ΣΥΡΑΝΟ

Βεβαίως, η λαχτάρα

Που τρομερή, ζηλότυπη με πλημμυρίζει, αλήθεια,

Είν' έρωτας, και μέσα του όλη τη λύσσα κρύβει!

Είν' έρωτας, — αλλά χωρίς εγωϊσμό κανένα!

Αχ! για την ευτυχία σου πώς δίνω τη δική μου,

Κ' εάν ακόμα τίποτε δε μάθαινες ποτέ σου,

Αν ημπορούσα κάποτε από μακρυά νακούω

Το γέλοιο σου ναντιλαλή την ευτυχία εκείνη.

Που γέννησ' η θυσία μου! — Κάθε ματιά δική σου

Αναρριπίζει μέσα μου νέα αρετή και ανδρεία!

Αρχίζεις τώρα να εννοής; Λοιπόν, καταλαμβάνεις;

Και την ψυχήν μου αισθάνεσαι, 'στό σκότος, που αναβαίνει

Αχ! είν' ωραίο, είνε γλυκύ, μα την αλήθεια απόψε

Να λέγω αυτά εγώ 'σε σε, και συ νακούς εμένα!

Είνε αυτό παρά πολύ! 'Στόν πόθον μου ακόμα

Τον πειο κρυφό τόσο πολύ δεν ήλπιζα ποτέ μου!

Και τώρα μόνο θάνατον ποθώ! Γιατί, απ' τα λόγια

Που λέγω, τρέμει ανάμεσα 'στούς γαλαζένιους κλώνους!

Διότι τρέμετε καθώς το φύλλο μέσ' στά φύλλα!

Διότι τρέμεις! Ένοιωσα, και άθελα σου ακόμα,

Του λατρευτού σου του χεριού μια κάποια ανατριχίλα,

Να κατεβαίνη ανάλαφρα 'στού γιασεμιού τα φύλλα!

(Ασπάζεται έξαλλος το άκρον κλωνίου κρεμαμένου)

ΡΟΞΑΝΗ

Ναι, τρέμω, κλαίω, σαγαπώ, και είμαι ιδική σου!

Μ' εμέθυσες!

ΣΥΡΑΝΟ

Τότε λοιπόν, ο θάνατος ας έλθη!

Τη μέθη αυτή εγώ, εγώ, 'στή φύσησα 'στά στήθεια.

Ένα μονάχα πεια ζητώ. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, υπό τον εξώστην.

Ένα φιλί!

ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη όπισθεν.

Τι λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ

Ω!

ΡΟΞΑΝΗ

Τι ζητείς;

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι . . εζήτησα . . .

(Προς τον Χριστιανόν χαμηλοφώνως).

Τρέχεις πολύ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αφού έχει

Συγκινηθή τόσο πολύ, επωφελούμ' εκ τούτου!

ΣΥΡΑΝΟ, προς την Ροξάνην.

Ναι! εζήτησα, είν' αληθές, πλην δίκαιε Θεέ μου!

Καταλαμβάνω τολμηρός πάρα πολύ πως ήμουν.

ΡΟΞΑΝΗ, απογοητευμένη.

Δεν επιμένεις πειο πολύ;

ΣΥΡΑΝΟ

Βεβαίως, επιμένω . . .

Χωρίς επιμονή! . . . ναι! ναι . . . με θλίβ' η εντροπή σου!

Καλά λοιπόν! Το φίλημα αυτό . . . μη μου το δώσης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, σύρων τον Συρανό εκ του μανδύου·

Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ

Σιώπα, Χριστιανέ . . .

ΡΟΞΑΝΗ, κύπτουσα.

Τι λες χαμηλοφώνως;

ΣΥΡΑΝΟ

Τον εαυτό μου εμάλωσα για τη πολλή μου βία.

Είπα: σιώπα, Χριστιανέ! . .

(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν)

Αμέσως! . . Κάποιος είνε!

(Η Ροξάνη κλείει το παράθυρον. Ο Συρανό ακούει τα όργανα, εξ ων

το έν παίζει ήχον φαιδρόν, και το άλλο πένθιμον).

Ήχον φαιδρόν, και λυπηρόν μαζύ; . . . ποιος ο σκοπός των;

Μην είνε άνδρας; ή γυνή; — Α! είνε καπουτσίνος!

(Εισέρχεται είς Καπουτσίνος, όστις πηγαίνει από οικίας εις οικίαν

κρατών φανόν εις την χείρα και παρατηρών τας θύρας).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον καπουτσίνον.

Του Διογένους διατί τον ρόλον ξαναρχίζεις;

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Παρακαλώ, γνωρίζετε που κάθηται η κυρία; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τι οχληρός!

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Μαγδαληνή Ρομπέν . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αυτός τι θέλει;

ΣΥΡΑΝΟ, δεικνύων εις αυτόν οδόν ανωφερή.

Από εδώ! πηγαίνετε γραμμή, και κατ' ευθείαν . . .

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Ευχαριστώ! . . προς χάριν σας 'στό κομποσχοίνι μου όλο

θα εξαντλήσω τας ευχάς ως το μεγάλο κόμπο.

(Εξέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ

Τύχη καλή σου εύχομαι! και άμποτ' η ευχές μου

Να 'μπούν μέσ' την κουκούλα σου!

(Καταβαίνει προς τον Χριστιανόν).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Κάνε να με φιλήση!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αργά ή γρήγωρα θα με φιλήση . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Αλήθεια!

Θάρθη στιγμή μεθυστική ερωτικής λαχτάρας,

Που τώνα στόμα τ' άλλο σας θα 'βρή, χάριν εκείνου

Του μύστακός σου του ξανθού και χάριν του ροδίνου

Του χείλους της.

(Καθ' εαυτόν).

Καλλίτερα εγώ θα προτιμούσα,

Να ήτο χάριν . . .

(Θόρυβος ανοιγομένου παραθύρου. Ο Χριστιανός κρύπτεται

υπό τον εξώστην)

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ.

ΡΟΞΑΝΗ, προβαίνουσα εις τον εξώστην

Είσαι συ; Ελέγαμε για ένα . . .

Για ένα . . . για . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Ένα φιλί. Γλυκειά 'ν η λέξις, φίλη.

Δε βλέπω γιατί τρέμουνε να την ειπούν τα χείλη.

Αν από τώρα τάκαψε, στο πράγμα τι θα γίνη;

Μην το τρομάζης! Άθελα τη φλυαρία εκείνη

Προτήτερα δεν άφησες κεγλίστρησες αφόβως

Από το γέλοιο 'στόν καϋμό κι' απ' τον καϋμό 'στό δάκρυ;

Γλίστρησε ακόμ' ανάλαφρα και δίχως να το νοιώσης:

Από το δάκρυ στο φιλί μια ανατριχίλα είνε!

ΡΟΞΑΝΗ

Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ

Ένα φίλημα, αλλ' επί τέλους τείνε;

Όρκος που λέμε πειο κοντά· υπόσχεσι που δίνεις

Με πίστι μεγαλείτερη· ομολογία που βαίνεις

Το σφράγισμα· μια ρόδινη περισπωμένη 'πάνω

'Στο «αγαπώ»· και μυστικό που λέγομε 'στό στόμα,

Αντί στ' αυτί· μία στιγμή του απείρου που ομοιάζει

'Σάν ψίθυρος του μελισσιού· μετάληψι που παίρνει

Τη γεύσι του άνθους· κάτι τι που ανασασμό σου φέρνει

Από τα βάθη της καρδιάς· και κάτι που 'στήν άκρη

Του χείλους από την ψυχή σου αφίνει κάποιο μύρο!

ΡΟΞΑΝΗ

Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ

Ένα φίλημα τόσην ευγένειαν έχει,

Όπου κιαυτή η βασίλισσα των Γάλλων έδωσ' ένα

Στον πλέον ευτυχέστερον των λόρδων . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Λοιπόν τότε;

ΣΥΡΑΝΟ

Είχα καθώς ο Βούκιγκαμ τα κρύφια βάσανά μου,

Κεγώ λατρεύω 'σάν κι αυτόν εσέ, βασίλισσά μου,

Και 'σάν αυτόν είμαι πιστός και λυπημένος . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Κ' είσαι

Ωραίος όπως και αυτός! . . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθ' εαυτόν, απογοητευόμενος.

Αλήθεια, είμαι ωραίος,

'Ξέχασα!

ΡΟΞΑΝΗ

Ανέβα το λοιπόν τα ασύγκριτο να δρέψης

Αυτό λουλούδι . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών τον Χριστιανόν προς τον εξώστην.

Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ

Αυτή τη γεύσι της καρδίας . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ

Αυτό του μελισσιού τον ψίθυρο . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Ανέβα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, διστάζων.

Σαν να μου φαίνεται κακή πως κάμω πράξι τώρα!

ΡΟΞΑΝΗ

Αυτή του απείρου τη στιγμή! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών αυτόν.

Ανέβα λοιπόν, ζώον!

(Ο Χριστιανός ορμά, και διά του θρανίου, του φυλλώματος, των

στύλων ανέρχεται μέχρι των κιγκλίδων, ας διασκελίζει).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ροξάνη μου!

(Την περιπτύσσεται και κύπτει επί των χειλέων της).

ΣΥΡΑΝΟ

Αχ! κέντημα παράδοξο που νοιώθω

Μέσ' την καρδιά μου! — Φίλημα, ερωτικό συμπόσιο,

Που είμαι ο Λάζαρος εγώ! Σε τούτο το σκοτάδι

Μου στέλλεις ένα ψίχουλο κεμένα. — Χωρίς άλλο,

Και την καρδιά μου αισθάνομαι κάτι από σε να παίρνη,

Αφού σαυτά τα χείλη του, που η Ροξάνη γέρνει,

Φιλεί τα λόγια που εγώ προτήτερα της είπα.

(Ακούονται τα όργανα).

Πένθιμος ήχος και φαιδρός: Ο καπουτσίνος είνε!

(Προσποιείται ότι τρέχει, ωσάν να έφθανε μακρόθεν).

Αι! από κει!

ΡΟΞΑΝΗ

Ποιος είνε;

ΣΥΡΑΝΟ

Εγώ. Περνούσα. Είν' επάνω

Ακόμη ο Χριστιανός;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προσποιούμενος έκπληξιν.

Ο Συρανό! πού 'βρέθης;

ΡΟΞΑΝΗ

Καλή σου ημέρα, εξάδελφε!

ΣΥΡΑΝΟ

'Ξαδέλφη, καλημέρα!

ΡΟΞΑΝΗ

Θα κατεβώ!

(Εξαφανίζεται εντός της οικίας. Εισέρχεται εις το βάθος ο

καπουτσίνος).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, παρατηρών αυτόν.

Ακόμ' αυτός!

(Ακολουθεί την Ροξάνην).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Εδώνε κεπιμένω —

Εδώνε η Μαγδαληνή Ρομπέν;

ΣΥΡΑΝΟ

Ρο — λεν μας είπες.

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Όχι: μ π ε ν. Μι, πι, ε, και νι!

ΡΟΞΑΝΗ, φαίνεται επί του κατωφλίου ακολουθουμένη υπό του

Ραγκενώ κρατούντος φανόν και υπό του Χριστιανού.

Τι τρέχει;

ΣΥΡΑΝΟ

Ένα γράμμα

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μπα!

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, προς την Ροξάνην.

Διά πράγμα ιερόν θα πρόκειται βεβαίως.

Την στέλλει κύριος . . . χρηστός

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν.

Είν' ο δε Γκύσης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τόλμη! . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Ω! πάντα δεν θα μενοχλή! . .

(Αποσφραγίζουσα την επιστολήν).

Σε αγαπώ, κιάν θέλη

Να . . .

(Υπό το φως του φανού του Ραγκενώ αναγινώσκει χαμηλοφώνως και

κατά μέρος).

«Δεσποινίς,

Τα τύμπανα κτυπούν, το σύνταγμά μου

«Δένει τον σάκκο· αναχωρεί· ο κόσμος με νομίζει,

«Πώς ήδη ανεχώρησα: μένω. Σας παρακούω.

«Ευρίσκομαι εις την μονήν αυτήν. Σκέπτομαι νάρθω

«Και σας το καθιστώ γνωστόν προηγουμένως μένα

«Καλόγηρον απλούν ωσάν κατσίκαν, που δεν νοιώθει

«Τίποτε μέσα σόλ' αυτά. Το χείλος σου προλίγου

(Προς τον καπουτσίνον).

Ιδού αυτό το γράμμα τι μου λέγει,

Πάτερ μου, άκου!

(Πλησιάζουν όλοι, αναγινώσκει μεγαλοφώνως).

«Δεσποινίς,

Εις του Καρδιναλίου

«Την θέλησιν οφείλετε υπακοήν, ακόμα

«Και αν αυτή σας φαίνεται σκληρά. Ιδού ο λόγος

«Που έκαμα την εκλογήν ενός πολύ αγίου,

«Πολύ φρονίμου, και πολύ εξύπνου καπουτσίνου,

«Διά να φέρη τας γραμμάς αυτάς σταβρά σας χέρια,

«Κεκφράζομεν την θέλησιν εις τον δικόν σας οίκον

«Την ευλογίαν τάχιστα του γάμου να σας δώση·

(Στρέφει το φύλλον).

«Πρέπει κρυφά ο Χριστιανός να γίνη σύζυγός σας·

«Τον αποστέλλω προς υμάς. Δεν είνε αρεστός σας,

«Αλλά εγκαρτερήσατε. Και αναλογισθήτε,

«Ο ουρανός τον ζήλον σας πως θέλει ευλογήση,

«Κεστέ περί του σεβασμού βεβαία, Δεσποσύνη,

«Εκείνου, όστις πάντοτε υπήρξε και θα είνε

«Ο ευλαβώς και ταπεινώς υμέτερος και . . . λίαν . . .

«Και τα λοιπά . . .»

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Χρηστός ανήρ! . . Το είχα προμαντεύσει,

Δεν εφοβούμην παντελώς· επρόκειτο βεβαίως

Περί αγίου πράγματος.

ΡΟΞΑΝΗ, χαμηλοφώνως προς τον Χριστιανόν.

Τι λέγεις, δεν διαβάζω

Ωραία τας επιστολάς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Χουμ!

ΡΟΞΑΝΗ, υψηλοφώνως μετ' απελπισίας.

Α! είνε φρικώδες!

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ όστις διηύθυνε προς τον Συρανό το φως του φανού

του.

Είσθε υμείς ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Όχι, είμ' εγώ!

ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, στρέφει το φως προς τον Χριστιανόν και ως αν του

επήλθεν αμφιβολία, βλέπων την καλλονήν του,

Αλλ' όμως σεις . .

ΡΟΞΑΝΗ

Υπάρχει

'Στο τέλος κ' υστερόγραφον: «Για την μονήν πιστόλας

Δώσατ' εκατόν είκοσι».

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Χρηστός, χρηστός αυθέντης!

(Προς την Ροξάνην).

Εγκαρτερείτε!

ΡΟΞΑΝΗ, με ύφος μάρτυρος.

Εγκαρτερώ!

(Εν ώ ο Ραγκενώ ανοίγει την θύραν εις τον καπουτσίνον, τον οποίον

ο Χριστιανός προσκαλεί να εισέλθη, αύτη λέγει χαμηλοφώνως εις τον

Συρανό).

Προσπάθει τον δε Γκύση

Να τον κρατήσης έξωθεν! Θα έλθη μετ' ολίγον —

Να μην εμβή πριν . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Εννοώ!

(Προς τον Καπουτσίνον).

Διά την ευλογίαν

Πόσος καιρός χρειάζεται;

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ

Έν τέταρτον.

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών όλους προς την οικίαν.

Εμβήτε!

Εγώ θα μείνω . . .

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν.

Έλα! . .

(Εισέρχονται).

ΣΥΡΑΝΟ, μόνος.

Πώς να κάμω το δε Γκύση,

Να χάση αυτό το τέταρτο;

(Ορμά επί του θρανίου, αναρριχάται προς τον τοίχον, και προς τον

εξώστην).

Εδώ ας ανεβούμε!

Έχω 'να σχέδιο καλό! . .

(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν πένθιμον ήχον).

Χο! άνδρας είνε τούτος.

(ο ήχος γίνεται απαίσιος).

Χο! χο! ετούτη τη φορά είν' ένας!! .

(Είνε επί του εξώστου, καταβιβάζει τον πίλον του επί των οφθαλμών

του, αφαιρεί το ξίφος του, περιτυλίσσεται εντός του μανδύου του,

έπειτα κύπτει και παρατηρεί έξωθεν).

Όχι! ο τοίχος

Δεν είνε τόσον υψηλός! . .

(Διασκελίζει τας κιγκλίδας και προσελκύων προς αυτόν τον μακρόν

κλάδον εκ των δένδρων, άτινα εξέρχονται άνω του τοίχου του κήπου,

προσκολλάται επ' αυτού διά των δύο χειρών του, έτοιμος να πέση).

Θέλω ταράξει ελαφρώς αυτή την ατμοσφαίραν!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις εισέρχεται με προσωπίδα, ψηλαφών εις το

σκότος.

Αυτός ο τρισκατάρατος τι κάμει καπουτσίνος;

ΣΥΡΑΝΟ

Και την φωνήν μου; Διάβολε! αν την αναγνωρίση;

(Αφίνων την χείρα του, φαίνεται στρέφων μίαν αόρατον κλείδα).

Κρικ! κρακ!

(Επισήμως)

Μιμήσου, Συρανό, του Μπερζεράκ τον τόνον! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών την οικίαν.

Ναι, είν' εδώ. Βλέπω κακά μαυτή την προσωπίδα!

(Μέλλει να εισέλθη, ότε ο Συρανό πηδά εκ του εξώστου κρατούμενος

από τον κλάδον, όστις κάμπτεται και τον καταθέτει μεταξύ του δε

Γκύση και της θύρας. Προσποιείται, ότι πίπτει βαρέως δήθεν και

από μεγάλου ύψους, και εξαπλώνεται κατά γης, όπου μένει ακίνητος,

ως ζαλισθείς, ο δε Γκύσης κάμει άλμα προς τα όπισθεν).

Μπα! Τι;

(Όταν εγείρη τους οφθαλμούς, ο κλάδος έχει ανυψω0ή πάλιν. Δεν

βλέπει παρά τον ουρανόν δεν εννοεί τίποτε).

Και πόθεν έπεσεν αυτός:

ΣΥΡΑΝΟ, ανακάθεται και με τόνον γασκονικόν.

Απ' 'τη Σελήνη!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Απ' τη; . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής ως εν ονείρω.

Τι ώρα έχετε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μη τούστριψεν η βίδα;

ΣΥΡΑΝΟ

Τι ώρα είνε; Τι χωριό; Τι εποχή; Τι ημέρα;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Εζαλίσθην!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Σαν μπόμπα απ' την Σελήνη

Πέφτω!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ανυπομονών.

Μα τέλος, κύριε! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανεγειρόμενος με φωνήν τρομεράν.

Πέφτω από 'κείθε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, οπισθοδρομών.

Έστω!

Έστω! επέσατε από 'κεί! . . Ίσως τρελλός θα είνε!

ΣΥΡΑΝΟ, βαδίζων κατ' επάνω του.

Δεν πέφτω μεταφορικώς! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Εκατό χρόνια ή μία

Στιγμή — πόσον η πτώσις μου διήρκεσε δεν ξέρω

Ήμουνα μέσα είς αυτήν την κίτρινη τη φούσκα!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, υψών τους ώμους.

Ναι. Να περάσω αφήτε με!

ΣΥΡΑΝΟ, ιστάμενος προ αυτού.

Ειλικρινώς, πού είμαι;

Τίποτε μη μου κρύπτετε! Εις ποίαν γην, εις ποίον

Τόπον ως αερόλιθος έπεσα, κύριέ μου;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Διάβολε! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Κενώ έπεφτα, δεν μπόρεσα να εκλέξω

Το μέρος της αφίξεως, — και αγνοώ πού πέφτω! —

Μέσ' σε σελήνην άραγε ή μη σε γην καμμίαν

Του πισινού μου μέσυρε τα βάρος;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μα, σας λέγω.

Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής τρόμου, ήτις κάμνει τον δε Γκύσην να

οπισθοδρομήση.

Ύψιστε Θεέ! Βλέπω σαυτόν τον τόπον

Πως έχουν μαύρον πρόσωπον! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, φέρων την χείρα εις το πρόσωπον.

Πώς;

ΣΥΡΑΝΟ, με φόβον εμφαντικόν.

Εις την Αλγερίαν,

Μην είμαι; Είσθε ιθαγενής;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, αισθανόμενος την προσωπίδα του.

Η προσωπίς!

ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος, ότι καθησυχάζει ολίγον.

Μην είμαι

Στη Βενετιά ή Γένοβα λοιπόν;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, θέλων να περάση.

Με περιμένει

Μία κυρία . . .

ΣΥΡΑΝΟ, τελείως πεπεισμένος.

Το λοιπόν είμαι εις το Παρίσι.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, μειδιών ακουσίως του.

Είνε αστείος αρκετά ο διάβολος!

ΣΥΡΑΝΟ

Γελάτε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Γελώ, μα θέλω να διαβώ! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ακτινοβολών.

Εις το Παρίσι πέφτω!

(Με όλην την άνεσιν του γελών, ξεσκονιζόμενος, χαιρετίζων).

Και φθάνω — συγχωρήσατε — διά του τελευταίου

Σίφωνος. Εσκονίσθηκα ολίγον από αιθέρα.

Ένα ταξείδι πέκαμα. Με σκόνη των αστέρων

Εγέμισαν τα μάτια μου. Πάνω στους πτερνιστήρας

Έχω ακόμη κάμποσα μαλλιά από τον πλανήτην,

(Λαμβάνων κάτι από την χειρίδα του).

Κυττάχτε! 'στό σωκάρδι μου μια τρίχα απ' τον κομήτην!

(Φυσά διά να την πετάξη).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εκτός εαυτού.

Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθ' ην στιγμήν θέλει να περάση ο δε Γκύσης, τείνει

την κνήμην διά να δείξη δήθεν κάτι και τον σταματά.

Εις την κνήμην μου απ' την μεγάλην Άρκτον

Φέρω ένα δόντι· κεπειδή 'στήν Τρίαιναν προσκρούων

Ήθελα μίαν απ' τας τρεις λόγχας της ναποφύγω,

Πάω και πέφτω καθιστός μέσ' τους Ζυγούς, που ακόμα

Επάνω 'κεί η βελόνη των το βάρος μου σημειώνει!

(Εμποδίζων ζωηρώς τον δε Γκύσην να περάση και λαμβάνων αυτόν από

το έν κομβίον του εσωκαρδίου του).

Αν σφίξετε την μύτην μου μέσα 'στά δάκτυλά σας,

Θα στάξη γάλα, κύριε! . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Γάλα; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Απ' τον Γαλαξίαν! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Α! σύρετε 'στόν διάβολο!

ΣΥΡΑΝΟ

Ο ουρανός με στέλλει!

(Σταυρών τους βραχίονας).

Λοιπόν! θα με πιστεύσετε, πως εις το πέσιμόν μου,

Είδα τον Σείριον να φορή την νύκτα 'να σαρίκι;

(Εμπιστευτικώς).

Η Άρκτος η άλλ' είνε μικρά πολύ και δεν δαγκώνει.

(Γελών).

Από την Αύραν πέρασα κέσπασα μια χορδή της!

(Υπερηφάνως).

Αλλά να γράψω σκέπτομαι αυτά σένα βιβλίον,

Και τους αστέρας τους χρυσούς, που 'στόν καψαλισμένον

Μανδύαν μου εκρέμασα με προφανείς κινδύνους,

Όταν θα το τυπώσουνε, θα γίνουν αστερίσκοι . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μα επί τέλους θέλω . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Σεις, τι θέλετε, μαντεύω! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ

Απ' το στόμα μου να μάθετε ποθείτε,

Πώς η Σελήνη έγινε, κιάν κατοικεί κανένας,

Μέσα 'στήν στρογγυλύτητα αυτής της κολοκύθας . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, κραυγάζων.

Όχι! θέλω . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Να μάθεται 'κεί 'πάνω πώς ανέβην;

Δι' ενός μέσου που εγώ αυτός είχον εφεύρει.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, αποθαρρυνόμενος.

Είνε τρελλός!

ΣΥΡΑΝΟ

Δεν έβαλλα σενέργειαν και πάλιν

Τον βλάκα εκείνον αετόν του Ρεγκιομοντάνου.

Ούτε του Αρχίτα το δειλό το περιστέρι . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Είνε

Τρελλός, — αλλά σοφός τρελλός.

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι! δεν εμιμήθην

Τίποτε προγενέστερον!

(Ο δε Γκύσης κατώρθωσε να διέλθη και βαδίζει προς την θύραν της

Ροξάνης, ο Συρανό τον ακολουθεί έτοιμος να τον δράξη).

Εφεύρον έξη μέσα,

Να κατακτήσω τον γλαυκόν αιθέρα!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, στρεφόμενος.

Έξ;

ΣΥΡΑΝΟ, στωμύλως.

Μπορούσα,

Έχων το σώμα μου γυμνόν, καθώς μίαν λαμπάδα,

Να το σκεπάσω με πολλές μποτίλιες κρυσταλλένιες

Γεμάτες από δάκρυα του πρωινού αιθέρος,

Και ούτως, αν εξέθετα τα σώμα μου 'στόν ήλιο,

Τάστρον μαζύ με την δροσιά κεκείνο θα ροφούσε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κάμει έν βήμα προς τον Συρανό.

Μπα! πράγματι είνε ένα αυτό!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών διά να τον σύρη προς το άλλον μέρος.

Και ημπορούσ' ακόμα,

Να συμπυκνώσω άνεμον, διά να εξορμήσω,

Αέρα κάμνων αραιόν εντός κεδρίνης θήκης

Διά κατόπτρων φλογερών εν είδ' εικοσαέδρων!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Δυο!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών.

Άλλως ως μηχανουργός καθώς και πυροτέχνης,

Σ' ακρίδα μελατήρια γεμάτην ατσαλένια

Με διαδοχικά πυρά εκ νίτρου να πετάξω

Μέσ 'στά λειβάδια τα γλαυκά που τάστρα παν και βόσκουν!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ακολουθών αυτόν ανύποπτος

και μετρών διά των δακτύλων.

Τρία!

ΣΥΡΑΝΟ

Γνωστόν πως ο καπνός τείνει νανέβη επάνω.

Λοιπόν 'μπορούσα με αυτόν μια σφαίρα να γεμίσω,

Και να μ' υψώση!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ επί μάλλον και μάλλον εκπλησσόμενος.

Τέσσαρα!

ΣΥΡΑΝΟ

Αφού η Σελήνη, όταν

Έχει μικρόν το τόξον της, ω βώδια, το μυαλό σας

Να πιπιλίζη αγαπά . . . με τούτο ναλειφόμουν!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, κατάπληκτος.

Πέντε!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ομιλών τον οδηγεί μέχρι του άλλου μέρους της

πλατείας πλησίον ενός εδωλίου.

Και τέλος καθιστός σε σιδερένιο δίσκον

Να πάρω εις τα χέρια μου τεμάχιον μαγνήτου,

Και να το ρίψω υψηλά εις τον αέρα. Τούτο

Είναι το μέσον τ' άριστον. Ο σιδερένιος δίσκος

Τότε αμέσως εξορμά κατόπιν του μαγνήτου.

Ξανατινάζεις παρευθύς επάνω τον μαγνήτην,

Και οπ! λα! έτσι δύνασαι επ' άπειρον νανέβης!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Έξη! να, έξη άριστα μέσα, και ποιο εξ όλων

Εκλέξατε σεις, κύριε;

ΣΥΡΑΝΟ

Έν έβδομον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Τι λέτε;

Και ποιο;

ΣΥΡΑΝΟ

Μαντεύσατε! εκατόν στοιχηματίζω μένα!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μου κίνησεν ο Σατανάς αυτός το διαφέρον!

ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος με μεγάλα

μυστηριώδη κινήματα τον θόρυβον των κυμάτων.

Χουφ! Χουφ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ

Μαντεύετε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ

Της παλιρροίας!

Την ώρα που τα κύματα τραβιώνται απ' τη Σελήνη,

Μετά λουτρόν θαλάσσιον ξαπλώθηκα 'στήν άμμο,

Και το κεφάλι μου 'ψηλά κρατώντας, φίλτατέ μου,

— Γιατί 'στής φούντες των μαλλιών μένει νερό προ πάντων —

Εις τον αέρα επέταξα 'σάν άγγελος ολόρθος,

Κι' ανέβαινα, κι' ανέβαινα σιγά και χωρίς κόπον,

Όταν ησθάνθην σύγκρουσιν! . . Λοιπόν . . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρασυρόμενος υπό της περιεργείας και καθήμενος

επί του θρανίου.

Λοιπόν!

ΣΥΡΑΝΟ, αναλαμβάνων την φυσικήν φωνήν του.

Λοιπόν . . .

Το τέταρτον επέρασε . . . και σας ελευθερώνω.

Έγιν' ο γάμος, κύριε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ανεγειρόμενος δι' ενός άλματος

Μπα! είμαι μεθυσμένος;

Αυτή η φωνή;

(Η θύρα της οικίας ανοίγεται, φαίνονται θεράποντες φέροντες

κηροπήγια ανημμένα. Φως. Ο Συρανό εξάγει τον καταβιβασθέντα πίλον

του.

Η μύτη αυτή! Ο Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων.

Ο ίδιος!

Μόλις τα δακτυλίδια των αντήλλαξαν επάνω.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Ποιοι;

(Στρέφεται Εικών. Όπισθεν των θεραπόντων η Ροξάνη και ο

Χριστιανός κρατούνται διά της χειρός. Ο Καπουτσίνος τους

ακολουθεί μειδιών. Ο Ραγκενώ υψώνει ωσαύτως μίαν λαμπάδα. Η

ακόλουθος κλείει την πορείαν πεφοβισμένη).

Ω θεοί!

ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ, ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ,

η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

(Προς την Ροξάνην).

Εσείς!

(Αναγνωρίζων τον Χριστιανόν, κατάπληκτος).

Αυτός!

(χαιρετίζων την Ροξάνην μετά θαυμασμού).

Είσθ' από της πλέον φίνες!

(προς τον Συρανό).

Σάς εφευρέτα μηχανών τωόντι σας συγχαίρω,

Θα 'κάμετε κένα άγιον με την διήγησίν σας

'Στην πύλην να εστέκετο του παραδείσου ακόμη.

Αυτήν να σημειώσητε την παρατήρησίν μου,

Διότι χρήσιμος 'μπορεί να είνε σε βιβλίον.

ΣΥΡΑΝΟ, υποκλινόμενος.

Κύριε, είνε συμβουλή οπού θ' ακολουθήσω.

Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, δεικνύων τους εραστάς εις τον δε Γκύσην και

σείων μετ' εύχαριστήσεως τον λευκόν πώγωνά του.

Ωραίον ζεύγος, τέκνον μου, ηνώσατε εις γάμον.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών αυτόν με παγετώδες βλέμμα.

Ναι!

(Προς την Ροξάνην).

'Πέτε τώρα υγίαινε 'στόν άνδρα σας, κυρία!

ΡΟΞΑΝΗ

Γιατί;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, προς τον Χριστιανόν.

Προετοιμάζεται το σύνταγμα να φύγη.

Υπάγετε να τώβρετε!

ΡΟΞΑΝΗ

Στον πόλεμον;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Βεβαίως!

ΡΟΞΑΝΗ

Αλλ' όμως οι επίλεκτοι δεν πάνε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Θα υπάγουν.

(Εξάγων χαρτίον, το οποίον είχεν εις το θυλάκιόν του).

Ιδού και η διαταγή.

(Εις τον Χριστιανόν).

Υπάγετε, βαρώνε,

Ο ίδιος να την φέρετε!

ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη εις τας αγκάλας του Χριστιανού.

Χριστιανέ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, καγχάζων, προς τον Συρανό.

Του γάμου

Η νύκτ' ακόμ' είνε μακράν!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν.

Αυτός νομίζει, πως αυτό θα με πολυπειράξη.

ΧΡΙΣΤΙΝΟΣ, προς την Ροξάνην.

Αχ! έν ακόμη φίλημα!

ΣΥΡΑΝΟ

Εμπρός! πολλά επήρες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εξακολουθεί να φιλή την Ροξάνην.

Να την αφήσω τι σκληρόν! . . Δεν ξεύρεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζητεί να τον αποσπάση.

Ξεύρω . .

(Ακούονται μακρόθεν τα τύμπανα κρατούντα πορείαν).

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, όστις ανήλθεν εις το βάθος.

Είνε

Το σύνταγμα παναχωρεί

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Συρανό, κρατούσα τον Χριστιανόν τον οποίον ο

Συρανό προσπαθεί ναποσπάση.

Αλλοίμονον! σεσένα,

Σε σέ τον εμπιστεύομαι, δος την υπόσχεσίν σου,

Πως η ζωή του κίνδυνον κανένα δεν θα τρέξη.

ΣΥΡΑΝΟ

Θα προσπαθήσω, μα καμμιάν υπόσχεσιν δεν δίδω

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.

Υπόσχου μου πως φρόνιμος θα είνε . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Θα πασχίσω.

Αλλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.

Και πως 'στήν τρομεράν αυτήν πολιορκίαν

Δεν θα κρυολογή ποτέ . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Θα 'κάμω ό,τι 'μπορέσω

Αλλά. . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.

Πώς θάνε και πιστός . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! ναι, αναμφιβόλως!

Αλλά. . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.

Και πως συχνότατα επιστολάς θα γράφη!

ΣΥΡΑΝΟ, σταματών.

Αυτό, σου το υπόσχομαι!

Α Υ Λ Α I Α

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ ΤΗΣ ΓΑΣΚΟΝΗΣ

Η θέσις, την οποίαν κατέχει ο λόχος του Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού

εις την πολιορκίαν του Αράσου. Εις το βάθος, πρόχωμα διήκον δι'

όλης της σκηνής. Πέραν εκείθεν φαίνεται ορίζων πεδιάδος: η χώρα

κεκαλυμμένη υπό πολιορκητικών έργων. Τα τείχη του Αράσου και η

σκιαγραφία των στεγών του επί του ουρανού, πολύ μακράν. — Σκηναί·

όπλα διεσπαρμένα — τύμπανα κτλ. — Η ημέρα μέλλει νανατείλη.

Ανατολή κιτρίνη. — Φρουροί αραιωμένοι. Πυρά. — Κεκαλυμμένοι εντός

των μανδυών των, οι επίλεκτοι της Γασκόνης κοιμώνται. Ο Καρμπόν

δε Καστέλ Ζαλού και ο Λεμπρέτ αγρυπνούν. Είνε κάτωχροι και

κάτισχνοι. Ο Χριστιανός κοιμάται, μεταξύ των άλλων, εντός του

μανδύου του εις το πρώτον επίπεδον, με την όψιν φωτιζομένην υπό

του πυρός. Σιωπή.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ, ΛΕΜΠΡΕΤ, ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ,

έπειτα ΣΥΡΑΝΟ.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Φρικώδες!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Ναι. Τίποτε πεια.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Χίλιοι σταυροί!

ΚΑΡΜΠΟΝ, νεύων εις αυτόν να ομιλή σιγά.

Βλαστήμα

Σιγά! Θα τους ξυπνήσης.

(Εις τους επιλέκτους).

Σουτ! Να κοιμηθήτε!

(Εις τον Λεμπρέτ).

Τρώγει

Όποιος κοιμάται!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αλλ' αυτοί που υποφέρουν όμως

Απ' αγρυπνία, 'βρίσκουνε πως τούτο είν' ολίγο!

Τι πείνα!

(Ακούονται μακρόθεν πυροβολισμοί).

ΚΑΡΜΠΟΝ

Αυτές η τουφεκιές καταραμένες νάνε!

Φοβούμαι μήπως τα παιδιά ξυπνήσουν!

(Εις τους επιλέκτους, οίτινες εγείρουν την κεφαλήν).

Κοιμηθήτε!

(Κατακλίνονται πάλιν. Νέοι πυροβολισμοί πλησιέστεροι).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ταρασσόμενος.

Διάβολε! ακόμη;

ΚΑΡΜΠΟΝ

Τίποτε δεν είνε! Επιστρέφει

Ο Συρανό!

(Αι κεφαλαί, αίτινες είχον εγερθή κατακλίνονται πάλιν).

Ο ΣΚΟΠΟΣ, έξωθεν.

Στο διάβολο! Τις ει;

Η ΦΩΝΗ του ΣΥΡΑΝΟ

Ο Μπερζεράκ!

Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος.

'Στό διάβολο! Τις ει;

ΣΥΡΑΝΟ, εμφανιζόμενος επί της κορυφής.

Εγώ ο Μπερζεράκ, βρε βλάκα!

(Καταβαίνει. Ο Λεμπρέτ πηγαίνει εις προϋπάντησίν του ανήσυχος).

ΛΕΜΠΡΕΤ

Θεέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ, νεύων εις αυτόν να μην εξυπνήση κανένα.

Σουτ!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Πληγώθηκες;

ΣΥΡΑΝΟ

Κάθε πρωί, γνωρίζεις,

Επήραν την συνήθειαν να μη μεπιτυχαίνουν!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Είνε σκληρόν, κάθε πρωί να ριψοκινδυνεύης

Δι' ένα γράμμα! . .

ΣΥΡΑΝΟ, σταματών προ του Χριστιανού.

Υπόσχεσιν της έδωκα να γράφη

Συχνά!

(Τον παρατηρεί).

Κοιμάται. Είν' ωχρός. Αν 'γνώριζ' η καϋμένη

Πως απ' την πείνα χάνεται . . . Μα πάντοτε ωραίος!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Πήγαινε ευθύς να κοιμηθής!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Λεμπρέτ, μη μου γκρινιάζης! . .

Μάθε, πως διά να περνώ των Ισπανών τας θέσεις,

Ευρήκα ένα μέρος που μεθούνε κάθε νύκτα.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Έπρεπε τρόφιμα καμμιάν ημέρα να μας φέρης,

ΣΥΡΑΝΟ

Για να περάσης ελαφρός πρέπει να ήσαι! — Ξεύρω

Πως θάνε απόψε κάτι τι καινούργιο. Ή θα φάνε

Οι Γάλλοι ή θαποθάνουνε, — εάν η όρασίς μου

Δεν μαπατά.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Ειπέτο μου!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι, γιατί δεν έχω

Διόλου βεβαιότητα . . . θα 'δής! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ

Τι καταισχύνη,

Να είνε πολιορκητής κανείς και να πεθαίνη

Από την πείνα!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αλοίμονον! απ' την πολιορκίαν

Πλέον περίπλοκον ποτέ δεν είδα του Αράσου:

Πολιορκούμεν τ' Άρασον, — και μέσα σ' την δική μας

Παγίδα μας πολιορκεί ο Ισπανός ινφάντης

Και καρδινάλιος . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Κ' αυτός με την σειράν του

Πρέπει να πολιορκηθή από κανέναν άλλον.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Δεν είνε να γελάς!

ΣΥΡΑΝΟ

Χο! Χο!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Και όταν την ζωήν σου

Σκέπτομαι, πως καθημερινώς εκθέτεις για να φέρης

Επιστολήν εις την . . .

(Βλέπων, ότι διευθύνεται εις μίαν σκηνήν).

Πού πας;

ΣΥΡΑΝΟ

Να γράψω μίαν άλλην.

(Εγείρει την οθόνην κεξαφανίζεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι ίδιοι εκτός του ΣΥΡΑΝΟ

Η ημέρα ανέτειλεν ολίγον. Ρόδιναι ανταύγειαι. Η πόλις του Αράσου

χρυσίζεται εις τον ορίζοντα. Ακούεται κρότος τηλεβόλου,

ακουλουθούμενος αμέσως υπό τυμπανοκρουσίας, πολύ μακράν, προς

αριστεράν. Άλλα τύμπανα κρούονται πλησιέστερον. Αι

τυμπανοκρουσίαι ανταποκρίνονται προς αλλήλας, και προσεγγίζουσαι

εκρήγνυνται σχεδόν εν τη σκηνή, και απομακρύνονται προς δεξιάν,

διατρέχουσαι το στρατόπεδον. Θόρυβος εξεγέρσεως. Φωναί μακρυναί

αξιωματικών.

ΚΑΡΜΠΟΝ, με στεναγμόν.

Η έγερσις! . . Αλοίμονον!

Συρανό δε Μπερζεράκ · 第 5 / 8 段