ΔΥΟ ΛΟΓIΑ

Η Marie Risteau, dame Cottin εγεννήθη στα 1770 εις την Tonneins

(προφ. Τονίνς) πόλιν της Γαλλίας κειμένην εις την δεξιά όχθη του

ποταμού Γκαρόνα.

Δεκαεπτά ετών ενυμφεύθη στο Βορδώ ένα πλούσιον τραπεζίτην, αλλ'

έμεινε χήρα μετά τρία έτη, μετέβη στο Παρίσι κεπεδόθη στην

καλλιέργειαν των ωραίων γραμμάτων, όπως λέγουν οι Γάλλοι πολύ

έμορφα την λογοτεχνία. Επεδόθη στο ρομάντσο. Έγραψε την Claire d'

Albe, την Amelie Machfield, την Elisabeth, τους Exilés de la

Sibérie, αλλά το ωραιότερόν της από όλα είναι η Malvine, την

οποίαν παρέχομεν εις τους αναγνώστας μας εν ελευθέρα παραφράσει,

δια να γνωρίσουν και την προ ενάμισυ αιώνος ρωμαντικήν φιλολογίαν.

Απέθανε στο Παρίσι, στα 1807. Το ύφος της είναι εύχαρι και

αισθηματικόν, αλλά την διακρίνει περιττή πολυλογία, από την οποίαν

είναι εντελώς απηλλαγμένη η ημετέρα παράφρασις.

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ

ΜΑΛΒΙΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ — ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ

— Χαίρε γη ιερά, που αναπαύεται εκείνη την οποίαν αγάπησα

περισσότερον από κάθε άλλο τι εις τον κόσμον ! Χαίρετε, ω λείψανα

περιπόθητα της φίλης μου, της αδελφής μου!

Αυτά έλεγε η Μαλβίνα Σορκή καταβρέχουσα με δάκρυα θερμά τον τάφον

της Κλαίρης.

— Σαποχαιρετώ και σένα, ω φιλτάτη ψυχή, που πάντα σε ποθώ. Η κακή

μου τύχη, η σκληρά, με στερεί ακόμη και απ' αυτήν την πικράν

παρηγορίαν, να κλαίω εις τον τάφον σου. Αναχωρώ, αγαπητή μου, και

τότε άγριοι βάτοι και άκανθαι θα απλωθούν επάνω εις την πλάκα η

οποία σε σκεπάζει και θα την κάμουν αγνώριστην και στης φίλης τα

μάτια. Αναχωρώ . . . . και όσοι πριν εκολάκευαν την ωραίαν νεότητά

σου θα λησμονήσουν ότι υπήρξες ποτέ και συ εδώ, εις την γην.

Αναχωρώ, αλλά μέχρις ότου συναντηθώμεν και πάλιν εις τον άλλον

κόσμον, ουδέ στιγμήν θα σβήση από την μνήμην μου η πικρή ώρα του

χωρισμού μας. Πάντοτε, ω, πάντοτε με ρίγος θα ενθυμούμαι την

τελευταίαν σου εκείνην ώραν που ηγωνίζεσο να με παρηγορήσης με το

αγγελικόν σου μειδίαμα και διεύθυνες εις εμέ το μισοσβημένο βλέμμα

σου . . .

— Ταμάξι είναι έτοιμο, κυρία, εφώναξε κάποιο κοριτσάκι και

διέκοψε την Μαλβίναν από τους οδυρμούς και τους θρήνους της.

Συγχρόνως δε και η ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία το παρακολουθούσε,

βλέπουσα την Μαλβίναν γονατισμένην επάνω στο χιόνι με το στήθος

κολλημένoν σχεδόν στην κρύα πέτρα του τάφου, εφώναξε:

— Αι, κυρία μου, θέλετε λοιπόν ναποθάνετε κοντά στη Μιλαίδη !

Δόξα το Θεό, που σας φώτισε ναναχωρήσετε απ' εδώ, αλλέως ήταν

αδύνατον νανθέξετε σε τόσο δριμύ ψύχος, ερχομένη μέρα και νύχτα

σαυτόν εδώ τον τάφον.

Αλλ' η Μαλβίνα εσηκώθη χωρίς ναποκριθή· μόλις ήκουσε.

Υπάρχουν τω όντι πόνοι της ψυχής, που αποχωρίζουν τον άνθρωπον από

τον κόσμον.

Η Μαλβίνα Σορκή ήτο Γαλλίς. Εις ηλικίαν εικοσιενός ετών έχασε τον

σύζυγόν της, τον οποίον άλλως τε ουδέποτε ηγάπησε. Όλως ανεξάρτητη

λοιπόν άφησε την πατρίδα της και επήγεν εις την Αγγλίαν διά να

συναντήση την πολυαγαπημένην της συμπατριώτιδα Κλαίρην, σύζυγον

του Λόρδου Χέριντεν. Εκεί συνέζησαν τρία έτη, κατά τα οποία η

μεταξύ των περιπαθής φιλία την μεν Κλαίρην επαρηγόρει διά την

άσωτον ζωήν που έκαμνεν ό άνδρας της, την δε Μαλβίναν έκαμνε να

λησμονήση να επιστρέψη εις την Γαλλίαν.

Ότε φίλοι τινές της υπενθύμισαν, ότι έπρεπε να εκλέξη ή την φίλην,

ή την εν Γαλλία ιδιοκτησίαν της, αύτη δεν εδίστασε να προτιμήση

την Κλαίρην.

Έκτοτε δε μη έχουσα άλλο εισόδημα, από τον τόκον των χρημάτων, τα

οποία είχε φέρει μαζί της και είχε καταθέσει είς τινα τράπεζαν,

άφησε τους καλλωπισμούς της, παρητήθη ακόμη και από τας αθώας

τέρψεις της ηλικίας της και της έφθανε η ευχαρίστησις να ζη με την

φίλην της Κλαίρην.

Όταν όμως έχασε και αυτήν, ούτε καν το εσυλλογίσθη ότι ευρίσκεται

εις ξένην χώραν, μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. Η συμφορά

της ήτο τόσο μεγάλη, ώστε κανέν άλλο περιστατικόν δεν ημπορούσε να

την μετριάση ή να την επαυξήσει.

Όταν η Κλαίρη ευρίσκετο εις τας τελευταίας στιγμάς της, έπεισε τον

σύζυγόν της να εμπιστευθή την μικράν θυγατέρα των, την πενταετή

Φανήν, εις τας χείρας της Μαλβίνας, διά να φροντίση αυτή την

ανατροφήν της. Ο δε πατέρας πρόθυμος συγκατένευσε, διά να

απαλλαχθή από φροντίδα οχληράν, ένεκα της οποίας θα ηναγκάζετο να

διακόπτη τας διασκεδάσεις και τα χαρτοπαίγνια και τας συναναστοφάς

με τους φιλοθορύβους της ασωτίας του κοινωνούς.

Επειδή δε προέβλεπε ότι με τον καιρόν η παρουσία της κόρης του θα

έφερνε μέγα πρόσκομμα εις τοιαύτας συναθροίσεις, και ότι η Μαλβίνα

θα ήτο αυστηρός κριτής της διαγωγής του, της έδωκε με τρόπον να

καταλάβη, ότι θα έκαμνε πολύ καλά να ζητήση άλλην κατοικίαν.

Η Μαλβίνα με χαράν μεγάλην ότι θα παρελάμβανε μαζί της την

θυγατέρα της Κλαίρης έστερξε ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου

μόνον αγανάκτησιν ησθάνετο βλέπουσα αντί πένθους ευθυμίας και

γέλια ανθρώπων αντιπαθών, οι οποίοι επεριφρονούσαν και την ιδικήν

της λύπην και της φίλης της την μνήμην.

Εν τούτοις ευρέθη εις απορίαν, διότι να πιάση μόνη της ιδιαίτερο

σπίτι ούτε η ηλικία της το επέτρεπε ούτε η χρηματική της

κατάστασις.

Επειδή δε εγνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Λόρδου Χέριντεν,

δεν ημπορούσε να στηριχθή και πολύ εις την βοήθειαν, την οποίαν

έμελλε να της παρέχει αυτός χάριν της θυγατρός του. Εκτός δε

τούτου μήπως η ιδία δεν ησθάνετο την κρυφίαν ευχαρίστησιν

ναναθρέψη με ιδικά της έξοδα το τέκνον της φίλης της;

Έγραψε λοιπόν προς μίαν εκ μητρός συγγενή της, η οποία κατοικούσεν

εις μίαν από τας μεσημβρινάς επαρχίας της Σκωτίας, και εξιστορούσα

την κατάστασίν της, την παρακαλούσε να της επιτρέψη να υπάγη εις

το χωρίον της διά να γίνη σύνοικός της και ομοδίαιτος απέναντι

ετησίου πληρωμής.

Η κ. Μπιρτών (ούτως ωνομάζετο η συγγενής της) της απήντησεν

αμέσως, ότι δέχεται και ότι ακόμη υπόσχεται να της φανή ωφέλιμη,

αν και οι συγγενείς της εφέρθησαν προς αυτήν ψυχροί και

επιλήσμονες· αλλ' όμως αυτή συγχωρούσα τα πάντα θεωρεί

ευχαρίστησίν της να φαίνεται χρήσιμος εις τους ιδικούς της.

Εις άλλην περίστασιν η Μαλβίνα ήθελεν ίσως εύρει αλαζονικήν κάπως

την τοιαύτην απάντησιν, αλλ' ήδη η θέσις της ήτο οδυνηρά και δεν

επέτρεπε μικρολόγους αργοπορίας.

Έπρεπε λοιπόν ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου είχε περάσει

τόσον γλυκείας ημέρας, έπρεπε να στερηθή της λυγράς ηδονής του να

κλαίη εις το μνήμα εκείνο, μακράν του οποίου τίποτε πλέον δεν θα

έβλεπε να της υπενθυμίζει την αγαπητήν ψυχήν.

Μέλλουσα λοιπόν ναναχωρήση επήγε εις τον τάφον να επαναλάβη τον

όρκον, τον οποίον έδωσε προς την Κλαίρην κατά τας τελευταίας

στιγμάς της, ότε της υπεσχέθη ναφιερώση όλον της τον βίον εις την

ανατροφήν της Φανής και να την έχη αντικείμενον στοργής και

φροντίδος ξεχωριστής. Είχεν ορκισθή τότε να μείνη εφ' όρου ζωής

απρόσιτη προς τον έρωτα, και τον τολμηρόν αυτόν όρκον της εδέχθη

τότε με αγγαλίασιν η ψυχορραγούσα μητέρα.

Η Μαλβίνα ενθυμουμένη ότι ο όρκος της αυτός είχε παρηγορήση τας

τελευταίας στιγμάς της φίλης της τον επαναλαμβάνει και πάλιν με

κατάνυξιν επί του τάφου εκείνης.

Τότε λοιπόν ήτο που ήλθεν η υπηρέτρια της η Τομκίνα με το

κοριτσάκι και την απέσπασε από τα θλιβερά εκείνα μέρη. Η Μαλβίνα

την ηκολούθησε σιωπηλή· ήλθε εις την άμαξαν εισήλθεν εντός αυτής

και εσφόγγισε τα δάκρυα της. Αι ενδόμυχοι ψυχικαί λύπαι είναι

ανώτεραι από δάκρυα· είναι βωβαί.

Ήσαν ήδη τα τέλη του Νοεμβρίου, τα δένδρα γυμνά από φύλλα και η γη

στρωμένη από χιόνι παρίστανον εις τα μάτια του ταξιδιώτου άγριο

και μονότονο θέαμα. Το μεγάλο κρύο αναγκάζει τον καθένα να μένη

στο σπίτι του. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι και τα χωριά ακατοίκητα. Τα

πουλιά σιωπούσαν και οι ποταμοί παγωμένοι έμεναν ακίνητοι. Ο

άνεμος εσφύριζε και κάποτε οι καμπάνες ηχούσαν λυπητερά και

διέκοπταν την παγκόσμιον σιωπήν ως να έλεγαν:

— Η φύσις αναπαύεται . . . . δεν είναι νεκρά.

Αι εικόνες αύται αι σκυθρωπαί και πένθιμοι ανταπεκρίνοντο προς τον

πόνον τον ψυχικόν της Μαλβίνας και την συνεκίνουν.

Βυθισμένη εις τους μελαγχολικούς λογισμούς της η νεαρά γυνή δεν

προσήλωνε το βλέμμα της εις αντικείμενόν τι ωρισμένον. Όλα τα

έβλεπεν επιπολαίως και όλα της παρείχαν αφορμήν θλιβερών σκέψεων.

— Αλίμονον έλεγε καθ' εαυτήν, τα δένδρα θα ξαναποκτήσουν τα φύλλα

και τα άνθη των και πάλιν θα φορτωθούν από καρπούς, κρυφή φωτιά

κυκλοφορεί μέσα τους, όλ' αυτά που τώρα φαίνονται νεκρά θα

αναγεννηθούν για την αγάπη. Εγώ όμως πλέον ξένη προς αυτήν . . .

Ξένη και για πάντα !

Μόνον ο καιρός, μόνον αυτός ημπορεί να με σώση επιταχύνων την

τελευταίαν μου ημέραν.

Η Τομκίνα, ο Πέτρος — παλαιός της υπηρέτης Γάλλος — και η Φανή

ήσαν οι μόνοι συνοδοιπόροι της. Από ευσπλαγχνίαν η καλή κυρία

ανέβασε και τον Πέτρον εις την άμαξάν της προτιμώσα ναργήση μάλλον

κατά μίαν ημέραν παρά να τον αφήση εκτεθειμένον εις το ψύχος.

Και ο Πέτρος και η Τομίνα ελυπούντο διά της κυρίας των την

θλιβεράν κατάστασιν, ωστόσο δεν ετολμούσαν να διακόψουν την σιωπήν

της. Το δε μέγα σέβας το οποίον προς αυτήν ησθάνοντο τους εμπόδιζε

να επιχειρήσουν να την παρηγορήσουν.

Μόνον το κοριτσάκι ωμιλούσε και η φωνή του που άρχισεν ήδη να

ομοιάζη προς την φωνήν της μητέρας του εσπάραττε την ψυχήν της

Μαλβίνας, αλλά και την έκαμνε να ριγή από ευχαρίστησιν.

Δέκα ημέρας εταξίδευσαν έτσι, και έφθασαν τέλος εις τον ωρισμένον

τόπον εις την επαρχίαν Μπρήνταλμπεν, όπου χωρίζεται η βόρειος

Σκωτία από την μεσημβρινήν. Ο πύργος της κ. Μπιρτών ολίγον απείχε

από τα Κίλινεν, η δε γοτθική του αρχιτεκτονική και τα πέριξ

χιονεσκεπή βουνά παρείχον θέαν περίεργον και αγρίαν.

Η Μαλβίνα ησθάνετο τέρψιν βλέπουσα την αρχαίαν Καληδονίαν, την

πατρίδα των Βάρδων, των περιφήμων ιερέων και αοιδών, την ένδοξον

διά τον Οσσιανόν της. Ενθουσιασμένη από την ποίησιν του μεγάλου

λυρικού, ενόμιζεν ότι έβλεπε μέσα εις την ομίχλην την μορφήν της

αγαπητής Κλαίρης.

Όταν ο άνεμος έσειε τους ξηρούς κλάδους των δένδρων, της εφαίνετο

ότι διήρχετο η σκιά της φίλης της. Όταν ήκουε να θρηνή ο χείμαρρος

μακρόθεν, εφαντάζετο ότι ήκουε τους θρήνους της αγαπημένης της. Η

εξημμένη της φαντασία, αναπαρίστα τα φάσματα εκ των οποίων άλλοτε

κατοικείτο η χώρα αύτη. Άλλως τε έφερε και το όνομα της κόρης του

Οσσιανού Μαλβίνας, πράγμα το οποίον μάλλον εξήπτε την νοσούσαν

φαντασίαν της και επροσωποποίει τας ματαίας ελπίδας της.

Ήτο σχεδόν εννάτη ώρα της νυκτός όταν η Μαλβίνα μετά των συνοδών

της έφθασε εις τον πύργον της κ. Μπιρτών. Ο αμαξάς επλησίαοε εις

τα χανδάκια, αλλ' αι κινηταί γέφυραι ήσαν όλαι σηκωμέναι.

Ο Πέτρος μη υποφέρων να βλέπη την κυρίαν του τέτοιαν ώραν μέσα στα

βουνά κατέβη με σπουδήν διά να εύρη διάβασιν. Προχωρεί ψηλαφών και

εγγίζει τον τοίχον. Από αυτόν οδηγούμενος φθάνει εις μεγάλην πύλην

σιδηροσκέπαστον και αρχίζει να την κτυπά δυνατά. Ο κρότος αντηχεί

εις τα πέριξ βουνά και ταράσσει προς στιγμήν της νυκτός την

ησυχίαν, αλλά κανείς δεν απαντά και μετ' ολίγον επανέρχεται η

πρώην παγερά σιγή.

Ο Πέτρος δεν απελπίζεται συγκεντρώνει όλας του τας δυνάμεις και

αναβαίνει πατών εις τους μοχλούς της πύλης. Βοηθούμενος από ξηρούς

κλάδους κισσού σύρει το εκεί υπάρχον σχοινίον.

Βαρύς ήχος σημάντρου αντήχησε τότε. Οι εντός του πύργου ήκουσαν

και ετέθησαν εις κίνησιν. Ακούονται φωναί. Μετ' ολίγον τα φώτα

διώκουν το πέριξ σκότος. Τα φύλλα της πύλης ανοίγονται και η άμαξα

εισέρχεται εις την αυλήν του πύργου.

Η κ. Μπιρτών περιμένουσα εις το προπύλαιον εξεπλάγη βλέπουσα την

Μαλβίναν τοιαύτην ώραν. Ενόησεν ότι θα είχε ανάγκην αναπαύσεως

ύστερα από τόσον και τέτοιον ταξίδι και της εδήλωσε την προθυμίαν

της να την οδηγήση, κατ' ευθείαν εις το δι' αυτήν ετοιμασμένον

διαμέρισμα του πύργου, χωρίς να εκτεθή τοιαύτην ώραν εις τας

ενοχλήσεις των χαιρετισμών των ενοίκων του πύργου.

Αυτό προ παντός επεθύμει και η Μαλβίνα. Ηκολούθησε λοιπόν αμέσως

την εξαδέλφην της.

Της προσεφέρθη ολίγη τροφή και η κ. Μπιρτών της εσύστησε

ναναπαυθή, αν και είχε μεγάλην επιθυμίαν, ως έλεγε, ναπολαύση την

συναναστροφήν της ωραίας εξαδέλφης της. Αλλ' ήτο μεγάλη ανάγκη

ναφιερώση τας πρώτας ημέρας του ερχομού της εις την ανάπαυσιν.

Προφέρουσα δε την λέξιν &ωραία& εντονώτερον, παρετήρει την

Μαλβίναν με βλέμμα ανήσυχον. Εκείνη όμως κατεχομένη από τας

σκέψεις της δεν επρόσεξε καν την ταραχήν της συγγενούς της.

Σκεπτομένη μάλιστα, ότι κατά τας πρώτας εκείνας ημέρας κάθε

συναναστροφή θα της ήτο ανυπόφορος, τίποτε άλλο δεν εστοχάσθη παρά

πώς να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών για την ελευθερίαν που της

εχάριζε. Αφού δε έβαλε την Φανήν σε ξεχωριστό κρεββατάκι, το

οποίον ετοποθέτησε κοντά της, εκαλονύκτισε με πολλήν ευπροσηγορίαν

την κ. Μπιρτών αποχωρούσαν και κατεκλίθη και αυτή. Ένεκα δε του

κόπου του ταξιδιού, ή της αϋπνίας, η οποία επί δύο μήνας τώρα την

εβασάνιζε, δεν άργησε ναποκοιμηθή βαθιά!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος · 第 3 / 10 题