ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και βέβαια ν’ αρνηθώ σ’ εσένα τούτο

αδύνατον, που οι φόβοι μου πολύ μεγάλοι,

γιατί ποιος αξιώτερος ή εσύ να μάθης

αυτά τώρα απ’ το στόμα μου που τέτοια τύχη

μ’ ευρήκε; Σ’ εμέ ο Πόλυβος πατέρας ήτον,

ο Κορίνθιος, κ’ ήτονε η Δωρίς Μερόπη

μητέρα. Και στην Κόρινθον ο πρώτος ήμουν,

πριν τύχη τέτοια μου σταθή, για ν’ απορήσης

αξία, μα για να νοιάζομαι όχι και τόσο.

Παραπιωμένος κάποιος στο μεθύσι απάνω

νόθο με κράζει. Την φρικτήν εκείνη μέρα

μόλις τη λύπη εκράτησα. Την άλλη πήγα

κ’ ερώτησα καταλεπτώς τους δυό γονείς μου.

Κι εκείνοι επροσβαλθήκανε στην κατηγόρια,

κ’ έτσι βαρυθυμώσανε μ’ εκειόν που τα ’πε

κ’ εγώ χαιρόμουνα γι’ αυτό. Αλλά μ’ εκέντα

πάντοτε ο ψόγος° χάλαγεν έτσι η καρδιά μου.

Κρυφά λοιπόν απ’ τους γονείς παίρνω το δρόμο

για τους Δελφούς. Και φθάνοντας εκεί ο Απόλλων

με διώχνει, ανάξιος λέγοντας τάχα πως είμαι

απάντησι σε όσα ρωτώ, καμμιά να λάβω.

Άλλα όμως φοβερώτερα μάντεψε ο Φοίβος.

Πως τάχα με τη μάνα μου το αίμα θα σμίξω

και γενεάν αισχρότατη στο φως θα φέρω,

και του πατρός μου πως φονιάς μέλλω να γείνω.

Κ’ εγώ όλα εκείνα ακούοντας, την Κορινθίαν

γην φεύγω γλιγωρότερα όσο μπορούσα,

τ’ άστρα πέρνοντας οδηγούς στο μισεμό μου°

μη θέλοντας όσα κακά οι χρησμοί σ’ εμένα

επρόβλεπαν να τελεσθούν, έφευγα πάντα.

Και προχωρώντας έφθασα στον τόπο εκείνον

που λες ότι εσκοτώθηκεν ο άναξ της Θήβας.

Και θα σου πω βασίλισσα την πάσα αλήθεια.

Όταν εκεί που εσμίγανε οι τρεις οι δρόμοι

ο βασιλεύς εσίμωσε, τότ’ ένας κήρυξ

κ’ ένας που εκαβαλίκευε σ’ένα πουλάρι,

ως λέγεις, μ’ απαντήσανε. Κι από τον δρόμον

με βίαν εγυρεύανε να μ’ αποδιώξουν

κι ο ηγεμών κι ο γέροντας. Χτυπώ εγώ τότε

τον ηνίοχον, όπου ζήταε να μ’ αποδιώξη°

καθώς με βλέπει ο γέροντας να πλησιάζω

το άρμα, παραφυλάγοντας με το μαστίγι,

στην κεφαλήν ανάμεσα κτυπά με. Αλλ’ όμως

δεν ήτον δυνατή η κτυπιά. Κι από το χέρι

τούτο κυλιέται στου άρματος ύπτιος τη μέση.

Και τους σκοτώνω όλους εγώ. Αν τώρα τούτος

ο ξένος με τον Λάιον έχει να κάμη,

ποιος είν’ ελεεινότερος από με; Ποιος

θε νά ’ναι θεομίσητος πλέον από μένα--

που μήτε οι ξένοι ούτε κανείς από τους Θηβαίους

στο σπίτι του να δέχεται ταιριάζει εμένα;

Αλλ’ είναι ανάγκη μακριά από κάθε σπίτι

να διώχνουν με. Και τις φρικτές εγώ κατάρες

είμαι απάνω μου πού ’ριξα,. κανένας άλλος

του βασιλέως δεν εμόλυνε τη γυναίκα!

Κακός εγώ κι ακάθαρτος έχω φυτρώσει,

πρέπει να φύγω, ανάξιος είμαι να βλέπω

τους εδικούς μου, αλλοιώτικα μέλλω να γείνω

σύζυγος της μητέρας μου και να σκοτώσω

τον Πόλυβο που μ’ έκανε κι ανάθρεψέ με.

Σωστό δεν θα ’τανε να πη κανένας τουτο:

απ’ άγρια πως εγείνανε στον άνδρα τύχην

τα δεινά τούτα; Ας είν’ ποτέ, ποτέ μου!

ω αγνοί θεοί και σεβαστοί τη μέρα εκείνη

να μην ιδώ. Καλύτερα από κάθε μάτι

ν’ αφανισθώ παρά ποτέ να ιδώ πως είμαι

κηλιδωμένος από μέγα τέτοιον αίσχος.

ΧΟΡΟΣ

Τα λόγια αυτά,βασιλιά, πολύ τρομάζουν,

μα έλπιζε ως που ν’ ακούσης τι θα πη κι ο σκλάβος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ελπίζω τόσο μοναχά: όσο που να ’λθη

ο βοσκός από τους αγρούς θενά προσμείνω.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Καρδιά θε να ’χης να τον ’δης μπροστά σου, θάρρος;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θενά σου πω: αν ο βοσκός τα ίδια συμπέση

με σένα λόγια να μου πη που συ μου λέγεις,

εγώ θα εγλύτων’ απ’ αυτήν την κακή τύχη.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ποιο ήταν εσύ που πρόσεξες απ’ όσα είπα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Είπες ο κόσμος πίστεψε πως τον σκοτώσαν

λησταί, και τώρα ο δούλος αν μας φανερώση

πολλούς φονιάδες, τότ’ εγώ ο φονιάς δεν είμαι.

Αν πη όμως πως καλόζωστος κάποιος διαβάτης

τον σκότωσε, είναι φανερό πως εγώ θα ’μαι,

που θα βαρύνη επάνω μου το μέγα κρίμα.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ξέρε όμως, πως τα λόγια του δεν θα γυρίση

κι όσα είπε δεν θα τ’ αρνηθή. Αλλά μονάχη

δεν είμ’ εγώ που τ’ άκουσα: η πόλις όλη.

Και να παραλλάξη ο δούλος μου κάπως τα λόγια

ποτέ του βέβαια, βασιλιά, δεν θα τολμήση

να φανερώση φυσικά πως του Λαΐου

εσύ τον φόνον έκαμες μια κι ο Λοξίας

εμάντευσε πως θα χαθή από το παιδί του.

Αν και ποτέ δεν έκαμε το κρίμα εκείνος,

αφού πολύ πρωτύτερά του, λες, είναι χαμένος.

Γι’ αυτό δεν θενά φρόντιζα για τις μαντείες,

ούτε σ’ αυτούς πιστεύοντας τους λόγους, ούτε

σ’ αυτούς που εχρησμοδότησεν ο Φοίβος τάχα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ορθά όσα λες, βασίλισσα, αλλ’ όμως στείλε

νά ’λθη ο βοσκός να τον ιδώ. Και μη αμελήσης.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Θα στείλω όσο πιο γλίγωρα μπορώ. Μα ωστόσο

εις το παλάτι ας έμπωμε, γιατί κανένα

πράγμα δυσάρεστο σε σέ δεν θενά πράξω.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α΄

Είθε σ’ εμέ να είναι γραφτό

οι λόγοι μου και τα έργα μου

αγνά, σεμνά να είναι--

ότι, για τούτα, υπάρχουνε

νόμοι υψηλοί και υπέρτατοι,

που στον αιθέρα εγέννησε

πατέρας τους ο Όλυμπος.

Απ’ τους θνητούς δεν έγειναν,

δεν τους αποκοιμά η Λήθη--

Μεγάλη όσο και αγέραστη

μέσα τους κατοικεί θεότης.

Αντιστροφή α΄

Η ασέβεια τον τύραννον

γεννά, που απ’ τ’ ανομήματα

είναι γεμάτη--

άδικα ας είν’ και ασύμφορα

στον ίδιον τον εαυτό της.

Και αφού την υψηλότατην

κορφήν ανέβη, πέφτει

στην πιο δεινή τη στενοχώρια--

όπου και το γοργότατο

δεν την βοηθεί το πόδι.

Και στον θεόν εύχομαι,

κάποτε τον άφαντο φονιά

του Λαΐου να φανερώση.

Τον θεόν παρακαλώ

κράζω βοηθόν πάντα εγώ πάντα.

Στροφή β΄

Αλλ’ αν κανείς απότολμα,

με χέρια ή λόγια, κάμνει

και ούτε τους θεούς σέβεται

ούτε των θεών την Δίκην,

κακή ας τον συνεπάρη μοίρα

για την ανοσίαν τόλμην του.

Αν δίκαια το κέρδος του δεν το κερδήση

και τ’ ασεβή τα έργα του

εκείνος δεν τ’ αφήση,

αλλά θελήση τα ιερά

να εγγίση με τα βέβηλα τα χέρια του,

ποιος άνθρωπος θα καυχηθή

σε τέτοιες πως μπορεί στιγμές

απ’ την ψυχή του μέσα

τα βέλη του θυμού να διώξη;

Γιατί αν αυτά είναι τίμια--

τα έργα εγώ λατρεύοντας των Θεών--

ποια χρεία τον ιερόν χορόν

να χορεύω;

Αντιστροφή β΄

Ούτε στον ιερόν ναόν

των Δελφών

δεν θα πορεύωμαι,

ούτε και στων Αβών τον ναόν,

στην Ολυμπίαν ούτε,

αν οι χρησμοί δεν γείνουνε

φανεροί στους θνητούς όλους.

Αλλά, άναξ Ζευ, αν όσ’ ακούς

ορθά είναι, συ που βασιλεύεις

επάνω σ’ όλα, δέομαι

μην τ’ αμελήσης όσα σου ζητώ.

Γιατί οι θνητοί περιφρονούν

τους χρησμούς που για τον Λάιον

ειπώθηκαν, κι ο Απόλλων

έπαυσε να λατρεύεται

κ’ έτσι η θρησκεία χάνεται--η θρησκεία!

ΙΟΚΑΣΤΗ

Στοχάσθηκα, ω άρχοντες της χώρας τούτης

με τα κλαδιά πως ημπορώ της ικεσίας

και τα θυμιάματα στους ναούς των θεών να πάω°

γιατί σφόδρα ταράζεται του βασιλέως

η καρδιά κι όπως ασύνετος, λησμονημένους

χρησμούς με τον νεώτατον χρησμόν συγκρίνει.

Γιατί του παίρνουν το μυαλό μ’ όσα του λένε.

Αλλ’ επειδή είν’ αδύνατο να κατορθώσω

με συμβουλές τον άνακτα να μεταπείσω

σ’ εσένα που κοντύτερα είσαι, Απόλλων,

ικέτισσα ’γώ έρχομαι στεφανωμένη

με δάφνης κλώνον και παρακαλώ σε,

εις τον χρησμόν κάποια καλή να δώσης λύσι.

Γιατί φοβούμεθα όλοι μας που ξιπασμένον

τον βλέπομεν, ως τρέμουνε οι ναύτες πάντα,

βλέποντας να ξιπάζεται ο καραβοκύρης.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τάχα μπορώ από σας να μάθω, ξένοι

πού ’ναι του Οιδίποδος εδώ του βασιλέως

τ’ ανάκτορα, ή πού βρίσκεται αυτός ο άναξ;

ΧΟΡΟΣ

Εδώ είναι το παλάτι του και μέσα μένει°

ιδού κ’ η άνασσα και μάνα των παιδιών του.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ευτυχισμένη σ’ ευτυχείς, άννασσα να ’σαι,

που είσαι τέλεια σύζυγος του βασιλέως,

αφού μητέρα εγίνηκες παιδιών δικών του.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Την ευτυχίαν εύχομαι και σ’ εσέ, ξένε,

για την καλή σου την ευχή σ’ αξίζει. Πε μου

ποια χρεία σ’ έφερεν εδώ; Τι ν’ αναγγείλης;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Πολλά αγαθά στον άνδρα και τ’ αρχοντικό σου.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ποια τούτα; Πες ποιος σ’ έστειλεν!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Από την Κόρινθον φερμένος είμαι

για ν’ αναγγείλω πράγματα καλά (πώς όχι;)

όμως και κάπως θλιβερά--ποιος ξέρει;

ΙΟΚΑΣΤΗ

Πώς θλιβερά κ’ ευφρόσυνα, όσα μας φέρνεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Έλεγαν, πως οι ντόπιοι εκεί στην Ισθμίαν κάτω

θενά τον κάμουν βασιλιά του τόπου εκείνου.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Και πώς λοιπόν, ο Πόλυβος δεν βασιλεύει;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όχι. Τον κρύβει ο θάνατος μέσα στους τάφους.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Πώς είπες γέρο; Απέθανε ο Πόλυβος;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αν την αλήθεια δεν σου λέγω, ας με σκοτώσουν.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Εσύ παιδούλα πήγαινε στον βασιλέα

να του αναγγείλης όλ’ αυτά. Των θεών μαντείες

τι εγείνατε; Τον άνθρωπον όπου ο Οιδίπους

να μη σκοτώση εξόριστος από τας Θήβας

ζούσε μακρυά του, πέθανεν απ’ το γραφτό του

κι όχι απ’ το χέρι του παιδιού, καθώς μαντεύαν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω αγαπημένη κεφαλή της γυναικός μου,

Ιοκάστη, τι με κάλεσες έξω για να ’βγω;

ΙΟΚΑΣΤΗ

Τον άνδρα τούτον άκουσε και καλά σκέψου,

πως ανεμοσκορπίσθηκαν όλ’ οι χρησμοί.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι αυτός ποιος είναι και τι λέγει τάχα;

ΙΟΚΑΣΤΗ

Κορίνθιος, και τον θάνατον του Πόλυβου ήλθε,

του βασιλέως και του πατρός σου, ν’ αναγγείλη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλήθεια, ξένε; Λέγε, τι μαντάτα φέρνεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αν τούτο ν’ αναγγείλω, άναξ, πρώτα θέλης,

γνώριζε πως ο Πόλυβος έχει αποθάνει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πώς; μη τον δολοφόνησαν; Ή απ’ αρρώστεια;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Σε μια κλωστούλα κρέμεται η ζωή του γέρου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Η αρρώστεια θα τον έφαγε τον κακομοίρη.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Είχε πολλά στη ράχη του χρονάκια ο γέρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλλοίμονο, αλλοίμονο! Τι να πω πρέπει

για τους οιωνούς τους μαντικούς ή την εστία

ή τα πουλιά που κλαγγαστά ψηλά πετάνε,

που επρόλεγαν ο θάνατος πως από μένα

θα προέλθη του πατέρα μου του βασιλέως.

Εκείνος τώρα κρύβεται στη γη αποκάτω,

κ’ εγώ εδώ πέρα βρίσκομαι, χωρίς το ξίφος

να πιάσω. Εκτός αν πέθανε απ’ το δικό μου

τον πόθο. Γιατί αν πέθανεν, εγώ η αιτία

θενά ήμουν του θανάτου του. Λοιπόν επήρε

τους χρησμούς, που δεν αξίζουνε ούτε μιά τρίχα,

ο Πόλυβος πεθαίνοντας μαζί στον Άδην.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Μήπως δεν σου τα πρόλεγα όλα εγώ τούτα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έλεγες, αλλά μ’ έτρωγε, γυναίκα, ο φόβος.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Τι να φοβάται ο άνθρωπος, που η τύχη δένει,

και που δεν ξέρει ως αύριο τι τον προσμένει;

Νομίζω πως καλύτερα με δίχως έννοιες

να ζη κανείς, ως ημπορεί. Και συ τους γάμους

με τη μητέρα αδύνατους νόμιζε ως είναι.

Γιατί πολλοί ωνειρεύθηκαν απ’ τους ανθρώπους,

πως τάχα με τη μάνα τους εκοιμηθήκαν,

αλλ’ όποιος όλα τίποτε τούτα νομίζει

περνά την ζωήν αξένιαστος, ησυχασμένος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σωστά όλα τούτα θα ’τανε όσα μου λέγεις

αν πεθαμένη η μάνα μου ήτον° αλλ’όσο

ζη θα κατέχει με τρανός πάντοτε ο φόβος.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Κι όμως μεγάλο του πατρός σου φως ο τάφος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πάντα όμως φοβίζει με ζώντας η μάνα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Και ποια γυναίκα την ψυχήν σου την τρομάζει;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Η Μερόπη με τον Πόλυβον που εζούσε, γέρο.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Και γιατί εκείνη σου γεννά ένα φόβο τέτοιο;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Χρησμός φοβίζει με δεινός, θεοσταλμένος.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Είναι κρυφός; Ή που μπορώ κι εγώ να μάθω;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όχι κρυφός. Εμάντευσεν ο Φοίβος τάχα

με την μητέρα πως γραφτό να σμίξω το αίμα,

κι επίσης του πατέρα μου το αίμα να χύσω°

από την Κόρινθο μακριά κι ευτυχισμένος

ζούσα. Μα είναι γλυκύτατο την όψι πάντα

να βλέπη την τρισποθητή των δυό γονιών του.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Φοβούμενος μη σου συμβούν ετούτα ζούσες

από την Κόρινθο μακριά, άναξ Οιδίπου;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Φοβούμενος μη τον πατέρα μου ποτέ σκοτώσω.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Γιατί λοιπόν την λύτρωσιν από τους φόβους

τούτους εδώ δεν σου ’φεραν τ’ αγγέλματά μου;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Βέβαια χωρίς ανταμοιβήν δεν θ’ απομείνης.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Γι’ αυτό κι εγώ να σου τα ’πω γλίγωρος ήλθα

να ιδώ κι εγώ κάτι καλόν όταν γυρίσης.[5]

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποτέ μ’ αυτούς που μ’ έκαναν δεν θενά ζήσω.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Παιδί μου, τούτο, φανερά, σωστό δεν είναι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλλ’ όμως γιατί, γέρο μου, νομίζεις τούτο;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Για τους γονείς δεν θα ’ξιζε μακριά να μείνης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Φοβούμαι μην ο Φοίβος τέλος αληθέψη.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Φοβάσαι μη κριματισθής με τους γονείς σου;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτό είναι που παντοτεινά φοβούμαι, γέρο.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Και δεν το ξέρεις άδικους πως έχεις φόβους;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί άδικους, αν από τούτους έχω γείνει;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Γιατί καμία συγγένεια μαζί δεν είχες.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πώς είπες; Δεν μ’ εγέννησεν ο Πόλυβος;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όσο κι εγώ, τόσο κι εσύ τον συγγενεύεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πώς ο πατέρας γίνεται ίσος με ξένον;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αλλ’ ούτ’ αυτός, ούτε κι εγώ σ’ έχω γεννήσει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί παιδί του μ’ έλεγεν ο βασιλέας;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Δώρον κάποτε απ’ τα χέρια μου αυτός σ’ επήρε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κι έτσι με πολυαγάπησε τον ξένο εμένα;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Άκληρος καθώς ήτανε σ’ αγάπα εσένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μ’ έκαμες, ή μ’ αγόρασες από κανένα

και μ’ έδωκες στον Πόλυβον για ψυχοπαίδι;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Σ’ ευρήκα μέσα στους γκρεμούς του Κιθαιρώνος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και πώς επεριγύριζες αυτούς τους τόπους;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Εβόσκαγα τα πρόβατα εκείθε απάνω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ήσουν βοσκός και με μισθόν; Έτσι δεν είναι;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ιδού όμως όπου σ’ έσωσα κι εσένα τότε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και πώς μ’ ευρήκες; Σε κακά[6] περιπλεγμένον;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τα τρυπημένα πόδια σου το μαρτυρούνε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλλοίμονο! Τι μου ιστορείς παλιά δεινά μου!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τα σχοινοπερασμένα σού έλυσα πόδια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω! Τι ντροπή απ’ τα σπάργανα ακόμη επήρα!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αυτή σου η τύχη σού ’δωκε τ’ όνομα που ’χεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Από ποια μάνα τα ’παθα ή ποιόν πατέρα,

στων Ολυμπίων τ’ όνομα σ’ ορκίζω, πε μου;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Δεν ξέρω° μα καλύτερα λέγω να ξέρη

εκείνος όπου σ’ έδωκε σ’ εμένα βρέφος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Απ’ άλλον λοιπόν μ’ έλαβες; Δεν μ’ εύρες ο ίδιος;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Εγώ δεν σ’ εύρηκα° βοσκός κάποιος σ’ ευρήκε

κι εκείνος σε παρέδωκε πάλι σ’ εμένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι; Πε μου!

ΑΓΓΕΛΟΣ

Σκλάβος πιστεύω να ’τανε του Λαΐου εκείνος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Του Λαΐου που βασίλευε σ’ αυτήν τη χώρα;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ναι. αυτουνού ’τανε βοσκός αυτός ο δούλος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τάχα να ζη και βολετό να τον ιδούμε;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Σεις εδώ πέρα ξέρετε καλύτερά μου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Είναι κανείς εδώ από σας που να γνωρίζη

τον δούλο αυτόν που λέγει ο ξένος ή στον κάμπο

ή μεσ’ στη χώρα; Πέστε το. Καιρός πλέον είναι

να παύσουν τούτα νά ’ν’ κρυφά.

ΧΟΡΟΣ

Εγώ νομίζω πως κανείς άλλος δεν είναι

παρά ο βοσκός που εζήτησες να σου τον εύρουν,

και πως απ’ τη βασίλισσα μπορής να μάθης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Βασίλισσα, μου φαίνεται πως είναι ο ίδιος

μ’ εκείνον που ζητούσαμε αυτός που λέγει.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ποιος είναι παύσε να τον συλλογιέσαι

και προσοχή στου γέροντα βέλε τα λόγια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πώς ημπορώ, που έλαβα σημάδια τόσα,

το γένος μου αφανέρωτο ν’ αφήσω πλέον;

ΙΟΚΑΣΤΗ

Μη για τη χάρι των θεών° εάν φροντίζης

κάπως για μένα, μη ζητάς ν’ αποκαλύψης

αυτά. Δεν είναι ολίγη μου η δυστυχία.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θάρρος, Κι αν απ’ τη μάνα μου φανώ πως είμαι

σκλάβος, εσύ για μένανε καλή θενά ’σαι.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Αλλ’ άκου με, παρακαλώ, και μην το κάμης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ακράτητος στον πόθο μου είμαι. να μάθω

τα μυστικά. Δεν πείθει με λόγος κανένας.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Αλλ’ όμως τ’ άριστα, θαρρώ, σε συμβουλεύω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τ’ άριστα που μου λες εσύ: αυτά με θλίβουν.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Δύστυχε, καλό θα ’τανε ποτέ, ποτέ σου

μη μάθης τον πατέρα σου και τη γενιά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πάει κανένας τον βοσκόν εδώ να φέρη;

Κι αφήστε για το σόι της να καμαρώνη.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Αλλοίμονο και τρισαλλοί, δυστυχισμένε!

Αυτό ’χω μόνο να σου πω, και τίποτ’ άλλο.

ΧΟΡΟΣ

Γιατί έφυγε η βασίλισσα, Οιδίπου, λυπημένη;

Φοβούμαι μήπως η σιωπή κακών αρχή μας γείνη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ας γείνη ό, τι κι αν γείνη° τη γενιά μου

να μάθω θέλω, κι άσημη ακόμη ας είναι.

Αυτή με τη γυναίκεια της την περιφάνεια

ντρέπεται για την ταπεινή καταγωγή μου.

Της τύχης, που αγαθά σκορπά, τον εαυτό μου

γέννημα κράζοντας εγώ, λέω, δεν ξεπέφτω.

Αυτή ήταν η μητέρα μου. Οι καιροί αδελφοί μου

που τώρα μ’ έδειχναν μικρόν τώρα μεγάλον.

Τέτοιος αφού γεννήθηκα, δεν θα διαστάσω

να βρω ποιο ’ναι το γένος μου, γιατί νομίζω

ότι ποτέ χειρότερον δεν θα μ’ ευρήτε.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή

Αν βέβαια μάντις είμ’ εγώ, κι είμαι σοφός στη γνώσι

στον Όλυμπον σου ορκίζομαι, μεγάλε Κιθαιρών,

πως η αυριανή πανσέληνος δεν θα ’λθη χωρίς όλοι

εμείς να σε δοξάζωμε πατριώτη και πατέρα,

και μάνα του Οιδίποδος--εσένα°

και να τιμούμε σε γιατί μας φέρεις

ευχάριστα στους βασιλείς μας.

Εύσπλαχνε Απόλλων εύχομαι σ’ εσένα αυτά ν’ αρέσουν.

Αντιστροφή

Ποια να σ’ εγέννησε λοιπόν

από τας Νύμφας με τον Πάνα,

τον Θεόν των βουνών,ή τάχα του Απόλλωνος αγαπημένη;

Γιατί του αρέσουν τα βοσκοτόπια.

Μήπως ο Ερμής ο Κυληναίος

ή μήπως ο Διόνυσος

σ’ έφερε εσένανε στο φως

με κάποιαν Ελικωνιάδα νύμφην;

Γιατί του αρέσουνε μαζί τους

τα παιγνίδια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αν δύναμαι, γερόντοι μου, να συμπεράνω

αν και ποτέ δεν έτυχε να τον συντύχω,

θαρρώ πως έχομεν εδώ, το βοϊδολάτη

που θέλομε. Και στα βαθειά του γερατειά

μοιάζει τον άνθρωπον αυτόν° στην ηλικίαν

ίσος του. Και τον φέρνουνε δούλοι δικοί μου.

Εσύ όμως, λέγω, δύνασαι καλύτερά μου

να ξέρης, αφού κι άλλοτε τον έχεις ιδεί.

ΧΟΡΟΣ

Ναι° τον εγνώρισα καλά, δεν σου τ’ αρνούμαι°

σκλάβος απ’ τους πιστότερους του άνακτος ήτον.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εσένα τον Κορίνθιον ρωτώ: είνε τούτος

αυτός που λέγεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ολόκληρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γέροντα, εμένα κύταζε και ν’ απαντήσης

σ’ ό, τι ρωτώ. Του βασιλέως ήσουνα δούλος;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Ήμουνα και γεννήθηκα στ’ αρχοντικό του.

Δεν μ’ αγοράσαν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιο έργον είχες; Τι έκαμνες στο σπιτικό του;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Πρόβατα σ’ όλη μου τη ζωή βοσκολογούσα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και σε ποιους τόπους σύχναζες συνήθως; Πε μου.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Στου Κιθαιρώνος σύχναζα τα βοσκοτόπια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ξέρεις αυτόν τον άνθρωπον ή ακουσμένα

έχεις γι’ αυτόν;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Τι να ’καμνε; Για ποιόν μου λες, αφέντη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τούτον εδώ. Τον σύντυχες ποτέ σου τάχα;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Γλίγωρα, λέω, δε μου ’ρχεται καλά στη μνήμη.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Και δεν είναι παράξενον, Οιδίπου, τούτο.

Αλλ’ όμως καθαρότατα θα του θυμίσω.

Βέβαιος είμαι πως καλά με ξέρει τούτος,

όταν εβόσκαμε μαζί στον Κιθαιρώνα

εκείνος δύο ποίμνια κι εγώ άλλο ένα,

ακέρια τον εσίμωνα ξάμηνα τρία,

από την πρώτην άνοιξιν έως ο Αρκτούρος

στον Ουρανό φανερωθή--τέλη του θέρους.

Όταν χειμώνας έφθανεν, εγώ στους σταύλους

τους εδικούς μου πήγαινα και τα λιβάδια--

του Λαΐου κείνος. Λέω καλά ή μήπως ψέμα;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Λέγεις αλήθεια. Μα καιρός είν’ από τότε.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Και τώρα τούτο να μου πης: παιδί κανένα

μου ’δωκες ν’ αναθρέψω εγώ για τον εαυτό μου;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Τι τρέχει; γιατί μ’ ερωτάς τέτοια ιστορία;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τούτος εδώ είναι, φίλε μου, το παιδί εκείνο.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Άει στην κατάρα του Θεού! Μη με σκοτίζης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη τον ελέγχης, γέροντα, και τα δικά σου

λόγια αξιοκατάκριτα πιο απ’ τα δικά του.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Τι κακό κάμνω, πιο καλέ απ’ τους βασιλιάδες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γιατί δεν αποκρίνεσαι σ’ ό, τι ρωτάει;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Τι λέει δεν ξέρει, μάταια λοιπόν κοπιάζει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με το καλό δεν μας ακούς. Θα μας ακούσης

με το στανιό.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Μη προς Θεού τον γέροντα με βασανίσης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δεν έρχεσθε πισθάγκωνα να τονέ δέσετε;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Αλλοίμονο! Και τι ζητείς άλλο να μάθης;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έδωκες το παιδί σ’ αυτόν, όπως μας λέγει;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Το ’δωκα, να μην έσωνα ο δόλιος τότε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτό θα πάθης, αν δεν πης την πάσα αλήθεια.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Πιο πολύ θα ’μαι να την πω, θαρρώ, χαμένος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ο άνθρωπος τούτος τον καιρό βλέπω μας χάνει.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Εγώ όχι βέβαια. Είπαμε πως το ’χω δώσει

εδώ και χρόνια πάμπολλα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πούθε το πήρες; Ήτονε δικό σου ή ξένο;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Κάποιος μου το ’δωκεν° όχι δικό μου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος ο Θηβαίος που σ’ τό ’δωκεν ή ποιο το σπίτι;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Μη για χατήρι των θεών με ρωτάς πλέον.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εχάθης αν ξαναχρειασθή να σ’ ερωτήσω.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Ήταν του Λαΐου λοιπόν αυτό το βρέφος!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δούλος του να ήτον; Συγγενής του μήπως ήτον;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Αλλοίμονον! Θ’ αναγκασθώ να ομολογήσω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Θέλω ν’ ακούσω. Λέγε μου και μην αργοπόρει.

ΘΕΡΑΠΩΝ

Παιδί του Λαΐου το λέγανε μεσ’ στο παλάτι.

Απ’ τη γυναίκα σου μπορείς όλα να μάθης.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτή λοιπόν σου το ’δωκε;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Μάλιστα, αφέντη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και για ποιο λόγο;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Για να τ’ αφανίσω.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Η ίδια που το γέννησε;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Γιατί φοβούνταν τους κακούς χρησμούς.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Χρησμούς; Και ποιοι ήταν οι χρησμοί;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Πως θα σκοτώση τους γονιούς του οι χρησμοί λέγαν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Και πώς εσύ το ξέδωκες σ’ αυτό το γέρο;

ΘΕΡΑΠΩΝ

Λυπήθηκε η καρδούλα μου. Και σ’ άλλον έτσι

το ’δωκα στην πατρίδα του για να το πάρη,

και κείνος για τη φοβερή μου δυστυχία

το ’σωσε. Γιατί, αν γίνεται συ να ’σαι κείνος

που τούτος λέγει, βέβαια δύστυχος είσαι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλλοίμονον! Αλλοίμονον! Αλλοίμονό μου!

Διάφανα πλέον όλα! Τελευταία, ω φως,

θα σ’ ατενίσω τώρα πιά, που εφανερώθη

πως εγεννήθηκ’ απ’ αυτούς που να με κάμουν

δεν άξιζε° κοιμήθηκα με τη μητέρα μου--

και τον πατέρα σκότωσα, που μ’ έχει σπείρει.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α΄

Αλλοί σας γενεές θνητών,

πως η ζωή σας τίποτε, τίποτε δεν αξίζει!

Ποιος τάχα, ποιος θε να ’ν’ αυτός

ο ζηλεμένος ο θνητός,που πιότερη ευτυχία φέρει

παρ’ όσηνε χρειάζεται

ευτυχισμένος να φανή,

κι έπειτα στην κακομοιριά να πέση;

Τη δική σου πέρνοντας εγώ

παράδειγμα την τύχην,

δυστυχισμένε Οιδίπου,

κανέναν δεν καλοτυχίζω.

Αντιστροφή α΄

Εσέ, που τη σαΐττα σου

μακριά σωστά την έσυρες

κι εκέρδισες την πάσαν ευτυχία,

-Ω Ζευ--αφού πρώτα κατέστρεψες

το τέρας το νυχάτο

που ετραγουδούσ’ αινίγματα,

και που τας Θήβας έσωσες

απ’ τους πολλούς θανάτους°

γι’ αυτό και βασιλιάς έγεινες

του τόπου μας και πολυτιμημένος

εστάθης, βασιλεύοντας στη γη τη δοξασμένη.

Στροφή β΄

Τώρα ποιος είναι δυστυχής

πιότερον από σένα,

ποιόν αγριώτερα δεινά

και συμφορές ακολουθούν

τώρα στην αλλαγή του βίου;

Αλλοίμονον! Του Οιδίποδος

κεφάλι πολυτιμημένο,

που το ίδιο το λιμάνι

σου ’φθασε μέσα του ν’ αράξης

πατέρας, σύζυγος, παιδί.

Πώς τέλος πάντων, άμοιρε,

το πατρικό κρεββάτι

σιωπηλόν ημπόρεσε να σε βαστάξη

τόσον καιρό, τόσον καιρό;

Αντιστροφή β΄

Ο χρόνος σ’ εφανέρωσεν, εκείνος όπου όλα

ξέρει να φανερώνη°

τον γάμον τον αποτρόπαιον,

που σπάρθηκες και που ’σπειρες,

αυτός καταδικάζει.

Αλλοί σου του Λαΐου, τέκνο δύστυχο,

άμποτε να μη σ’ έβλεπα!

Δέρνομαι και μυρολογώ

και γόους αφήνω από το στόμα.

Όμως από σε σώθηκεν

η πόλις από τα δεινά

κ’ ημπόρεσα να κλείσω μάτι.

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Ω σεις της χώρας τούτης πολυτιμημένοι,

τι έργα θεν’ ακούσετε και τι θα ιδήτε,

τι θλίψι θενά πάρετε, αν τω όντι δίκαια

σας νοιάζει για το σπίτι του Λαβδάκου.

Γιατί δεν θα το πλύνουνε απ’ τα κρίματά του

το σπίτι τούτο τα πλατύτερα ποτάμια,

τα κρίματα που κρύβονται, μα που θενά ’βγουν

γλίγωρα, πολύ γλίγωρα στου ήλιου το φέγγος.

Κρίματα θεληματικά, όχι της τύχης,

κ’ είναι θαρρώ χειρότερες οι δυστυχίες,

εκείνες όπου εφταίξαμε γι’ αυτές ατοί μας.

ΧΟΡΟΣ

Κ’ εκείνα που εγνωρίζαμε, θλιβερά ήταν

και βαρυστένακτα. Χειρότερ’ άλλα

έχεις να πης;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Πρώτα κι απ’ όλα σύντομα σας λέγω τούτο.

Απέθανεν η δέσποινα καλή Ιοκάστη.

ΧΟΡΟΣ

Ω τη δυστυχισμένη! Και γιατί;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Σκοτώθηκε απ’ το ίδιο της το σκληρό χέρι,

--πώς να σας πω--δεν δύναμαι, γιατί δεν είδα°

αλλ’ όμως όσο με βοηθά σε τούτο η μνήμη,

θα μάθης τα παθήματα της βασιλίσσης.

Γιατί καθώς εμάνιωσεν, απ’ τον πυλώνα

μπαίνοντας, στο κρεββάτι της το νυφικό της

επήγε, ξερριζώνοντας με τα δυό χέρια

την κόμη της, κι αφού ’κλεισε τις θύρες όλες,

τον πεθαμένον Λάιον επικαλείτο

καθώς τους παλαιότατους θυμόταν γάμους,

που εμέλλανε τον Λάιον να θανατώσουν

κι αυτήν να την αφήσουνε την Ιοκάστην

παιδιά με τα ίδια της παιδιά να ξανακάμη.

Έκλαιγε στο κρεββάτι της που σ’ αυτό πάνω

διπλό κακό της έμελλε--δυστυχισμένη--

άνδρα από άνδρα και παιδί να κάμη εκείνη

από το ίδιο της παιδί. Και δεν γνωρίζω

πώς έπειτα σκοτώθηκεν η Ιοκάστη.

Γιατί με βίαν ώρμησεν ο βασιλέας,

κι έτσι δεν μας εδόθηκε καιρός να ιδούμε

τη συμφοράν οπού ’βρηκε τη δέσποινά μας.

Γυρίσαμε το βασιλιά να ιδούμε Οιδίπουν.

Ωσάν τρελλός ώρμαε αυτός μεσ’ στο παλάτι°

έτρεχε. Μας πλησίασε ποθώντας ξίφος

τη σαστικιά του κι--όχι σαστικιά ζητώντας

τη μάνα του και μάνα των παιδιών. Στον πόνο του

θεός του δείχνει--άνθρωπος όχι--αυτόν τον τόπον,

γιατί κανείς δεν το ’καμεν από μας όλους

και τρομερήν αφίνοντας φωνήν, ως να ’ταν

κανείς που να του ’δειχνε το δρόμο, ορμάει

στις θύρες, καταστρέφοντας τα μάνδαλά τους.

Εκεί να κρέμεται είδαμε την Ιοκάστη

από πλεκτή κρεμάλα, τη δυστυχισμένη.

Κι εκείνος βρυχήθηκε σαν το λιοντάρι

την ξεκρεμνά απ’ την άθλιαν αυτήν κρεμάλα

και καθώς χάμω εκοίτετο--αλλοίμονό της--,

άλλα δεινά ακολουθήσανε σε τούτα. Ο άναξ

βγάζοντας απ’ τα ρούχα της χρυσές καρφίτσες,

--στολίδια της ολάκριβα--, μ’ αυτά τρυπάει

τις κόρες των ματιών του. Τότε λέγει

πως πλέον δεν θενά μπορή να βλέπη ποία

έπρεξε δεινά κι έπαθε. Μέσα σε σκότος

θα βλέπη όσους δεν έπρεπε να βλέπη, λέγει°

δεν θα γνωρίζη πλέον αυτούς όπου δεν πρέπει

να ξέρη ο τρισδυστυχισμένος!

Τέτοιους θρήνους αφήνονοντας συχνοκεντούσε

τα μάτια του με τις χρυσές αυτές καρφίτσες°

συνάμα οι αιματόβαφες των ματιών κόρες

εστάζανε και βρέχανε τα γένεια--ω φρίκη!

όχι σταλιές αιματηρές, αλλά χαλάζι

αιματωπό, μαυρειδερό εσταζοβολούσαν°

--κι ήτανε βέβαια μια χαρά και μια ευτυχία,

που τώρα εγείνη στεναγμός, ντροπή, κατάρα,

θάνατος. Δεν απόλειψε κακό κανένα.

ΧΟΡΟΣ

Πού το κακό εσταμάτησε, για πε μου;

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

Τις θύρες βοά ν’ ανοίξουνε να μάθουν όλοι

της γης των Θηβαίων οι κάτοικοι τον πατροκτόνον

και της μητέρας τον--ντροπή να ξεστομίσω

άσχημο λόγο που είπε αυτός και ντροπιασμένον--,

τον εαυτό του θέλοντας να εξορίση

από τας Θήβας μακριά. Δεν υποφέρει

να μείνη μεσ’ στο σπίτι του και να υπομένη

κατάρες που έδωκε στον εαυτό του.

Χρειάζεται βοήθεια κι οδηγό βέβαια,

γιατί το πάθημα βαρύ και αβόλευτο είναι.

Θέλεις το ιδεί ο ίδιος εσύ. Οι θύρες ανοίγουν

και θέαμα φοβερώτατο θεν’ αντικρύσης,

όπου κι εχθρός σου να ’τανε θα τον λυπόσουν.

ΧΟΡΟΣ

Ω συμφορά βαρύτατη,

που δεν μπορούν τα μάτια

του ανθρώπου ν’ αγναντέψουν,

βαρύτερη απ’ όλες, όσες είδα.

Ποια κακή τρέλλα σ’ έπιασε

και ποιος από τους αθανάτους

σε τέτοια δεινά σ’ έσπρωξε,

που δεν υπάρχουν ποιο μεγάλα;

Αλλοίμονό σου, δύστυχε,

να σ’ αντικρύσω δεν μπορώ,

αν και πολλά να σε ρωτήσω θέλω,

πολλά απ’ το στόμα σου να μάθω--

τέτοια είν’ η φρίκη που γεννάς.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλλοίμονο, αλλοίμονο, ο δυστυχισμένος!

Σε ποια μεριά της γης με παν,

σε ποιο βυθόν ορμητικά κυλά η φωνή μου!

Αλλοίμονο! Πού μ’ εγκρέμισες,

μοίρα, κακή μου μοίρα!

ΧΟΡΟΣ

Σε φοβερόν ανάκουστο κακό σε ρίχνει

η μοίρα σου° δεν το είδανε ανθρώπου μάτια.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω μαύρο

νέφος, που ο κακός άνεμος σε φέρνει,

νέφος ακαταδάμαστο.

Ωιμέ.

Ωιμέ κι αλλοίμονο, ποιους πόνους

απ’ τις πληγές μου δέχομαι!

Και ποιών κακών ανάμνησι...

ΧΟΡΟΣ

Βέβαια δεν είν’ άπορο για τέτοιους πόνους

ότι διπλά πενθείς κι ότι διπλά υποφέρεις.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω φίλε μου,

εσύ πιστός και σταθερός που δέχεσαι

για έναν τυφλόν ακόμη να φροντίζης.

Αλλοίμονο, αλλοίμονο

δεν με λαθεύεις τον τυφλόν

πολύ καθαρά διακρίνω τη φωνή σου.

ΧΟΡΟΣ

Φοβερών έργων αυτουργέ. Πώς μπόρεσες τα μάτια σου

να τα τυφλώσης; Ποιος σ’ ανάγκασε;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ο Απόλλων όλα ετέλεσεν, ω φίλοι μου, ο Απόλλων

τα έργα τούτα τα φρικτά,

τα πάθη τούτα μου, τα πάθη°

κανένας δεν με τύφλωσε°

ο ίδιος εγώ τον εαυτό μου τύφλωσα.

Γιατί τι το ’θελα να βλέπω,

αφού να βλέπω τίποτε

--τίποτε δεν μ’ ευχαριστούσε.

ΧΟΡΟΣ

Δεν έχεις άδικο, δυστυχισμένε!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Τι πλέον να ιδώ

ή ν’ αγαπήσω, φίλοι μου,

ή ακούοντας να μ’ ευχαριστήση;

Πάρτε με μακριά από δω

τον άνδρα τον ολέθριον,

εμένα τον καταραμένον,

όπου οι θεοί μισούνε

πιότερο απ’ όλους τους θνητούς.

ΧΟΡΟΣ

Άθλιε, για τη συμφορά που σου ’τυχε,

--και τόσο την αισθάνεσαι--

ποτέ μου θα ’θελα

να μη σ’ έχω γνωρίσει...

Οιδίπους Τύραννος · 第 2 / 3 段