Κόρη μου πτωχή, συ παγαπάς τωραίον,

Το πνεύμα και την εκλεκτήν την γλώσσαν, — εάν ήτο

Είς βέβηλος, είς άγριος;

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι, την κόμην έχει

Ως ένας ήρως του δ' Υρφέ!

ΣΥΡΑΝΟ

Εάν επίσης ήτο

Βάναυσος, όσον και καλώς ενδεδυμένος;

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι,

Όλα τα λόγια του λεπτά θα είνε το μαντεύω.

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι, πάντοτε είνε λεπτά τα λόγια, όταν είνε

Κ' οι μύστακες λεπτοί. — Πλην βλαξ αν ήτο;

ΡΟΞΑΝΗ, κτυπώσα διά του ποδός.

Λοιπόν τότε

Θαπέθαινα!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά τινα παύσιν.

Μεφέρατε εδώ για να μου 'πήτε

Αυτά; Την χρησιμότητα δεν βλέπω αυτήν, κυρία.

ΡΟΞΑΝΗ

Αχ! Γιατί ένας μούβαλε τον τρόμο 'στήν ψυχή μου,

και μούπεν ότι όλοι σας είσθε Γασκόνοι, όλοι

'Στόν λόχον σας. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Και πως ημείς τους νέους προκαλούμεν

Τους αμαθείς, που γίνονται δεκτοί εξ ευμενείας

Ανάμεσα 'στούς αληθείς Γασκόνους, χωρίς νάνε;

Αυτό σας είπεν;

ΡΟΞΑΝΗ

Και 'μπορείς να φαντασθής, τι τρόμον

Ησθάνθην δι' αυτόν!

ΣΥΡΑΝΟ, μεταξύ των οδόντων του.

Πολύ ευλόγως!

ΡΟΞΑΝΗ

Αλλ' εσκέφθην,

Όταν εχθές ανίκητος και μέγας απεδείχθης,

Τον φαύλον τιμωρών αυτόν, και αντιμετωπίζων

Αυτά τα ζώα — αν ήθελεν, εκείνος που φοβούνται

Όλοι . . . εσκέφθην . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Αι! καλά λοιπόν θα προστατεύσω

Τον βαρωνίσκον σας αυτόν.

ΡΟΞΑΝΗ

Ω δεν είνε αλήθεια;

Θα μου τον προστατεύσης, αι; Είχα για σε φιλίαν

Πάντοτε τόσον τρυφεράν!

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι!

ΡΟΞΑΝΗ

Φίλος του θα είσαι;

ΣΥΡΑΝΟ

Θα είμαι.

ΡΟΞΑΝΗ

Δεν θα έχη δε ποτέ μονομαχίαν:

ΣΥΡΑΝΟ

Ορκίζομαι.

ΡΟΞΑΝΗ

Ω; σαγαπώ πολύ! Πρέπει να φύγω τώρα.

(Θέτει ζωηρώς την προσωπίδα της, ένα τρίχαπτον επί του μετώπου

της και αφηρημένως).

Αλλά την μάχην της νυκτός αυτήν δεν μου την είπες.

Αλήθεια θάταν τρομερόν! — Ειπέ του να μου γράψη.

(Τω στέλλει έν φίλημα διά της χειρός).

Ω! σαγαπώ!

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι, ναι.

ΡΟΞΑΝΗ

Εκατόν ανθρώπους, και συ μόνος!

Χαίρε λοιπόν. — Φίλοι καλοί θα είμεθα!

ΣΥΡΑΝΟ

Βεβαίως.

ΡΟΞΑΝΗ

Πες, να μου γράψη! — Εκατό ανθρώπους! — Τι ανδρεία!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων αυτήν.

Ω! έκτοτ' έκαμα πολύ καλλίτερον.

(Αύτη εξέρχεται. Ο Συρανό μένει ακίνητος με τους οφθαλμούς κατά

γης. Σιωπή. Η θύρα δεξιόθεν ανοίγει. Ο Ραγκενώ περνά την κεφαλήν

του).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΑΓΚΕΝΩ, οι ΠΟΙΗΤΑΙ, ο ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ, οι

ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, το ΠΛΗΘΟΣ κτλ. Έπειτα ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ.

ΡΑΓΚΕΝΩ

Μπορούμε

Να 'μπούμε;

ΣΥΡΑΝΟ, χωρίς να κινηθή.

Ναι. . .

(Ο Ραγκενώ κάμει σημείον και οι φίλοι του εισέρχονται. Συγχρόνως

εις την θύραν του βάθους φαίνεται ο Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού φέρων

στολήν λοχαγού της φρουράς, όστις κάμει μεγάλας χειρονομίας

παρατηρών τον Συρανό).

ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ

Ιδού αυτός!

ΣΥΡΑΝΟ, εγείρων την κεφαλήν.

Ο λοχαγός μου!,.

ΚΑΡΜΠΟΝ, υπερχαρής

Ο ήρως μας! Γνωρίζομεν το παν. Είνε τριάντα

Από τους επιλέκτους μου εκεί! . .

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών.

Μα. . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, θέλων να τον σύρη.

Έλα! θέλουν

Να σίδουν!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Πίνουμε 'στήν άντικρυ ταβέρνα.

ΣΥΡΑΝΟ

Εγώ . . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, αναβαίνει προς την θύραν και

κραυγάζων εις τα παρασκήνια, διά φωνής βροντώδους.

Αρνείτ' ο ήρως μας. Δεν έχει κέφια διόλου!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν.

Α! το Θεό!

(Θόρυβος έξωθεν, κρότος ξιφών και υποδημάτων προσεγγιζόντων).

ΚΑΡΜΠΟΝ, τρίβων τας χείρας.

Ιδού αυτοί περνούν το δρόμο.

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, εισερχόμενοι εις το ζαχαροπλαστείον.

Χίλιοι

Διαβόλοι! — Δαίμονες! — Χριστοί! — Θεοί (— και Παναγίες! —)

ΡΑΓΚΕΝΩ, οπισθοδρομών έντρομος.

Κύριοι, όλοι το λοιπόν είσθε Γασκόνοι;

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ

Όλοι!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον Συρανό.

Μπράβο!

ΣΥΡΑΝΟ

Βαρώνε

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Ζήτω σου!

ΣΥΡΑΝΟ

Βαρώνε!

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Πάρε ένα

Φιλί!

ΣΥΡΑΝΟ

Βαρώνε! . .

ΠΟΛΛΟΙ ΓΑΣΚΟΝΟΙ

Όλοι σας φιλήστε τον!

ΣΥΡΑΝΟ, μη γνωρίζων πρός τινα ναπαντήση.

Βαρώνε . . .

Βαρώνε! . . σας παρακαλώ . . .

ΡΑΓΚΕΝΩ

Είσθε λοιπόν βαρώνοι

Όλοι σας; . .

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ

Όλοι!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Πράγματι; . .

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Με τα οικόσημά μας

Μπορούνε πύργο ολόκληρο να κτίσουν!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εισερχόμενος και τρέχων εις τον Συρανό.

Σε ζητούνε!

Παράφορον εκ θαυμασμού το πλήθος οδηγείται,

Από εκείνους που εχθές την νύκτα σηκολούθουν.

ΣΥΡΑΝΟ, έντρομος.

Τους είπες πού ευρίσκομαι;

ΛΕΜΠΡΕΤ, τρίβων τας χείρας,

Βεβαίως τους το είπα!

ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, εισέρχεται ακολουθούμενος υπό ενός συμπλέγματος·

Κύριε, όλον το Μαραί εδώ εκουβαλήθη.

(Έξωθεν η οδός επληρώθη κόσμου. Φορεία, άμαξαι σταματούν).

ΛΕΜΠΡΕΤ, χαμηλοφώνως, μειδιών προς τον Συρανό.

Και η Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.

Σώπαινε!

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Τον Συρανό! . .

(Το πλήθος εισορμά εν τω ζαχαροπλαστείω. Συνωστισμός.

Επευφημίαι).

ΡΑΓΚΕΝΩ, όρθιος επί μιας τραπέζης.

Του πλήθους

Στο μαγαζί μου επιδρομή! Τα σπάζουν όλα! Ζήτω!

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, πέριξ του Συρανό.

Φίλε μου. . . Φίλε μου. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Εχθές δεν είχα τόσους φίλους. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, αγαλλιών.

Ο Θρίαμβος. . .

ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, προστρέχων με τας χείρας τεταμένας.

Αν ήξευρες, φίλε μου. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Μ' ομιλείτε

Εις ενικόν; . . Τι πράγματα 'φυλάξαμεν αντάμα;

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Θα σας συστήσω, κύριε, εις μερικάς κυρίας,

Που μέσ' την άμαξάν μου εκεί. . .

ΣΥΡΑΝΟ, ψυχρώς.

Και σας, ποιος θα συστήση

Σεμέ προτήτερα;

ΛΕΜΠΡΕΤ έκπληκτος.

Αλλά λοιπόν τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ

Σώπα!

ΕΙΣ ΛΟΓΙΟΣ, μετά μελανοδοχείου.

Λεπτομερείας ειμπορώ να λάβω; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι!

ΛΕΜΠΡΕΤ, ωθών τον αγκώνα του

Είνε

Ο Μπενωδώ Θεόφραστος, που την εφημερίδα

Εφεύρεν.

ΣΥΡΑΝΟ

Αδιάφορον!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αυτό το φύλλον, όπου

Γράφουν για τόσα πράγματα, και λέγεται ακόμα,

Πως η εφεύρεσις αύτη έχει μεγάλον μέλλον.

ΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προχωρών.

Κύριε. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Πάλιν!

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ήθελα μια πεντακροστοιχίδα

Για σας να . . .

ΚΑΠΟΙΟΣ, προχωρών.

Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Αρκεί . .

(Κίνησις. Τίθενται εις τάξιν. Ο δε Γκύσης φαίνεται συνοδευόμενος

υπό αξιωματικών. Ο Κυζή, Μπρισάγι, οι Αξιωματικοί, οι οποίοι

ανεχώρησαν μετά του Συρανό εις το τέλος της πρώτης πράξεως. Ο

Κυζή έρχεται ζωηρώς προς τον Συρανό).

ΚΥΖΗ, προς τον Συρανό.

Ο Κύριος δε Γκύσης!

(Ψίθυρος. Όλοι κάμνουν θέσιν).

Απ' τον στρατάρχην δε Γκαστόν απεσταλμένος είνε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, χαιρετίζων τον Συρανό.

Τον θαυμασμόν του μέστειλεν εδώ να σας εκφράσω

Διά το ανδραγάθημα το νέον που ομιλούνε.

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Μπράβο! . .

ΣΥΡΑΝΟ, υποκλινόμενος.

Από ηρωισμούς γνωρίζει ο στρατάρχης.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Ποτέ δεν θα το 'πίστευεν, εάν αυτοί μεθ' όρκου

Οι κύριοι δεν έλεγαν πως τώδαν . . .

ΚΥΖΗ

Με τα μάτια!

ΛΕΜΠΡΕΤ, χαμηλοφώνως προς τον Συρανό, όστις φαίνεται

αφηρημένος.

Αλλ' όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Σώπα!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Φαίνεσαι πως πάσχεις!

ΣΥΡΑΝΟ, ανασκιρτών, και ανορθούμενος ζωηρώς.

'Μπρός 'στόν κόσμον

Αυτόν; . .

(Ο μύσταξ του ανορθώνεται. Κτυπών το στήθος).

Εγώ να φαίνωμαι πως πάσχω; . . Τώρα βλέπεις!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, προς τον οποίον ο Κυζή ωμίλησεν κρυφίως.

Από ηρωισμούς λαμπρούς το στάδιον σου είνε

Γεμάτον ήδη, 'Στούς τρελλούς αυτούς υπηρετείτε

Γασκόνους, έτσι;

ΣΥΡΑΝΟ

Μάλιστα, 'στους επιλέκτους.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, με φωνήν τρομεράν.

Είνε

Μαζύ μας!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών τους Γασκόνους

παρατεταγμένος όπισθεν του Συρανό.

Α! Οι κύριοι αυτοί πέχουν την όψιν

Τοσούτον υπερήφανον και αλαζόνα είνε

Οι φημισμένοι. . .

ΚΑΡΜΠΟΝ

Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ

Λέγετε, λοχαγέ μου!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Αφού ο λόχος μου εδώ είνε παρών νομίζω,

Παρακαλώ 'στον κόμητα να τον παρουσιάσης.

ΣΥΡΑΝΟ, κάμων δυο βήματα προς τον Δε Γκύσην και δεικνύων

τους επιλέκτους.

Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι

Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά·

Εις της σπαθιές και της ψευτιές οι μόνοι,

Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι,

Π' όλο για τίτλους λεν, 'σάν φανφαρόνοι,

Για ευγένεια, για κουρέλια, για κλεψιά,

Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι

Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά!

Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι,

Μουστάκι γάτου, λύκου δόντι κοφτερό,

Τον όχλο για να σχίζουν τον γκρινιάρη,

Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι,

Έχουν για σκούφο ένα παληό τομάρι

Όπου της τρύπες κρύβει το φτερό,

Μάτι αετού και πελαργού ποδάρι,

Μουστάκι γάτου, λύκου δόντι κοφτερό.

Τους λεν' αντεροβγάλτες, μαχαιράδες,

Για παρανόμια πειο χαϊδευτικά·

Δόξα διψάνε 'σάν παλληκαράδες,

Τους λεν' αντεροβγάλτες, μαχαιράδες

Και σόποιο μέρος γίνονται καυγάδες,

Μαζεύοντ' εκεί πέρα τακτικά,

Τους λεν αντεροβγάλτες, μαχαιράδες,

Για παρανόμια πειο χαϊδευτικά.

Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι 'παινεμένοι,

Που τον ζηλιάρη κάνουν κερατά·

Ψοφίμι, συ, γυναίκα λατρευμένη,

Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι παινεμένοι,

Που τρέμουνε οι γέροι πανδρεμένοι.

Η σάλπιγγες κτυπάτε: τραμ, τα, τα!

Αυτοί 'νε οι Γασκόνοι οι 'παινεμένοι,

Που τον ζηλιάρη κάνουν κερατά.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, νωχελώς καθήμενος εντός μιας έδρας, την οποίαν ταχέως

έφερεν ο Ραγκενώ.

Την σήμερον ο ποιητής μια πολυτέλεια είνε

Που παίρνουν όλοι, — Θέλετε να γίνετε 'δικός μου;

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι, ποτέ μου, κύριε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Ο οίστρος σας χθες βράδυ

Τον θείον μου τον Ρισελιέ τον έτερψεν απείρως·

Δύναμαι χρήσιμος πολύ κοντά του να σας γίνω.

ΛΕΜΠΡΕΤ, έκθαμβος.

Θεέ μου!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Έν πεντάπρακτον έχετε γράψει δράμα,

Θαρρώ;

ΛΕΜΠΡΕΤ, εις το ους του Συρανό.

Την Α γ ρ ι π π ί ν α ν σου θα παίξουν, φίλτατέ μου.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Πηγαίνετέ την εις αυτόν.

ΣΥΡΑΝΟ, δελεασθείς και κάπως χαίρων.

Αλήθεια! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Είνε γνώστης

Εκ των ολίγων. Μερικούς θα διορθώση στίχους

Μονάχα. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Είνε, κύριε, αδύνατον· παγώνει

Το αίμα μου, όταν σκεφθώ, πως ειμπορούν ακόμα

Να μεταβάλλουν εις αυτό το έργον μου έν κόμμα.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μα αν τουναντίον, φίλε μου, του αρέσει ένας στίχος,

Τόνε πληρώνει ακριβά πολύ.

ΣΥΡΑΝΟ

Δεν τον πληρώνει

Τόσο ακριβά όσον εγώ, όταν τον στίχον κάμω

Και μου αρέσει, μόνος μου εγώ τον αγοράζω

Και μόνος μου τον τραγουδώ 'στον εαυτόν μου.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Είσθε

'Περήφανος.

ΣΥΡΑΝΟ

Το έχετε παρατηρήσει όντως;

ΕΙΣ ΕΙΠΛΕΚΤΟΣ, εισέρχεται, έχων διαπεράσει εις το ξίφος του

πίλους με λοφία σητόβρωτα, διατρήτους, ξεσχισμένους.

Δες, Συρανό! απ' το πρωί 'στήν προκυμαία 'πάνω

Παράδοξο που 'κάναμε από φτερά κυνήγι!

Να τα καπέλλα των ληστών! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ

'Σάν λάφυρα πολέμου,

ΟΛΟΙ, γελούν.

Χα! χα! χα!

ΚΥΖΗ

Όποιος έβαλεν αυτούς τους δολοφόνους,

Θε να λυσσάξη σήμερα.

ΜΠΡΙΣΑΓΙ

Είνε γνωστόν ποιος είνε;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Εγώ!

(Οι γέλωτες παύουν).

Τους επεφόρτισα, να τιμωρήσουν — πράγμα,

Όπου δεν κάμει μόνος του κανείς — έναν αχρείον

Και στιχοπλόκον μέθυσον.

(Σιωπή στενοχωρίας).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, χαμηλοφώνως προς τον

Συρανό δεικνύων εις αυτόν τους πίλους.

Τι πρέπει να γενούνε;

Είνε παχειά. . . Ένα σ α λ μ ί;

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνει το ξίφος, όπου είνε περασμένοι οι πίλοι, και

μένα χαιρετισμόν, κυλίων αυτούς εις τους πόδας του δε Γκύση.

'Στούς φίλους σας 'μπορείτε

Να επιστρέψετε αυτά, εάν επιθυμείτε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, εγείρεται και διά φωνής βραχείας.

Να έλθη το φορείον μου οι άνθρωποι μου: φεύγω.

(Προς τον Συρανό βιαίως).

Σεις, κύριε! . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εις την οδόν κραυγάζουσα.

Του κόμητος δε Γκύση το φορείον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

. . . Τον δον Κ ι χ ώ τ ην έχετε διαβάσει;

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι, τον έχω,

Και 'βγαίνω το καπέλλο μου εις του παλάβρα τούτου

Τόνομα.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Μελετήσετε λοιπόν. . .

ΕΙΣ ΒΑΣΤΑΖΟΣ

Να το φορείον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Των μύλων το κεφάλαιον!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων.

Είνε το δεκατρία.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Γιατί συμβαίνει κάποτε, οπόταν τους προσβάλλουν . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Μήπως προσβάλλω το λοιπόν ανθρώπους, που γυρίζουν

Με κάθε είδους άνεμον;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

Σαρπάζει το φτερό τους,

Και σε τινάζει παρευθύς 'στό βούρκο.

ΣΥΡΑΝΟ

Ή 'σταστέρια!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται. Τον βλέπουν να αναβαίνη εις το φορείον.

Οι κύριοι απομακρύνονται ψιθυρίζοντες. Ο Λεμπρέτ τους συνοδεύει.

Το πλήθος εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, οίτινες εκάθησαν προ μιας τραπέζης

δεξιά και αριστερά και τους οποίους υπηρετούν διά να φάγουν και

να πίουν.

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων με ύφος σκωπτικόν εκείνους οίτινες

εξέρχονται χωρίς να χαιρετίσουν.

Κύριοι. . . Κύριοι. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, τεθλιμμένος, κατερχόμενος

πάλιν με τους βραχίονας προς τον ουρανόν.

Αχ! μια χαρά τα καταφέρνεις!

ΣΥΡΑΝΟ

Ω! πάλι γκρίνιες θάχουμε!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Συμφώνησ' επί τέλους,

Πως να δολοφονή κανείς την τύχη που διαβαίνει,

Είν' υπερβολικόν.

ΣΥΡΑΝΟ

Αι, ναι, βεβαίως υπερβάλλω!

ΛΕΜΠΡΕΤ, θριαμβεύων.

Α!

ΣΥΡΑΝΟ

Μα για το παράδειγμα και την αρχήν επίσης,

Ευρίσκω πως είνε καλόν κανείς να υπερβάλλη.

ΛΕΜΠΡΕΤ

Εάν την ξιφομάχον σου ψυχήν άφινες 'λίγο,

Η τύχη, η δόξα . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Τι λοιπόν επιθυμείς να κάμω; . .

Ένα προστάτην, ισχυρόν και πάτρωνα να εύρω,

Και 'σάν τον σκοτεινό κισσόν, εις τον κορμό του δένδρου

Τριγύρω να τυλίγωμαι και στήριγμά μου νάνε,

Κεν' ω φιλώ την φλοίδα του, με δόλον να σκαλώνω,

Αντί με σθένος νανεβώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Όπως οι άλλοι κάμουνε, κεγώ ναφιερώνω

Στίχους εις τους χρηματιστάς; Να γίνωμαι παληάτσος

Με την ελπίδα την αισχράν, να βλέπω να γεννιέται

Σ' το χείλος ενός υπουργού κανένα χαμογέλοιο,

Που να μην είν' απαίσιον; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Να υφίσταμ' εξευτελισμούς παντοίους καθ' εκάστην

Κι' από το δρόμο την κοιλιά να έχω αφανισμένη,

Και δέρμα, που ακάθαρτον πάντα 'στό γόνυ νάνε;

Η ράχη μου να εκτελή παιγνίδια ευκαμψίας;

Ευχαριστώ ποτέ, ποτέ! Να συμβιβάζω πάντα

Δυο πράγματ' ασυμβίβαστα και λιβανόν να καίω

Πάντα 'στά γένεια κανενός; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Να σπρώχνουμαι από κλίμακα εις κλίμακα, να γίνω

Μικρομεγάλος άνθρωπος μέσα εις ένα κύκλον,

Και με τραγούδια ερωτικά, αντί κουπιά, να πλέω,

Και νάχω στόνους γυναικών γραιών εις τα πανιά μου;

Εις του καλού εκδότου μας Σερσύ να εκτυπώσω.

Τους στίχους μου με πληρωμήν; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Απ' τα συμβούλια των βλακών, που 'στής ταβέρνες κάνουν . .

Πάππας κεγώ να ψηφισθώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Μένα σονέτον όνομα να εργασθώ να κάμω,

Αντί να γράψω πειο πολλά; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Να μην ευρίσκω τάλαντον παρά 'στούς ξυλοσχίστας;

Να σε τρομάζουν άσημοι εφημερίδες πάντα

Και πάντοτε να λες: αρκεί 'στό φύλλον του να γράψη

Για με ο «Γαλλικός ο Ερμής»; Ευχαριστώ, ποτέ μου!

Να λογαριάζω, κάτωχρος να γίνωμαι, να τρέμω,

Να προτιμώ επίσκεψιν ή ποίημα να κάμω,

Παρουσιάσεις να ζητώ, αιτήσεις να συντάσσω;

Ευχαριστώ, ποτέ, ποτέ, ποτέ! Αλλά . . . να ψάλλω,

Ρεμβός να είμαι, να γελώ, μονάχος να διαβαίνω,

Ελεύθερος με οφθαλμούς, που σε καλοκυττάζουν,

Με παλλομένην την φωνήν, και όταν μου αρέση

Να βαίνω το καπέλλο μου στραβά, μονομαχίαν

Για ένα όχι, για 'να ναι να κάμω — ή δυο στίχους!

Να σκέπτωμαι, αμέριμνος για πλούτον ή για δόξα,

Να κάμω το ταξείδι μου, που θέλω, 'στό φεγγάρι!

Να μη συγγράφης τίποτε πάπ' την ψυχή δεν βγαίνει,

Και μετριόφρων άλλως τε να λες: ευχαριστήσου,

Παιδί μου, με τα λούλουδα, με τους καρπούς, τα φύλλα,

Φθάνει που μέσ' τον κήπον σου τα κόβεις, τον δικόν σου!

Έπειτα λίγο θρίαμβον 'σάν εύρης, κατά τύχην,

'Στόν Καίσαρα να μη χρωστάς τίποτε ναποδώσης,

Και την αξίαν να χρωστάς 'στον εαυτόν σου μόνον.

Τέλος παράσιτος κισσός αμαξιών να γίνης,

Κεάν ακόμα μία δρυς δεν είσαι ή φιλύρα,

Ίσως να μην υψώνεσαι πολύ ψηλά, πλην μόνος!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Μόνος, το παραδέχομαι, αλλ' όχι και καθ' όλων!

Πώς, διάβολε, την τρομεράν απέκτησες μανίαν

Να κάμης πάντοτε, παντού εχθρούς;

ΣΥΡΑΝΟ

Όταν σας βλέπω

Φίλους να κάμετε παντού, και να γελάτε πάντα

Σαυτούς τους φίλους, πέχετε χιλιάδες, μένα στόμα,

Που δανεικό απ' τον πισινό το παίρνετε της κότας!

Μαρέσουνε οι σπάνιοι χαιρετισμοί 'μπροστά μου,

Και ξεφωνίζω με χαράν: ένας εχθρός ακόμα!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Τι τρέλλα!

ΣΥΡΑΝΟ

Αι! λοιπόν, αυτό είναι το ελάττωμά μου:

Να με μισούνε αγαπώ. Μαρέσει ναπαρέσκω.

Αν ήξευρες πώς περπατώ καλλίτερ' από κάτω

Από των ματιών της πιστολιές, και πως διασκεδάζω

Με τας κηλίδας, που η χολή των φθονερών μου κάνει

Και των δειλών ο σίελος 'στό εσωκάρδι 'πάνω!

Η απαλή φιλία σας, που σας περιστοιχίζει,

Με τα πλατειά και μαλακά κολλάρα ομοιάζει

Της Ιταλίας, που ο λαιμός θηλυπρεπώς γυρίζει·

Άνεσιν έχεις πειο πολλή . . . κι' όχι ορθήν την όψι,

Διότι δίχως στήριγμα το μέτωπον και βάθρον,

Γυρίζ' απ' όλες της μεριές. Όμως εμέ, το Μίσος

Με σφίγγει καθημερινώς, και μου κατασκευάζει

Το περιλαίμιο σκληρό, που κάμει να σηκώνω

Την κεφαλή μου υψηλά. Ένας εχθρός μου νέος,

Είνε για μένα μια πτυχή, που μου προσθέτει μίαν

Στενοχωρίαν, μα και μιαν ακτίνα περιπλέον,

Γιατί καθ' όλα όμοιον μ' ισπανικό κολλάρο

Το μίσος είνε σιδηρούς κλοιός, αλλά συγχρόνως

Είνε και φωτοστέφανος.

ΛΕΜΠΡΕΤ, κατόπιν σιγής, περών τον

βραχίονα του υπό τον ιδικόν του.

Μεγαλοφώνως κάμε

Τον υπερήφανον και τον πικρόν, αλλ' όμως, πες μου

Χαμηλοφώνως, πως αυτή δεν σαγαπά!

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.

Σιώπα!

(Από τινος, ο Χριστιανός εισήλθεν, ανεμίχθη μετά των επιλέκτων·

ούτοι δεν τω αποτείνουν τον λόγον, τέλος εκάθησε μόνος προ μικράς

τραπέζης, ότου η Λίζα τον υπηρετεί).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕ ΝΕΒΙΓΕΤ.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, καθήμενος προ μικράς τραπέζης, εις το βάθος,

με το ποτήριον ανά χείρας.

Την ιστορίαν, Συρανό, να μας ειπής!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος.

Αμέσως!

(Αναβαίνει λαμβάνων τον βραχίονα του Λεμπρέτ. Ομιλούν σιγά).

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εγειρόμενος και καταβαίνων.

Της μάχης την διήγησιν! Το πειο καλό θα είνε

Μάθημα . . .

(Σταματά προ της τραπέζης, όπου κάθηται ο Χριστιανός).

Διά τον δειλόν πρωτόπειρον ετούτον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εγείρων την κεφαλήν.

Πρωτόπειρον!

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Ναι, βόρειε αρρωστιάρη!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αρρωστιάρης

Εγώ;

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠIΛΕΚΤΟΣ, σκωπτικώς.

Κύριε Νεβιγέτ, μάθε τώρα κάτι.

Είν' ένα πράγμα που ποτέ δεν ομιλούν κοντά μας,

Όπως δεν λέγουν για σχοινί σε σπήτι κρεμασμένου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ποιο; . .

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, διά φωνής τρομεράς.

Δέτε με!

(Θέτει τρις τον δάκτυλόν του μυστηριωδώς επί της μύτης του).

Εννοήσατε;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Α! είνε η . . .

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Σιώπα! . .

Η λέξις δεν προφέρεται ποτέ αυτή!

(Δεικνύει τον Συρανό, όστις ομιλεί εις το βάθος με τον Λεμπρέτ).

Αλλέως

Θα έχετε να κάμετε μεκείνον εκεί κάτω!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, όστις, εν ώ είχεν εστραμμένα τα νώτα προς τους

πρώτους, ήλθεν άνευ θορύβου να καθήση εις την τράπεζαν όπισθέν

του.

Δυο, πούχαν έρρινον φωνήν εφόνευσεν, διότι

Δεν τάρεσεν να ομιλούν εκείνος με την μύτη!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, διά φωνής υπογείου αναπηδών κάτωθεν της τραπέζης,

όπου διωλίσθησε βαδίζων διά των χειρών και των ποδών.

Δεν ειμπορείς παραμικρόν υπαινιγμόν να κάμης

Για τον μοιραίον χόνδρον του, χωρίς να κινδυνεύσης

Να πας 'στόν Άδην πρόωρα.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, θέτων την χείρα του επί του ώμου του.

Μια λέξι αρκεί και μόνη!

Τ' είπα μια λέξι; Μοναχά μία χειρονομία!

Και όταν το μανδύλι σου τραβήξης, θα τραβήξης

Το σάβανόν σου!

(Σιωπή. Όλοι πέριξ του, με τους βραχίονας σταυρωμένους, τον

παρατηρούν. Εγείρεται και πηγαίνει προς τον Καρμπόν δε Καστέλ

Ζαλού, όστις ομιλών μετά τινος αξιωματικού, φαίνεται ότι δεν

βλέπει).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Λοχαγέ!

ΚΑΡΜΠΟΝ, στρεφόμενος και υποβλέπων αυτόν.

Κύριε;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Όταν 'βρίσκη

Κανένας καυχησάριδες μεσημβρινούς τι κάμει;

ΚΑΡΜΠΟΝ

Τους δείχνει πως μπορεί κανείς και βόρειος να ήνε

Και παλληκάρι.

(Τω στρέφει τα νώτα).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ευχαριστώ;

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον Συρανό.

Τώρα την ιστορίαν σου!

ΟΛΟΙ

Την ιστορίαν, πες μας!

ΣΥΡΑΝΟ, κατερχόμενος προς αυτούς.

Την ιστορίαν μου;

(Όλοι προσεγγίζουν τα σκαμνία των, συσσωρεύονται πέριξ του,

τείνοντες τον λαιμόν. Ο Χριστιανός εκάθησεν ιππαστί επί ενός

καθίσματος).

Αι! λοιπόν, για να τους συναντήσω

Μονάχος μου εβάδιζα. Έλαμπε το φεγγάρι

Επάνω εις τον ουρανόν 'σάν ωρολόγι. Αίφνης

Δεν ξεύρω, ποιος επιμελής ωρολογάς σκεπάζει

Με συννεφώδη βάμβακα την αργυράν πυξίδα

Του στρογγυλού ωρολογιού, και γίνεται μια νύκτα

Σκοτεινιασμένη· κεπειδή η προκυμαίες ήσαν

Αφώτιστες, — 'στό διάβολο! — δεν έβλεπες πειο πέρα. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Από την μύτη σου.

(Σιγή. Όλοι εγείρονται βραδέως. Παρατηρούν τον Συρανό μετά

τρόμου, Ούτος διεκόπη έκθαμβος. Αγωνία).

ΣΥΡΑΝΟ

Αυτός ο άνθρωπος ποιος είνε;

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, με ημίσειαν φωνήν.

Ένας που ήλθε σήμερα.

ΣΥΡΑΝΟ, κάμων έν βήμα προς τον Χριστιανόν.

Σήμερα;

ΚΑΡΜΠΟΝ

Τόνομά του

Βαρώνος δε Νεβίγ . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς σταματών.

Καλά!

(Ωχριά, ερυθριά, κάμει ακόμη έν κίνημα δια να ριφθή κατά του

Χριστιανού).

Εγώ. . .

(Έπειτα συγκρατείται, και διά φωνής υποκώφου).

Πολύ ωραία. . .

(Επαναλαμβάνει).

Είπα λοιπόν. . .

(Με έκρηξιν λύσσης εις την φωνήν).

Χίλιους σταυρούς. . .

(Επαναλαμβάνει με τόνον φυσικόν).

Δεν έβλεπα καθόλου.

(Κατάπληξις. Επανακάθηνται, βλέποντας ο είς τον άλλον).

Κεβάδιζα σκεπτόμενος, πως επί τέλους χάριν

Ενός ζητιάνου ταπεινού επρόκειτο να κάμω

Εχθρόν κανένα πρίγκηπα ή κάποιον μεγιστάνα,

Που βέβαια θα μούμπαινε εις το . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ρουθούνι. . .

(Όλοι εγείρονται. Ο Χριστιανός αιωρείται επί του καθίσματός του).

ΣΥΡΑΝΟ, διά φωνής πνιγομένης.

Μάτι,

Και ότι, ασυλλόγιστος, επήγαινα να χώσω. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τη μύτη. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Την ουρά σε ξένες υποθέσεις

Γιατί μπορούσε κάλλιστα εκείνος ο μεγάλος

Να μου της έδινε γερά. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Στη μύτη σου. . .

ΣΥΡΑΝΟ, απομάσσων τον ιδρώτα του μετώπου του.

'Σταυτιά μου,

Αλλ' είπα μέσα μου: Εμπρός, Γασκόνε, το καθήκον!

Βάδιζε, Συρανό! Κι' αυτό 'σάν είπα, πήρα θάρρος.

Όταν, ευθύς αισθάνομαι εις τα σκοτάδι μέσα

Να μου τραβούνε μια.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μυτιά.

ΣΥΡΑΝΟ

Εγώ την αποκρούω,

Αλλ' έξαφνα ευρίσκομαι . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μύτη με μύτη . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ορμών εναντίον του.

Χίλιοι

Διαβόλοι!

(Όλοι οι Γασκόνοι ορμούν δια να ίδουν. Φθάσας πλησίον του

Χριστιανού, συγκρατείται κεξακολουθεί).

Αντίκρυ μ' εκατό μεθύσους φωνακλάδες

Πεβρώμαγαν...

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Κατάμυτα...

ΣΥΡΑΝΟ, πελιδνός και μειδιών.

Κρεμύδι και τρυγίαν.

Ορμώ με μέτωπον σκυφτό...

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Και με τη μύτη 'πάνου!

ΣΥΡΑΝΟ

Και τους προσβάλλω! Δυο απ' αυτούς 'ξεκοίλιασα! Έν' άλλον

Τον Παλουκώνω ζωντανόν! Κάποιος με σημαδεύει:

Παφ! κι' απαντώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Πιφ!

ΣΥΡΑΝΟ, εν εκρήξει.

Κεραυνός! Εβγάτε όλοι!

(Όλοι οι επίλεκτοι ορμούν προς τας θύρας).

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Η τίγρις

Εξύπνησε!

ΣΥΡΑΝΟ

Όλοι! Αφήστε με μαυτόν εδώ μονάχον!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Πω! Πω θα τoν ξαναύρουμε κ υ μ ά.

ΡΑΓΚΕΝΩ

Κ υ μ ά ;

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Εις ένα

Απ' τα παστίτσα σου!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Χλωμός αισθάνομαι πως είμαι

Και μαλακώνω 'σάν πανί!

ΚΑΡΜΠΟΝ

Πάμ' έξω!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Δεν θαφήση

Ούτε μια τρίχα!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ

Μοναχά το σκέπτομαι και τρέμω.

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, κλείων την θύραν δεξιόθεν.

Θα γίνη κάτι τι φρικτόν!

(Εξήλθον όλοι, — είτε δια του βάθους, είτε δια των πλευρών. —

άλλοι εξηφανίσθησαν δια της κλίμακος. Ο Συρανό και ο Χριστιανός

μένουν αντιμέτωποι και παρατηρούνται μίαν στιγμήν).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ

Αγκάλιασέ με!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Κύριε. ..

ΣΥΡΑΝΟ

Γενναίος.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αλλά τ' είν' αυτά! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Είσαι πολύ γενναίος,

Το προτιμώ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μα πέτε μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Αγκάλιασέ με! Είμαι

Ο αδελφός της.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ποιας;

ΣΥΡΑΝΟ

Αλλά αυτής!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ποιας;

ΣΥΡΑΝΟ

Της Ροξάνης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, τρέχων προς αυτόν.

Θεέ μου! αδελφός της, σεις;

ΣΥΡΑΝΟ

Ή όλως διόλου ίδιο,

Αδελφικός εξάδελφος.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Σας είπε λοιπόν; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Όλα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Και μαγαπάει;

ΣΥΡΑΝΟ

Πιθανόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, λαμβάνων την χείρα του . .

Τι ευτυχής που είμαι,

Να σας γνωρίσω κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ

Ιδού, ό,τι καλείται

έν αίσθημα αιφνίδιον . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Συγγνώμην, αν . . .

ΣΥΡΑΝΟ, παρατηρών αυτόν και θέτων

την χείρα του επί του ώμου του.

Ωραίος

Είν' ο αχρείος αληθώς!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ω! πόσον σας θαυμάζω,

Αν, κύριε εγνωρίζατε!

ΣΥΡΑΝΟ

Όμως αυτές η μύτες

Όπου μού . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τας ανακαλώ!

ΣΥΡΑΝΟ

Απόψε η Ροξάνη

Προσμένει ένα γράμμα . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Φευ!

ΣΥΡΑΝΟ

Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αν το στόμα ανοίξω

Χάνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ

Πώς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αλλοίμονον! Είμ' ένας τέτοιος βλάκας

Π' από ντροπή θα σκοτωθώ!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι, δεν είσαι διόλου

Αφού ταντιλαμβάνεσαι. Άλλως τε πριν ως βλάκας

Δεν με προσέβαλες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Α μπα! κανείς ευκόλως 'βρίσκει

Λέξεις κατά την έφοδον! Εύκολον έχω κάπως

Πνεύμα και στρατιωτικόν. Αλλ' όμως δεν ειξεύρω

Ενώπιον των γυναικών ή να σιγώ και μόνον,

Ω! 'σάν περνώ, τα μάτια των μου δείχνουν καλωσύνην . .

ΣΥΡΑΝΟ

Μα πειο πολλή, 'σάν σταματάς, δεν έχουν η καρδιές των;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Όχι, γιατ' είμαι απ' αυτούς. — το ξεύρω . . . και τρομάζω! —

Που δεν γνωρίζουν να 'μιλούν γιαγάπη.

ΣΥΡΑΝΟ

Μπα! νομίζω,

Αν 'φρόντιζαν καλλίτερα να με σκαρώσουν, θα ήμουν

Από αυτούς που 'ξεύρουνε γιαγάπη να μιλούνε.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Ω, να 'μπορής τα πράγματα με χάρι να εκφράζης!

ΣΥΡΑΝΟ

Σωματοφύλαξ εύμορφος να ήσαι που διαβαίνει!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αλλ' η Ροξάνη, φίλε μου είνε κομψευομένη,

Καπογοήτευσιν σ' αυτήν βεβαίως θα εμπνεύσω!

ΣΥΡΑΝΟ, παρατηρών τον Χριστιανόν.

Αν είχα έναν όμοιον ως συ διερμηνέα

Για της ψυχής μου τον καϋμό!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετ' απελπισίας.

Χρειάζομ' ευγλωττίαν!

ΣΥΡΑΝΟ, αποτόμως.

Εγώ σου δίδω δανεικήν! Συ δάνεισέ μου χάριν

Αμάχητον και φυσικήν: κ' ας κάμωμεν οι δυο μας

Ενός μυθιστορήματος τον ήρωα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Πώς τούτο;

ΣΥΡΑΝΟ

Αισθάνεσαι, πως ειμπορείς να επαναλαμβάνης,

Και, ό,τι καθημερινώς σου λέγω, να μανθάνης;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μου κάμης πρότασιν λοιπόν; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Καμμίαν η Ροξάνη

Δεν θάχη απογοήτευσιν! Ειπέ μου λοιπόν, θέλεις

Να τήνε ξεμυαλίσουμε κοι δυο μαζύ μας; Θέλεις

Λοιπόν να νοιώσης την ψυχήν, πεγώ θα σου φυσήσω,

Απ' το δερμάτινο μου αυτό 'σωκάρδι να περάση

Στο κεντητό σωκάρδι σου;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μα, Συρανό! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Το θέλεις,

Χριστιανέ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Μου προξενείς φόβον!

ΣΥΡΑΝΟ

Αφού φοβείσαι,

Μήπως εσύ μονάχος σου ψυχράνης την καρδιά της,

Επιθυμείς να εργασθούν, — κευθύς θα την φλογίσης! —

Μαζύ τα δύο χείλη σου με τας δικάς μου φράσεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αστράφτουνε τα μάτια σου!

ΣΥΡΑΝΟ

Θέλεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Αυτό σου κάνει

Τόση ευχαρίστησι; . .

Συρανό δε Μπερζεράκ · 第 3 / 8 段