τας χείρας προς τον σωτήρα των· ο δε Βελισάριος αισθανθείς περί
αυτόν τας αλύσους των, Τι, είπεν, αι χείρες σας είναι εις τα
δεσμά! και έλυσε τα δεσμά των.
Οποίος ήτο ο θαυμασμός του αυτοκράτορος, οποία η χαρά και η
αισχύνη!. Ω αρετή, είπε καθ' εαυτόν, ω αρετή, οποία είναι η
δύναμίς σου! Άθλιος άνθρωπος τυφλός, από το βάθος της
αθλιότητός του εμπνέει σέβας εις τους βασιλείς, αφοπλίζει τας
χείρας των βαρβάρων, και απελευθερόνει εκείνον! . . . . Ω
μέγιστε Θεέ! εάν ο κόσμος έβλεπε την αισχύνην μου! . . . . Αν!
τούτο ήθελεν είσθαι έτι τιμωρία ελαφροτάτη.
Οι Βούλγαροι ήθελαν να αποδώσωσιν όλα, όσα τους είχε δώσει.
Όχι, τους είπε, φυλάξατε ταύτα τα δώρα, και σας βεβαιόνω, ότι
θέλω προσθέσει τα λύτρα τα υποσχεθέντα.
Ο αρχηγός των, αναχωρών, ηρώτησε τον Βελισάριον, εάν είχε
καμμίαν διαταγήν προς τον βασιλέα των. Ειπέ τον, ότι εύχομαι,
απεκρίθη ο ήρως, τοιούτος ανδρείος ηγεμών να ήναι σύμμαχος της
πατρίδος μου και φίλος του αυτοκράτορός μου.
Ω Βελισάριε! ανεβόησεν ο Ιουστινιανός, όταν συνήλθεν από την
ταραχήν την εκ του κινδύνου τούτου· ω Βελισάριε! οποίαν
υπεροχήν έχεις εις την ψυχήν των λαών! και αυτοί οι εχθροί της
αυτοκρατορίας είναι φίλοι σου! Μη θαυμάζης, τον είπεν ο
Βελισάριος υπομειδιών, ότι οι Βούλγαροι μ' έχουν εις υπόληψιν.
Είμαι πολύ καλά με τον βασιλέα των. Προ ολιγωτάτων μάλιστα
ημερών συνεδειπνήσαμεν. Πού; τον ηρώτησεν ο Τιβέριος. Εις την
σκηνήν του, είπεν ο γέρων, ελησμόνησα να σας το ειπώ. Όταν
ηρχόμην εδώ, ούτοι με συνέλαβον επί της οδού, καθώς και σας,
και μ' έφερον εις το στρατόπεδόν των. Ο βασιλεύς αυτών μ'
εδέχθη ευμενώς, μ' έδωκε να δειπνήσω, με είπε να κοιμηθώ εις
τας σκηνάς του· την επαύριον δε κατώρθωσα να με υπάγωσιν εις
τον τόπον, όπου μ' επίασαν. Τι! είπεν ο Ιουστινιανός, ο
βασιλεύς αυτός ηξεύρει, ποίος είσαι, και δεν σε εκράτησε! είχε
μεγάλην προς τούτο επιθυμίαν· αλλ' οι ιδικοί του σκοποί και τα
ιδικά μου φρονήματα δεν ευρέθησαν σύμφωνα. Με επρόβαλε να
εκδικηθώ! Να εκδικηθώ, εγώ! αξιόλογος πρόφασις να πυρπολήσω την
πατρίδα μου! Τον ευχαρίστησα λοιπόν, καθώς είσαι βέβαιος, και
διά τούτο με τιμά περισσότερον.
Αι! οποίαι τύψεις, οποίαι αιώνιαι τύψεις συνειδότος εις την
ψυχήν του Ιουστινιανού, τον είπεν ο Ιουστινιανός αυτός, εάν
μάθη ποτέ, πόσον μεγάλη ήτον η αγνωμοσύνη του! Πού θέλει εύρει
φίλον ως τούτον, τον οποίον απώλεσε; Και δεν είναι ανάξιος
τοιούτου φίλου μετά την βδελυράν αδικίαν του;
Όχι, υπέλαβεν ο Βελισάριος, μη τον ατιμάζης. Λυπήσου, σεβάσθητι
το γήρας του. Θέλεις ιδεί, πως ηπατήθη. Η πτώσις μου έχει τρείς
εποχάς· πρώτη η εις την Καρχηδόνα είσοδός μου. Γενόμενος κύριος
των ανακτόρων του Γελιμέρου, κατέστησα τον θρόνον του
δικαστήριον, όπου εκάθησα δικαστής· σκοπός μου ήτο να δώσω εις
τους νόμους επιφάνειαν σεμνοτέραν· αλλά δεν ήσαν αναγκασμένοι
να εμβαθύνωσιν εις την διάνοιάν μου. Ότε δε κάθηται τις επί του
θρόνου, φαίνεται, ως να δοκιμάζη τούτο· η πράξις μου λοιπόν
αύτη ήτον απερίσκεπτος και αύτη δεν ήτο η μόνη. Εκ περιεργείας
ηθέλησα να φάγω επί της τραπέζης του Γελιμέρου, και, κατά τον
τρόπον των Βανδάλων, υπηρετούμενος από τους αξιωματικούς του
βασιλέως των. Τούτο ήτο ικανόν να δώση υπόνοιαν, ότι εγώ ήθελα
να λάβω τον τόπον του. Η φήμη τούτου μεταβιβάσθη ταχεία εις την
αυλήν. Διά να την εξαλείψω δε, εζήτησα την ανάκλησίν μου μετά
την νίκην· ο δε Ιουστινιανός αντήμειψε την πιστήν υπηρεσίαν μου
διά λαμπροτάτου θριάμβου· απήγον τον Γελίμερον αιχμάλωτον μετά
της γυναικός και των τέκνων του, και τους εις διάστημα μιας
εκατονταετηρίδος σωρευθέντας θησαυρούς, όσους οι Βάνδαλοι
ήρπαξαν από τα έθνη. Ο αυτοκράτωρ με υπεδέχθη εις το
ιπποδρόμιον, και βλέπων αυτόν επί υψηλού θρόνου,
περιεστοιχισμένον από αναρίθμητον λαόν, εκτείνοντα την χείρα
προς τον υπήκοόν του με χάριν εν ταυτώ και ημερότητα και
σεμνοπρέπειαν, εσκίρτησα από χαράν, και είπον κατ' εμαυτόν· το
παράδειγμά μου θέλει του φέρει πλήθος ηρώων. Γνωρίζει την
μεγάλην τέχνην του να διεγείρη την άμιλλαν και τον έρωτα της
δόξης· ώστε θέλουν διαφιλονεικεί, τις να τον υπηρετήση. Αλλ'
εάν ο θρίαμβός μου εχορήγει εις αυτόν νίκας, προήγγελλεν εις
εμέ πολλά αποτυχήματα. Έκτοτε λοιπόν ο φθόνος εξώρμησεν εμμανώς
κατ' εμού. Πενταετείς νίκαι τον κατεσίγασαν· αλλά βαρυνθείς
τέλος τας ευτυχίας μου, έχασε πάσαν αιδώ.
Επολιόρκουν την Ραυένναν, όπου οι Γότθοι απεσύρθησαν
συνδιωχθέντες, από όλην την Ιταλίαν, Αύτη ήτο το μόνον
καταφύγιόν των. Έδωκαν λοιπόν υπόνοιαν εις τον αυτοκράτορα, ότι
το χωρίον ήτο ανάλωτον, ότι η καταστροφή του στρατεύματός του
ήθελε προέλθει από την ισχυρογνωμοσύνην μου· και ότε,
καταντήσαντες εις τα έσχατα οι Γότθοι, έμελλον να παραδώσωσι τα
όπλα, έρχονται πρέσβεις παρά του αυτοκράτορος, προβάλλοντες
ειρήνην. Βλέπω εναργώς, ότι τον ηπάτησαν, και ότι ήθελα τον
προδώσει, εάν άφινα την ευκαιρίαν του να κυριεύσω την Ιταλίαν.
Αναβάλλω λοιπόν την προβαλλομένην ειρήνην· η πόλις παραδίδεται·
και εγώ κατηγορούμαι ως αποστάτης και προδότης. Τούτο είχε
κάποιαν πιθανότητα, καθώς βλέπετε· απείθησα, έκαμα έτι
περισσότερον. Οι πολιουρκούμενοι, δυσηρεστημένοι κατά του
βασιλέως των, με είχον προσφέρει τον θρόνον των· η δε
αποποίησης ήθελε τους παροξύνει· όθεν τους έδιδα ελπίδας με την
απόκρισίν μου· αύτη δε η συγκατάθεσις, πραγματικώς προσποιητή,
ενομίσθη ως αληθής εις την αυλήν. Ανεκλήθην λοιπόν· η δε
ένδειξις της ευπειθείας μου ετάραξε τους εχθρούς μου. Έφερα
αιχμάλωτον εις τας πόδας του αυτοκράτορος τον βασιλέα εκείνον
των Γότθων, το διάδημα του οποίου μ' εκατηγόρουν, ότι εδέχθην.
Αλλά ταύτην την φοράν ο θρίαμβος δεν με εσυγχωρήθη ποσώς.
Ελυπήθην θανάσιμα, όχι διότι εταπεινώθην. Η συνοδία μου
εσύστενε θρίαμβον· η δε συρροή και αι ανευφημίαι του λαού του
περιστοιχούντες με ήθελον ευχαριστήσει άνδρα κενοδοξότερόν μου.
Αλλ' η ψυχρά του Ιουστινιανού υποδοχή μ' εδείκνυεν, ότι δεν
μετεπείσθη ολοτελώς, και, κατά δυστυχίαν, η σκληρά αύτη πληγή,
την οποίαν επέφεραν εις την ψυχήν του, είχεν έτι μάλλον
ερεθισθή από τον απερίσκεπτον ενθουσιασμόν λαού μεθυσθέντος από
την δόξαν μου.
Ενταύθα ειλικρινώς, αν ήσο εις τον τόπον του αυτοκράτορος, ήδη
προκατειλημμένου κατ' εμού, δεν ήθελες πληγωθή από τους
διδομένους εις εμέ επαίνους, οι οποίοι ήσαν επιπλήξεις κατ'
αυτού; Δεν ήθελες υποπτεύσει την φιλοδοξίαν υπηκόου, τον οποίον
η κοινή φωνή ύψονεν έως τον ουρανόν; Δεν ήθελες ιδεί μετά τινος
αγανακτήσεως ολόκληρον λαόν εις την μέθην του σπουδάζοντα να
εκδικηθή κατά σου διά της προσφοράς θριάμβου λαμπροτέρου, παρά
τον οποίον με ηρνούντο. Ήθελες άραγε κλείσει τα ώτα σου εις τας
σκέψεις της αυλής περί της ύβρεως της γενομένης προς την
υπερτάτην αρχήν διά του οχλικού τούτου θορύβου; Γείτον, ο
μέγιστος ηγεμών είναι άνθρωπος· και δεν υπάρχει κανείς, όστις
δεν είναι ζηλότυπος της δόξης και της δυνάμεώς του· και αν ο
Ιουστινιανός δεν είχε δύναμιν να νικήση εαυτόν, και να με
συγχωρήση, τούτο έμελλεν ολίγον να μας εκπλήξη. Μόλον τούτο το
έκαμεν· ενίκησε τας αδυναμίας της κενοδοξίας και τας υποψίας
της ζηλοτυπίας, κατεδέχθη να με εμπιστευθή πάλιν τα στρατεύματά
του και την υπεράσπισιν της επικρατείας του. Αλλά το τελευταίον
συμβάν τον έκαμε να κλίνη προς το μέρος των εχθρών μου.
Ήμην εις το τέρμα του σταδίου μου. Ο Ναρσής, ο διάδοχός μου εις
την Ιταλίαν, νικών, με παρηγόρει διά την θλιβεράν μου
αχρηστίαν. Ενόμιζον, ότι δεν μ' έμενεν άλλο παρά να αποθάνω
ήσυχος, ότε οι Ούνοι ήλθαν και κατερήμοναν την Θράκην. Ο
αυτοκράτωρ μ' ενθυμήθη, και κατεδέχθη να με επιφορτίση εις το
γήρας μου εκστρατείαν, από της οποίας την έκβασιν εκρέμετο η
τύχη του κράτους. Εκάλυψα λοιπόν τας ρυτίδας και την πολιάν μου
κόμην με περικεφαλαίαν περιβεβλημένην δεκαετούς αναπαύσεως
σκωρίαν. Η τύχη μ' εβοήθησε, και εδίωξα τους Ούνους, ολίγα
στάδια απέχοντας των τειχών μας, και η επιτυχία ενέδρας τινός
με παρέστησαν ως Θεόν. Όλην την πόλιν, όταν επέστρεψα,
εκυρίευσε παραφροσύνη, μανιώδης ενθουσιασμός, διά τα οποία
εστέναζον· αλλά πώς να τα καταπαύσω; Ο αυτοκράτωρ ήτο γέρων· η
ηλικία αύτη έχει αδυναμίας· και η υπερβολική εύνοια του λαού,
αι έξοχοι τιμαί, αι εις εμέ αποδιδόμεναι, επιστοποίησαν τούτον
τον ηγεμόνα, ότι εβαρύνθησαν την βασιλείαν του, και ότι τον
εσυμβούλευαν να παραχωρήση τον θρόνον εις τον υπέρμαχόν τους. Η
ανησυχία και η θλίψις εκυρίευσαν την ψυχήν του· και χωρίς να με
μεταχειρισθή ως ένοχον, με απεμάκρυνεν ως επικίνδυνον. Τότε
έγινε κατ' αυτού η συνωμοσία, καθ' ήν εξέπνευσαν εις τας
βασάνους οι συνωμόται μη ομολογήσαντες τον κορυφαίον. Η
συκοφαντία ανεπλήρωσε την σιωπήν των ενόχων, και αυτήν την
ιδίαν σιωπήν εξέλαβαν ως ομολογίαν καταμαρτυρούσαν εμού.
Συνελήφθην· ο λαός προσεκλαύθη δι' αυτό· πολυχρόνιος φυλάκισις
τον εκίνησεν εις οίκτον· η αγανάκτησις εγέννησε την αποστασίαν·
ο δε αυτοκράτωρ αναγκασθείς να με παραδώση εις τον λαόν, δεν
ενόμισεν, ότι κάμνει άλλο τι, αφαιρών από εμέ τα μέσα του να
τον βλάψω, ειμή ότι αφοπλίζει τον εχθρόν του. Ποτέ δεν ήμην
εχθρός Του, τον Θεόν μαρτύρομαι· αλλ' ο Θεός ο καρδιογνώστης
δεν εσυγχώρησε και εις τους βασιλείς να γίνουν καρδιογνώσται·
και εκείνος, τον οποίον κατηγορείς, είναι δυστυχής μάλλον παρά
ένοχος· διότι επίστευσε φαινόμενα, τα οποία ίσως ήθελον
απατήσει και σε, καθώς εκείνον.
Ναι, αναμφιβόλως, είναι δυστυχής, και ο δυστυχέστατος των
ανθρώπων, είπεν ο Ιουστινιανός αναπηδήσας προς αυτόν, και
περισφίγξας εις τας αγκάλας του. Πόθεν αύτη η υπέρμετρος λύπη,
τον ερώτησεν, εκπλαγείς ο Βελισάριος. Είναι θλίψις ψυχής
σπαραττομένης, τον είπεν ο Ιουστινιανός. Ω αγαπητέ μου
Βελισάριε! ο άδικος εκείνος δεσπότης, ο βάρβαρος εκείνος
τύραννος, όστις σε ετύφλωσε, και όστις σ' έφερεν εις κατάστασιν
επαίτου, εκείνος είναι, όστις σε αγκαλίζεται. Συ! αυθέντα,
ανεβόησεν ο ήρως. — Ναι, φίλε μου, υπερασπιστά μου, ναι,
εναρετώτατε των ανθρώπων, εγώ είμαι, όστις έδωκα εις τον κόσμον
το φρικτόν εκείνο παράδειγμα της αχαριστίας και της
σκληρότητος. 'Άφες με να υποφέρω εις τους πόδας σου την
ταπείνωσιν, της οποίας είμαι άξιος. Λησμονώ τον θρόνον, τον
οποίον εμίανα, το διάδημα, του οποίου είμαι ανάξιος. Την κόνιν,
την οποίαν πατείς, χρεωστώ να βρέξω με τα δάκρυά μου· εις αυτήν
χρεωστεί το πρόσωπόν μου να κρύψη το αίσχος, με το οποίον είναι
κεκαλυμμένον.
Έστω! τον είπεν ο Βελισάριος, όστις, κρατών αυτόν εις τας
αγκάλας του, τον ησθάνετο συμπνιγόμενον από λυγμούς· έστω,
αυθέντα, θέλεις καταπονεθή από την μετάνοιαν ενός αμαρτήματος;
Ιδού, ότι έπεσες εις αθυμίαν, ως να ήσαι συ ο πρώτος άνθρωπος,
τον οποίον η συκοφαντία επλάνησε, ή τον οποίον το φαινόμενον
ηπάτησεν! Αλλά, και αν η πλάνη ήτον έγκλημα, διά τούτο πρέπει
τάχα να εξευτελίζεσαι και να ταπεινόνεσαι ενώπιον των ιδίων σου
οφθαλμών; Όχι, μέγιστε ηγεμών, στιγμιαία απάτη δεν πρέπει να σε
αφαιρέση την υπόληψιν του ιδίου εαυτού σου και την ευτυχίαν της
αρετής. Η μαρανθείσα και καταπεπληγμένη ψυχή σου ας ανεγερθή
αναπολούσα όλα τα αγαθά, όσα εις τους ανθρώπους έκαμες προ της
δυστυχούς ταύτης στιγμής. Ο Βελισάριος είναι τυφλός, αλλά
πολλοί λαοί ελευθερώθησαν υπό σου από τον ζυγόν των βαρβάρων·
αλλ' αι ερημώσεις, αποτελέσματα όλων των μαστίγων, διωρθώθησαν
διά των ευεργεσιών σου· αλλά τριακονταετής βασιλεία επισήμου
διά τα κοινωφελή έργα απέδειξαν εις όλον τον κόσμον, ότι δεν
είσαι τύραννος. Ο Βελισάριος είναι τυφλός· αλλά σε το συγχωρεί·
εάν δε νομίζης, ότι πρέπει να διορθώσης, το οποίον κακόν τον
έκαμες, ιδέ πόσον εύκολον είναι τούτο. Α! εκτέλεσε έν μόνον από
όσα υπέρ της ευτυχίας του κόσμου εύχομαι, και δι' εμέ τούτο
είναι ικανώτατον.
Ελθέ λοιπόν, τον είπεν ο αυτοκράτωρ σφίγγων αυτόν πάλιν εις τας
αγκάλας του, ελθέ να με βοηθήσης να διορθώσω το αμάρτημά μου,
ελθέ να εκθέσης αυτό φρικαλεώτατον εις τα όμματα της επιβούλου
αυλής μου· και η παρουσία σου, ανακαλούσα το αίσχος μου, ας
μαρτυρή και την μετάνοιάν μου.
Ο Βελισάριος εις μάτην τον επαρακάλει να τον αφήση εις την
έρημόν του· ηναγκάσθη, διά να τον παρηγορήση, να συγκατανεύση
εις το να τον ακολουθήση. Τότε ο Ιουστινιανός αποτεινόμενος
προς τον Τιβέριον, είπε· τι δεν οφείλω εις εσέ, φίλε, και ποίαι
ευεργεσίαι θέλουν ποτέ εξισωθή προς την οποίαν μ' έκαμες
υπερεσίαν; Όχι, δέσποτα, τον είπεν ο νέος, δεν είσαι τόσον
πλούσιος, ώστε να με ανταμείψης. Αλλ' επιφόρτισε τον Βελισάριον
την απόδοσιν της ευγνωμοσύνης. Αν και ήναι πενέστατος έχει όμως
θησαυρόν, τον οποίον προτιμώ παρά τους ιδικούς σου όλους.
Θησαυρός μου είναι η κόρη μου, είπεν ο Βελισάριος, και δεν
ημπορώ καλήτερα να την υπανδρεύσω. Ταύτα ειπών, έστειλε και
εκάλεσε την Ευδοξίαν. Κόρη μου, την είπε, πρόσπεσε εις τα
γόνατα του αυτοκράτορος, και ζήτησέ τον την συγκατάθεσίν του,
διά να νυμφευθής τον ενάρετον Τιβέριον. Από το όνομα, από την
θέαν του Ιουστινιανού, η πρώτη εκ της φύσεως κίνησις εις την
καρδίαν της κόρης του Βελισαρίου υπήρξεν η φρίκη και ο τρόμος.
Εκβάλλει λοιπόν κραυγήν οδυνηράν, οπισθοποδεί και αποστρέφει
τους οφθαλμούς της· ο Ιουστινιανός προχωρεί προς αυτήν.
Ευδοξία, την είπε, καταδέξου να επιβλέψης προς εμέ· θέλεις με
ιδεί περιχυμένον δάκρυα, μαρτυρούντα την μετάνοιαν, ήτις θέλει
διαρκέσει έως εις τον τάφον. Ούτε τα δάκρυα ταύτα, ούτε αι
ευεργεσίαι μου δύνανται να εξαλείψωσι το αμάρτημά μου· αλλ' ο
Βελισάριος το συγχωρεί, και ιδού η στιγμή του να φανής κόρη
του, συγχωρούσα με, ως αυτός.
Ήτο εις τον Ιουστινιανόν παρηγορία το να συνάψη την Ευδοξίαν με
τον Τιβέριον· άρχισε δε από ταύτην την στιγμήν να αισθάνεται
επανερχομένην εις την καρδίαν του την γλυκείαν της αθωότητος
γαλήνην. Ποτέ μεταβολή πλέον αιφνίδιος και απροσδόκητος δεν
κατέστρεψε τας ιδέας και τα συμφέροντα της αυλής. Η άφιξις του
Βελισαρίου έφερεν εκεί την ταραχήν και τον τρόμον. Ιδού, είπεν
ο αυτοκράτωρ εις τους αυλικούς του, ιδού ο ήρως, ο δίκαιος
εκείνος ανήρ, τον οποίον με κατηντήσατε να καταδικάσω. Τρέμετε,
μηδαμινοί! η αθωότης και η αρετή του με είναι γνωστά· και η ζωή
σας είναι εις τας χείρας του. Η ωχρότης, η αισχύνη και ο τρόμος
εικονίζοντο εις όλων τα πρόσωπα. Ενόμιζον, ότι ήτον ο
Βελισάριος κριτής αδυσώπητος, Θεός τρομερός και φοβερός· αλλά
διέμεινε μετριόφρων, ως και εις την πτώσιν του· δεν ηθέλησε να
γνωρίση κανένα από τους κατηγόρους του· και τιμώμενος μέχρι
θανάτου με την εμπιστοσύνην του δεσπότου του, δεν ενέπνευσεν
εις αυτόν ποτέ άλλο παρά συγκατάβασιν διά τα παρελθόντα,
επιμέλειαν διά τα παρόντα και μεγάλην αυστηρότητα εις όλα τα
μέλλοντα εγκλήματα. Αλλ' έζησε πολύ ολίγον διά την ευδαιμονίαν
του Ιουστινιανού. Ο αδύνατος ούτος και αθυμών γέρων ευχαριστήθη
να τον κλαύση μόνον, αι δε συμβουλαί του Βελισαρίου
ελησμονήθησαν ομού με αυτόν.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
των φιλομούσων συνδρομητών
κατά αλφάβητον.
Εν Οδησσώ.
{Διάφορα ονόματα}
Εν Ισμαηλίω.
{Διάφορα ονόματα}
Εν Ρενίω
{Διάφορα ονόματα}
Εν Βουκουρεστίω
{Διάφορα ονόματα}
Εν Γαλατσίω.
{Διάφορα ονόματα}
Εν Ιβραΐλη
{Διάφορα ονόματα}
******
1)) το των Ευπατριδών.
2)) 55,609,000 Φράγκων περίπου.
3)) Ο Τραϊανός παρωμοίαζε τον θησαυρόν του ηγεμόνος με τον
σπλήνα, του οποίου το οίδημα προξενεί αδυναμίαν εις όλον το
σώμα.
4)) Άμα πατήρ τις εκήρυττεν, ότι δεν εδύνατο να τρέφη τον παίδα
του, η πολιτεία τον ανεδέχετο. Ο παις έπρεπε να τραφή, και να
παιδευθή διά δημοσίας δαπάνης. Ο Κωνσταντίνος ηθέλησεν ούτος ο
νόμος να εγχαραχθή επί μαρμάρου, ώστε να μείνη αιώνιος.
5)) Οι αυτοκράτορες έθεσαν φόρον εις το ούρον, την κόνιν, τας
ακαθαρσίας, τα πτώματα, τον καπνόν, τον αέρα και την σκιάν·
Ήσαν φόροι λειμώνος, παραλίου, πηδαλίων, τροχών, αχθοφόρων
ζώων· και, όσα άλλα (λέγει ο Τάκιτος) αρπαγής αδίκου ονόματα οι
φορολόγοι εφεύρηκαν.
6)) Τούτο ήτο δόγμα Ερρίκου του Δ' και όλων των καλών βασιλέων·
7)) Ο Μάρκος Αυρήλιος εις κατεπείγουσάν τινα ανάγκην επροτίμησε
να πωλήση τα έπιπλα των ανακτόρων, παρά να επιφορτίση τον λαόν
με φόρους.
8)) Τον Αθανάσιον ένα των πρώτων της γερουσίας.
9)) Το πλαστόν τούτο τάγμα συνεκροτείτο εκ της αστυνομίας και
εκ της οικονομίας των κοινών προσόδων. Η πολιτική των
αυτοκρατόρων είχε περιστείλει εις τούτο την γερουσίαν.
10)) Φιλόσοφός τις εις Αθήνας, ευρών θησαυρόν εις τον αγρόν
του, έγραψε προς τον Τραϊανόν, «εύρον θησαυρόν.» Ο δε Τραϊανός
τον απεκρίθη, έχε τον συ εις χρήσιν σου· είναι πολύ μεγάλος διά
φιλόσοφον, τον έγραψεν ούτος πάλιν. Ο Τραϊανός τον έγραψε να
τον καταμεταχειρισθή. Ούτως εστοχάζετο και Αλέξανδρος ο
Σευήρος.
11)) Τέσσαρες χιλιάδες μεδίμνων καθ' εκάστην. Ο μέδιμνος ήτο το
πλάτος ενός ποδός τετραγώνου, το δε ύψος τεσσάρων δακτύλων. Ο
Ρωμαϊκός πους ήτο δέκα γαλλικών δακτύλων. Επειδή δε ο
στρατιώτης είχε μόνον πέντε μεδίμνους τον μήνα, το εκτημόριον
ενός μεδίμνου την ημέραν· επομένως σαράντα χιλιάδες μεδίμνων
έπρεπε να θρέψωσι σαράντα χιλιάδας στρατού.
12)) Ωνομάζοντο οχθοφύλακες. Αλέξανδρος ο Σευήρος τους
εσύστησεν.
13)) Ως τους Γότθους επί του αυτοκράτορος Ουάλεντος.
14)) Η Σικελία έδιδε φόρον εις τους Ρωμαίους 7,200,000
μεδίμνους σίτου. Η Αίγυπτος 21,600,000 Η Αφρική 43,200,00Ο Εις
έξ ανθρώπους ανά μέδιμνον· εδύναντο να τραφώσι 1,200,000
άνθρωποι.
15)) Ο μισθός του στρατιώτου ήτο τον μήνα 400 ασάρια αξίζοντα
25 αργυρά δηνάρια, τα οποία άξιζαν έν χρυσούν δηνάριον. Το
δηνάριον ήτο μία ουγγία χαλκού, το αργυρούν δηνάριον εζύγιζε
μίαν δραχμήν, το δε χρυσούν 140 κόκκους.
16)) Και εις τους εκ των επαρχιών έχοντας δικαίωμα πολίτου εις
την Ρώμην.
17)) Οι αυτοκράτορες, διά να ελευθερώσωσι την Ρώμην και την
Ιταλίαν από τον ζυγόν την Γότθων, είχον παραχωρήσει εις αυτούς
τας καλητέρας της Γαλατίας επαρχίας.
18)) Ο λεγεών συνίστατο τότε μόνον εκ 3000 ανδρών πεζών, και
300 ιππέων. Ιδ. Διον. τον Αλικ. και Πλούταρ. βίον Ρωμύλ.
19)) Επί Αυγούστου τα όρια ήσαν μόνον εννέα. Είχε καταστήσει
αυτός τους λεγεώνας εις θέσιν σταθεράν. Αλλ' αυξηθέντος του
αριθμού των επαρχιών, τας οποίας έπρεπε να φυλάττουν, οι
λεγεώνες δεν εδύναντο ν' αρκέσωσιν, ο Κωνσταντίνος αποσύρας
αυτούς εις το ενδότερον των επαρχιών, ανεπλήρωσεν ατελώς τούτο
με τάγματα απομάχων.
20)) Παρορμά δε τι και εις το αρήγειν συν όπλοις τη χώρα και η
γη τους γεωργούς, εν τω μέσω τους καρπούς τρέφουσα τω κρατούντι
λαμβάνειν. Ξενοφ. Οικον. Κεφ. Ε.
21)) Επί Αυγούστου 23 λεγεώνας, επί Τιβερίου 25, επί Αδριανού
30, επί Γάλβα 372,000 ανδρών· το ήμισυ Ρωμαϊκά στρατεύματα, το
ήμισυ επικουρικά.
22)) Οι πατέρες της εκκλησίας εδογμάτισαν, ότι ο Θεός ήθελε
θαυματουργήσει μάλλον παρά ν' αφήση ν' αποθάνη εκτός της οδού
της σωτηρίας τον όστις ήθελε φυλάξει ακριβώς τον φυσικόν νόμον.
Αλλ' είναι γνωστόν, ότι ο Ιουστινιανός ήτον θρησκομανής και
καταδιώκτης.
23)) Αποδίδεται εις τον Βελισάριον η γνώμη των στωικών,
παραδεχθείσαν υπό Λεϊβνιτίου και πάντων των αριστοδόξων.