιλιάδα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Εις το Παρίσι ο υπουργός τα γεύματά του κάμει

Τα τέσσερα!

ΣΥΡΑΝΟ

Μια πέρδικα έπρεπε να σου στείλη!

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, υψών τους ώμους.

Πάντοτε πνεύμα, και σπαθιά!

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι, και σπαθιά και πνεύμα!

Και μίαν νύκτα θάθελα να πέσω ναποθάνω,

Κάτω από ρόδινο ουρανό, με μίαν ευφυίαν

Για μια καλήν υπόθεσιν! — Ω! πληγωμένος θέλω

Από το ευγενέστερο των όπλων που υπάρχει,

Κιαπό εχθρόν αντάξιον, στης δόξης τον λειμώνα,

Μακρυά από κλίνη πυρετού, με μια σπαθιά 'στό στήθος

Να πέσω, και 'στά χείλη μου με μίαν ευφυίαν!

ΚΡΑΥΓΗ ΟΛΩΝ

Πεινώ!

ΣΥΡΑΝΟ, σταυρώνων τους βραχίονας.

Μα πάντα 'στό φαγί θα είν' ο νους σας; Έλα,

Συ, Βερτρανδού το πίφερο, παληέ βοσκέ, κοντά μας!

Τράβα το ένα πίφερο απ' τη διπλή τη θήκη,

Και παίξε 'στό σωρόν αυτό των φοβερών φαγάδων

Ήχους του τόπου μας παληούς, με το γλυκό ρυθμό τους,

Που μέσα κρύβουνε φωνές αγάπης μαγεμμένες,

Αυτούς τους ήχους που αργά σαν τον καπνό πετούνε,

Που το χωριό το πατρικό από της στέγες βγάζει,

Ήχους, που μοιάζει η μουσική την μητρική μας γλώσσα! . .

(Ο γέρων κάθεται και προετοιμάζει τον οξύαυλόν του).

Για μια στιγμή ο μάχιμος ας θυμηθή αυλός σου,

Που θλίβεται την σήμερον, εν ώ τα δάκτυλά σου

'Σάν να χορεύουν φαίνονται εις τον σωλήνα 'πάνω,

Πως πριν να γίνη από έβενον ήτον από καλάμι.

Ας τον 'ξαφνίση τάσμα του, και ας αναγνωρίση

Μέσ' στο τραγούδι την ψυχήν της φιλειρηνικής του

Κιαγροτικής νεότητος! . .

(Ο γέρων ανέρχεται παίζων ήχους της Λαγκεδόκης).

Ακούσετε, Γασκόνοι! . .

Δεν είνε πεια το πίφερο τοξύ του στρατοπέδου,

Είνε του δάσους ο αυλός κάτω απ' τα δάκτυλά του.

Δεν είνε πεια στά 'χείλη του της μάχης η σφυρίχτρα,

Είνε η σιγαλή κιαργή φλογέρα των βοσκών μας! . .

Ακούστε! Είν' η λαγκαδιά, η ερημιά, το δάσος,

Είν' ο βοσκός ο μελαψός, που κόκκινο 'χει σκούφο.

Είν' η γλυκάδα η πράσινη το βράδυ 'στή Δορδόνη,

Γασκόνοι, ακούστε: είνε εδώ η μάνα μας Γασκόνη!

(Όλων αι κεφαλαί κύπτουν, οι οφθαλμοί ρεμβάζουν — δάκρυα λαθραίως

απομάσσονται διά της περιχειρίδος ή του άκρου ενός μανδύου).

ΚΑΡΜΠΟΝ προς τον Συρανό χαμηλοφώνως.

Μα συ τους φέρνεις δάκρυα!

ΣΥΡΑΝΟ

Της νοσταλγίας! . . Είνε

Αρρώστια ευγενέστερη αυτή από την πείνα! . .

Δεν είνε φυσική αυτή, αλλ' ηθική! Και είνε

Για μένα προτιμότερο, που άλλαξαν τον πόνο,

Διότι τώρα σφίγγεται μονάχα η καρδιά των!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Απ' την πολλή συγκίνησι θα τους εξασθενήσης!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ένευσεν εις τον τυμπανιστήν να πλησιάση.

Ήσυχος μείνε! Οι ήρωες που κρύβουνε 'στό αίμα

Ογρήγωρα ξυπνούν! Αρκεί . . .

(Κάμνει χειρονομίαν. Το τύμπανο κρούεται)

ΟΛΟΙ, εγειρόμενοι και ορμώντες εις τα όπλα των.

Τι τρέχει; . . Τι συμβαίνει; . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.

Βλέπεις, αρκεί μία φορά το τύμπανο να παίξη,

Και 'γειά σας όνειρα, καϋμοί, αγάπες, επαρχία . . .

Ό,τι τους έφερε ο αυλός, το τύμπανο τα βγάζει!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, παρατηρών εις το βάθος.

Α! Α! Ιδού ο κύριός μας έρχεται δε Γκύσης!

ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ψιθυρίζοντες.

Χου . . . Χου . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.

Τι κολακευτικός ψίθυρος!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Μας σκοτίζει!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Με της νταντέλες του πλατειού κολλάρου του που βάζει

Πάνω 'στήν πανοπλία του, έρχεται να μας κάνη

Τον υπερήφανο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Ωσάν 'στό σίδερο επάνω

Να βάζουνε τ' ασπρόρρουχα!

Ο ΠΡΩΤΟΣ

Είνε καλά 'σάν έχη

Σπυρί κανένας 'στό λαιμό!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Είς αυλικός ακόμα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Ο ανεψιός του θείου του!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Μάνε κιαυτός Γασκόνος!

Ο ΠΡΩΤΟΣ

Κίβδηλος! . . Μη πιστεύετε σαυτόν! Γιατ' οι Γασκόνοι

Πρέπει να ήνε όλοι των τρελλοί. Και δεν υπάρχει

Κίνδυνος μεγαλείτερος 'στόν κόσμο από Γασκόνον

Φρόνιμον.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Είνε κίτρινος!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Πεινά! . . ωσάν επαίτης!

Αλλ' επειδή χρυσά κουμπιά φορεί 'στό θώρακά του

Ο πόνος του στομάχου του αστράφτει μέσ' 'στόν ήλιο

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.

Κ' εμείς ας μη φαινώμεθα πως πάσχομεν! Της πίπες,

Τους κύβους σας και τα χαρτιά πάρτε! . .

(Όλοι ταχέως αρχίζουν να παίζουν επάνω εις τα τύμπανα, εις τα

σκαμνιά και κατά γης, και επί των μανδυών των και ανάπτουν τας

μακράς πίπας των)

Κεγώ μονάχος

Διαβάζω τον Καρτέσιον.

(Περιπατεί επάνω και κάτω αναγινώσκων μικρόν βιβλίον το οποίον

έσυρεν εκ του θυλακίου του. Εικών. Ο δε Γκύσης εισέρχεται. Όλοι

απερροφημένοι, κευχαριστημένοι).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Οι ίδιοι, ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.

Α! — Καλή μέρα!

(Παρατηρεί ο είς τον άλλον. Κατ' ιδίαν ευχαριστημένος).

Είνε

Πράσινος.

ΚΑΡΜΠΟΝ ωσαύτως.

Δεν του μένουνε παρά τα μάτια μόνον.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών τους Γασκόνους.

Να, η κακές η κεφαλές! . . Ναι, κύριοι, μανθάνω

Από παντού, πως από σας πολλοί με περιπαίζουν

Και ευγενείς επίλεκτοι, οι αρχοντοχωριάτες,

Βαρώνοι περιγουρδινοί, περιφρονήσεις μόνον

Για τον συνταγματάρχην των δεικνύουν. Ραδιούργον

Με λέγουν κι' αυλοκόλακα, και τους κτυπά 'στά νεύρα

Πως εις τον θώρακα φορώ της Γένοβας κολλάρο, —

Και την οργήν των δείχνουνε πολλάκις μεταξύ των,

Ότι μπορεί νάνε κανείς Γασκόνος, και δεν είνε

Ζητιάνος!

(Σιωπή. Παίζουν. Καπνίζουν).

Πρέπει άρα γε διά του λοχαγού σας

Να τιμωρήσω όλους σας; Δεν θέλω.

ΚΑΡΜΠΟΝ

Άλλως τε είμαι

ελεύθερος κεγώ ποινή καμμιά δεν επιβάλλω . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Α!

ΚΑΡΜΠΟΝ

'Πλήρωσα τον λόχον μου, και είνε ιδικός μου.

Και μόνον εις διαταγάς πολέμου υπακούω.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Α! . . μα την πίστιν μου! Αρκεί.

(Αποτεινόμενος εις τους επιλέκτους).

Το θράσος το δικό σας

Δύναμαι να περιφρονώ. Τον τρόπο μου γνωρίζουν

Πως πέφτω μέσα 'στή φωτιά. Εχθές εις την Βαπώμην

Με τι ανδρείαν είδατε, να οπισθοχωρήση

Έκαμα εγώ τον κόμητα δε Μπυκουά. Επάνω

Εις τους δικούς του έφερα ως χιονοστιβάδα

Τους ιδικούς μου τρεις φοράς.

ΣΥΡΑΝΟ, χωρίς να εγείρη την μύτην του από το βιβλίον.

Κη άσπρη σας ταινία;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κευχαριστημένος

Την λεπτομέρειαν αυτήν γνωρίζετε; . . Τωόντι

Συνέβη, εν ώ έστρεφα τον ίππον μου τριγύρω,

Τους άνδρας μου 'στήν έφοδον την τρίτην για να φέρω,

Μια των φυγάδων κίνησις 'στά πόδια των εχθρών μου

Μεπέταξε. Εκινδύνευσα να με συλλάβουν τότε

Και να με τουφεκίσουνε, όταν την ευφυίαν

Είχα να λύσω παρευθύς και κατά γης ν' αφήσω

Να κυλισθή η ταινία μου, πούλεγε τον βαθμόν μου·

Εις τρόπον ώστ' 'μπόρεσα, χωρίς να προσελκύσω

Την προσοχήν, τους Ισπανούς ναφήσω και να έλθω

Και πάλιν εναντίον των, ενισχυμένον φέρων

Το σώμα μου ολόκληρον, και τους κτυπήσω πάλιν.

— Λοιπόν για το κατόρθωμα, τι λέγετε, αυτό μου;

(Οι επίλεκτοι δεν φαίνονται ακούοντες, αλλά τα παιγνιόχαρτα και

τα δοχεία των κύβων μένουν εις τον αέρα, ο καπνός μένει εις το

στόμα. Περιμένουν).

ΣΥΡΑΝΟ

Πως ο Ερρίκος τέταρτος δεν ήθελε ποτέ του,

Κ' αν τον εσύντριβε αριθμός πολύς, συγκατανεύσει,

Να βγάλη το λοφίον του το άσπρον.

(Χαρά σιωπηλή. Τα παιγνιόχαρτα ρίχτονται. Οι κύβοι πίπτουν. Ο

καπνός εκφεύγει).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Αλλ' εν τούτοις,

Το τέχνασμα επέτυχε.

(Η αυτή προσδοκία κρατούσα εκκρεμή τα χαρτιά και τους κύβους).

ΣΥΡΑΝΟ

Μπορεί, μα δεν αρνείται

Και την τιμήν νάνε κανείς σκοποβολή,

(Χαρτιά, κύβοι, καπνός, ρίπτονται, 'πίπτουν, ίπτανται μετ'

αυξούσης χαράς).

Αν ήμουν

Παρών, οπόταν έπεσεν η άσπρη σας ταινία,

— Η τόλμη και των δύο μας εις τούτο διαφέρει —

Θα την εσήκων' απ' τη γη και θα την εφορούσα!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Ακούετε, μια έπαρσις γασκονική ακόμα!

ΣΥΡΑΝΟ

Έπαρσις; . . Φέρτε την εδώ. Προσφέρομαι απόψε

Να τήνε φέρω σταυρωτά 'στήν έφοδον ο πρώτος!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Κη προσφορά γασκονική ακόμα! Η ταινία

Γνωρίζετε πως έμεινεν εις τον εχθρόν, 'του Σκάρπα

Τας όχθας, όπου του εχθρού αι μυδραλιοβόλοι

Την έχουν κάμει κόσκινον, — που δεν μπορεί κανένας

Να πάη τώρα να την 'βρη!

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων εκ του θυλακίου του

την λευκήν ταινίαν και τείνων αυτήν εις αυτόν.

Να την.

(Σιωπή, Οι επίλεκτοι πνίγουν τους γέλωτας των εις τα χαρτία και

εις τα δοχεία των κύβων. Ο δε Γκύσης στρέφεται, τους παρατηρεί·

πάραυτα αναλαμβάνουν την σοβαρότητά των, το παιγνίδι των. Είς εξ

αυτών συρίζει αδιαφόρως τον ορεινόν ήχον του οξυαύλου).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, λαμβάνων την ταινίαν.

Ευχαριστώ σας.

Με του υφάσματος αυτού το ανοικτό κομμάτι,

Ένα σημείον ειμπορώ να κάμω — που ως τώρα

Εδίσταζα.

(Πηγαίνει εις το πρόχωμα, αναρριχάται επ' αυτού και ταράσσει

πολλάκις την ταινίαν εις τον αέρα).

ΟΛΟΙ

Μπα! Τείν' αυτό;

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, άνω του προχώματος.

Ο άνθρωπος εκείνος

'Κει κάτω φεύγει τρέχοντας! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, κατερχόμενος πάλιν.

Είν' ισπανός κατάσκοπος πλαστός, που μας παρέχει

Υπηρεσίας ικανάς, αι δε πληροφορίαι

Που μεταδίδει 'στόν εχθρόν, είν' όσαι εγώ του δίδω,

Εις τρόπον ώστ' επιρροήν να έχωμεν 'μπορούμεν

Επί των αποφάσεων αυτών.

ΣΥΡΑΝΟ

Είνε αχρείος!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ δένων νωχελώς την ταινίαν του.

Είν' άνετον. Ελέγαμεν; Α! . . μάθετε ακόμα

Έν γεγονός. Την νύκτ' αυτήν διά να μας σιτίση,

Επινοών έν τέχνασμα μεγάλον ο στρατάρχης,

Προς την Δουρλένην έσπευσεν, όπου του βασιλέως

Ευρίσκονται οι σιτισταί, και διά των σπαρμένων

Αγρών θα ενωθή μαυτούς· αλλά για να γυρίση

Εκείθεν ανενόχλητος, επήρε τόσους άνδρας,

Ώστε βεβαίως ο εχθρός με πάσαν ευκολίαν

Να μας προσβάλλη δύναται, αφού απουσιάζει

Το ήμισυ της στρατιάς από του στρατοπέδου!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Βεβαίως αν οι Ισπανοί εγνώριζαν τα πράγμα,

Θα ήτο σοβαρόν. Αλλά γνωρίζουσιν εκείνοι

Την αναχώρησιν αυτήν;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Την ξεύρουνε και μέλλουν

Να μας προσβάλλουν παρευθύς.

ΚΑΡΜΠΟΝ

Α!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Ο κατάσκοπός μου

Εκείνος ήλθεν ο πλαστός, να μου προαναγγείλη

Την προσβολήν, κεπρόσθεσε: «Μπορώ να καθορίσω

Την θέσιν της εφόδου των· ποιο είνε το σημείον

Που θέλετε η έφοδος των Ισπανών να γίνη;

Θα είπω πως εκ των μερών εκείνο που πειο λίγο

Υπερασπίζεσθε είν' αυτό, και η προσπάθειά των

Θέλει συγκεντρωθή εκεί:». Κεγώ του είπα τότε:

«Έχει καλώς. Εξέλθετε από του στρατοπέδου,

Κι' ακολουθείτε την γραμμήν διά των οφθαλμών σας,

Κιόπου σας σημαδεύσω 'γώ θα είνε αυτό το μέρος!

ΚΑΡΜΠΟΝ, εις τους επιλέκτους.

Ετοιμασθήτε, κύριοι!

(Όλοι εγείρονται, θόρυβος ξιφών και ζωστήρων),

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Θα γίν' εις μίαν ώραν.

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Α! . . Έχομεν τότε καιρόν!

(Όλοι επανακάθηνται. Επαναλαμβάνουν το διακοπέν παιγνίδιον).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.

Είνε ανάγκη όμως

Τον χρόνον να κερδίσωμεν. Σ' ολίγον ο στρατάρχης

θα επανέλθη.

ΚΑΡΜΠΟΝ

Αλλά πώς κερδίζομεν τον χρόνον;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.

Την καλωσύνην θάχετε να φονευθήτε όλοι.

ΣΥΡΑΝΟ

Α! να την η εκδίκησις!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Δεν θα υποστηρίξω

Πως θα εξέλεγον εσάς και όλους τους δικούς σας

Εάν σας αγαπούσα, αλλά, διότι δεν συγκρίνω

Με την ανδρείαν σας καμμιάν, υπηρετών συγχρόνως

Τον άνακτα, υπηρετώ και το δικό μου μίσος.

ΣΥΡΑΝΟ

Καταδεχθήτε, κύριε, ευγνώμων να σας είμαι.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Γνωρίζω, ένας μεκατόν να μάχεσθε ποθείτε:

Δι' εργασίας έλλειψιν δεν θα παραπονείσθε.

(Αναβαίνει με τον Καρμπόν).

ΣΥΡΑΝΟ

Πρόκειται 'στό οικόσημον, ω φίλοι, της Γασκόνης,

Πέχει γαλόνια έξ χρυσά και κυανά, κέν άλλο

Να προστεθή αιματηρόν, που έλειπεν ως τώρα!

(Ο δε Γκύσης ομιλεί χαμηλοφώνως μετά του Καρμπόν, εις το βάθος.

Δίδονται διαταγαί. Η αντίστασις προετοιμάζεται. Ο Συρανό πηγαίνει

προς τον Χριστιανόν, όστις έμεινεν ακίνητος, με τους βραχίονας

εσταυρωμένους).

ΣΥΡΑΝΟ, θέτων την χείρα του επί των ώμων.

Χριστιανέ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κινών την κεφαλήν.

Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ

Φευ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Θα ήθελα να βάλω

Τον υστερνό χαιρετισμό σένα ωραίο γράμμα! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Υπώπτευα πως σήμερα το πράγμα θα τελειώση.

(Σύρει έν γραμμάτιον εκ του εσωκαρδίου του).

Κεκ μέρους σου την χαιρετώ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Δείξε μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Θέλεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Θέλω

(Ανοίγει, αναγινώσκει και σταματά).

Μπα!

ΣΥΡΑΝΟ

Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Το στίγμα το μικρόν αυτό; . .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την επιστολήν ζωηρώς και παρατηρεί με

ύφος αφελές.

Το στίγμα; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Έν δάκρυ!

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι . . . ο ποιητής τον ρόλον του συγχίζει,

Έχει κιαυτό την χάριν του! . . Το γράμμα τούτο ήτο —

Γεμάτο από συγκίνησιν κεδάκρυσα ο ίδιος

Γράφων αυτό.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Εδάκρυσες;

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι . . . γιατί . . . ναποθάνη

Κανείς δεν είνε τρομερόν . . . αλλά . . . να μην την ίδη

Πάλιν κανείς ποτέ . . . ιδού το φοβερό! . . διότι

Εγώ δεν την . . .

(Ο Χριστιανός τον παρατηρεί).

Εμείς δεν την . . .

(Ζωηρώς).

Εσύ δεν την . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αποσπών την επιστολήν.

Το γράμμα

Δος μου αυτό!

(Ακούεται θόρυβος μακράν εις το στρατόπεδον).

Η ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΥ

Στο διάβολο! Τις ει;

(Πυροβολισμοί. Θόρυβος φωνών. Κωδωνίσκοι).

ΚΑΡΜΠΟΝ

Είνε;

Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος.

Έν αμάξι!

(Ορμούν διά να ίδουν).

ΚΡΑΥΓΑΙ

Τι! μέσα 'στό στρατόπεδον; — Εισέρχεται! Πως φθάνει

Φαίνεται από τον εχθρόν! — Διάβολε! Ρίχτε! — Όχι!

Ο αμαξάς εφώναξε! — Τι; — Φωνάζει: υπηρεσία!

Του Βασιλέως!

(Όλοι ευρίσκονται επί του προχώματος και παρατηρούν έξω. Οι

κωδωνίσκοι πλησιάζουν).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εις τα παρασκήνια.

Τείπατε; Του Βασιλέως!

(Κατεβαίνουν όλοι. Τίθενται εις γραμμήν).

ΚΑΡΜΠΟΝ

Όλοι

Βγάλετε τα καπέλλα σας!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Του Βασιλέως! — Όχλε

Ουτιδανέ, εις την γραμμήν διά να ειμπορέση

Να κάμη την καμπύλην του μετά πομπής!

(Η άμαξα εισέρχεται μετά μεγάλου τριποδισμού. Είνε κεκαλυμμένη

από λάσπην και κονιορτόν. Τα παραπετάσματα έχουν αποσυρθή. Δύο

θεράποντες όπισθεν. Σταματά).

ΚΑΡΜΠΟΝ, κραυγάζων.

Κτυπάτε

Τα τύμπανα!

(Τυμπανοκρουσία. Όλοι οι επίλεκτοι αποκαλύπτονται).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Τανάβαθρον ας κατεβή αμέσως!

(Δύο άνδρες ορμούν. Η θύρα της αμάξης ανοίγεται).

ΡΟΞΑΝΗ, πηδώσα εκ της αμάξης.

Καλήν ημέραν σας!

(Ο ήχος της γυναικείας φωνής κάμει να εγερθή διά μιας όλος αυτός

ο κόσμος, όστις έκλινε βαθέως. Κατάπληξις).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Εσείς για την υπηρεσίαν

Του Βασιλέως!

ΡΟΞΑΝΗ

Βέβαια, του μόνου βασιλέως

Του αληθούς, του Έρωτος!

ΣΥΡΑΝΟ

Α! Ύψιστε Θεέ μου!

ΧΡΙΣΤΑΙΝΟΣ, ορμών.

Συ; Διατί;

ΡΟΞΑΝΗ

Ήτο μακρά αυτή η πολιορκία.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Γιατί; . .

ΡΟΞΑΝΗ

Θα σου ειπώ!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις εις τον ήχον της φωνής της έμεινε καρφωμένος,

ακίνητος, χωρίς να τολμά να στρέψη τους οφθαλμούς προς αυτήν.

Θεέ! Να την κυττάξω;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Δεν δύνασθε να μείνετε εδώ!

ΡΟΞΑΝΗ, φαιδρώς.

Ω! ναι, θα μείνω!

Μου δίδετ' ένα τύμπανο;

(Κάθηται επάνω εις ένα τύμπανον).

Ευχαριστώ!

(Γελά).

Επάνω

Σταμάξι μου ετουφέκισε . . .

(Υπερηφάνως).

Περίπολος! Ομοιάζει

Πως έχει κατασκευασθή από 'να κολοκύθι.

Ψέμματα; Όπως βλέπουμε μέσα 'στό παραμύθι,

Και οι θεράποντες από ποντίκια.

(Στέλλουσα ένα φίλημα εις τον Χριστιανόν).

Καλημέρα!

(Παρατηρούσα όλους).

Δεν φαίνεσθε φαιδροί! — Μακράν, γνωρίζετε, πως είνε

Το Άρασον!

(Παρατηρούσα τον Συρανό).

Εξάδελφε, χαίρω πολύ!

ΣΥΡΑΝΟ, προχωρών.

Μα, πες μου

Πώς; . .

ΡΟΞΑΝΗ

Πώς ευρήκα τον στρατόν; ω φίλε μου, Θεέ μου,

Απλούστατον: εβάδισα ως που την χώραν είδα

Κατεστραμμένην. Αχ! αυτήν την φρίκην να την ίδω,

Για να πιστεύσω, έπρεπε! Α! κύριοι μου, αν είνε

Αυτή του Βασιλέως σας υπηρεσία, τότε

Την ιδικήν μου προτιμώ καλλίτερα.

ΣΥΡΑΝΟ

Τι τρέλλα!

Πώς διάβολο επέρασες;

ΡΟΞΑΝΗ

Πώς; Αλλά διά μέσου

Των Ισπανών!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Τι πονηραίς που σούνε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Τας γραμμάς των

Πώς τας 'περάσατε;

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αυτό θα είχε δυσκολίας

Πολλάς! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι πάρα πολλάς. Απλούστατα διήλθον

Ταχέως με ταμάξι μου. Αν ιδαλγός κανένας

Έδειχνε την αγέρωχον μορφήν του, το πειο ωραίο

Χαμόγελο του έδειχνα 'στά χείλη μου αμέσως.

Και επειδή αυτοί — ας μη κακοφανή των Γάλλων —

Είνε ιπποτικώτεροι του κόσμου ευπατρίδαι,

Επέρασα!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Ναι, βέβαια, το χαμογέλοιο τούτο

Είνε διαβατήριον! Αλλ' όμως θα σας είπαν

Πολλάκις, πού πηγαίνετε, κυρία;

ΡΟΞΑΝΗ

Ναι, πολλάκις.

Και τους απήντων: «Να ιδώ τον εραστήν μου». Τότε

Κι' ο πλέον άγριος Ισπανός, την θύραν της αμάξης

Έκλεινε πάλιν σοβαρώς και με χειρονομίαν

Που θα φθονούσε ο βασιληάς, σηκώνων το τουφέκι

Πούχε στραμμένο 'πάνω μου, γεμάτος από χάριν

Συγχρόνως και απάθειαν, με το καπέλλο πάνω

Για νανεμίζη το φτερό, μου έλεγε με μίαν

Υπόκλισιν: «Περάσατε, σενιόρα!»

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μα, Ροξάνη . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Έλεγα: εραστήν μου, ναι . . . συγχώρησέ με, φίλε,

Αλλ' εννοείς, αν έλεγα: τον σύζυγόν μου, τότε

Κανένας δεν θα μάφινε να διαβώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μα . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Τι έχεις;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Οφείλετε να φύγετε!

ΡΟΞΑΝΗ

Εγώ;

ΣΥΡΑΝΟ

Πολύ ταχέως!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ναι, πρέπει!

ΡΟΞΑΝΗ

Μα, γιατί . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, στενοχωρούμενος.

Γιατί . . . εντός ολίγου . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως.

Εις τρία

Τέταρτα . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ωσαύτως.

. . . είτε τέσσαρα! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, ωσαύτως.

Καλλίτερον θα ήτο . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ

Γιατ' ίσως ημπορούσατε . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Μένω. Θα πολεμήστε.

ΟΛΟΙ

Ω! όχι!

ΡΟΞΑΝΗ

Είνε άνδρας μου!

(Ρίπτεται εις τους βραχίονας του Χριστιανού).

Μαζύ σου ας με φονεύσουν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αλλά τι μάτια είν' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ

Θα σου ειπώ τον λόγον.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, άπελπις,

Η θέσις είνε τρομερά!

ΡΟΞΑΝΗ, στρεφομένη.

Πώς; Τρομερά!

ΣΥΡΑΝΟ

Εκείνος

Επίτηδες μας έβαλε 'σαυτήν!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον δε Γκύσην.

Α! λοιπόν χήραν

Με 'θέλατε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Σορκίζομαι! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι! παράφρων τώρα

Είμαι! . . Και δεν θα φύγω πεια! . . Άλλως τε τούτο είνε

Διασκεδαστικόν πολύ.

ΣΥΡΑΝΟ

Πώς; Η κομψευομένη

Ήτο λοιπόν μια ηρωίς;

ΡΟΞΑΝΗ

Κύριε Μπερζεράκ.

Είμ' εξαδέλφη σας!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Καλώς θα σ' υπερασπισθώμεν!

ΡΟΞΑΝΗ, θερμαινομένη επί μάλλον και μάλλον.

Ω! Το πιστεύω, φίλοι μου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, μετά μέθης.

Με ίριδα ευωδιάζει

Όλον μας το στρατόπεδον!

ΡΟΞΑΝΗ

Και ακριβώς καπέλλο

Διά την μάχην έβαλα . . .

(Παρατηρούσα τον δε Γκύσην).

Αλλά καιρός ο κόμης

Ίσως ναπέλθη. Πιθανόν ναρχίσουν.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Τούτο είνε

Πάρα πολύ! Επίσκεψιν θα κάμω στα κανόνια

Και θα γυρίσω. Έχετε καιρόν ακόμη, ιδέαν

Να μεταβάλετε.

ΡΟΞΑΝΗ

Ποτέ!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Οι ίδιοι, εκτός του ΔΕ ΓΚΥΣΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ικετεύων.

Ροξάνη! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους.

Μένει!

ΟΛΟΙ, ορμώντες, συνωστιζόμενοι, ωθούμενοι.

Χτένι! — Σαπούνι! — Ετρύπησε το ρούχο μου! Βελόνη

Δότε μου! — Τον καθρέφτη σου! — Μια ταινία δος μου! —

Του μουστακιού το σίδερο! — Ένα ξυράφι!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Συρανό, όστις την ικετεύει.

Όχι!

Από την θέσι μου αυτήν δεν με κινεί κανένας!

ΚΑΡΜΠΟΝ, αφού, ως οι άλλοι, εξεσκονίσθη, εξεσκόνισε τον πίλον

του, ανώρθωσε το πτερόν του, και έσυρε τας περιχειρίδας του,

προχωρεί προς την Ροξάνην και επισήμως:

Θα ήρμοζε, κυρία μου, να σας παρουσιάσω,

Αφού είν' έτσι, μερικούς εκ των κυρίων τούτων,

Που την τιμήν θα λάβωσιν υπό τα βλέμματά σας

Να φονευθούν.

(Η Ροξάνη υποκλίνεται, και παραμένει, ορθία επί του βραχίονος του

Χριστιανού. Ο Καρμπόν παρουσιάζει).

Δε Περεσκού δε Κολινιάκ, βαρώνος.

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, χαιρετίζων.

Κυρία μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, εξακολουθών.

Δε Καστεράκ δε Καϋζάκ, βαρώνος —

Δε Μάλγουρ Εστρεσσάκ Λεσμπά δ' Εσκαραμπιό, Βιδάμης —

Ιππότης δ' Αντινιάκ — Ζυζέ. — Ο δε Χιλλό, Βαρώνος

Δε Σαλεσάν Βλανιάκ Καστέλ Κραμπιούλ . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Αλλά καθείς σας

Πόσα ονόματα έχετε;

ΒΑΡΩΝΟΣ ΧΙΛΛΟ

Πλήθος! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ

Το χέρι ανοίξτε

Που το μανδύλι σας κρατεί.

ΡΟΞΑΝΗ, ανοίγει την χείρα, και πίπτει το μανδύλιόν της . .

Γιατί;

(Όλος ο λόχος κάμει κίνημα, όπως ορμήση και το λάβη).

ΚΑΡΜΠΟΝ, λαμβάνων αυτό ζωηρώς.

Χωρίς σημαίαν

Ήταν ο λόχος μου! Αλλά ορκίζομαι πως θάνε

Η πλέον ωραιότερη του στρατοπέδου όλου,

Που θανεμίζη επάνω μας!

ΡΟΞΑΝΗ, μειδιώσα.

Είνε μικρόν ολίγον.

ΚΑΡΜΠΟΝ, δένων το μανδύλιον εις την κορυφήν της λόγχης του.

Μάχει νταντέλες γύρω του!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους.

Χωρίς καμμίαν θλίψιν

Θαπέθνησκον, αφού αυτό το αγγελούδι βλέπω,

Ένα καρύδι μοναχό αν είχα 'στήν κοιλιά μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, όστις τον ήκουσε αγανακτών.

Ντροπή! να λες για φαγητόν, όταν μία γυναίκα

Επέραστος . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Πλην ζωηρόν του στρατοπέδου είνε

Ταγέρι και μου άνοιξεν η όρεξις: παστίτσα

Κρύα, ζεστά, κρασιά λεπτά: — να, ο κατάλογός μου!

Θέλετε να μου φέρετε αυτά;

(Κατάπληξις).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Αλλά, Θεέ μου,

Πού να τα βρούμε όλ' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ, ησύχως.

Στο ιδικό μου αμάξι.

ΟΛΟΙ

Μπα! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όμως πρέπει να κοπούν, να ξεκοκκαλιασθούνε!

Κύριοι, δέτε πειο κοντά λοιπόν τον αμαξά μου,

Κέν άνθρωπον πολύτιμον θαναγνωρίστε. Κάθε

Σάλτσα θα ξαναζεσταθή ευθύς, αν αγαπάτε!

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ορμώντες εις την άμαξαν.

Ο Ραγκενώ!

(Επευφημίαι).

Ω! Ω!

ΡΟΞΑΝΗ

Πτωχά παιδιά!

ΣΥΡΑΝΟ, ασπαζόμενος την χείρα της.

Καλή νεράιδα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, όρθιος επί της έδρας του ως αγύρτης εν δημοσία

πλατεία.

Κύριοι! . .

(Ενθουσιασμός)

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ

Ζήτω! Ζήτω του του Ραγκενώ!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Δεν είδαν

Οι Ισπανοί, σαν πέρναγαν τα κάλλη της, το γεύμα!

(Χειροκροτήματα).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν.

Χουμ! Χουμ! Χριστιανέ!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Απ' την πολλή γ α λ α ν τ ε ρ ί α

Τοσούτον αφηρέθησαν, ώστε δεν είδαν διόλου . . .

(Εξάγει εκ του εδωλίου του έν φαγητόν το οποίον εγείρει).

Τ η γ α λ α ν τ ί ν α! . .

(Χειροκροτήματα. Η γαλαντίνα διέρχεται από χείρας εις χείρας).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν.

Παρακαλώ, μονάχα μία λέξι! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ

Κη Αφροδίτη εμάγευσε τους οφθαλμούς των τόσον,

Ώστε κρυφά η Άρτεμις περνά . . .

(Σείων ένα μηρόν).

Ένα ζαρκάδι!

(Ενθουσιασμός. Ο μηρός ανηρπάγη υπό είκοσι χειρών τεταμένων).

ΣΥΡΑΝΟ, χαμηλοφώνως εις τον Χριστιανόν.

Να σου μιλήσω ήθελα!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τους επιλέκτους, οίτινες κατέρχονται με τους

βραχίονας, φορτωμένους με τρόφιμα.

Στην γην αυτό αφήστε!

(Θέτει το τραπεζομάνδυλον επί της χλόης, βοηθουμένη υπό δύο

θεραπόντων αταράχων, οίτινες ήσαν όπισθεν της αμάξης).

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Χριστιανόν, καθ' ην στιγμήν ο Συρανό έμελλε

να τον σύρη κατά μέρος.

Γίνου ωφέλιμος και συ!

(Ο Χριστιανός έρχεται να την βοηθήση. Κίνημα ανησυχίας του

Συρανού).

ΡΑΓΚΕΝΩ

Παγώνι με της τρούφες!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, υπερχαρής, κατερχόμενος αφού έκοψε μίαν

πλατείαν φέταν χοιρομηρίου.

Διάβολε, δεν θα παίξουμε 'στό τέλος την ζωή μας

Με δίχως περιδρόμιασμα . . .

(Βλέπων την Ροξάνην, διορθούται).

Συγγνώμην! φαγοπότι!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών τα προσκεφάλαια της αμάξης.

Γεμάτα τα προσκέφαλα με συκαλίδες είνε!

(Θόρυβος. Σχίζουν τα προσκεφάλαια. Γέλωτες. Χαρά).

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Θαύμα Θαυμάτων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών φιάλας οίνου ερυθρού.

Πάρτε μποτίλιες με ρουμπίνια! . .

(Οίνου λευκού).

Μποτίλιες με τοπάζια!

ΡΟΞΑΝΗ. ρίπτουσα έν τραπεζομάνδυλον

κατά πρόσωπον του Συρανό.

Ε! χοπ! κινήσου λίγο

Και το τραπεζομάνδυλο αυτό ξεδίπλωσέ το! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, σείων ένα φανόν, τον οποίον απέσπασε.

Κάθε φανάρι είνε μικρά φαγητοθήκη!

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν, ενώ

θέτουν το τραπεζομάνδυλον μαζύ.

Πρέπει

Πριν της μιλήσης να σου πω!

ΡΑΓΚΡΕΝΩ, επί μάλλον και μάλλον λυρικός.

Της Άρλης σαλτσισότο

Της μάστιγός μου είν' η λαβή!

ΡΟΞΑΝΗ

Αφού επιθυμούνε

Να μας φονεύσουν, διάβολε, λοιπόν περιφρονούμεν

Το άλλο στράτευμα κεμείς! — Το παν για τους Γασκάνους!

Κιάν έλθη ο δε Γκύσης μη τον προσκαλή κανένας!

(Πηγαίνει από του ενός εις τον άλλον)

Έχετε όλον τον καιρόν! — Μη τρώγετε με βία! —

Πίνετε λίγο! — Διατί δακρύζετε;

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Αχ! είνε

Πάρα πολύ καλόν! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Σιωπή! — θέλετε άσπρο ή μαύρο;

Ψωμί διά τον κύριον Καρμπόν! — Ένα μαχαίρι! —

Το πιάτο σας! — Λίγο ψωμί ακόμη; — Μια σαμπάνια;

Μία φτερούγα θέλετε ακόμη; —

ΣΥΡΑΝΟ, όστις την ακολουθεί φορτωμένος υπό φαγητών, βοηθών

αυτήν εις το να προσφέρη.

Την λατρεύω!

ΡΟΞΑΝΗ, πηγαίνουσα προς τον Χριστιανόν.

Συ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τίποτε.

Συρανό δε Μπερζεράκ · 第 6 / 8 段