67) Και 'ς το χέρι στεφάνι κρατεί
68)
Εγώ μαι πέτρα του γιαλού, μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη
Κι' αν για λίγη ώρα μοναχά, πλούτον δικό σου δίνω.
69) Εις το χειρόγραφο του ίδιου ποιήματος ευρέθηκαν
σημειωμένοι και οι εξής δύο στίχοι:
. . . . . Δένει σταυρό 'ς το στήθος
Που γροικά μέσα τη χαρά και το φιλί του Πάσχα.
(Σ. Ε. Κ. 1857)
70) Του «Λάμπρου» τ' αποσπάσματα δημοσιεύοντ' εδώ καθώς
επρωτοφάνηκαν 'ς την έκδοση της Κερκύρας (Σ. Ε. Κ. 1859),
τακτοποιημένα μέσ' από τα χειρόγραφα του ποιητή· η υπόθεση του
ποιήματος, ρυθμισμένη από τον εκδότη· τα πεζά σχεδιάσματα, που
συμπληρώνουν τους στίχους, μεταφρασμένα από την ιταλική, τη
γλώσσα που ο Σολωμός συνείθιζε να πρωτοσχεδιάζη πεζογραφικά
τους στίχους του.
71)
Κ' έπειτ' απ' τα κρυφά λόγια που κάμνουν,
Παίρνουν κουπί τσακισμένο και λάμνουν.
72)
Με το μπαμπάκι του Χάρου 'ς το στόμα
Να σου και η κορασιά και με σιμώνει·
73)
Κ' ενώ φουσκώνει αισθάνομαι τη βρώμα
Του λιβανιού που την καρδιά πλακώνει,
Και το χέρι που τρέμει ωσάν καλάμι
Μου δείχνει το σταυρό 'ς την απαλάμη.
74) Να σηκώσω κεφάλι από το κύμα.
75)
'Σ του αιθέρος την έρημη γαλάζιαν αγκάλη
Τη λάμψη του Έσπερου θωρώ να προβάλη,
Και βγαίνει η δροσόβολη πνοή του βραδιού·
Κ' εκεί μέσ' 'ς το δύστυχο τ'ς Αυγούλας κρεβάτι
Τα λούλουδα εσκόρπουνε φυσώντας δροσάτη,
Την κόμη ανακάτωνε τ'ς Αυγής και τ' Ανθού,
-
76)
Κ' έμεινε η μάννα τους
'Σ τη συφορά.
77) Ελεεινά.
78) «Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβυμένη η εξής·
Σιωπή τα σήμαντρα
_Οπού τα κλάψαν,_
Σιωπή τα σύνεργα
Οπού τα θάψαν,
Σιωπή τα ψάλματα
Τα λυπηρά». (Σ. Ε. Κ. 1859).
79)
Νά μπη, αλλά μάταια, —
Πισθοδρομίζει,
Και παίρνει απ' έξωθε,
Και τριγυρίζει
Το περιτείχισμα
Πασπατευτά.
80)
Και αυτή από λύπησι
Τετυφλωμένη
-
81)
Βραχνό το ψάλσιμο
Του καλογήρου,
Αχνά τα εντάφια
Κεριά τριγύρου.
82)
Θαμπογυρίζει εδώ κ' εκεί το βλέμμα,
Και την όψη θωρώ σαν δίχως αίμα.
83) Μίλειε, Λάμπρε, και πες μου ό,τι κι αν ήναι.
84) Α! του Θεού μ' επλάκωσε η κατάρα.
85) Τόσο λεπτό.
86) Στέκει 'ς το παραθύρι ως για να πάρη
87)
Και τάστρα τουρανού εις τη γαλήνη
Το πέλαο καθαρόστρωτο αναδίνει.
88) «Η Ι ό ν ι ο ς Α ν θ ο λ ο γ ί α (1834) και κατόπι της
όσοι εξανατύπωσαν τούτο το κομμάτι, έχουν
Και κατ' ΑΥΤΩΝ τη σπίθα της τινάζει.
Είναι όμως βέβαιον ότι ο ποιητής είπε και έγραψε:
Και κατ' ΑΥΤΟΝ τη σπίθα της τινάζει.
Εννοώντας, ως το βλέπει καθένας, ε κ ε ί ν ο ν π ο υ σ ή μ ε
ρ α α ν α σ τ ή θ η.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
89) «Θέτω εδώ, όχι ως άλλη γραφή, αλλά δυσκολευόμενος πού
αλλού να ταις θέσω αρμοδιώτερα, ταις εξής στροφαίς, αι οποίαις
ίσως δεν εγράφθηκαν ειμή ως δοκίμιον Μέτρου·
Φωνούλα με πίκρα με κράζει·
Εκύτταξα απάνου και κάτου·
Πετειέται κρεβάτι θανάτου,
Κλειούν θύραις, ανοίγουν, χωρίς
Ν' ανοίξη, να κλείση κανείς.
Ανοίγοντας, κλειώντας, οι θύραις
Καμμιά δεν εκάναν αντάρα·
Με πιάνει μεγάλη τρομάρα·
«Αχ!» κάνει το στόμα να πη,
Και βγαίνει χαμένη φωνή.
Παγαίνει το πόδι 'ς τη θύρα,
Που κλειέται και πλια δεν ανοίγει·
Ξετρέχει 'ς την άλλη να φύγη,
Και κλειέται, και φθάνει μ' ορμή
'Σ την τρίτα, και κλειέται κι' αυτή. (Σ. Ε. Κ. 1859).
90) «Εις το χειρόγραφο του Λ ά μ π ρ ο υ ευρίσκεται n εξής
στροφή.
Κ' ενώ το στόμα ανοιγοκλεί
Πoυ μου έσταξε φαρμάκι,
'Σ τα χείλη του αναδεύεται
Tο νεκρικό βαμπάκι.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
91) «Τούτης της στροφής η εικόνα ευρίσκεται διαφορετικά
παραστημένη εις τους εξής στίχους.
Γιατί ενώ περπατεί και παραδέρνει
Όπου δεν είν' παρά νερά, κλωνάρια,
Ο παραλογισμός του ομπρός του φέρνει
Τ' άθλια του κρίματός του απομεινάρια.» (Σ Ε. Κ. 1859).
92) Α. Σ. Ζ. 1880.
93) Εμψυχώνεις τερπνά την ησυχία
94) «Σκοπός του ποιήματος ήταν να παραστήση τη σκιά του Ομήρου
οπού επρόσταζε τον ποιητή να γράφη τη δημοτική γλώσσα.» (Σ. Ε.
Κ. 1859).
95)
Εκινούσε το φύσημα του αέρος
Τ' αριά τα μαλλιά του όλ' ασπρισμένα.
96) Εδώ ίσως είναι κατάλληλος τόπος για να βαλθή το ακόλουθο
κομμάτι, από τα πρώτα του ποιητή:
Κάθε ρείθρο ερωτεμένο,
Κάθε αύρα καθαρή,
Κάθε δέντρο εμψυχωμένο,
Με το φλίφλισμα ομιλεί·
Κι' όπου πλέον μοναχιασμένοι
Είναι οι βράχοι σιγαλοί,
Μ ή ν ι ν ά ε ι δ ε, θε ν' ακούσης
Να σου ψάλλη μια φωνή.
97)
Το νέο χώμα αραχνιασμένο
Πέφτω χάμου και φιλώ·
Έρμα σπίτια του Θανάτου,
Πόσο εγώ σας αγαπώ!
(Με το αραχνιασμένο στόμα
Τα νέα χώματα φιλώ·
Έρμα σπίτια του νεκρώνε,
Πόσο εγώ σας αγαπώ!)
Τέλος βρίσκομαι 'ς τον Άδη,
Και τα σπίτια του πατώ·
Χρυσά σπίτια, χαιρετώ σας,
Και τη σκόνη σας φιλώ.
Χρυσά σπίτια, χαιρετώ σας!
Ξάφνου κ' ελαφρά πατώ σας.
Καρδιακά σας χαιρετώ!
Πέφτω με το στόμα κάτου,
Χρυσά σπίτια του Θανάτου,
Και το χώμα σας φιλώ.
--
98)
Τώρα επλάκωσε ο χρυσός μου,
Να ναι πάντα εδώ μ' εμέ·
Εδώ κάτω πλάσμα τέτοιο
Δεν εφάνηκε ποτέ.
Εδώ κάτω αχνάρι τέτοιο
Δεν εστήθηκε ποτέ.
99) Άδεια κι' άλαλη και μαύρη.
100)
Όλοι οι ήσκιοι ακούν κυττώντας
Τ' αχνό μέτωπο της νιας,
Οπού ετρέμαν τα λουλούδια
Τα λευκά της παρθενιάς.
Ήτανε προσηλωμένοι
Εις το μέτωπο της νιας
101)
Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει.
Ξάφνου εστάθηκε η φωνή
Της παρθένας, οπού πέφτει
Στην αγκάλη του εραστή.
Τ' όμορφο κοράσι πέφτει
Στην αγκάλη του εραστή.
Σαν τ' αυλάκι 'ς την πεδιάδα
Την ανθούσιμη κυλά,
Λίγη παίρνοντας μοσχάδα.
Πολλή αφίνοντας δροσιά.
Και το παν κατασωπαίνει
. . . . . . . . . . .
Ουδέ φύλλο, ουδέ ζωΰφι,
Ουδέ ρεύμα, ουδέ πνοή.
Και χωρίς να ξέρω πώς,
Για το θάνατο μιλούσε
Πως θε νά τανε γλυκός.
Μη μακρύς καιρός με βάλη
'Σ αλλουνού την αγκαλιά.
102)
Η νέα πλάση ερωτεύεται
'Στα δυνατά τραγούδια·
'Στο μέτωπό σου τρέμουνε
Τα εμπάρθενα λουλούδια.
Τρέμουν τα θεία 'ς το μέτωπο
Της παρθενιάς λουλούδια.
103) «Φαντάζεται ο ποιητής ότι ενώ όλοι οι Κερκυραίοι
εορτάζουν χαρμόσυνα τον ερχομό του νέου βασιλέα της Ελλάδος, ο
οποίος διαβαίνει από την Κέρκυρα, ένας γέροντας Κρητικός
αποστρέφεται την κοινή χαρά, και φεύγει εις ένα ξωκκλήσι, και
αυτού κλαίει τη δουλεία της μητρικής του γης.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
104) Ας γένη αίμα το κρασί 'ς το νυμφικό ποτήρι.
105) «Ο ποιητής είχε σχεδιάση ένα ποίημα, οπού έμπαινε ο
Ανατολικός πόλεμος και η Επανάσταση της Ηπείρου. Από αυτό μας
μένουν οι δύο στίχοι, οι οποίοι αποτελούν το επίγραμμα, και ο
εξής·
Αχ! πού ν' ο ύπνος ο γλυκός και τ' όμορφ' όνειρό του.
Εφαίνετο εις τα δάση της Θεσσαλίας η Σκιά του Αχιλλέα, προς τον
οποίον ο ποιητής έλεγε·
Η πρώτη που σ' αγάπησε του κόσμου φαντασία,
κ' έκοβε κλαδί δάφνης κ' εστεφάνωνε τον πολεμιστή Χατζή Πέτρο».
(Σ. Ε. Κ. 1859).
106) Ευγενικό της θάλασσας νέο πνεύμα παινεμένο.
107)
Στον καθρέφτη π' αμέσως εδέχτη
Τη λαμπρή της παρθένας εικόνα.
108) Οπ' άνθιζεν ο τρίτος σου θεοτικός Απρίλης.
109) Σκύφτω 'ς την πλάκα
110) Παρθέν', από το γόνυ μου κι' από το φίλημά μου.
111) Ακίνητα τα κάτασπρα ποδάρια 'ς τη δροσούλα.
112)
Το δέντρο σπρώχνει ανάερα πολλαίς κλαδιά χιλιάδες.
Κ' εδώ πουλί να μη ζητάς, να μη γυρεύης χλόη.
Φύλλα πολλά 'ς κάθε κλαδί, και 'ς κάθε φύλλο πνεύμα.
Κ' ηχολογούσε κι' άστραφτε το μέγα δέντρο, κ' είχε
Όλους της τέχνης τους ηχούς και τ' ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ' η γη κ' η θάλασσα κι ο ουρανός το θαύμα,
113) Για τους 24 πρώτους στίχους των αποσπασμάτων (1, 2, 3)
σημειώνεται 'ςτην έκδοση της Κερκύρας (Σ. Ε. Κ. 1859) ότι «ο
ποιητής έγραφεν ένα ποίημα, σκοπός του οποίου ήταν να ζωγραφίση
την τωρινή κατάσταση του Ελληνικού Έθνους, και το μέλλον του.»
Το ποίημα τούτο ο Σολωμός ωνόμαζε Carmen Seculare, από το όνομα
της γνωστής ωδής του Ορατίου.
114) Ο στίχος είναι ο μόνος βγαλμένος από το Ιταλικό σχεδίασμα
La Madre greca· ο ποιητής έμελλε, κατά τη συνήθειά του, να το
στιχουργήση ελληνικά, καθώς και άλλα τρία πεζά ιταλόγλωσσα
σχεδιάσματα La donna velata, L'usignolo e lo sparviere, Orfeo·
άγνωστο αν έγειναν.
115) «Άννα η Κομνηνή ιστορεί ότι ο Αλέξιος, ο πατέρας της,
στρατηγός τότε του προκατόχου του Νικηφόρου του Βοτανειάτου,
ενώ συνοδοιπορούσε με τον επαναστάτη Νικηφόρο Βρυέννιο, δούκα
του Δυρραχίου, τον οποίον αυτός είχε νικήσει και κάμη
αιχμάλωτο, κοπιασμένος του δρόμου επέζεψε, να ησυχάση αποκάτω
εις πολύφυλλο δέντρο. Ο Βρυέννιος έμεινε έξυπνος, κ' ενώ
εσυλλογίζετο τη συμφορά του, σηκώνει τα μάτια και βλέπει το
σπαθί του στρατηγού κρεμάμενο από το δέντρο, και του έρχεται ο
στοχασμός να σώση τον εαυτό του φονεύοντας τον εχθρό του. «Και
ίσως το έκανε» λέγει η ιστοριογράφος «αν κάποια δύναμις άνωθε
δεν τον εμπόδιζε, ημερώνοντας την εξαγριεμένη ψυχή του, ώστε
αυτός έμεινε με τα μάτια ιλαρά προσηλωμένα εις τον Αλέξιο.»
Ο Σχίλλερ, εις τη Διατριβή του· «Πόσον ωφελεί τα ήθη η
φιλοκαλία,» αναφέρει τούτην την πράξη, εις την οποίαν, λέγει, η
φυσική ορμή αναγνωρίζει Κριτή το λόγο, και ευθύς εις αυτόν
υποτάσσεται.
116) Με σκούξιμο πολύ μακρυά πολύν καιρόν αντήχαν
117)
Μα τα μυστήρια τ' άχραντα οπού τα μνέω και τρέμω,
Μα την ημέρα τη στερνή . . . . . . . . .
Όταν θ' αντιβοήσουν οι νέοι αντίλαλοι, όχι πλέον οι παλαιοί
που έμαθαν
τη βλαστήμια και τη ψευτιά . . .
Από του ανθρώπου τη μιλιά, που ναι πνοή του Πλάστη.
118)
Βάρει, καλή μου Σαλπιγγα, και τα σεμνά της κάλλη,
Τα δροσερά, τα ευωδικά, να ξανανθίσουν πάλι,
Κ' εγώ ξυπνώ και γλήγορα το σάβανο τινάζω,
119) Τρέμουν οι ανθοί 'ςτο πρόσωπο πού ναι σαν άστρο νέο
120) Έψαλλε την Ανάστασιν ο ωραίος αποσπερίτης
121)
Κι ο κόσμος που ετίμησε λίγο καιρό πατώντας,
Το κάψιμό του αργοπορά μακρυοσπιθοβολώντας.
122)
Σαν περιβόλι ευώδησε και τ' άνθη του ήταν τ' άστρα.
Σαν περιβόλι ευώδησε και λουλουδιάζει απ' άστρα
123)
Λες και εσυνέβηκε μυστήριο εις τη φύση,
Που την εστένεψε γλυκά τέτοια μορφή να ντύση
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Την αγριάδα να γδυθή κι' όλο ομορφιαίς να χύση
Όλ' ομορφιαίς να στολιστή και το θυμό ν' αφήση·
-
124)
Φυσηματιά παραμικρή το πέλαο δε βγάνει,
Σε περιβόλι να σειστή ή ρόδο ή τουλουπάνι.
125)
Αλλά το φως του φεγγαριού, σαν να φυσούσε ανέμι,
Στρογγυλό, μέγα, λαγαρό, κοντά 'ςτην κόρη τρέμει.
Σαν νά θελε να φιληθή το αθάνατο ποδάρι,
Έτρεμε, δίχως να φυσά, κοντά της το φεγγάρι.
Κ' εκείνο, πώμεινε, απ' αυτή βλέπω και ξεκολλειέται,
Και ησυχάζει ακίνητο αφού πολλή ώρα σειέται.
Απλώθη, ανακατώθηκε, το λαγαρό φεγγάρι.
Ανακατώθηκε πολύ το στρογγυλό φεγγάρι.
Έτρεμε τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι.
-
126)
Κρίνος τ' ανάστημα ψηλό, που ο ήλιος το φωτίζει,
Στέκει 'ςτο πέλαο σαν αφρός χωρίς να το συγχύζη.
Κυπαρισσένιο και χυτό τ' ανάστημα σηκώνει.
Κυπαρισσένιο ανάστημα με χάρι αντισηκώνει.
Κ' είχε τ'ς αγκάλαις ανοιχταίς π' αστράφτανε σαν κρίνοι.
Εις την αγάπη τ' Ουρανού, που τόσα δόξα εντύθη,
Μ' αγάπη ανταποκρίνεται, που τ'ς έτρεμαν τα στήθη.
Κι' ανάβρυσε κάθε ομορφιά και κάθε καλωσύνη.
Τέλος 'ςεμέ που βρίσκομουν ομπρός της μέσ' 'ς τα ρείθρα,
Εγώ το σίδερο κι' αυτή η πετροκαλαμήθρα,
'Σ τη μυστική γαλήνη εγώ στημένος μέσ' 'ς τα ρείθρα
Μνέσκω σαν κατά τον Βοριά η πετροκαλαμήθρα·
Ωσάν Βοριάς αυτή, κ' εγώ σαν πετροκαλαμήθρα.
--
127)
Καν 'ς Εκκλησιά ζωγραφιστή, καν εις τη φαντασιά μου,
Καν όταν ήμουνα μικρός 'ς τ' άδεια τα ονείρατά μου.
128) Ήτανε γνώρα παλαιή κτλ.
129)
Ωσάν το ρεύμα το γλυκό οπ' έξαφν' αναβρύζει
Από το σκότος του βουνού, κι' ο ήλιος το στολίζει,
Σαν από βράχο σκοτεινό βρύσ' ηλιοστολισμένη.
Σκοτεινού βράχου και βαθιού βρύσ' ηλιοστολισμένη.
-
130) Γνωρίζετε την άβυσσο κτλ.
131) Τούτ' η ψυχή είναι βαθειά, κ' εγιόμισ' από πόνο.
132)
Μια φούχτα από το χώμα της εγιόμισα κ' εβγήκα.
Εγιόμισα οχ το χώμα της ταις φούχταις μου κ' εβγήκα.
133) Κρεμιούμαι από την άβυσσο κι' αυτό βαστώ μονάχο.
134)
Χαμογελά κ' εδάκρυσε 'ςτον πόνο της ψυχής μου,
Κ' εις τέτοιο σχήμα εφάνηκε πως μοιάζει της καλής μου.
Όμως εγίνηκ' άφαντη οχ του πελάου την άκρη,
Κι' αγροίκησα 'ςτο χέρι μου που μου έσταξ' ένα δάκρυ.
135)
Οπότε νύχτα αργά πολύ . . . . . .
Κ' ύπνος σκληρός πλια ζωντανά, τα ξαναφέρνει ομπρός μου·
Κ' η Θάλασσα, που μέσα της τ' αστροπελέκι σκάει,
Με τη φωνή του λιονταριού την κόρη μου ξυπνάει
136) Και τα νερά σχιζα μ' αυτό τα μυριομυρωδάτα.
137) Και 'ςτο κεφάλι το χρυσό βαρεί το καρδιοχτύπι.
138)
Αλλά το δεινό πλέξιμο γλυκά μ' αργοπορούσε . . . .
Πάει σαν αλάφι πώφυγε του κυνηγού τα βέλη,
Και φεύγει κι' από τ' ανθηρά κρεμάμενα κλωνάρια,
Κι' από τον μαύρον ήσκιο του σε ρεύματα καθάρια.
-
139)
Κι' ακούει κι' αυτή και πέφτουν της οι κρίνοι από τα χέρια.
Και τότε απλώνει, φεύγοντας, τα πράσινα φτερά του,
Και χάνεται όπως χάνονται όλα τα πάντα κάτου.
140)
Κι' ο ήλιος μεσουρανής ανάβρυζε λαμπράδαις,
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα, οι πεδιάδες.
141)
Κ' εκύτταα, κ' έκλαια, κι' άπλωνα τα χέρια με καμάρι.
Κι' απλώνω κλειώντας θλιβερά τα χέρια με καμάρι.
142) Ήταν εντύπωση ανεκδιήγητη, οποίαν κανείς ίσως δεν
εδοκίμασε, είμη ο πρώτος άνθρωπος, όταν επρωτοανάπνευσε, και ο
ουρανός, η γη, και η θάλασσα πλασμένα γι' αυτόν, ακόμη εις όλη
τους την τελειότητα, αναγαλλιάζανε μέσα εις την ψυχή του, —
Γλυκειά ζωή, που το πουλί μισοπλασμένο ακόμα
Είχε πρωτύτερα αισθανθή με τον κηλαιδισμό του,
Και τον αέρα εχτύπουνε με το ζεστό φτερό του·
Κι' ο αέρας ο αμόλυντος, το δέντρο που 'χε ανθίση,
Το καρτερούσαν ν' ανεβή να πρωτοκηλαϊδήση, —
Έως οπού εις τη μέθη του νοός και της καρδιάς του, τον έπιασε,
σύμβολο του θανάτου, ο ύπνος, όθεν αυτός έμελλ' έπειτα να
ξυπνήση, και ευρεθή σιμά του
Της ομορφιάς βασίλισσα και να γενή δική του.
143)
Έφθασα τέλος 'ς το γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Σφίγγω την μέσ' 'ςτην αγκαλιά, κ' ήτανε πεθαμένη.
144) «Νέος Άγγλος στρατιώτης εκατασπαράχτηκε από έναν πόρφυρα
(έτσι ονομάζεται στην Κέρκυρα το θαλασσινό τέρας, το λεγόμενο
και σμπρίλιος, σκυλόψαρο, και με το αρχαίο του όνομα, σωζόμενον
ακόμα, καρχαρίας) ενώ εκολυμπούσε μέσα εις τον λιμένα της
Κέρκυρας, και την ακόλουθην ημέρα τα κύματα έβγαλαν εις τ'
ακρογιάλι του Κάστρου ένα απομεινάρι από το σώμα. Το πραγματικό
αυτό συμβεβηκός είναι η υπόθεσις τούτου του ποιήματος, του
οποίου δεν σώζεται ειμή εις ένα χειρόγραφο το πρώτο άμορφο
σχεδίασμα . . .» (Σ. Ε. Κ. 1859)
145)
Της Κόλασης οι δύναμαις σου στήθηκαν τριγύρου,
Άλλαις κρυφαίς, πολύ κρυφαίς, κι' άλλαις ξεντροπιασμέναις.
146)
Βγαίνει το ρόδο θαυμαστό, πρώτη χαρά του ήλιου,
Αλλ' όμως δεύτερη, Καλέ, από το πρόσωπό σου!
147)
«Και χίλι' αστέρια 'ςτο λουτρό μ' εμένα κολυμπούνε!»
«Χίλι' άστρα 'ςτο λουτρό μ' εμέ, κ' εγώ, κ' εγώ, μ' εκείνα!»
148)
Κι' ανάμεσα 'ςτής θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη,
Που ναι . . . 'ςτο φως δεμένα, 'ςτην αγάπη,
Είσαι κ' εσύ, κατσάβραχο, σα νύφη στολισμένο.
'Στ' άνθη γελάς κ' είσ' όμορφο, χάσμα του βράχου μαύρο.
Κι' άφησες τ' όμορφο κλαδί για του γιαλού την πέτρα,
Κι' ασάλευτό σαι κατά δω, πουλάκι γυρισμένο·
Πες μου μη δεν είναι της γης τα μάγια της φωνής σου;
--
149)
Τ' αστρί 'ςτα κάλλη του καλούν, και πρέπει να προβάλη.
Και πρέπει νά βγη πάρωρα τ' αστρί 'ςτην ομορφιά του.
Κι' αν δεν είν' ώρα για τ' αστρί, θε να συρθή και νά βγη.
--
150)
Δεν τώλπιζα να ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο!
Αλλ' αχ! αλλ' αχ! να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω!
Βγαλμέν' αστρί να μην είναι, και νά μαι γυρισμένος,
Με της μητρός μου φίλημα, με φούχτα γη της γης μου.
-
151)
Κ' η φύσις όλη του γελά και γένεται δική του.
Ελπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες,
Και του σφιχτόδεσες του νου μ' όλα τα μάγια πώχεις.
Νιος κόσμος δόξας και χαράς ανθίζει 'ςτην ψυχή του.
Αλλ' απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου.
--
152)
Αλλ' όπως έσχισ' εύκολα βαθιά νερά κ' εβγήκε,
Την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
153)
Η μεγαλόψυχη πνοή ευτύχησε πριν πάψη·
Άστραψε φως κ' εγνώρισε γοργά τον εαυτό του.
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαροκοπειέται.
154) Τα Αποσπάσματα του ποιήματος Το Μ ε σ ο λ ό γ γι,
ήτοι, Ο ι Ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι Π ο λ ι ο ρ κ η μ έ ν ο ι,
ανήκουν εις τρία Σχεδιάσματα. Το αρχαιότερο ήταν, ως φαίνεται,
συνθεμένο εις είδος προφητικού θρήνου εις το πέσιμο του
Μεσολογγιού, και λυρικό εις το σχήμα· το δεύτερο,
περιεχτικώτερο σύνθεμα και επικό, εις το οποίον εικονίζοντο τα
παθήματα των γενναίων αγωνιστάδων εις ταις υστεριναίς ημέραις
της πολιορκίας έως που έκαμαν το γιουρούσι· το τρίτο,
ξανάπλασμα του δευτέρου, και εις το μέτρο, και εις τη μορφή.
Εις την τάξη, την οποίαν έδωσα εις τα Αποσπάσματα του κάθε
Σχεδιάσματος, ακολούθησα την ιστορική συνέχεια, όπου αυτή είναι
φανερή.
Διάφοραις μελέταις εις το ποίημα περιέχουν τα χειρόγραφα· τους
στοχασμούς τούτους, εις Ιταλική γλώσσα γραμμένους, αναγκάσθηκα
να μεταφράσω και να τους προτάξω, ως εισαγωγήν, εις τα τρία
Σχεδιάσματα, διά _δύο λόγους_, πρώτον, ότι τα νοήματα καθ'
εαυτά είναι αξιόλογα· δεύτερον, ότι αυτά είναι ωσάν η ψυχή ενός
πλάσματος, του οποίου δεν σώζονται ειμή κάποια μέλη
ατελειοποίητα.
Είναι ομοίως μεταφρασμένα από την ιταλικήν όσα άλλα πεζά
απαντώνται εις τα Σχεδιάσμ. Β' και Γ'. (Σ. Ε. Κ. 1859).
155) Άλλη επιγραφή την οποίαν ήθελε κατ' αρχάς να βάλη εις το
ποίημα.
156) Στα χειρόγραφα του ποιητή ευρέθηκαν, ξεχωριστά, και οι
εξής δύο σ τ ο χ α σ μ ο ί:
«Ακολούθησε σταθερά τούτο. Ανάμεσα εις τα τρομερά ή λυπηρά
πράγματα, σφιχτά δεμένα, μία απλούστατη μικρή κοντυλιά τερπνή
(ή αντίστροφα), καθώς η εικόνα του μικρού χλωρού βάτου εις τους
άπειρους άμμους της Αφρικής.»
«Η Τέχνη σιωπηλή λατρεύει τη Φύση, και τούτη, ως ανταμοιβή της
μακρινής αγάπης, εβάλθηκε γυμνή να χορεύη εμπροστά της.
Εκείναις οι Μορφαίς αντιχτύπησαν εις το νου της Τέχνης, και
αυτή ταις εχάρισε των ανθρώπων.»
157) Εδώ ταιριάζει να μπη ένα κομμάτι πεζού σχεδιάσματος, όπως
το έγραψεν ο ποιητής, την εποχή που η Ζάκυνθος εφιλοξενούσε
πολλά γυναικόπαιδα, ριμένα εκεί από την πολιορκία και το χαμό
του Μεσολογγίου. Το κομμάτι παρμένο είναι μέσ' από τα
Προλεγόμενα του Πολυλά. (Σ. Ε. Κ. 1859).
«1. Και εσυνέβηκε αυταίς ταις ημέραις οπού οι Τούρκοι
επολιορκούσαν το Μεσολόγγι· και συχνά ολημερνής, και κάποτε
ολονυχτής έτρεμε η Ζάκυνθος από το κανόνισμα το πολύ.
2. Και κάποιαις γυναίκες μεσολογγίτισσαις επερπατούσαν τριγύρου
γυρεύοντας για τους άντρες τους, για τα παιδιά τους, για τ'
αδέλφια τους που πολεμούσανε.
3. Και 'ςτην αρχή εντρεπόντανε να βγούνε και επροσμένανε το
σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήταν μαθημέναις.
4. Και είχανε δούλους, και είχανε σε πολλαίς πεδιάδες γίδια,
βόιδια και πρόβατα πολλά.
5. Kαι ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παραθύρι
τον ήλιο, πότε να βασιλέψει, για να βγούνε.
6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείαις, εχάσανε την εντροπή·
ετρέχανε ολημερνής.
7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε 'ς τ' ακρογιάλι, και
συχνά ασηκώνανε το κεφάλι, κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μη πέση
το Μεσολόγγι.
8. Και ταις έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα
σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγια, και τα χαμώγια, ταις
εκκλησίαις, τα ξωκκλήσια, γυρεύοντας.
9. Και ελαβαίνανε χρήματα, παννιά για τους λαβωμένους.
10. Και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησαις των
γυναικών ήταν ταις περισσότεραις φοραίς συντροφευμέναις από
ταις κανονιαίς του Μεσολογγίου, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα
πόδια μας.
11. Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε τ' οβολάκι τους, και το
δίνανε, και εκάνανε το σταυρό τους, κυττάζοντας κατά το
Μεσολόγγι και κλαίοντας.»
158)
Βαστώντας τη λύρα
Και μώκρουζ' η λύρα
Η δίκαιη στον ώμο.
--
159) Σουλιώτης και κλαίει.
160)
Χαμένη γροικάνε
'Στου εχθρού τον αέρα
Μιαν άλλη, σαν να ναι
Τ' αντίλαλου πέρα.
Σκληρά περιπαίζει
'Στου εχθρού τον αέρα.
Η απάνθρωπη μοιάζει
Τ' αντίλαλου πέρα.
161)
Εκάθησε εκηλάιδησε γλυκόφωνο πουλάκι.
Η μαύρη μάννα το φθονεί πως ηύρ' ένα σπειράκι.
Ήρθε, εκηλάιδησε γλυκά πουλί που ταξιδεύει,
Ηύρε σπειρί κ' επήρε το, κ' η μάννα το ζηλεύει.
«Μόνε ξανοίγω και φθονώ πουλί 'ς το πέταμά του,
Και 'ςτο σπειράκι πώβρηκε, και 'ς τη γλυκειά χαρά του.»
Πολύν καιρό το βάσταξα μέσα 'ςτην έρμη αγκάλη,
«Κ' εφθόνεσα μικρό πουλί, που βρε σπειρί κ' ελάλει.
-
162)
Και το τουφέκι το πιστό σηκώνει μ' αργό χέρι·
«Έρμο! συ μώγεινες βαρύ· ο Αγαρηνός το ξέρει.»
Ερμιάς σπαθί και σκοτεινιάς, σαν τι σ' έχω 'ς το χέρι;
--
163)
Και μέσ' 'ς της λίμνης τα νερά, με πόθο και μ' ασπούδα,
Έπαιξε με τον ήσκιο της βωδάτη πεταλούδα,
Οπού εξενύχτισε όμορφα μέσα 'ς τον άγριο κρίνο·
Και το σκουλήκι βρίσκεται 'ς ώρα γλυκειά και κείνο.
Εκεί χε με τον ήσκιο της η λεφτερίδα . . .
Όλ' αγριόκρινου βωδιαίς, όπ' είχε ξενυχτίση.
--
164) Όνειρο με τα μάγια του παντού ομορφιά και χάρη.
165)
Σε χίλιαις βρύσαις χύνεται, σε χίλιαις γλώσσαις κρένει.
Με χίλιαις βρύσαις χύνεται, με χίλια μάγια δένει.
Κι' όμοια 'ς τ' ανθρώπου την ψυχή η φύση κατεβαίνει.
Η φύσις
Πηγάζει από πολλαίς πηγαίς με όλα της τα μάγια.
166)
Σάλπιγγα, ιδού, χωρίς πνοή αυτούς τους ήσκιους κράζει·
Κινούν ανάκατα κι' ακούν μια άλλη που της μοιάζει,
Γέλιο σφοδρό το τούρκικο στράτευμα συνεπαίρνει,
Κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα τρόμου λαλιά ξεσέρνει.
Χαμένη σάλπιγγα, τι θες κι' αυτούς τους ήσκιους κράζεις;
Και συ τι θες αντίπερα που σαν ηχώ της μοιάζεις;
Σώπαινε, σάλπιγγα οκνηρή, π' αυτούς τους ήσκιους κράζεις,
Και συ, σκληρή, π' αντίπερα ώσαν ηχώ της μοιάζεις.
Ανακατώνονται, κινούν αργοί, συλλογισμένοι.
Που σάλπιγγα τους έκραξε λεπτή, μικρή, χαμένη·
Και γροικούν πέρ' αντίπερα μίαν άλλη που της μοιάζει.
Σήκω, καλή μου σάλπιγγα! και βρόντα χέρι χέρι·
Εδώ ναι κόραις άβγαλταις, κι' άπραγοι νέοι, και γέροι.»
Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γροικάει·
Αλλά πώς φθάνει αντίπερα και την ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο 'ς το σκόρπιο στράτευμα τ' εχθρού γεννοβολειέται,
Κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετειέται·
Κ' ελεύθερη, χαρούμενη, γύρου βαρεί, και πέρα
Ηχοποντεί 'ς τον άπειρο και καθαρόν αέρα.
Και τέλος πάντων μακρινή σέρνει λαλιά, σαν άστρο,
Μίσους λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
«Σάλπιγγα, βάρει γλήγορα . . . . . .
Τα μάγια κόψ' του τραγουδιού, μη κόψουν την αντρεία,»
Γέλιο 'ς τ' εχθρού το στράτευμα σφοδρό γεννοβολειέται,
Άσβεστο γέλιο 'ς το πλατύ στρατόπεδο γροικειέται,
Και βαρεί γύρου ελεύθερα τον καθαρόν αέρα,
Μ' ήχους πολλούς πολλώ λογιώ κι' ώρα πολλή και πέρα·
Κ' ελεύθερη και πρόσχαρη γύρου βαρείς και πέρα
Τρικύμισε κόσμος ηχοί τον ξάστερον αέρα.
Πλημμύρα ηχοί τρικύμισαν τον ξάστερον αέρα.
Λογιών ηχοί πλημμύρισαν τον ξάστερον αέρα.
Κόσμος ηχοί 'ς τον καθαρό, 'ς τον άπειρον αέρα.
Τέλος βαρεί τρόμου λαλιά και χύνεται, σαν άστρο,
Του μάκρου τέλος n σκληρή σέρνει λαλιά, σαν τάστρο.
Τρόμου ψηλή χύνει λαλιά και βγάν' ήχους πολλή ώρα.
Χύνει κλαγγή χαρούμενη μακριά παντού, σαν άστρο,
Τέλος βαρεί τρόμου λαλιά ρητή κατά το κάστρο.
Κ' ηχοβολάει βροντόφωνα κατά το μαύρο κάστρο.
Κ' ηχολογάει βροντόφωνα κατά το μαύρο κάστρο.
-
167) Πολλά μερόνυχτ' έσκιρταν τα πέλαγα κ' οι βράχοι.
168) Από το βγάλσιμο του ηλιού 'ς τα κύματα αναμμένα.
169) Και τα νησάκια ολόγυρα παρακαλούν και τρέμουν.
170)
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολίβι,
Πέλαγο μέγα βράζ' ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»
Απάνου 'ςτο κατάστρωμα οι καλοί ναύταις λένε,
Και τα νησάκια ολόγυρα παρακαλούν, και κλαίνε.
Τουρκιά με δύναμη Αραπιά, με νου Ιταλοί και Γάλλοι,
Σ' έζωσ' ο εχθρός, σαν πέλαγο με δίχως ακρογιάλι.
Τουρκαραπιά με δύναμη.
Άλογ' Αράπη, Γάλλου νους Τούρκου οδηγά μολίβι.
-
171)
Φωνή π' ο δρόμος σου όμορφος και λούλουδα σπαρμένος.
Περβόλι ο δρόμος που πατείς κι' ο ήλιος μαγεμένος.
Ο δρόμος μοσχοβολητός κι' ο ήλιος μαγεμένος.
--
172) Στέκει στο χώμα που πατείς ο ήλιος λατρεμένος.
173) Άκου! στεριαίς, νησιά της γης, ηχούν με τ' όνομά σου.
174) Η αγκάλη μ' ελαχτάριζε κτλ.
175) Της δόξας όνειρο χρυσό, τι θές με και συ τώρα;
176)
Σε πολλούς λύκους με πολύ μίσος, θροφή, και λύσσα,
Παιγνίδι το που στάθη με, τεράστιο το που μένει·
Οι εχθροί χορτάτοι κι άξιοι, πολλοί και θυμωμένοι.
177)
Κρυφή χαρά σ' επλάκωσε, μου λέει το πρόσωπό σου,
Για να τη ξεμυστηρευθής 'ς τον αδελφοποιτό σου.
Βίγλα που απόψε εβίγλιζες . . . .
Κάτσε, και τ' αδελφοποιτού γλυκά ξεμυστηρέψου.
Βίγλα, για πες τι στάθηκε απόψε, παλληκάρι.
Για κάθησ', αδελφοποιτέ, και ξεμυστήρεψέ μου.
178)
Εσπούδαξα τη γνώμη τους 'ςτην υπνοφαντασιά τους.
Το που χε ο νους τους το σκοπό 'ςτην υπνοφαντασιά τους.
-
179)
Να το χω γκόλφι και σταυρό και μέσα στο μνημούρι,
Για δεν ωμίλησε ποτέ του τάφου η πέτρα. . .
180) Μάννα τρανή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.
--
181) Κ' υψώναν 'ςτο χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.
182)
Αχ! γιατί μούρθ' ο νιος μπροστά με τη θεϊκιά θωριά του,
Κ' έπαιξε με το φως του ηλιού, κι' αυτός με τα μαλλιά του.
183) Χάσμα σεισμού που βγάν' ανθούς και τρέμουν 'ςτον αέρα.
184)
Εκρυφανάβρυζε βαθιά κ' εγιόμιζε τη Χτίση.
Τρίσβαθο εκρυφανάβρυζε κ' επότιζε τη Χτίση.
Κρυφαναβρύζει τρίσβαθο, και πλημμυρίζ' η Χτίση.
Κρυφαναβρύζει τρίσβαθο κ' εχόρταινε τη Χτίση.
--
185)
Του πόνου εστρέψαν οι πηγαίς από τα φυλλοκάρδια,
Και μέσα πάλι εγύρισε ψυχή και καλοκάρδια.
186) Οπού ν' ερμιά και σκοτεινιά και κατοικιά του Χάρου.
187) Κ' εδέχθη κόκκαλο πολύ. . .
188) Λογισμός κ' έργο κι' όνειρο.
189)
Το πέλαο ξάφνου μακριά μουγγοβολά και σειέται.
Αχ! τ' άλογο της Αραπιάς καλά χαλινωμένο,
Και με του Τούρκου τ' άρματα νους Ιταλού και Γάλλου.
Σε λίγο μένουν άφραχτα τα λίγα στήθια πώχει.
Ακοίμητη σαι που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;
--
190) Και δέχεται με λιβανιαίς.
191)
Το μίσος όμως έβγαλε την έχθρα της ψυχής του·
«Ψαρού, το δίχτυ π' άφησες, να πας αλλού να ρήξης.»
Κι' ο φθόνος είδε κ' έρρηξε της αδικιάς το μίσος.
Καλά καμες, περήφανη, 'ς εσέ να στέρξ' ο κόσμος.
Να ιδή το δίχτυ π' άφησες πως πας αλλού να ρήξης.»
Κι' ο φθόνος εσαΐττεψε την αδικιά του μίσους·
Δίχτυ, ψαρού περήφανη, να πας αλλού να ρήξης.»
-
192)
Ψαράς μακριά π' απίθωσε 'ς τ' αγκίστρι τη ζωή του,
Τ' αστόχησε τρισεύγενα, κ' εφώναξε σκωμένος.
193)
. . . . . . . . . . . . . τα παλληκάρια
'Σ τον ήσκιο της απείραχτης και . . . σημαίας,
Και, μ' όλα τ' άρματα βροντούν τυφλά, του κόπου χάμου,
Και χάμου μ' όλα τ' άρματα βροντούν τυφλά του κόπου.
Κ' ευφραίνονται τα μάτια τους, κ' ευτύχησαν κυττώντας
Ταις κορασιαίς να τραγουδούν, και τα παιδιά να παίζουν.
Αλλ' ήλιος μέγας κι' άσβυστος, αιθέρας κοσμοφόρος
Αλλ' ήλιος, αλλ' αμέτρητος αιθέρας κτλ.
Αλλ' ήλιος, αλλ' ακλόνιστος κτλ.
Αλλ' ήλιος, αλλ' ατάραχος κτλ.
Που μουρμουρίζει, και μιλεί, και το Σταυρό τεντώνει
'Σ τον όμορφο κι' ατάραχον ελευθεριάς αέρα.
'Σ ταις όμορφαις, κ' ελεύθεραις, κ' ευτυχισμέναις αύραις.
Κι' ο Ουρανός τη βλόγουνε, κ' η γη τη χαιρετούσε.
. . . ανθρώπινη μιλιά, και σε στεφάνι πλέκει
Τα πλούσια και τρισεύγενα του πόθου λουλουδάκια.
. . . . η πρόθυμη γλυκειά φωνή σε κράζει,
Σκορπώντας τα τρισεύγενα τ'ς αγάπης λουλουδάκια.
Ανίκητή σαι, κι' όμορφη, και σεβαστή, κι' αγία.
-
194)
Γέρνεις, παιδάκι, 'ς τη μπασιά, και στέρνεις τη φωνή σου·
Γροικώ σε, γλάρε, που ξερνάς φλούντσια στρειδιού 'ς το βράχο·
Δουλειά χεις, γδυμνοσάλιγκα, και βλέπω τους αφρούς σου.
Ξερνώντας τα φλουντσόστρειδα, γλάρε, βαρείς το βράχο.
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, πολύν αφρό, σαλίγκι.
Κατακαμπίς ο κυνηγός λαγό δε να καπνίζη.
Μακρυά λαγό σ' ο κυνηγός κατακαμπίς ν' αχνίζη
Τώρα με την πανάγρια θωριά ταπεινωμένη
Κυττά, και σφίγγει το σπαθί 'ς το λαβωμένο στήθος,
Που μέσ' αγροίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.
Και τώρα
Πάλε βαρώντας με το νου κατά το φως, και πάλε
Κυττώντας, και τ' αράθυμο πάτημ' αργοπορώντας,
Καταπλακώνει το σπαθί 'ςτο λαβωμένο στήθος,
Π' αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.
Κατά το κάστρο το μικρό, και με τα δυο του χέρια
Σφίγγει σφιχτά τη σπάθη του κτλ.
195)
Ο Έρωτας εχόρεψε με τον ξανθόν Απρίλη,
Κ' η φύσις όλη βρίσκεται μέσ' 'ς τη γλυκειά της ώρα.
Εις τ' ουρανού την πλατωσιά και 'ςτα κρυφά του βάτου
'Στου ροδισμένου . . . μέσ' 'ςτον πυκνό κρυψιώνα
Ανάκουστοι κελαϊδισμοί και λιγοθυμισμένοι.
Και φέρνουν οι αέρηδες, χορτάτοι νερατζάνθη,
Ανάκουστους κελαϊδισμούς και λειποθυμισμένους.
Σε γη, σε κύμα, σε γιαλό,
Με ρόδο, με γιοφύλλι,
(Πόδι, Κύρ' Έρωτα, χρυσό)
Τώρα που έστησε χορό
Με τον ξανθόν Απρίλη.
Στη φράχτη μέσ' 'ς τη φουντωτή,
Χαριτωμένη τώρα,
Οπού δροσιαίς και μόσχους κλει
Κ' η φύσις ηύρε την καλή
Και τη γλυκειά της ώρα.
Δροσιαίς και μόσχους κλει κι' αυτός
Ο βάτος φουντωμένος,
Και μέσ' ακούστηκε γλυκός
Ανάκουστος κηλαϊδισμός
Και λιποθυμισμένος.
196)
Ενώ ξανθ' ωραιότατα νερά χαριτωμένα
Πέφτουνε μέσ' 'ς την άβυσσο . . .
Και χαίρονται το μόσχο της και δίνουν τη δροσιά τους,
Μ' όλα τα πλουσιοπάροχα καλά της νερομάννας.
Και τα νερά σπουδάζουνε και κάνουν σαν αηδόνια.
Και παίρνουνε το μόσχο της για τη δροσιά π' αφίνουν.
Νεράκι, π' αηδονολαλείς, και ρες με σπούδα 'ς τ' άνθη,
Σου δίνουνε το μόσχο τους για τη δροσιά π' αφίνεις.
197)
Αλλά 'ς της λίμνης το νερό π' ασάλευτό ναι κι' άσπρο,
Ασάλευτ' όπου κι' αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο,
Με μικρόν ήσκιον έπαιξε χρυσή πεταλουδούλα,
Που βώδισε τον ύπνο της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο.
Που πέρασεν ευωδικιά νύχτα 'ς τον άγριο κρίνο.
Οπού χε 'ς τ' αγριόκρινου τους μόσχους ξενυχτήση.
Που μέσα 'ς τον αγριόκρινο γλυκά χε ξενυχτήση.
Λευκό βουνάκι πρόβατα που σειέται και βελάζει,
Και μέσ' 'ς της λίμνης τα νερά στρωτά, γλυκά, καθάρια,
Στης έρμης λίμνης τα νερά ολόστρωτα καθάρια
Έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο.
-
198)
Για πες, αλαφροήσκιωτιε, 'στη λίμνη απόψε τ' είδες.
Εσύ σκιον έχεις αλαφρό, και πες απόψε τ' είδες.
Στη λίμνη κλει κάτι λευκό διπλώντας το φεγγάρι.
Κάτι λευκό κι' ατάραχο τυλίζει το φεγγάρι.
Εκεί που η λίμνη φούσκωσε 'ς το στρογγυλό φεγγάρι,
Συχνά το φως του φεγγαριού κάτι λευκό τυλίζει
Κ' εβγήκε κόρη θεϊκιά και φεγγαροντυμένη.
Σε κάτι απάνου ατάραχο π' ασπρίζει μέσ' 'ς τη λίμνη,
Εσυχνανακατώθηκε το στρογγυλλό φεγγάρι,
Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ολόλαμπρη 'ς το φως του,
Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά και θεϊκιά 'ς το φως του.
Κι' όμορφη βγαίνη κορασιά στημένη μέσ' 'ς το φως του.
199)
Αγαπημένα σε καλεί, δροσάτα σε χαϊδεύει,
Γλυκός αέρας καθαρός, μοσχοβολιαίς χορτάτος,
Κι' ανάκουστους κηλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους.
Γλυκά χαϊδεύει δροσερός της ευωδιάς αέρας
Μ' ανάκουστους κηλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους.
Καλείς, χρυσέ της ευωδιάς, της ομορφιάς αέρα.
Μη με χαϊδεύης, δροσερέ της ομορφιάς αέρα.
--
200)
Φτερά χετε, π' ανέγγιαγα παντού πετούν, Αγγέλοι.
Παντού πετούν κ' είν' άφθαρτα, Αγγέλοι, τα φτερά σας·
Στ' όνομ' Αυτού, που τά πλασε, τ' αγγειό τ'ς ερμιάς τα θέλει.
Ιδού, μ' ασπούδα τα φορώ, μ' αλαιμαργιά τα σφίγγω,
Να τα χω δω, και να τα κλειώ, να τα κρατώ κλεισμένα,
Εδώ που τρέχουνε για με γλυκειαίς αγάπης βρύσαις.
Κι' αμέσως τα σφυροκοπώ 'ς τον ανοιχτόν αέρα,
Χωρίς φιλί, χαιρετισμό, χωρίς ματιά να δώσω.
Όχι φιλί, χαιρετισμό, μήτε ματιά να δώσω.
--
201)
Παρηγοριά καλαίς πνοαίς, ψυχή της έρμης νύχτας.
Γλυκαίς πνοαίς παρηγοριά κτλ.
Έσπρωξ' απόψε κατά σας τα χέρια που χαν θέρμη·
Παρηγοριά καλαίς πνοαίς 'ς τη μαύρη νύχτα κ' έρμη.
202)
Το στραβό φέσι 'ς το χορό τ' άνθια 'ς τ' αυτί στολίζει,
Στοχαστικά τα μάτια του τριγύρου δεν κυττάζουν,
Και δείχνουν την αγάπη τους για τον απάνου κόσμο.
Αχ! 'ς τη θωριά του ν' όμορφο το φως και μαγεμένο.
Βάνουν αγάπη 'ς τα ψηλά τα μάτια κ' η θωριά του,
Κι' απάνου της είν' όμορφο το φως και μαγεμένο.
Τα μάτια χύνουν έρωτα κατά τον άνου κόσμο,
Οπού τον αλαφρόδενε 'ς τη γη με το χορό του,
Και 'ς τη θωριά του κτλ.
Δέν' ελαφρά τον ουρανό 'ς τη γη με το χορό του.
-
203) Μου πε με θείο χαμόγελο οπ' έσταξ' ένα δάκρυ·
204)
'Σ το περιβόλι της ψυχής το μοσχαναστημένο.
'Σ το περιβόλι της ψυχής το μοσχοβολισμένο.
-
205)
Γύρου 'ς τη φλόγα, π' άναψαν και την ετριγυρίσαν,
Κυττάζουν δίχως κίνημα, κυττάζουν δίχως δάκρυ,
Τ' αγαπημένα πράματα και τα σεμνά κρεβάτια·
Και μέσ' 'ς τη φλόγα, π' άναψαν με τα δικά τους χέρια
Κυττάζαν δίχως κίνημα, κυττάζαν δίχως δάκρυ,
Ακίνηταις, αδάκρυταις, κυττώντας, μελετώντας.
Κυττώντας μέσ' ακίνηταις, αδάκρυταις κυττώντας.
-
206)
Τ' όρος βαρεί κατάραχα σκιώντας τα νέφη ο ήλιος,
Και φανερά σου γένονται τα σπίτια μέσ' 'ς τη χλόη.
207) Όλη n σειρά, που περιέχεται 'ς το στοιχείο Δ,
ξανατυπώνεται καθώς τυπώθηκε 'ς την Κέρκυρα (Σ. Ε. Κ. 1857) με
όλα τα σημειώματα του εκδότη· γιατί αλλέως οι στίχοι, από
πρόσωπα και περιστατικά του τόπου γεννημένοι, δε θα είχανε
νόημα.
208) Α. Σ. Ζ. 1880
209) Ο Σολωμός είχε τα χρήματά του εις ένα συρτάρι ακλείδωτο·
όταν ο Ροΐδης είχε χρεία, επήγαινε να τον εύρη το πρωί, ενώ
ήταν ακόμη εις το κρεβάτι, και ομπροστά του άνοιγε τα συρτάρι
κ' έπαιρνε χρήματα. Ο Σολωμός του έλεγε· Αγαπητέ Δοτόρο, μη τα
πάρης όλα, τι δεν καρτερώ άλλα για τούταις ταις ημέραις. — Μη
φοβάσαι, του απαντούσε ο Ροΐδης, θέλει πάρω ένα μέρος μοναχά. —
Κ' έτσι έκανε, επειδή ήτανε μέτριος.
210) Έως εδώ τελειώνουν το πρώτο, δεύτερο, και τρίτο
τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτο, ίσως λείπει και το πέμπτο· το
ακόλουθον είναι το υστερινό. (Σ. Ε. Κ. 1859).
211) Rime improvvisate del N. Sig. Conte Dionisio Salamon.
Corfù 1822. Ξανατυπώθηκαν 'ς την έκδοση της Ζακύνθου (Α. Σ. Ζ.
1880).
212) Τα τρία και είκοσι ποιήματα που ακολουθούνε, πρωτοφάνηκεν
'ς την έκδοση της Ζακύνθου (A. Σ. Ζ. 1880).
213) Τακόλουθα ποιήματα και τα πεζά, ως το τέλος, παρμένα από
την έκδοση της Κερκύρας. (Σ. Ε. Κ. 1859).