ΕIΚΩΝ

Καημένη Μαλβίνα! Τα παθήματά σου κατέπαυσαν προς ώραν. Η ανάπαυσις

έχυσε βάλσαμον εις την βαθείαν πληγήν της ψυχής σου. Δι' ολίγας

ώρας τουλάχιστον λησμονείς, ότι εγκατελείφθης μόνη εις τον κόσμον.

Ας μάθωμεν τώρα, ποία τις είναι αυτή η θελκτική γυναίκα, της

οποίας αι αρεταί, η αγχίνοια και το κάλλος απετέλουν έν ανθρώπινον

όλον μοναδικόν, έν πλάσμα της φύσεως αμίμητον.

Με ζωηρά χρώματα παριστάνει κανείς το κάλλος, με τερπνά τας

χάριτας, με λαμπρά το πνεύμα. Αλλά το ξεχωριστό εκείνο θέλγητρον,

που συμπεριλαμβάνει όλα και καθιστά και αυτά της τα ελαττώματα

αγαπητά με ποία χρώματα να ζωγραφηθούν;

Διά να περιγράψωμεν ακριβώς το ήθος της Μαλβίνας πρέπει να είπωμεν

όχι τι ήτον αυτή, αλλά ποία αισθήματα ενέπενεεν εις τους περί

αυτήν. Πρέπει να εκθέσωμεν όχι τα εγκώμια που της έπλεκαν οι

γνώριμοί της αλλά την ειλικρινή χαράν, με την οποίαν εφέρετο το

όνομά της εις τα στόματα των άλλων.

Όποιος αξιώνετο να συναναστραφή την Μαλβίναν ελάμβανε δι' αυτήν

αίσθημα ισχυρότερον από κάθε κοινόν και ανώτερον από πάσαν

προσωνυμίαν, διότι η χάρη της ήτο αληθώς κάτι ακατανόμαστον. Και

είχε μεν πολλήν ευφυίαν, αλλά είχε και κάτι καλύτερον χάριν του

οποίου ελησμονείτο η ευφυία της.

Πολλαί γυναίκες ευχαριστούνται, όταν ταις εγκωμιάζουν την ευφυίαν

των, εν τούτοις η Μαλβίνα πολύ θα έχανε και αν μόνον παρατηρούσε

κανείς την ιδικήν της.

Δεν πρόκειται εδώ να δειχθή η Μαλβίνα καθαρά από ελαττώματα, αλλά

τα ελαττώματα της γυναικός αυτής έχουν μορφήν θελγήτρων, και

επειδή χωρίς αυτά θα ήτο άλλη παρά η Μαλβίνα, κανείς δεν

επιθυμούσε να είναι καλυτέρα από ό,τι ήτο.

Δεν παρατηρούσε κανείς εις την Μαλβίναν μιας λογής κομψότητα, ενός

είδους προτέρημα. Εκτός της αγαθότητός της, η οποία θεωρείται και

αυτή ως ένωσις πολλών αρετών, κανέν από τα ψυχικά της προτερήματα

δεν εφαίνετο ότι ήτο ανώτερον από τα άλλα. Όλα τα είχε

συγκερασμένα με ξεχωριστή αρμονία. Εκείνο το φιλόφρον ήθος, που

εις τους πολιτισμένους είναι μίμησις, εις την Μαλβίναν ήτο κάτι

φυσικόν. Η καλή της συμπεριφορά και οι ευγενικοί της τρόποι δεν

προήρχοντο από βιασμένην επιείκειαν ούτε ήσαν απόρροια λογισμένης

σκέψεως. Όσα ήρεσκαν εις τους άλλους ήρχοντο εις το πνεύμα της

πριν ή συναισθανθεί το εις εαυτήν αρέσκον.

Η Μαλβίνα όταν επεριποιείτο ξένον εφέρετο όπως θα εφέρετο ο

περιποιούμενος φίλον. Όταν δε επεριποιείτο φίλους είχε κάτι το

υπερτέρως εράσμιον. Έπρεπε να είναι κανείς περιπόθητος εις την

Μαλβίναν, όπως η Μιλαίδη Χέριντεν για να γνωρίση στην εντέλεια τι

είναι αφόσίωσις φιλίας, χάριν της οποίας ο άνθρωπος θυσιάζει την

περιουσίαν του χωρίς υπολογισμόν και την ζωήν του χωρίς φειδώ.

Η αγαθοποιός διάθεσις της Μαλβίνας θα ήτο τι ανεξάντλητον, και

είναι αδύνατον να παρασταθή πόσον ευφραίνετο όταν συνεργούσε προς

ευτυχίαν άλλου. Η μακρά συνήθεια να ευχαριστήται αγαθοποιούσα,

ηύξανεν αδιαλείπτως την φιλανθρωπίαν της και την έκαμνε να θεωρή

χαμένον παν ότι δεν έδωκε.

Η Μαλβίνα είχε καρδίαν δεκτικήν σφοδροτάτου πάθους αγάπης,

εντούτοις δεν έτυχε ναγαπήση άλλον τινά παρά την Κλαίρην. Ενετρύφα

εις την προς αυτήν στοργήν της και δεν εσυλλογίζετο ότι υπάρχει εν

τω κόσμω και άλλου είδους αγάπη. Μόνον μία σφορδά ανδρική αγάπη θα

ηδύνατο να την αποσπάση από την πλάνην της· αλλ' ο σύζυγος με τον

οποίον την ένωσαν, ανόμοιος προς αυτήν και κατά την ηλικίαν και

κατά το ήθος, δεν ήτο ο κατάλληλος να της εμπνεύση το θείον εκείνο

πάθος.

Διά τούτο η Μαλβίνα άλλον καρπόν δεν έδρεψεν από τον ανάρμοστον

γάμον της, παρά αναλλοίωτον πραότητα και την γλυκείαν συναίσθησιν,

ότι εξεπλήρωσε τα καθήκοντά της με αυστηράν ακρίβειαν.

Εντροπαλή και άτολμη εκοκκίνιζεν οσάκις την παρετήρουν. Και όπως

με τα θέλγητρά της επεσκίαζε κάθε άλλην φημιζομένην εμορφιάν, έτσι

και με την αρετήν της υπερέβαινε κάθε καλωσύνην. Όσοι την έβλεπαν

εκυριεύοντο από θαυμασμόν, και μόνον η ιδία δεν ήξαιρε οποίων

αισθημάτων πρόξενος ήτο η παρουσία της.

Ενόσω εζούσεν ο άνδρας της κανείς δεν ετολμούσε να θέση την αρετήν

της εις διάπειραν. Αλλά όταν έμεινε χήρα, δεν έλειψαν να την

ζητήσουν εις γάμον. Ωστόσο η ψυχή της βαρεμένη από μακράν

στενοχωρίαν ησθάνετο ανάγκην αναπαύσεως μάλλον ή ταραχής. Έσπευσε

λοιπόν προς την Λαίδην Χέριντεν καταφρονούσα κάθε άλλην τέρψιν.

Εκεί ηύρε την φίλην της δυστυχισμένην και ησθάνθη άρρητον προς

αυτήν αγάπην. Όστις δεν ιδή τον αγαπημένον του να πάσχη δεν ξαίρει

ακόμη μέχρι τίνος βαθμού ημπορεί ναγαπήση.

Έτσι η Μαλβίνα έως είκοσι τεσσάρων ετών δεν ησθάνθη έρωτα και

ενόμιζε πλέον την ψυχήν της ανεπίδεκτον του πάθους τούτου. Αλλά

διότι δεν έπαθε κανείς μέχρι τινός, ποίος τον διαβεβαιώνει ότι θα

μείνει μέχρι τέλους απαθής;

Και αλίμονον! διατί εκείνη να το αγνοεί αυτό;

Είχε μάλιστα λάβει και σταθεράν απόφασιν ναποκρούση τον έρωτα, αν

τυχόν της επαρουσιάζετο. Δεν είχεν υποσχεθή τούτο μεθ' όρκου προς

την μητέρα της Φανής; Δεν ώφειλε τάχα ναφιερώση το υπόλοιπον της

ζωής της προς εκπλήρωσιν ιερού χρέους, προς ανατροφήν της θετής

θυγατρός της;

Με τοιαύτας διαθέσεις τίποτε άλλο δεν της εφαίνετο πλέον

κατάλληλον από τον μονήρη βίον, τον οποίον επερνούσε. Ο στοχασμός

ότι θα ζήσει εις το εξής μακράν από τον θόρυβον της κοινωνίας, διά

να παραδοθή χωρίς περισπασμούς εις τας αναμνήσεις της και εις την

ανατροφήν του κοριτσιού της αγαπητής φίλης της, ο στοχασμός αυτός

συνεκερνούσε με κάποιαν γλυκύτητα τας πικρίας των θλίψεών της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Η ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ.

Η Μαλβίνα την άλλην ημέραν εξύπνησε πολύ αργά. Άμα ενεδύθη

επλησίασεν εις έν παράθυρον. Εκεί της επροξένησε κατάπληξιν το

μεγαλοπρεπές θέαμα το οποίον αντίκρυσαν ο οφθαλμοί της. Τα γαλανά

και διαυγή νερά της λίμνης απλώνοντο μακράν και οι ατμοί της δεν

άφιναν την όρασιν να διακρίνη τας όχθας. Επί της μιας τούτων

υψώνοντο βουνά απ' εδώ κατάφυτα με σκιεράς ελάτας, των οποίων αι

κορυφαί επεριφρονούσαν τον άνεμον, απ' εκεί διακοπτόμενα από

βαθείας χαράδρας, από τας οποίας επήγαζαν πλατείς και ορμητικοί

χείμαρροι αποτελούντες θαυμαστήν αντίθεσιν προς την ηρεμίαν της

αντίπεραν όχθης. Επάνω δε εις αυτήν ήσαν επισωρευμένοι όγκοι

γρανίτου παμμέγιστοι, ο ένας επί του άλλου σχηματίζοντες απόκρημνα

βουνά κατάξηρα. Η εικών του χάους και της φθοράς του παντός.

Ενώ η Μαλβίνα έβλεπε με προσοχήν αυτά τα πράγματα, άκουσε φωνήν

δυνατήν, η οποία την ερωτούσε με ενδιαφέρον, πώς πέρασε. Εγύρισε

και είδε την κ. Μπιρτών, φέρουσαν κομψόν νυκτερινόν φόρεμα και

μειδιώσαν.

— Αι, ωραία μου εξαδέλφη, εδώ, βλέπετε, δεν υπάρχει η παντοτεινή

γλύκα της ευφόρου Γαλλίας. Εκεί η φύσις είναι φαιδρά και πολύδωρη,

εδώ όμως είναι κατηφής και αγρία, ως που νάρθη η άνοιξις και

φαιδρύνη οπωσδήποτε τα άγρια βουνά μας, ιδού έχεις ωραίους

πίνακας, ζωγράφων αρίστων έργα, τα οποία εφρόντισα να βάλω στο

δωμάτιόν σου, διά να τέρπεσαι. Εγώ αλήθεια προτιμώ να βλέπω

καλύτερα τον ωραίον μεσημβρινόν ουρανόν της Γαλλίας και Ιταλίας

έστω και εις εικόνας, παρά την αγρίαν αυτήν Σκωτίαν εις την

πραγματικότητα.

Η Μαλβίνα ρίψασα βλέμμα πέριξ είδε πράγματι ωραίας τινάς εικόνας

φιλοκάλως διατεθειμένας επάνω εις τους τοίχους τους

ταπετσαρισμένους με πράσινο χαρτί.

Με ευγνωμοσύνην έπιασε τα χέρι της κ. Μπιρτών και είπε:

— Σας ευχαριστώ, εξαδέλφη μου. Όποιος φροντίζει τόσο για μια

μουσαφίρισσα, χωρίς άλλο φαίνεται ότι κάμνει ευτυχείς όλους τους

περί αυτήν.

— Αυτός είναι τουλάχιστον ο καθαυτό σκοπός μου, απεκρίθη η κ.

Μπιρτών, και ο σκοπός αυτός μέκαμε να κατοικήσω σαυτή την ερημιά.

Η γη αυτή ανήκει εις τιμαριώτην άρχοντα κέχει μέγαν αριθμόν

υποτελών, τους οποίους επιστατώ εγώ, τους ανακουφίζω, όσον ημπορώ,

κεπειδή με θεωρούν ως κυρίαν της τύχης των, τους φέρομαι έτσι, που

να με θεωρούν και πηγήν της ευτυχίας των.

Τους λόγους αυτούς η κυρία Μπιρτών τους επρόφερε με κάποιαν

έμφασιν.

Η Μαλβίνα επευφήμισεν, αλλ' όχι εγκαρδίως, διά τούτο κατόπιν

κατηγόρησε τον εαυτόν της ενδομύχως, διότι δεν συνησθάνθη, όσον

έπρεπε, την αρετήν της εξαδέλφης της.

Εν τούτοις ολιγώτερον επιεικής και μάλλον έμπειρος θα εσκέπτετο

ότι αγαθότης επιδεικνυομένη και τρόπον τινά εκβιάζουσα τους περί

αυτήν να την ιδούν και να την θαυμάσουν δεν παύει μεν ίσως να

είναι αξία τιμής, παύει όμως να είναι αξιαγάπητη.

— Επειδή με συγχωρήσατε, αγαπητή μου, να περάσω ολίγες ημέρες

χωρίς να κατέβω εις την συναναστροφήν σας, είπεν η Μαλβίνα, έτσι

θα μείνω για πάντα εδώ μακράν της κοινωνίας, που την άφισα από

καιρόν τώρα.

— Είσθε ολωσδιόλου ελευθέρα, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, εγώ εφρόντισα

πάντοτε να παρέχω τόσην άνεσιν εις τους φίλους που έρχονται εδώ,

ώστε να νομίζουν ότι ευρίσκονται στο σπίτι τους, και βέβαια δεν θα

κάνω εξαίρεσιν εις την εξαδέλφην μου. Επιτρέψατέ μου μάλιστα να

σας πω ότι ήδη εις την αίθουσάν μου έχω συναναστροφήν αταίριαστη

με την διάθεσίν σας. Είναι κάτι νέοι εύθυμοι και θορυβώδεις. Όταν

θα μείνωμεν μόνοι οι οικείοι, τότε θα με αξιώσετε βέβαια της

συναναστροφής σας.

Η Μαλβίνα υπέκλινε χαιρετίσασα.

Ακολούθως εις διάστημα πολλών ημερών ολίγας φοράς μόνον είδε την

οικοδέσποιναν, αλλά και ουδόλως παρεπονέθη διά τούτο.

Η λύπη είχεν αυξήσει την ευλάβειάν της και η έξις αύτη η τόσον

οικεία εις τας τρυφεράς ψυχάς την κατέστησεν εις άκρον φιλέρημον.

Εν τούτοις η αθώα και αφελής Τομκίνα δεν ηυχαριστείτο να βλέπη την

κυρίαν της κατάκλειστη. Ενόμιζε, και δικαίως, ότι η συναναστροφή

θα ημπορούσε να διασκεδάση το πένθος της και της εφαίνετο πολύ

άσχημα να την αφίνει η κ. Μπιρτών έτσι απομονωμένην να κλαίη, ενώ

η αίθουσά της ήτο γεμάτη χαράν και ευθυμίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν

ενώ έφερνε πρόγευμα εις την κυρίαν της, ετόλμησε να την ερωτήση.

— Μήτε σήμερα δε θα κατέβητε, κυρία; αύριον φεύγουν πλέον οι

ξένοι, τουλάχιστον επωφεληθήτε την τελευταίαν ημέραν και κατεβήτε.

Θα διασκεδάσετε, και θα ξεσκάσετε λίγο.

— Καλή μου Τομκίνα, είπεν η Μαλβίνα, καμιά διάθεση για διασκέδαση

δεν έχω, το ξαίρεις.

— Όχι δα . . . μη έτσι. Αν ηθέλατε τουλάχιστον να δοκιμάσετε . . .

Και έπειτα ξαίρετε, όλοι έχουν τόσην επιθυμίαν να σας ιδούν.

— Αλλά κανείς εδώ δεν με γνωρίζει.

— Τι με τούτο; άκουσαν τόνομά σας κέχουν πολύν — και

δικαιολογημένον — πόθον να σας γνωρίσουν και προσωπικώς. Καθένας

τους μερωτά. «Διατί η κυρία σου δεν φαίνεται; Διατί κρύπτεται;

Μήπως είναι άσχημη; Εγώ τους αποκρίθηκα ότι μέσα στα τρία τους

βασίλεια (1) δεν θα εύρουν την ομοίαν σας, κέτσι ηύξησε

περισσότερον η περιέργειά των.

— Και νομίζεις τώρα ότι πρέπει ναφίσω την ησυχία μου για να

ευχαρίστησω την περιέργειάν των;

— Τομκίνα! Τομκίνα, διέκοψε τότε η Φανή, πες της μητέρας, ποιος

ήταν εκείνος ο νόστιμος Λόρδος που ήθελε να την ιδή περισσότερο

από κάθε άλλον, που με χάιδευσε και μου έδωσεν όλα αυτά τα γλυκά;

— Ναι ήταν ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, ο ανεψιός της κ. Μπιρτών. Είναι,

κυρία μου, ωραίος σαν άγγελος . . . . τόσον γλυκύς, τόσον χαρίεις.

Αλήθεια λέγουν ότι είναι ολίγον άσωτος. Εγώ αυτό δεν το ξαίρω και

δεν ανακατεύομαι εις των υπηρετών τας φλυαρίας.

— Καλά κάμνεις, Τομκίνα, απόφευγε τοιαύτας συναναστροφάς να είσαι

ήσυχη· αλλά η εξαδέλφη μου μού φαίνεται αξιόλογη γυναίκα.

— Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα,

και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το

κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου

εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα

σπλάχνα μου.

— Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την

φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα

ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν.

Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα

να αντείπη περισσότερον.

Εξήλθε σιωπηλή.

Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις

το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα.

Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν

ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ.

Μπιρτών.

— Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι

ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν

συναναστροφήν σου.

— Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να

συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν

εκτός της ιδικής μου.

Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς

λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και

ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με

τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά

να σας απολαύσω μόνη μου.

Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε.

Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι

έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι

μάλλον η αμηχανία της.

Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι

πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την

εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα

νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της

διεγείρη την όρεξιν.

Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν

αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα

περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως.

Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η

φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας

φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους

της η θέλγουσα απλότης.

Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να

περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την

οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη

Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την

βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον

πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων.

Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες

των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων

είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους,

οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα

θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το

ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον

κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι

παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία

τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και

υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή

λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα

ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη

μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος

συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον.

Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της

Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο

επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της

εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις

Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα

εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των

καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των!

Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των!

Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε:

— Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις

τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι

υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις

θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε

ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους

δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου

σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς,

σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας

εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν.

— Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την

πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς

ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να

ευεργετήση τους άλλους.

Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα,

διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας.

— Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας,

είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα

καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να

παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας,

και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι

εμένα.

— Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον

βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη;

— Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας

οδηγήσω εγώ εκεί.

Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε

εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την

κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι

αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς

επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και

διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να

σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις

μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά

της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως

επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η

καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς

ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον

προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της.

Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε:

— Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε

στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να

γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον

εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω.

Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν,

συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας

ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να

είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε:

— Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν,

αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν,

ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα.

— Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα,

φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με

ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να

μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω

εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η

ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς

σας.

Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την

συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ

η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος · 第 4 / 10 题