ΣΥΡΑΝΟ

Αχ! ό,τι και αν είνε,

Ξέρει πως είμαι 'στή ζωή!

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αι! τώρα θα 'συχάσης;

ΣΥΡΑΝΟ, εκτός εαυτού.

Αλλά φρενήρης θα γινώ τώρα, κεραυνοβόλος!,

Χρειάζομαι ολόκληρον στρατόν να καταστρέψω!

Δέκα καρδιές, και είκοσι βραχίονας κατέχω.

Δεν θέλω πλέον να τρυπώ νάννους . . .

(Κραυγάζων στεντορίως).

Γίγαντας θέλω!

(Από τινων στιγμών επί της σκηνής, εις το βάθος, σκιαί ηθοποιών,

κινούνται, ψιθυρίζουν. Αρχίζουν τας δοκιμάς. Τα βιολία

έλαβον εκ νέου τας θέσεις των).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εκ της σκηνής.

Αι! Ψιτ! 'κει κάτω! Σιωπή! Γυμνάζοντ' εδώ πέρα!

ΣΥΡΑΝΟ, Γελών.

Αναχωρούμεν!

(Ανέρχεται· διά της μεγάλης θύρας του βάθους εισέρχονται ο Κυζή,

ο Μπροσάγι, πολλοί αξιωματικοί, οίτινες υποστηρίζουν τον Λινιέρ

διατελούντα εν πλήρει μέθη).

ΚΥΖΗ

Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ

Τι τρέχει;

ΚΥΖΗ

Μια μεγάλη

Τσίχλα σου φέρουνε.

ΣΥΡΑΝΟ

Λινιέρ!. . Τι έχεις!

ΚΥΖΗ

Σε ζητάει.

ΜΠΡΙΣΑΓΙ

Να επιστρέψη σπήτι του δεν ειμπορεί!

ΣΥΡΑΝΟ

Ο λόγος;

ΛΙΝΙΕΡ, διά φωνής σιελώδους δεικνύων εις αυτόν γραμμάτιον ρακώδες.

Το γράμμ' αυτό μειδοποιεί . . . πως εκατό ανθρώπους . . .

Έβαλαν εναντίον μου . . . για το τραγούδι . . . μέγας

Είνε ο κίνδυνος . . . 'στού Νελ την πύλην . . . Κατ' ανάγκην

Θε να περάσω από 'κεί . . 'στό σπήτι μου . . . Τη χάρι

Κάνε μου. . νάλθω σπήτι σου . . . να κοιμηθώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Πώς είπες,

Είν' εκατό; 'Στο σπήτι σου θα κοιμηθής.

ΛΙΝΙΕΡ, έντρομος.

Αλλ' όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ, διά φωνής τρομεράς δεικνύων εις αυτόν τον

ανημμένον φανόν, τον όποιον ο θυρωρός ταλαντεύει ακούων

περιέργως την σκηνήν ταύτην.

Κράτησε το φανάρι αυτό!

ΛΙΝΙΕΡ, λαμβάνων μετά σπουδής τον φανόν.

Και βάδιζε! Ασπίς σου

Σορκίζομαι πως θα γενώ και σκέπασμά σου απόψε!. .

(Προς τους αξιωματικούς).

Σεις έλθετε από μακρυά και μάρτυρες θα είσθε.

ΚΥΖΗ

Αλλά μ' ανθρώπους εκατόν!. .

ΣΥΡΑΝΟ

Δεν έχω ανάγκη απόψε

Νάνε πειο λίγοι . . .

(Οι ηθοποιοί κατήλθον την σκηνήν και πλησιάζουν με τας

ποικίλας ενδυμασίας των).

ΛΕΜΠΡΕΤ

Μα γιατί λοιπόν να προστατεύσης. . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Αρχίζει γκρίνιες ο Λεμπρέτ!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ

Αυτόνε τον χυδαίον

Τον μέθυσον; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Γιατί αυτός ο μέθυσος, ετούτος

Ο πίθος του μοσχάτου, αυτός του ροσολιού ο κάδος,

Μια μέραν εκατόρθωσε πολύ ωραίο πράγμα:

Είδε την φίλην του να 'βγή από την εκκλησίαν,

Και κατά την θρησκείαν μας αγίασμα να παίρνη,

Κι' αυτός που τρέμει το νερό, 'στό αγιαστήρι γέρνει,

Κι' όλη την κόγχη μονομιάς ερρούφηξε!. .

ΜΙΑ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, μενδυμασίαν ακολούθου.

Μπα! τούτο

Είν' ώμορφο!

ΣΥΡΑΝΟ

Ακόλουθε, δεν είν' αλήθεια;

Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ, προς τους άλλους.

Όμως

Για ένα ποιητή πτωχό γιατί να βάλουν τόσους;

ΣΥΡΑΝΟ

Εμπρός!

(Προς τους αξιωματικούς).

Εσείς δε, κύριοι, ορμώντα 'σάν με 'δήτε,

Κιάν διατρέχω κίνδυνον, να μη με βοηθήστε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, πηδώσα εκ της σκηνής.

Ω! αλλά θέλω να ιδώ κεγώ!

ΣΥΡΑΝΟ

Λοιπόν ελάτε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ, πηδώσα επίσης, προς γέροντα κωμωδόν.

Έρχεσαι, Κάσσανδρε, κ' εσύ; . .

ΣΥΡΑΝΟ

Ελάτε όλοι, ο δόκτωρ,

Η Ισαβέλλα, ο Λέανδρος, όλοι! Γιατί θα 'δήτε,

Εύχαρι σμήνος και τρελλό, να πάη να σμίγη αντάμα

Την φάρσα την ιταλική, το ισπανικό το δράμα,

Κεις τρελλό το θόρυβο, πούχει ο ροχαλισμός της,

Κουδούνια να της βάλετε 'σάν τύμπανο των Βάσκων!

ΟΛΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, πηδώσαι εκ χαράς.

Ένα μανδύα γρήγωρα! — Μπράβο! — Μία κουκούλα!

ΖΟΝΤΕΛΕ

Πηγαίνωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ, προς τα βιολιά.

Σεις τα βιολιά, παίξετ' ένα κομμάτι!

(Τα βιολιά συνενούνται μετά της σχηματιζομένης συνοδείας.

Αρπάζουν τας ανημμένας λαμπάδας της σκηνής και τας διανέμονται

μεταξύ των, εις τρόπον ώστε γίνεται μία λαμπαδηφορία).

Μπράβο! αξιωματικοί, γυναίκες με θεάτρου

Φορέματα, και είκοσι βήματα 'μπρός . . .

(Τοποθετείται ως λέγει).

Μονάχος,

Εγώ με το πτερόν αυτό, που η Δόξα μοναχή της

Έβαλε 'στό καπέλλο αυτό, και όπως ο Σκιπίων

Αγέρωχος και τρεις φορές Νασίκας!. . — Μεννοείτε;

Απαγορεύω σ' όλους σας βοήθεια να μου δόστε! —

Έτοιμοι; Μία, δύο, τρεις! Ανοίξετε τη θύρα!

(Ο θυρωρός ανοίγει και τα δύο φύλλα της θύρας· φαίνεται μία γωνία

των παλαιών Παρισίων, γραφικών και σεληνοφωτίστων).

Α! το Παρίσι μας πετά 'στά σύννεφα της νύχτας·

Γλιστρά το φως του φεγγαριού 'στής γαλαζένιες στέγες·

Θαρρείς, προετοιμάζεται μία κορνίζα ουράνια

Για την αποψινή σκηνή· 'κεί κάτω, ο Σηκουάνας,

Κάτω 'σ ατμούς που μοιάζουνε ταινίες, τρεμολάμπει,

Ωσάν καθρέπτης μαγικός μυστήρια γεμάτος.

Και θε να 'δήτε τη στιγμή εκείνο που θα 'δήτε!

ΟΛΟΙ

Στου Νελ την Πύλη!

ΣΥΡΑΝΟ, όρθιος επί του κατωφλίου.

Εις του Νελ την πύλη!

(Στρεφόμενος πριν εξέλθη προς την ακόλουθον).

Δεσποσύνη,

Δεν ερωτήσατε, γιατί τους εκατόν ανθρώπους

Κατά του ποιητού αυτού εβάλανε μονάχου;

(Σύρει το ξίφος και, ησύχως).

Είνε γιατί γνωρίζουνε πως φίλον μου τον έχω!

(Εξέρχεται. Η συνοδεία — ο Λινιέρ παραπαίων επί κεφαλής, — έπειτα

αι ηθοποιοί εις τους βραχίονας των αξιωματικών, — έπειτα οι

ηθοποιοί διασκελίζοντες — εκκινεί υπό τον ήχον των βιολιών, και

υπό το φώς των λαμπάδων).

ΑΥΛΑΙΑ

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Το εργαστήριον του Ραγκενώ, μαγείρου ζαχαροπλάστου, εκτεταμένον

μαγαζείον εις την γωνίαν της οδού Σαιντ-Ονορέ, και της οδού του

Ξηρού Δένδρου, τας οποίας παρατηρεί τις ευρέως εις το βάθος, διά

του υελοφράκτου της θύρας, φαιάς εις τας πρώτας λάμψεις της

αυγής.

Αριστερόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, τράπεζα μετ' επιστεγάσματος

από του οποίου κρέμονται χήνες, νήσσαι, λευκοί ταώνες. Εντός

μεγάλων φαγεντιανών αγγείων υψηλαί ανθοδέσμαι εκ φυσικών ανθέων,

κυρίως κιτρίνων ηλιοτροπίων. Εκ του αυτού μέρους, εις το δεύτερον

επίπεδον, υπερμεγέθης θερμάστρα προ της οποίας, μεταξύ τεραστίων

πυροστατών, έκαστος των οποίων υποβαστάζει μικρόν λέβητα, τα ψητά

στάζουσιν εντός λιποδόχων.

Δεξιόθεν, πρώτον επίπεδον μετά θύρας. Δεύτερον επίπεδον, κλίμαξ

ανερχομένη εις μικράν αίθουσαν, της οποίας παρατηρεί τις το

εσωτερικόν διά των ανοικτών παραθυροφύλλων· εντός αυτής τράπεζα,

μικρός φλαμανδικός πολυέλαιος λάμπει. Είνε ιδιαίτερον δωμάτιον,

όπου τρώγουν και πίνουν, Ξύλινον επιστύλιον, συνεχίζον την

κλίμακα, φαίνεται φέρον προς άλλας μικράς αιθούσας αναλόγους.

Εν τω μέσω του μαγειρείου, σιδηρούς κύκλος, τον οποίον δύναται να

καταβιβάζη τις διά σχοινίου, και από του οποίου κρέμονται χονδρά

τεμάχια, ομοιάζει προς πολυέλαιον εκ θηραμάτων.

Οι κάμινοι εν τη σκιά, υπό την κλίμακα, κοκκινίζουν. Τα χαλκώματα

σπινθηροβολούν. Οβελοί στρέφονται. Διάφορα τεμάχια υψούνται εις

πυραμίδας. Χοιρομήρια κρέμονται. Είνε το πρωινόν πυρ. Συνωστισμοί

υπηρετών του μαγειρίου, ευσάρκων μαγείρων, και μικροσκοπικών

αδεξίων μαγειρίσκων. Πλήθος σκούφων με πτερά όρνιθος ή με

πτέρυγας αλεκτορίδος. Φέρουν επί σιδηρών πλακών και λυγίνων

καλαθίσκων συστοιχίας φραντζολών, σωρούς μικρών διπυριτών.

Τράπεζαι κεκαλυμμένοι υπό πλακούντων και πινάκων. Άλλαι

περιεστοιχισμέναι υπό καθισμάτων, περιμένουν τους τρώγοντας και

πίνοντας. Μία μικροτέρα, εις μίαν γωνίαν, εξαφανίζεται υπό τα

χαρτία. Ο Ραγκενώ κάθηται προ αυτής κατά την ύψωσιν της αυλαίας,

γράφων.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΑΙ έπειτα ΛΙΖΑ. Ο Ραγκενώ προ της μικράς

τραπέζης έχων ύφος άνθρωπου εμπνευσμένου, γράφει μετρών επί των

δαχτύλων του.

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων τεμάχιον έτοιμον.

Αμυγδαλάτα οπωρικά!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων δίσκον.

Μπουρέκια!

ΤΡΙΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων ψητόν πτεροστόλιστον.

Και παγώνι!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων μίαν πλάκα γλυκισμάτων.

Πάστες!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων έν είδος πηλίνου αγγείου.

Με σάλτσα βωδινό!

ΡΑΓΚΕΝΩ, παύων να γράφη και υψών την κεφαλήν.

Της χαραυγής η ακτίνες

Η ασημένιες 'στόν χαλκούν γλιστρούν! 'Στό στήθος μέσα

Την ψάλλουσαν θεότητα, ω Ραγκενώ, να πνίξης!

Θάρθη της λύρας η στιγμή, — είν' η στιγμή του φούρνου!

(Εγείρεται, προς ένα μάγειρον).

Μάκρυνε, συ, παρακαλώ, αυτή τη σάλτσα, είνε

Πολύ κοντή.

ΜΑΓΕΙΡΟΣ

Ως πόσον;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Τρεις πόδας.

(Διέρχεται)

ΜΑΓΕΙΡΟΣ

Τι λέει!

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ

Η πήττα!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ

Η τούρτα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, ενώπιον της θερμάστρας.

Ω Μούσα μου, από εδώ απομακρύνσου τώρα,

Μήπως τα θεία μάτια σου το πυρ τα κοκινίση!

(Εις ένα ζαχαροπλάστην, δεικνύων εις αυτόν άρτους).

Άσχημα έβαλες εσύ το σχίσιμον των άρτων

Βάλ' την τομή ανάμεσα των δύο ημιστίχων!

(Προς έν' άλλον, δεικνύων εις αυτόν ένα παστίτσον ατελές).

Στο κρούστινο παλάτι αυτό να βάλλης μίαν στέγην.

(Προς νέον μαθητευόμενον, όστις καθήμενος κατά γης σουβλίζει

πουλερικά).

Και 'στόν ατέλειωτον αυτόν τον οβελόν επάνω

Ζευγάρωνε το ταπεινό, παιδί μου, κοτοπούλι

Μαζύ με τον αγέρωχο το διάνο, όπως ο γέρων

Μαλέρμπ ζευγάρι έκανε τους στίχους τους μεγάλους

Με τους μικρούς, και 'στή φωτιά ψητού στροφάς να στρέφης.

ΕΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ, προχωρών μετά δίσκου κεκαλυμμένου διά

χειρομάκτρου.

Αφέντη, σε θυμήθηκα και σούψησα 'στό φούρνο

Αυτό, π' ελπίζω πως πολύ σαρέσει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, έκθαμβος.

Μία λύρα!

Αποκαλύπτει τον δίσκον και φαίνεται μία ζαχαρόπηκτος λύρα).

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ

Είν' από πάστα τσουρεκιού.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκεκινημένος.

Με φρούτα ζαχαράτα!

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ

Και της χορδές με ζάχαρι, βλέπεις, της έχω κάμει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν χρήματα

Πήγαινε 'στήν υγεία μου να πιής!

(Παρατηρών την Λίζαν εισερχομένην)

Η σύζυγός μου!

Σώπα! περπάτει, κρύψ' αυτό το χρήμα!

(Προς την Λίζαν, δεικνύων εις αυτήν την λύραν με ύφος

στενοχωρημένον).

Είν' ωραίον;

ΛΙΖΑ

Γελοίον!

(Καταθέτει επί του γραφείου μίαν στήλην χαρτίνων σάκκων).

ΡΑΓΚΕΝΩ

Σάκκους; . . α! καλά. Ευχαριστώ.

(Τους παρατηρεί).

Θεέ μου!

Τα σεβαστά βιβλία μου! Των φίλων μου τους στίχους!

Σχισμένα! εις τεμάχια! Διά να κάμης σάκκους

Διά της καραμέλες μας! . . Ω! τας Βακχίδας πάλιν.

Και τον Ορφέα αναπολείς 'στήν μνήμην μου!

ΛΙΖΑ

Δεν έχω

Λοιπόν κεγώ δικαίωμα, να χρησιμοποιήσω

Αυτά που μας αφίνουνε για πληρωμή μονάχα

Των ανομοίων των γραμμών οι πρόστυχοι γραφιάδες; . .

ΡΑΓΚΕΝΩ

Μύρμηγκα!. . τα τσιτσίκια αυτά τα θεία, μην υβρίζης!

ΛΙΖΑ

Πριν κάμης συντροφιά μαυτά τα πρόσωπα, ποτέ σου

Βακχίδα δεν μ' εκάλεσες, — και μύρμηγκα!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Με στίχους

Να κάμη σάκκους!

ΛΙΖΑ

Μάλιστα μαυτούς!

ΡΑΓΚΕΝΩ

Αλλά, κυρία,

Τότε τι κάμετε λοιπόν με την πεζογραφία;

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Οι ίδιοι, ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ εισερχόμενα εις το ζαχαροπλαστείον.

ΡΑΓΚΕΝΩ

Τι θέλετε, παιδάκια μου;

ΠΡΩΤΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ

Τρία παστίτσα.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτά.

Πάρτε,

Πολύ ζεστά και κόκκινα πολύ!

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ

Τυλίξατέ τα,

Παρακαλώ.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκινούμενος κατ' ιδίαν.

Αλλοίμονον! από τους σάκκους μου ένα!

(Εις τα παιδία).

Να τα τυλίξω θέλετε;

(Λαμβάνει ένα σάκκον και καθ' ην στιγμήν πρόκειται να θέση εντός

αυτού τα παστίτσα, αναγινώσκει).

«Ο δ' Οδυσσεύς ομοίως,

καθ' ην ημέραν άφησε την Πηνελόπην» . . . Όχι

Αυτόν!. .

(Θέτει αυτόν κατά μέρος και λαμβάνει έτερον. Καθ' ην στιγμήν

θέτει τα παστίτσια εντός αυτού, αναγινώσκει).

«Ο Φοίβος ο ξανθός . . . ;» Όχι αυτόν!

(Πράττει το ίδιον).

ΛΙΖΑ, ανυπόμονος.

Τι κάμεις

Λοιπόν;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Έτοιμος, έτοιμος, έτοιμος!

(Λαμβάνει τρίτον και αποφασίζει).

Το σονέτο

Προς την Φυλλίδα!. . Τι σκληρόν που είνε μόλα ταύτα!

ΛΙΖΑ

Το απεφάσισ' ευτυχώς!

(Υψώνουσα τους ώμους)

Νικόδημε!

(Αναβαίνει επί ενός καθίσματος, και αρχίζει να ταξιθετή τα

πινάκια επί μιας τραπέζης).

ΡΑΓΚΕΝΩ, επωφελούμενος εκ του ότι στρέφει τα νώτα λαλεί τα

παιδία, άτινα είνε ήδη εις την θύραν.

Μικρά μου!

Ψιτ! της Φυλλίδος δότε μου οπίσω το σονέτο,

Κι' αντί τριών σας δίνω έξ παστίτσα!. .

(Τα παιδία του επιστρέφουν τον σάκκον, λαμβάνουν ζωηρώς τα έξ

τεμάχια κεξέρχονται. Ο Ραγκενώ καθαρίζων τον χάρτην αρχίζει

ναπαγγέλη).

«Ω Φυλλίς μου! . . .

Στόνομα τούτο το γλυκύ μία κηλίς βουτύρου!

Φυλλίς!. .»

(Ο Συρανό εισέρχεται αποτόμως).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

ΣΥΡΑΝΟ

Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ, χαιρετίζων αυτόν μετά σπουδής.

Έξ.

ΣΥΡΑΝΟ, μετά συγκινήσεως.

Εις μίαν ώραν!

(Πηγαίνει κέρχεται εντός του εργαστηρίου).

ΡΑΓΚΕΝΩ, ακολουθών αυτόν.

Μπράβο!

Είδα . . .

ΣΥΡΑΝΟ

'Σάν τι;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Την μάχην σας!. .

ΣΥΡΑΝΟ

Ποιάν;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Του Μεγάρου

Της Βουργουνδίας εννοώ!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά περιφρονήσεως

Α! . . την μονομαχίαν!. .

ΡΑΓΚΕΝΩ. μετά θαυμασμού.

Μονομαχίαν έμμετρον!. .

ΛΙΖΑ

Το στόμα του δεν παύει

Για κείνη να μας ομιλή!

ΣΥΡΑΝΟ

Καλλίτερα βεβαίως.

ΡΑΓΚΕΝΩ, αρπάζων ένα οβελόν και προβάλλων τον πόδα.

«'Στό τέλος της στροφής τρυπώ!. .» Ω! πόσον είν' ωραίον!

«'Στό τέλος της στροφής τρυπώ . . .»

(Μετ' αύξοντος ενθουσιασμού).

«'Στό τέλος . . .»

ΣΥΡΑΝΟ

Τι ώρα είναι;

ΡΑΓΚΕΝΩ, μένων εν προβολή διά να ίδη την ώραν.

Έξη και πέντε!. . «της στροφής τρυπώ . . .»

(Ανεγείρεται).

Ακούς να κάμη

Έν τρίστροφον!

ΛΙΖΑ, προς τον Συρανό, όστις διερχόμενος πλησίον της

τραπέζης, έθλιψεν αφηρημένος την χείρα της.

Τι έχετε 'στό χέρι σας;

ΣΥΡΑΝΟ

Δεν είνε

Τίποτε. Είνε μια πληγή.

ΡΑΓΚΕΝΩ

Μην 'τρέξατε κανένα

Κίνδυνον.

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι.

ΛΙΖΑ, απειλούσα αυτόν διά του δακτύλου.

Ψεύδεσθε, θαρρώ!

ΣΥΡΑΝΟ

Θα εκινείτο

Η μύτη μου; Αυτό για μια ψευτιά μεγάλη κάνει!

(Αλλάσσων τόνον).

Τώρα προσμένω κάποιονε· και αν δεν με γελάση,

Μονάχους μας αφίνετε. . .

ΡΑΓΚΕΝΩ

Δεν ειμπορώ. Θα έλθουν

Οι ποιηταί μου παρευθύς.

ΛΙΖΑ, ειρωνικώς

Διά το πρώτο γεύμα.

ΣΥΡΑΝΟ

Όταν σου νεύσω διώξε τους. Τι ώρα;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Έξ και δέκα!

ΣΥΡΑΝΟ, καθήμενος νευρικώς εις την τράπεζαν του Ραγκενώ και

λαμβάνων χάρτην.

Μια πέννα;

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν εκείνην που έχει εις το αυτί του.

Κύκνου.

ΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, φέρων ωραίους μύστακας εισέρχεται, και διά

φωνής στεντορείας.

Χαίρετε!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος

Ποιος είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Ένας φίλος

Της γυναικός μου. Τρομερός πολεμιστής, — ως λέγει!. .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την πένναν και απομακρύνων διά της

χειρονομίας τον Ραγκενώ.

Σώπα!. .

Το γράφω, — το σφαλώ, —

(καθ' εαυτόν).

Της δίδω, — φεύγω. .

(ρίπτων την πένναν).

Ω! είμαι

Δειλός! . . και προτιμότερον μου είνε ναποθάνω,

Ή να τολμήσω να της 'πώ μια λέξι . . .

(Προς τον Ραγκενώ),

Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Έξη και τέταρτο!. .

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών το στήθος του.

Απ' αυτές που έχω εδώ μια μόνη!

Εν ώ 'σάν γράφω . . .

(λαμβάνει πάλιν την γραφίδα).

Αι λοιπόν! Ας γράψω αυτό το γράμμα

Του έρωτος που μέσα μου χίλιες φορές ως τώρα

Έκαμα κεξανάκαμα, που έτοιμο το έχω,

Και αν ζυγώσω 'στό χαρτί πλησίον την ψυχή μου

Δεν έχω παρ' αντιγραφή απλή να κάνω.

(Γράφει, — όπισθεν του τελοφράκτου της θύρας φαίνονται κινούμεναι

σκιαί ισχναί και διστάζουσαι).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, ΣΥΡΑΝΟ προ της μικράς τραπέζης

γράφων, οι ΠΟΙΗΤΑΙ μέλανα ενδεδυμένοι με τας περικνημίδας

πιπτούσας, κεκαλυμμένας υπό βορβόρου.

ΛΙΖΑ, προς τον Ραγκενώ.

Νάτοι,

Οι βρώμιοι σου!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, εισερχόμενος προς τον Ραγκενώ.

Συνάδελφε!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Συνάδελφέ μου φίλε!

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Αητέ των ζαχαροπλαστών!

(Ωσφραίνεται).

Εις την φωληά σου ωραία

Μυρίζει!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ω Φοίβε μάγειρε!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Απόλλων των μαγείρων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, περιστοιχιζόμενος, φιλούμενος, σειόμενος.

Πόσον καλά που 'βρίσκεται κανείς μαζύ με τούτους!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Αργήσαμεν απ' το λαό που ήταν συναγμένος

'Στού Νελ την πύλη! . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Οκτώ λησταί με ξίφος σκοτωμένοι

Ήσαν εις το λιθόστρωτον επάνω 'ξαπλωμένοι!

ΣΥΡΑΝΟ, εγείρων επί μίαν στιγμήν την κεφαλήν.

Οκτώ; Μπα! 'νόμιζα επτά!. .

(Γράφει πάλιν).

ΡΑΓΚΕΝΩ, προς τον Συρανό.

Μήπως λοιπόν της μάχης

Γνωρίζετε τον ήρωα.

ΣΥΡΑΝΟ, αμελώς

Εγώ; . . Όχι! . .

ΛΙΖΑ, προς τον σωματοφύλακα.

Σεις;

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, στρύφων τον μύστακα)

Ίσως!

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων, κατ' ιδίαν — ακούεται ψιθυρίζων λέξιν τινά

από καιρού εις καιρόν.

«Σε αγαπώ . . .»

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Και λέγουνε, όλη τη συμμορία

Ένας μονάχος 'μπόρεσε να την καταδιώξη!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ήτο πολύ περίεργον! Με λόγχες και με ράβδους

Είχε στρωθή το έδαφος.

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων.

«. . .τα μάτια σου . . .»

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Καπέλλα

Εύρισκαν ως το πρόχωμα των Χρυσικών . . .

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Βεβαίως

Το πράγμα θάταν άγριον.

ΣΥΡΑΝΟ, γράφων.

«. . .τα χείλη σου . . .»

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Τι γίγας

Που θάνε τρομερός αυτών των άθλων ο εργάτης!

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως

«. . . . Κι όταν σε βλέπω, αγάπη μου, λιποθυμώ απ' το φόβο».

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, αρπάζων έν γλύκισμα.

Τι νέους στίχους, Ραγκενώ, μας έγραψες;

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως.

«. . . εκείνου

Που σαγαπά . . .»

(Σταματά εις την στιγμήν της υπογραφής κεγείρεται θέτων την

επιστολήν εις το εσωκάρδιόν του).

Υπογραφή δεν βαίνω. Θα την δώσω

Ο ίδιος.

ΡΑΓΚΕΝΩ, προς τον δεύτερον ποιητήν.

Μία συνταγή με στίχους έχω κάμει.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, τοποθετούμενος πλησίον

ενός δίσκου γεμάτου από παστίτσια.

Τους στίχους ας ακούσωμεν!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, παρατηρών έν τσουρέκι, όπερ έλαβε.

Ετούτο το τσουρέκι

Έχει τη σκούφια του στραβά.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ετούτο το ψωμάκι

'Στον πειναλέον στιχουργόν τα μάτια του καρφώνει,

που μοιάζουν 'σάν αμύγδαλα με φρύδια 'σάν αγγέλου.

(Λαμβάνει το ψωμάκι).

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ακούομεν.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, σφίγγων ελαφρώς έν

παστίτσιον μεταξύ των δακτύλων του.

Το γλύκισμα αυτό την κρέμα χύνει,

'Σαν να γελά.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, δαγκάνων μίαν μεγάλην

ζαχαρόπηκτον λύραν.

Πρώτη φορά η λύρα που με τρέφει.

Εις την ζωήν μου.

ΡΑΓΚΕΝΩ, όστις ετοιμάσθη διαπαγγελίαν

έβηξε, εταξιθέτησε την σκούφια του, έλαβε στάσιν.

Συνταγή με στίχους.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προς τον πρώτον, κινών

τον αγκώνα του.

Γευματίζεις;

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, προς τον δεύτερο.

Δειπνάς;

ΡΑΓΚΕΝΩ

Ιδού πώς γίνονται τουρτάκια μυγδαλάτα

Ως που ναφρίσουνε κτυπάτε

Αυγά μερικά,

Και μέσα 'στόν αφρό κερνάτε

Του κίτρου εκλεκτό χυλό

Και χύνετ' έπειτα καλό

Γάλα από μύγδαλα γλυκά.

Με ζύμη μπουρεκιού γεμίζετε

Τριγύρω το πλευρόν

Ταψιών επίτηδες μικρών.

Με δάχτυλο γοργό τα χρίζετε

Με του βερύκοκκου χυμόν,

Και με σταγόνες τα ραντίζετε

Του αφρού σας όλα τα ταψάκια.

Και τα πηγαίνετε

Στο φούρνο, και 'σάν προβατάκια

Φαιδρά κιολόξανθα τα βγαίνετε,

Κιαφού τα τρώτε δεν χορταίνετε

Τα μυγδάλατα τα τουρτάκια!

ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ, με το στόμα γεμάτον.

Εξαίσιον! Γλυκύτατον!

ΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, πνιγόμενος.

Χουμπφ!

(Ανέρχονται προς το βάθος, τρώγοντες. Ο Συρανό, όστις

παρετήρησεν, προχωρεί προς τον Ραγκενώ).

ΣΥΡΑΝΟ

Από τη φωνή σου

Λαμβάνοντες την όρεξιν, δεν βλέπεις, πώς μπουκώνουν;

ΡΑΓΚΕΝΩ, χαμηλοφώνως, μειδιών.

Το βλέπω, αλλά και χωρίς να τους κυττάζω, μήπως

Τους ενοχλώ· καισθάνομαι διπλήν χαράν, να λέγω

Έτσι τους στίχους μου, αφού γλυκειάν αδυναμία,

Που έχω, ικανοποιώ, εν ώ να τρώνε αφίνω

Εκείνους που δεν έφαγαν!

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών επί των ώμων του.

Πολύ μαρέσεις!. .

(Ο Ραγκενώ πηγαίνει να ενωθή μετά των φίλων του. Ο Συρανό τον

ακολουθεί διά των οφθαλμών, έπειτα, ολίγον αποτόμως).

Λίζα,

Πρόσεχε!

(Η Λίζα, τρυφερώς συνομιλούσα με τον σωματοφύλακα ανασκιρτά, και

κατέρχεται προς τον Συρανό).

Σε πολιορκεί αυτός ο καπετάνιος; . .

ΛΙΖΑ, προσβαλλομένη.

Ω! μένα βλέμμ' αγέρωχον γνωρίζουν να νικήσουν

Οι οφθαλμοί μου όποιονε προσβάλλει την τιμήν μου.

ΣΥΡΑΝΟ

Για νικηφόρους οφθαλμούς τους βρίσκω κτυπημένους.

ΛΙΖΑ, πνιγομένη.

Αλλά. . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθαρά.

Μάρεσ' ο Ραγκενώ. Για τούτο, κυρά Λίζα,

ΛΙΖΑ

Δεν επιτρέπω κανενός να τόνε μασκαρέψη

Μα. . .

ΣΥΡΑΝΟ, όστις ύψωσε την φωνήν αρκετά

ώστε νακουσθή υπό του εραστού.

Των φρονίμων. . .

(Χαιρετίζει τον σωματοφύλακα, και πηγαίνει να παρατηρήση, εις την

θύραν του βάθους, αφού παρετήρησε το ωρολόγιον).

ΛΙΖΑ, εις τον σωματοφύλακα, όστις απλώς ανταπέδωσε τον

χαιρετισμόν εις τον Συρανό.

ΑληΘώς, δεν σεννοώ . . . ειπέ του

Κάτι διά την μύτην του. . . .

Ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

Τη μύτη του . . . Την μύτη . . .

(Απομακρύνεται ζωηρώς, η Λίζα τον ακολουθεί).

ΣΥΡΑΝΟ, εκ της θύρας του βάθους, κάμων σημείον εις τον

Ραγκενώ να διώξη τους ποιητάς.

Ψιτ! . . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, δεικνύων εις τους ποιητάς την δεξιόθεν θύραν.

Θάμεθα καλλίτερα εκεί . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανυπομονών.

Ψιτ! Ψιτ! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ σύρων αυτούς.

Τους στίχους

Για να διαβάσουμε. . .

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, απελπισμένος, με γεμάτον το στόμα.

Αλλά γλυκίσματα! . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Μαζύ μας

Ας πάρωμεν!

(Εξέρχονται όλοι όπισθεν του Ραγκενώ, εν είδει λιτανείας, και

αφού διήρπαξαν τους δίσκους).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

ΣΥΡΑΝΟ

Το γράμμα μου θα σύρω, αν καταλάβω,

Πως είνε και μικρά ελπίς! . .

(Η Ροξάνη προσωπιδοφόρος, μετά της ακολούθου της, εμφανίζεται

όπισθεν της υελοφράκτου της θύρας. Ανοίγει ζωηρώς την θύραν).

Εισέλθετε! . .

(Βαδίζων προς την ακόλουθον).

Δυο λέξεις

Ακόλουθε! . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Και τέσσαρες.

ΣΥΡΑΝΟ

Λαίμαργος είσαι;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Μέχρι

Αρρώστιας.

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων ζωηρώς εκ της τραπέζης σάκκους χαρτίνους.

Καλά, το λοιπόν ιδού δύο σονέτα

Του Βενσεράδ. . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Ουφ!

ΣΥΡΑΝΟ

Με γλυκά γεμάτα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μεταβάλλουσα όψιν.

Αχ!

ΣΥΡΑΝΟ

Ή μήπως

θα προτιμούσες τα γλυκά, που λέγονται παστίτσα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Μαρέσουν, κύριε, πολύ προ πάντων με την κρέμα.

ΣΥΡΑΝΟ

Σου βαίνω έξη το λοιπόν από εκείνα μέσα

Στο ποίημα του Σαιντ-Αμάν! Και εις αυτούς τους στίχους

Του Σαπελαίν τεμάχιον του φουρνιστού σου βάζω.

— Μην αγαπάς φρέσκα γλυκά;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Τρελλαίνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ, φορτώνων τους βραχίονάς της με σάκκους πλήρεις.

'Στό δρόμο

Πήγαινε τώρα να τα φας!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Αλλά. . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών αυτήν έξω.

Και μη γυρίσης

Πριν τα τελειώσης!

(Επανακλείει την θύραν, κατέρχεται πάλιν προς την Ροξάνην, και

σταματά, αποκαλυπτόμενος εις σεβαστήν απόφασιν).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

ΣΥΡΑΝΟ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' ολίγον.

ΣΥΡΑΝΟ

Η στιγμή αυτή ευλογημένη

Ας είνε, όπου έπαυσες να λησμονής 'στό τέλος,

Πως αναπνέω ταπεινώς, κέρχεσαι να μου είπης,

Να μου ειπής . . .

ΡΟΞΑΝΗ, αφαιρέσασα την προσωπίδα.

Μα κατ' αρχάς, ευχαριστώ, διότι,

Αυτός ο βλαξ, που 'στού σπαθιού το άξιο παιγνίδι

Έχασε χθες, είνε αυτός, όπου ένας μεγάλος

Κύριος . . . όστις μ' αγαπά . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! ο δε Γκύσης;

ΡΟΞΑΝΗ, ταπεινούσα τους οφθαλμούς.

Θέλει

Να μεπιβάλη σύζυγον . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Πρόσθετον;

(Χαιρετίζων).

Εκτυπήθην

Λοιπόν — και τούτο προτιμώ καλλίτερον, κυρία —

Όχι διά την άσχημη τη μύτη μου, αλλ' όμως

Για τα ωραία 'μάτια σου.

ΡΟΞΑΝΗ

Έπειτα . . . επιθυμούσα . . .

Αλλά για 'κείνο πέρχομαι να σου ομολογήσω,

Πρέπει να εύρω εις εσέ σχεδόν τον αδελφόν μου,

Που μέσ' το πάρκο παίζαμε μαζύ — κοντά 'στή λίμνη! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Ναι . . . ήρχεσο 'στό Μπερζεράκ όλα τα καλοκαίρια! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Η καλαμιές σου έδιναν για τα σπαθιά σου ξύλα.

ΣΥΡΑΝΟ

Και για της κούκλες σου ξανθά μαλλιά ταραποσίτια!

ΡΟΞΑΝΗ

Ήτ' ο καιρός των παιγνιδιών . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Και των ξυνών των μούρων . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Ήτ' ο καιρός που έκαμες ό,τ' ήθελα . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Η Ροξάνη

Ελέγετο Μαγδαληνή με το κοντό φουστάνι . . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όμορφη τότε ήμουνα, αι;

ΣΥΡΑΝΟ

Άσχημη δεν ήσουν.

ΡΟΞΑΝΗ

Από κανέν' ανέβασμα με χέρι 'ματωμένο

Ήρχεσο κάποτε! — Α! εγώ τότ' έκανα τη μάννα,

Και με φωνή οπού σκληρή να γίνη προσπαθούσε:

(Λαμβάνει την χείρα του).

«Τ' είνε αυτή, σου έλεγα, η τσουγγρανιά και πάλι;»

(Σταματά κατάπληκτος).

Α! είνε ανυπόφορον! Κι' αυτή;

(Ο Συρανό θέλει ναποσύρη την χείρα του).

Α! δείξε μου την!

Πώς; εις την ηλικίαν σου ακόμα! Πού την πήρες;

ΣΥΡΑΝΟ

Παίζων πλησίον εις του Νελ την πύλην.

ΡΟΞΑΝΗ, καθημένη παρά την τράπεζαν

και βρέχουσα το μανδύλιόν της εντός ποτηρίου ύδατος.

Δος το χέρι!

ΣΥΡΑΝΟ, καθήμενος επίσης.

Τόσο γλυκά, τόσον φαιδρώς φιλόστοργος!

ΡΟΞΑΝΗ

Και πες μου,

Ενόσω από την πληγή το αίμα καθαρίζω, —

Ποίοι ήσαν εναντίον σου;

ΣΥΡΑΝΟ

Ω! εκατόν περίπου.

ΡΟΞΑΝΗ

Πες τα μου!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι! πες μου συ, αυτό που δεν τολμούσες,

Να μου το 'πης προτήτερα. . .

ΡΟΞΑΝΗ, χωρίς ναφήση την χείρα του.

Τώρα τολμώ. Διότι

Το μύρον μενεθάρρυνε του παρελθόντος. Τώρα

Τολμώ. Να! Κάποιον αγαπώ.

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Που δεν το γνωρίζει. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Όχι ακόμη!

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Αλλά σ' ολίγον θα το μάθη,

Αν δεν το ξεύρη. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Πτωχό παιδί, που μέχρι τούδε

Δειλά μακρόθεν μαγαπά, και δίχως να τολμήση

Να μου το 'πη. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Άφες μου το χέρι σου. Μπα! καίει. —

Αλλ' είδα εις τα χείλη του να τρέμ' η ομολογία. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ, αφού ετελείωσεν ένα μικρόν επίδεσμον με το μανδύλι

της.

Και φαντάσου, ακριβώς, ότι, εξάδελφέ μου,

Στο ιδικόν σου σύνταγμα υπηρετεί. . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ, γελώσα.

Είνε

Επίλεκτος 'στό λόχο σου! . .

ΣΥΡΑΝΟ

Α! . .

ΡΟΞΑΝΗ

Εις το μέτωπόν του

Το πνεύμα σπινθηροβολεί. Είν' ευγενής και νέος,

Ατρόμητος, αγέρωχος, ωραίος. . .

ΣΥΡΑΝΟ, εγειρόμενος κάτωχρος.

Πώς; ωραίος!

ΡΟΞΑΝΗ

Τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ

Εγώ; τίποτε! . . Είνε . . . το. . .

(Δεικνύει την χείρα του μετά μειδιάματος).

Το . . . βαβά μου!

ΡΟΞΑΝΗ

Τέλος εγώ τον αγαπώ, Και πρέπει να σου είπω,

Πως δεν τον είδ' αλλού ποτέ παρά 'στήν Κωμωδία . . .

ΣΥΡΑΝΟ

Δεν ωμιλήσατε λοιπόν; . .

ΡΟΞΑΝΗ

Τα μάτια μας μονάχα!

ΣΥΡΑΝΟ

Μα πώς γνωρίζετε λοιπόν;

ΡΟΞΑΝΗ

Κάτω από τας φιλύρας

Μιλούνε της Βασιλικής Πλατείας . . . Μου το είπεν

Μια φλύαρη!

ΣΥΡΑΝΟ

Είν' επίλεκτος;

ΡΟΞΑΝΗ

Επίλεκτος!

ΣΥΡΑΝΟ

Και ποίον

Το όνομά του;

ΡΟΞΑΝΗ

Χριστιανός δε Νεβιγιέτ, βαρώνος.

ΣΥΡΑΝΟ

Α μπα! Δεν είν' επίλεκτος.

ΡΟΞΑΝΗ

Ναι, σήμερον εμβήκε:

Υπό τον λοχαγόν Καρμπόν Καστέλ Ζαλού.

ΣΥΡΑΝΟ

Ταχέως,

Έτσι αφίνεις την καρδιά; . . αλλά, πτωχή μικρά μου . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ανοίγουσα την θύραν του βάθους.

Έφαγα όλες, κύριε δε Μπερζεράκ, της πάστες.

ΣΥΡΑΝΟ

Τότε τους στίχους διάβασε, που είνε τυπωμένοι

'Στο σάκκο!

(Η ακόλουθος εξαφανίζεται).

Συρανό δε Μπερζεράκ · 第 2 / 8 段