37) Βλέπε την έκδοση του Chenier που ανάφερα.

38) Ο ίδιος ο Πολυλάς την αυτήν, απάνω κάτω, ιδέα μου

παράστησεν άλλοτε.

39) Μου χρησίμευσαν, από ταρχαιότερα τυπωμένα βιβλία των

στίχων του Σολωμού, τα εξής: — Ποιήματα Σολωμού και Ωδή εις τον

θάνατον του· εν Αθήναις 1857, εκδόται Μαντσαβίνος και

Δαλλαπόρτας. — Συλλογή των γνωστών ποιημάτων του Ιππότου Δ.

Κομ. Σολωμού, εν Ζακύνθω, τυπογρ. Ρωσολίμου 1857. (Για τη

συντομία, αναφέρεται 'ς τα σημειώματα του κειμένου με τα

γράμματα Σ. Π. Σ. 1857). — Δ. Σολωμού τα Ευρισκόμενα. Δαπάνη

Τερζάκη Κέρκυρα 1859. (Ομοίως, Σ. Ε. Κ. 1859) — Δ. Σολωμού

Άπαντα. Ζάκυνθος 1880 εκδότης Ραφτάνης. (Ομοίως, Α. Σ. Ζ. 1880)

Σακελλαρίου Βιβλιοθήκη του λαού. Σολωμού Ποιήματα. — Προς

τούτοις δεν εστάθηκαν ανώφελα 'ς εμέ, πλην εκείνων που αναφέρω

ή σημειώνω 'ς τον πρόλογο, και τα εξής βιβλία και άρθρα: Αλεξ.

Σούτσου Το πανόραμα της Ελλάδος, Αθήναι. 1833. — Εμμ. Στάη Περί

Σολωμού· «Αθηνάς» τόμ. Ε. — Ποιήματα Ιουλ. Τυπάλδου, εν Ζακύνθω

1856. Του αυτού Λόγος εις μνημόσυνον Σολωμού, Ζάκυνθος 1857. —

Πόθεν η λέξις «τραγουδώ» υπό Σπ. Ζαμπελίου, Αθήναι 1859. —

Πόθεν η μυστικοφοβία του Σπ. Ζαμπελίου υπό I. Πολυλά Κέρκυρα

1860. Αι Ιόνιοι νήσοι και η εν αυταίς Ελληνική Ποίησις υπό

Δώρας Δ' Ίστριας μετάφρ. Μ. Κ. Ράλλη. Αθήναι 1859. — Οι

σύγχρονοι ποιηταί της Ελλάδος υπό Ιουλιέττας Λαμπέρ μετάφρ.

Ευφρ. Κετσέα. Αθήναι 1886. — Σολωμός και Δώρα Ιστριάς υπό Γ. Δ.

Κανάλε. «Εθνική Βιβλιοθήκη» 1869 — Α. Ραγκαβή Περίληψις

Ιστορίας της Νεοελλ. Φιλολογίας, εκδότης Μπάρτ. — Ψυχάρη

Quelques observations sur la langue litteraire moderne. Paris

1888. — Κριτικαί παρατηρήσεις Γ. Καλοσγούρου εν Αθήναις 1891. —

Η φιλολογική μας γλώσσα. Σκέψεις I. Πολυλά. Αθήναι 1892 —

Ανέκδοτοι επιστολαί Αριστοτέλ. Βαλαωρίτου· « Εστία » 1889. —

Grammaire grecque moderne par Η. Pernot (Introduction) Paris. —

Πολυλάς υπό Γ. Καλοσγούρου. Του αυτού Μαρκοράς· «Εστία» 1892. —

Η γλώσσα και ο πολιτισμός εκ των του Θωμαζαίου μετάφρ.

Καλοσγούρου — «Εστία» 1893. — Σ. Δ. Βιάζη Οι διδάσκαλοι και οι

πρόγονοι του Σολωμού· «Εθν. Αγωγή» 1898. — Μπαρτ και Χιρστ

Εγκυκλ. Λεξικόν (Σολωμός).

40) Α. Σ. Ζ. 1880.

41) Α. Σ. Ζ. 1880.

42) Α. Σ. Ζ. 1880. Ύστερ' από το στίχο «Πώς δεν έχει τα

φτερά;» ακολουθούν τα εξής έξι τετράστιχα:

Ότι είπα αυτά τα λόγια,

Μου εφανήκανε ομπρός

Άλλαις κόραις στολισμέναις

Mε του φεγγαριού το φως.

Εχορεύανε πιασμέναις

Απ' τα χέρια τα λευκά,

Κι' όλαις τους επολεμούσαν

Να μου πάρουν την καρδιά.

Τότε άκουσα το χείλι

Το δικό σου να μου πη·

«Πώς σου φαίνονται;» Και σού πα:

«Είναι άσκημαις πολύ».

Eσύ έκαμες ετότες

Γέλιο τόσο αγγελικό

Που μου φάνηκε πως είδα

Ανοιχτό τον ουρανό.

Και παράμερα σ' επήρα

Eισέ μια τριανταφυλλιά

Κ' έπεσά σου αγάλι αγάλι

'Στην ολόλευκη αγκαλιά.

43) Στην πρώτη έκδοση των Απάντων του Σολωμού (Σ. Ε. Κ. 1859)

ακολουθούν

τελειώνοντας το ποίημα οι εξής δυο στροφές:

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα,

Δεν κλαίγω τα πανιά,

Μόν' κλαίγω την Ξανθούλα,

Που πάει 'ς την ξενιτειά

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα

Με τα λευκά πανιά,

Μον' κλαίγω την Ξανθούλα

Με τα ξανθά μαλλιά.

Εκρίναμεν ορθότερο να δημοσιευθή 'ς το κείμενο το ποίημα καθώς

τυπώθηκε 'ς τη «Συλλογή των γνωστών ποιημάτων» του Σολωμού (Σ.

Π. Σ. 1857), σύμφωνα με την αρχική του μορφή. (Βλέπε «Εστίας»

1891 Β' σ. 307.)

44) Σ. Π. Σ. 1857.

45)

Άσπρα λουλούδια, κίτρινα, του κάνανε στολίδια,

Λουλούδι' άσπρα και κίτρινα που τάχε μάση η ίδια

--

46)

Με το κουδούνι στο λαιμό τα γρέμπανα επερπάτει

Ν τ ι ν ν τ ι ν ν τ ι ν ν τ ι ν, κουδούνιζε 'ςτο νεκρικό

κρεβάτι·

Έσκουζε κ' έκραζε σφιχτά . . .

Έτσι την είδ', αγάπη μου, την όμορφη παιδούλα, κτλ.

47)

Αλίμονο! πόσαις φοραίς εκάτσαμε 'στη βρύση,

Λέγοντας ποιος από τ' εμάς περσότερο θα ζήση,

Βούυζ' εδώθε η καλαμιά, κείθε το κυπαρίσσι.

48) «Τούτο είναι αληθινόν· μου το είπε χαμογελώντας, όμως ήτο

στοχαστική».

(Σ. Π. Σ, 1857).

49) Πρώτη φορά τυπώθηκε 'ς την «Εστία» (1886, τ. ΚΑ', σ. 416)

50) Και αυτή δεν εσωζότουν.

51)

Σου κοινωνεί τη χάρη του,

Και σε παρηγορά.

52)

Γλυκά κοιμήσου, λείψανο,

Και θέλει λάβης πάλι

Τον αρραβώνα που ο Χριστός

Σου πήρε αγάλι γάλι,

Την ώρα οπού το δάχτυλο

Απόμεινε νεκρό.

53)

Και τρίζουνε της Κρίσεως

Την ώρα αναζητώντας.

54) Πηδάει, κινάει χαρούμενη.

55) Στροφ. 25.

Και 'ς το πέλαο μια ματία

Ρίχνει που σπιθοβολά,

Και τα νύχια τα μακρύα

Σφίγγει απλώνει αρπαχτικά.

Έτσι ο ποιητής είχε πρωτογράψη τη στροφή· την άλλαξε δε, όπως

βρίσκεται 'ς το κείμενο, σύμφωνα με την επιθυμία του φίλου του

λόρδου Γκύλφορδ. (Βλέπε Σ. Ε. Κ. 1859. σ. 38).

56) Στρ. 6. «Φανερώνονται εις τη φύση κάποια υψηλά πνεύματα τα

οποία ο Άπλαστος ηθέλησε να εντύση με θαυμάσιο φως,

Και, τόσο ένδοξα κινούνε

Εις τα χτίσματα της γης

Που το θαύμα μαρτυρούνε

Της αγνώριστης Αρχής.

57) Στρ. 23.

Που είν' σημείο της κεφαλής του,

Σημείον έλεου σωτηριάς,

Που δεν τό χανε οι γονείς του,

Και το λάβανε από μας

Εις ταις έρμαις τους αγκάλαις,

Που ελατρεύαν για θεούς

Αστραπαίς, ανεμοζάλαις,

Και βρονταίς, και ποταμούς.

Στρ. 24.

Ότι επρόβαλες την όψη,

Πίσω σου ήρθαν στρυμωχτά

Όσα τέκνα σου είχαν κόψη,

Όταν ήσουν 'ς την ερμιά.

(Αθώα τέκνα αραχνιασμένα

Που άνθρωπος δεν τα μετρά)

Και με χέρια τσακισμένα

Σε εσπρώξανε ομπροστά.

-

58) Στρ. 26.

Και η ρομφαία σου πυρωμένη

Απ' την Άπλαστη Φωνή

Εις τα εμπόδια ξεθυμαίνει

Το θυμό τόσο βαρύ,

Και αχαλίνωτη παγαίνει

Προς τα εμπόδια και βαρεί

Η ρομφαία σου πυρωμένη

Οχ την Άπλαστη Φωνή,

Και χουμάει κι' ομπρός πηγαίνει

Μέσ' 'ς τα εμπόδια, και βαρεί

Η ρομφαία σου κτλ.

59) Στρ. 55.

Κ' εκεί απάνου έλαβαν πλήθια

Αγκαλιάσματα, φιλιά.

--

60)

Στρ. 86.

Εβασίλευεν η βία,

Η αρπαγή και ο σκοτωμός.

Και η τούρκικη τυραννία έφθασε εις το άκρον· τότε οι ερμιαίς

και τα βουνά έγειναν προσκυνητάρια ελευθερίας, εγιομίσανε

θεούς, και οι αντίλαλοι ηχολήγησαν από άρματα και υψηλά

τραγούδια.

Βουνά, λόγγοι, και γκρεμοί,

Λευθεριάς προσκυνητάρια,

Και τα πάτησαν θεοί.

61) Στρ. 139.

Αρχινά και ξεσκεπάζεται

Άλλος κόσμος φανερός,

Και κάθε άλλο σκοταδιάζεται

Και του κρύβεται απ' εμπρός.

Όθε της αιωνιότης

Του ηχολόγησε η φωνή

Με ηχολόγισμα δικό της·

Τέτοιο τέλος είναι αρχή.

Στρ. 140.

Όμως μέσ' 'ς τα σκοταδιάσματα

Του θανάτου τα στερνά,

Του απομείναν δύο φαντάσματα

Ολοζώντανα και ορθά.

62) Στρ. 143. Με την τρέμουσα αγκαλιά.

63) Στρ. 149.

'Σ την ταφή του χύνει η έρμη

Βρυσομάννα το νερό,

Που του δρόσισε τη θέρμη,

Εις το ψυχομαχητό.

Εις την πέτρα του τρεχάτο,

Και καθάριο το νερό,

Που το αισθάνθηκε δροσάτο,

Εις το ψυχομαχητό.

Χύν' η βρύση τα νερά της

Εις την πλάκα, που κρατεί,

Κ' είχε στείλη τη δροσιά της,

Εις την ύστερη στιγμή.

Χύν' η βρύση με την πάχνη

Το καθάριο της νερό,

Που του δρόσισε τα σπλάχνη,

Εις το ψυχομαχητό.

'Στην ταφή του δροσισμένο

Μουρμουρίζει το νερό,

Μέσ' 'ς το στήθος το καημένο

Οχ το ψυχομαχητό.

Γέρνει ετιά μυρολοΐστρα

Εις την πλάκα που τον κλει·

Ούτε σάλπιγγες και σείστρα

Αν λαλήσουνε αγροικεί.

-

64) Στρ. 158.

Γιατί ξάφνου 'σε λιγάκι

Το φαγεί και το πιοτό

Δε τους έγινε φαρμάκι,

Να τους φάη το σωθικό;

65) Στρ. 162. 163.

Κάθε αδέξιο παλληκάρι,

Που εις της μάχης τη σφαγή

Είχε πέση ωσάν λιοντάρι,

Που αποθαίνοντας ξεσκλεί·

Κάθε γέρος, κάθε κόρη,

Κάθε ανήλικο παιδί,

Όπου τύραννοι αιμοβόροι

Είχαν διώξη από τη γη.

Ενώ εφταίγανε όσο φταίγουν

Τετραήμερα τ' αρνιά,

Οπού ωρφάνεψαν και κλαίγουν

Με βελάσματα συχνά.

Κατά δαύτονε κινιούνται

Με μεγάλη επιθυμιά,

Και θωρώντας τον βαστειούνται

Σαστισμένοι από μακρυά.

--

Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα · 第 115 / 116 题