Ας πάη στην κατάρα του θεού,
όποιος απ’ τ’ άγρια δεσμά
ελύτρωσε τα πόδια μου τα τρυπημένα,
ή μ’ έσωσε απ’ τον θάνατον
--χωρίς καλό με τούτο να μου κάμη.
Γιατί τότε αν επέθαινα,
δεν θα θλιβόνταν σήμερα
οι φίλοι μου, κι εγώ δεν θα θλιβόμουν!
ΧΟΡΟΣ
Άμποτε να ’τον, όπως λες.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έτσι δεν θα γινόμουνα
φονιάς αυτού που μ’ έσπειρε,
ούτε νυμφίον θα μ’ έκραζαν
οι άνθρωποι της μάνας μου.
Τώρα όλ’ οι θεοί με μισούνε,
των ανοσίων βλαστάρι εγώ,
όπου το σπέρμα μου έρριξα
στη μάνα μου την ίδια.
Και αν είναι και χειρότερο
κακόν απ’ όλα τούτα--
σ’ εμένα τον Οιδίποδα έχει λάχει.
ΧΟΡΟΣ
Δεν ξέρω να σου πω, αν καλά το εσκέφθης:
καλύτερος ο θάνατος παρά τυφλος να ζήσης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ότι δεν έγειναν καλά τούτα, μη θέλης
να υποστηρίξης! Δεν ηξέρω τάχα, φίλε,
όταν στον Άδη κάτω θ’ αραξοβολούσα,
με ποια μάτια θενά ’βλεπα μάνα ή πατέρα,
που και στους δυο τα πιο δεινά κακά έχω κάμει,
που δεν είν’ άξια τους ποινή ουδ’ η κρεμάλα.
Όμως την όψι των παιδιών μου θα εποθούσα
να ’βλεπα, κι ας γεννήθηκαν κριματισμένα.
Όχι! ποτέ στα μάτια μου γλυκειά δεν θα ’τον
ούτε κ’ η πόλις ουδ’ οι πύργοι των θεών, ούτε
τ΄αγάλματα τα σεβαστά που εγώ πια τώρα,
--ο μόνος που έζησα ευτυχής στας Θήβας μέσα--
τον εαυτό μου στέρησα από τούτα πλέον.
Ατός μου εγώ κηρύττοντας την εξορία
εκείνου, που οι αθάνατοι τον φανερώσαν
ανόσιον, της γενεάς του Λαΐου βλαστάρι,
έτσι κηρύττοντας εγώ το αίσχος ο ίδιος,
--μπορούσα να τους έβλεπα τους Θηβαίους με μάτια
ανοιχτά; Κι αν ημπόραγα τ’ αυτιά να φράξω
να μην ακούω, θα το ’καμνα, να γείνω πλέον
όχι μόνο θεότυφλος, κουφός να γείνω.
Έτσι θενά τ’ απόκλεινα τ’ άθλιο κορμί μου.
Γλυκό ’ναι πάντα αφρόντιδος στη συμφορά σου
να μένης. Τι μ’ εδέχεσο, Κιθαιρών, τάχα;
Και γιατί δεν μ’ εσκότωνες καθώς μ’ εδέχθης;
Έτσι δεν θενά μάθαιναν ποτέ οι ανθρώποι
το γένος μου. Ω συ Πόλυβε, Κόρινθε, σπίτι
πατρικό, που στα ψέματα σ’ έλεγα σπίτι,
πόσες πληγές εκρύβοντο κάτω από μένα;
--στολίδι πολυάκριβο και τιμημένο.
Και τώρα ετρανοδείχθηκε κακός πως είμαι
και γεννημένος άνομα. Ω εσείς τρεις δρόμοι,
και συ κοιλάδα απόκρυφη και πλούσιο δάσος
και στενωπή στα τρία στενά, σεις που το αίμα
ήπιατε του πατέρα μου, τάχα θυμάστε
πόσα κακά σας έκαμα κ’ έπειτα εδώθε
ερχόμενος ισάριθμα κακά έχω κάμει.
Γάμοι που μας γεννήκατε κι αναδωμένο
το ίδιο πάλιν έχετε σπέρμα εσείς, γάμοι,
πατέρες μας εδείξατε, αδέλφια, τέκνα,
μητέρες, νύμφες, σύζυγους, ξανασμιγμένον
αίμα και όσα αισχρότατα μεσ’ στους ανθρώπους.
Σιωπώ, αφού είναι ανάξιο να λέγωνται όσα
είν’ άνομο να γίνωνται. Όσο μπορείτε
πιο γλίγωρα αποκρύψατε σε κάποιο μέρος
μακριά ή και σκοτώστε με--στο πέλαο ρίχτε,
να μη σας είναι δυνατό πια να με ιδήτε.
Δεχθήτε να μ’ εγγίσετε τον άθλιο εμένα.
Πεισθήτε° μη δειλιάζετε. Ω συμφορά μου!
Άλλος κανείς πάρεξ εγώ δεν θα υποφέρη.
ΧΟΡΟΣ
Ιδού προς τούτο έφθασεν ο Κρέων, που μόνος
απόμεινε στο πόδι σου της χώρας φύλαξ,
για να σκεφθή και να τελέση, όσα νομίζεις.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αλλοίμονο! Τι να του πω! Θα με πιστέψη,
που πριν ακόμη του ’δειξα τόση κακία;
ΚΡΕΩΝ
Δεν ήλθα να γελάσω στα δεινά σου, Οιδίπου,
ούτε για τους πρωτύτερους κακούς σου λόγους
να σ’ ονειδίσω.[7] Αν των θνητών ντροπή δεν έχεις,
σεβάσου την υπέρτατη του Ήλιου φλόγα,
φανερό τέτοιο μίασμα ν’ αφίνης. Μήτε
τα ιερά τα βροχινά νερά θα το δεχθούνε,
μήτε το φως, μήτε το χώμα. Στο παλάτι
γλίγωρα πλέον φέρτε τον, γιατί μονάχα
τέτοια να βλέπουν και ν’ ακούν οι συγγενείς του--
τέτοια δεινά! τέτοια δεινά!--θενά μπορέσουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Για το χατίρι των θεών, αφού με βγάζεις
από τον φόβον που ένιωθα και καλός είσαι,
σ’ εμέ που είμαι ο χειρότερος απ’ τους ανθρώπους,
πίστεψε. Κάτι θα σου πω για το καλό σου.
ΚΡΕΩΝ
Τι θέλοντας παρακαλείς με τέτοιον τρόπο;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όσο μπορείς πιο γλίγωρα απομάκρυνέ με
σε τόπον, όπου ανθρώπου δεν πατούνε πόδια.
ΚΡΕΩΝ
Θα το ’καμνα, αν δεν έπρεπε πρώτα κι απ’ όλα
να ρωτηθή ο Απόλλωνας τι χρεία να κάμω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αλλά ο χρησμός καθαρά του θεού προστάζει
τον ασεβή, τον πατροκτόνον ν’ αφανίσης.
ΚΡΕΩΝ
Ναι. Τούτο επρόσταζε ο χρησμός° μα τώρα ανάγκη,
κει που τα πράγματα έφθασαν, να ξαναπάμε
στον θεόν και να ρωτήσωμε τι χρεία να γείνη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Για με τον άθλιον τον θεόν θενά ρωτήσης;
ΚΡΕΩΝ
Γιατί και συ στη δύναμί του πλέον πιστεύεις.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σ’ ορκίζω, σε πολυπαρακαλώ να κάμης τούτα:
Για τη νεκρή νεκρή βασίλισσα, που στο παλάτι
κοίτεται, τάφον κάμε της όπως θελήσης,
γιατί σωστά ό, τι άξιο θα επιτελέσης
στην αδελφή σου. Ζωντανόν όμως εμένα
η Θήβα ας μην αξιωθή να με κατέχη.
Αλλ’ άφινέ με κάτοικος των βουνών να ’μαι,
του Κιθαιρώνος του δικού μου βουνού ετούτου,
που η μάνα και ο πατέρας μου σε ζωντανόνε
τάφο κυρίαρχο δώκανε για ν’ αποθάνω,
για κείνους όπου θέλησαν να μ’ αφανίσουν.
Αν και γνωρίζω πως κακό ποτέ κανένα
ούτε κι αρρώστια δύναται να μ’ αφανίση,
γιατί αν συχνά απ’ τον θάνατον σωσμένος είμαι,
για να υπομείνω νέο κακό, τούτο συμβαίνει.
Αλλ’ ό, τι θέλ’ η Μοίρα μου--η κακή μου Μοίρα,
λέγω, ας μη μείνη ατέλεστο. Δεν θέλω, Κρέων,
φροντίδα για τ’ αρσενικά τέκνα να λάβης.
Άνδρες θα γείνουν. Το ψωμί δεν θα τους λείψη
όπου κι αν πάνε. Άμοιρες, άθλιες παρθένες,
που στο τραπέζι εκάθιζαν μαζί μου πάντα
κι όποια τροφήν έγγιζα εγώ πιάναν κι εκείνες,
σ’ αυτές προστάτης να γενής, παρακαλώ σε,
κι άφησε στην αγκάλη μου θερμά να σφίξω,
μαζί μ’ αυτές τα δεινά μου, δεινά--να κλάψω.
Εμπρός, ω βασιλεύ,
γενναίε από το φυσικό σου,
φέρε σιμά μου
τις δυό τις θυγατέρες μου.Μες στην αγκάλη
καθώς εγώ θα τις κρατώ και θα τις σφίγγω,
θα μου φανή να τις έχω εμπρός μου
σαν όταν έβλεπα.
Τι λέγω;
Δεν τις ακούω--Αθάνατοι--εδώ σιμά μου
να χύνουν δάκρυα; Μ’ ευσπλαχνίσθη ο Κρέων
κ’ εδώ μου τα ’στειλε τα πλέον αγαπημένα,
τα δυό γλυκά παιδιά μου.
Λέγω καλά;
ΚΡΕΩΝ
Σωστά. Εγώ σ’ τις έφερα σιμά σου Οιδίπου,
ξέροντας τι παρηγοριά θενά σου δώσουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ευτυχισμένος άμποτε να ’σαι για τούτο.
Οι αθάνατοι να σε φυλάν και να σε σκέπουν.
Παιδία μου πού είσθε; Ελάτ’ εδώ, ζυγώστε
τ’ αδελφικά τα χέρια μου, όπου τυφλώσαν
τα μάτια του πατέρα σας τα λαμποβόλα.
Εγώ, που μη γνωρίζοντας φάνηκα ότ’ είμαι
αδερφάκι σας, και πατέρας σας πως είμαι.
Ίδια γυναίκα γέννησε και σας και μένα.
Για σας χύνω τα δάκρυά μου--να σας προσβλέψω
δεν μπορώ. Στοχάζομαι στη ζωή που μένει
πόσα θα πάθετε δεινά απ’ τους ανθρώπους.
Γιατί με ποιους, βλαστάρια μου, θα σχετισθήτε,
σε ποια καλά θενά σας πάρουν χαροκόπια,
χωρίς να φεύγετ’ απ’ αυτά κλαμένες πάντα
δίχως καμμιά ποτέ χαρά; Η ώρα του γάμου
όταν σιμώση, κόρες μου, για σας, ποιος θα ’ναι
που θα δεχθή τέτοιες ντροπές ωσάν εκείνες
που στους δικούς μου τους γονείς και τους δικούς του
θα ’ναι ατιμία; Ποιος αυτός που το παιδί του,
θ’ αφήση τέτοιονε πικρόν να κάμη γάμον;
Και ποιο κακό σας έλειψεν--ωιμέ; Σκοτώνει
τον πατέρα του ο πατέρας σας και τη μητέρα
σαστικιά του την κάνει αλλοί! και σας γεννάει,
παιδιά μαζί κι αδέλφια του--δυστυχισμένος.
Τέτοια θενά σας σύρουνε. Ποιοι θα τολμήσουν
γυναίκες να σας κάμουνε, γλυκές μου κόρες;
Κανείς δεν θα το τολμήση, δυστυχισμένες!
Κι ανύπαντρες θα μείνετε στη ζωή, τέκνα.
Βλαστέ του Μενοικέως εσύ, που των παιδιών μου
μόνος πατέρας έμεινες, γιατί οι γονείς των,
εμείς που τις γεννήσαμε χαμένοι πλέον
είμεθα, μη αβοήθητες χωρίς κανένα
στήριγμα, τις ολάρφανες, μου τις αφήσης,
μην τες νομίσης ίσες με τα κρίματά μου.
Σπλαχνίσου τες, παντέρημες που ’χουνε μείνει,
κι άλλη από σε δεν έχουνε καμμιάν ελπίδα.
Γενναίε, συγκατάνευσε, παρακαλώ σε
δωσ’ μου το χέρι! Και σε σας, αθώα μου τέκνα,
αν είσθε μεγαλύτερες, πολλές θενά ’χα
συμβουλές να ’δινα εγώ° τώρα μονάχα
παρακαλέστε ο βίος σας απ’ του πατρός σας
πιο ευτυχισμένος κι αγαθός--άμποτε--να ’ναι.
ΚΡΕΩΝ
Φθάνουν τα δάκρυα. Πήγαινε μεσ’ στο παλάτι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έστω. Κι ας είν’ ανώφελο.
ΚΡΕΩΝ
Όλα καλά, όταν γίνονται μεσ’ στον καιρό τους.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ξέρεις πότε θα πάω εγώ;
ΚΡΕΩΝ
Λέγε κι ακούω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όταν εσύ μου υποσχεθής,
πως θα με στείλης μακριά απ’ αυτόν τον τόπον.
ΚΡΕΩΝ
Ο θεός σου δίνει ό, τι ζητείς.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Απ’ τους θεούς μισούμ’ εγώ.
ΚΡΕΩΝ
Λοιπόν θα το επιτύχης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λες ότι πολύ γλίγωρα θα το επιτύχω;
ΚΡΕΩΝ
Δεν αγαπώ τα μάταια και κούφια λόγια.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Πες να μ’ απομακρύνουνε.
ΚΡΕΩΝ
Προχώρει κι άφησε σ’ εμέ τις δυό σου κόρες.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αχ! Μη μου τις παίρνεις-- !........
ΚΡΕΩΝ
Μη θέλεις να τα επιτυχαίνης
όλα--γιατί όσα κι αν πέτυχες τα ’χασες όλα.
ΧΟΡΟΣ
Κάτοικοι της πατρίδας μου της Θήβας, ο Οιδίπους
που εγώριζε τα αινίγματα τα δύσκολα να λύνη,
κ’ ήτονε πολυζήλευτος και πολυτιμημένος,
βλέπετε σε ποια τρικυμία δεινών είναι πεσμένος!
Για τούτο, ο γνωστικός θνητός κανένανε δεν πρέπει
ως την υστερνή στιγμή--να τον καλοτυχίζη,
αν δεν περάση τη ζωή--χωρίς να δυστυχήση.
[1] Δείσαντες ή στέρξαντες
[2] Ακολουθώ την διόρθωσιν του Nauck «ιερεύς» αντί «ιερής» των προσφάτων
εκδόσεων, ως μάλλον ευκολύνουσαν την έννοιαν.
[3] Φοινίου σάλου
[4] Αναγή κατά Schneidewin
[5] Εις την Κόρινθον
[6] Εν κακοίς με λαμβάνεις.
[7] [Σημείωση του μεταγραφέα.Στο σημείο αυτό ο Κρέων απευθυνόμενος στους
υπηρέτες της συνοδίας του Οιδίποδα τους λέει:
«Αν των θνητών ντροπή δεν έχετε,
σεβαστείτε τουλάχιστον
την υπέρτατη του Ήλιου φλόγα,
και μην αφήνετε φανερό τέτοιο μίασμα, που μήτε
τα ιερά τα βρόχινα νερά θα το δεχθούνε,
μήτε το φως, μήτε το χώμα...»]