συνήθη ώραν, εύρον τον ήρωα καθήμενον εις τον κήπον του
έμπροσθεν του δύοντος ηλίου. Δεν με φωτίζει πλέον, αλλά με
θερμαίνει έτι, τους είπε με ιλαρόν πρόσωπον, και εν αυτώ
λατρεύω την μεγαλοπρέπειαν και την αγαθότητα του ποιήσαντος
αυτόν. Πόσον ηδύνομαι βλέπων, είπεν ο Ιουστινιανός, ταύτα τα
φρονήματα εις ήρωα! Τούτο είναι θρίαμβος της θρησκείας. Ο
θρίαμβός της, είπεν ο Βελισάριος, είναι να παρηγορή τις τον
άνθρωπον εις την δυστυχίαν, να συγκιρνά γλυκύτητα θεσπεσίαν
μετά των πικριών της ζωής. Ποίος δε το δοκιμάζει καλήτερα παρά
εμέ! Φορτισμένος τα βάρη του γήρατος, στερημένος της οράσεως,
χωρίς φίλους, απομονωμένος καθ' εαυτόν, και έχων έμπροσθέν μου
μόνον το έσχατον γήρας, την λύπην, και τον τάφον, οποίος ήθελε
μ' αφαιρέσει την ιδέαν του ουρανού, ήθελε με φέρει ίσως εις
απελπισίαν. Ο χρηστός ανήρ είναι μετά του Θεού. είναι βέβαιος,
ότι ο Θεός τον αγαπά. Τότε ισχυροποιεί και χαροποιεί αυτόν εν
τω μέσω των θλίψεων· ενθυμούμαι, ότι εις στιγμάς στενοχωρίας,
ότε το παν μ' εγκατέλειπεν, ότε το παν ώμνυε τον όλεθρόν μου,
εγώ έλεγα κατ' εμαυτόν. Θάρρει, Βελισάριε, είσαι άμεμπτος, και
ο Θεός το βλέπει. Ο στοχασμός ούτος μ' εύφραινε την υπό της
λύπης κατατεθλιμμένην καρδίαν, εζωογόνει δε και ισχυροποίει την
ψυχήν μου. Εισέτι ομιλώ ούτως προς εμαυτόν, και όταν η κόρη μου
συμπαρευρίσκεται και λυπήται, και αισθάνωμαι τα δάκρυά της
βρέχοντα το πρόσωπόν μου. Τι! την λέγω, φοβείσαι, μήπως
εκείνος, ο οποίος, μας έπλασε, μας εγκαταλείψη και μας
λησμονήση; Η καρδία σου είναι καθαρά, συμπαθής και χρηστή, ο
πατήρ σου δεν είναι χειρότερός σου· πώς θέλεις, ουδέ αυτή η
αγαθότης να μη φροντίζη διά τους αγαθούς; Άφες, κόρη μου, άφες
να έλθη η στιγμή, καθ' ήν ο διά μόνης πνοής δημιουργήσας την
ψυχήν μου θέλει την περιλάβει εις τον κόλπον του· και θέλομεν
ιδεί, εάν οι κακοί θέλουν εκεί ταράξει την ησυχίαν μου. Η κόρη
μου, την οποίαν αύτη η ομιλία φωτίζει και πείθει, κλαίει
ακούουσά με, αλλά γλυκύτατα δάκρυα, και κατ' ολίγον την
συνειθίζω να θεωρή την ζωήν, ως βραχύν πλουν, καθ' όν
ευρίσκεταί τις εις σκάφος πολλά στενοχωρημένος, αλλά ο λιμήν
του είναι τερπνότατος.
Πλάττεις θρησκείαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, τωόντι πραείαν! Αύτη δε
είναι η ορθή, επανέλαβεν ο Βελισάριος· Δεν θέλετε να φαντάζωμαι
τον υιόν, τον οποίον χρεωστώ να λατρεύω ως τύραννον σκυθρωπόν
και άγριον, του οποίου η μόνη ευχαρίστησις είναι να κολάζη;
Ηξεύρω βεβαίως, ότι, όταν άνθρωποι ζηλότυποι, υπερήφανοι,
μελαγχολικοί μας τον εικονίζουσι, τότε τον παραστένουν οργίλον
και βίαιον, οποίοι είναι αυτοί· αλλά ματαίως προσάπτουσιν εις
αυτόν τα ελαττώματά των, εγώ προσπαθώ να βλέπω εν αυτώ μόνον
ό,τι χρεωστώ να μιμώμαι. Εάν απατώμαι, τουλάχιστον είμαι
βέβαιος, ότι η πλάνη μου είναι αθώα! Ο Θεός μ' έπλασεν ασθενή,
θέλει είσθαι επιεικής· ηξεύρει, ότι δεν είμαι ούτε ανόητος ούτε
κακός τόσον, ώστε να θέλω να τον παροργίσω, το οποίον είναι
μανία αδύνατος και άλογος, την οποίαν ουδέ εννοώ. Είμαι προς
αυτόν έτι πιστότερος και μυριάκις πλέον αφοσιωμένος παρ' ό,τι
ποτέ ήμην προς τον αυτοκράτορα· και είμαι βεβαιότατος, ότι ο
αυτοκράτωρ, όστις δεν είναι ανώτερος θνητού, δεν ήθελε με κάμει
κανέν κακόν, εάν ήθελε δυνηθή να εμβλέψη ως αυτός, εις την
ψυχήν μου. Φευ! απεκρίθη ο Ιουστινιανός· ο Θεός ούτος είναι μ'
όλον τούτο επίσης τρομερός Θεός. Τρομερός προς τους κακούς, το
πιστεύω, είπεν ο Βελισάριος· αλλ' εγώ είμαι καλός· καθόσον η
του κακούργου ψυχή είναι ασυμβίβαστος με την Θείαν ταύτην
ουσίαν, τοσούτον εγώ ηδέως φαντάζομαι, ότι η ψυχή του δικαίου
είναι προς αυτήν ανάλογος. Αι! ποίος από ημάς είναι δίκαιος
είπεν ο αυτοκράτωρ. Όστις αγωνίζεται με όλας τας δυνάμεις του
να γίνη δίκαιος, είπεν ο Βελισάριος. διότι η ευθύτης υφίσταται
εις την βούλησιν.
Δεν θαυμάζω, είπεν ο νέος Τιβέριος, εάν η διάνοιά σου αγαπά να
υψούται έως εις αυτόν, τον βλέπεις τόσον εύνουν! φευ! είπεν ο
γέρων, αισθάνομαι πολύ, ότι αγωνιζόμενος να τον κατανοήσω,
καταπονώ ματαίως την ασθενή διάνοιάν μου εις το να συνάψω παν
ό,τι ηξεύρω κάλλιστον και ωραιότατον, ότι δεν προκύπτει εκ
τούτου τι άλλο παρά ιδέα ατελεστάτη. Αλλά τι θέλετε να κάμνη
άνθρωπος, προσπαθών να γνωρίση Θεόν; Εάν δε τούτο το
ακατάληπτον ον αρέσκεται είς τι, βέβαια τούτο είναι η προς τα
τέκνα του φιλοστοργία. Ό,τι δε με τον εικονίζει πραότατον,
τούτο λαμβάνω με πλειοτέραν προθυμίαν διά να συνθέσω την εικόνα
του.
Δεν αρκεί, είπεν ο αυτοκράτωρ, να τον φαντάζεται τις
ευεργετικόν, πρέπει να προσθέση, ότι είναι και δίκαιος. Τούτο
είναι το αυτό, είπεν ο γέρων· να αρέσκεταί τις εις το αγαθόν,
να μισή το κακόν, να ανταμείβη το μεν, να κολάζη τον άλλο,
ταύτα χαρακτηρίζουσι τον αγαθόν· αυτά δοξάζω. Δεν
επαρουσιάσθητε ποτέ, ως εγώ, νοερώς εις την έγερσιν του Τίτου,
του Τραϊανού, και των Αντωνίνων; Αυτό είναι μία από τας ηδίστας
μου ονειροπολήσεις. Νομίζω, ότι είμαι εις το μέσον της αυλής,
ήτις όλη συνίσταται από αληθείς του ηγεμόνας φίλους· τον βλέπω
προσμειδιώντα ευνοϊκώς προς το πλήθος εκείνο των χρηστών
ανδρών, επιχέοντα επ' αυτών τας ακτίνας της δόξης του,
κοινολογούμενον εις αυτούς με σεμνοπρέπειαν πραοτάτην, και
πληρούντα τας ψυχάς των από την καθαράν εκείνην χαράν την
οποίαν και αυτός εκείνος αισθάνεται κάμνων άλλους ευτυχείς·
έστω. Η αυλή λοιπόν εκείνου, όστις με περιμένει, θέλει είναι
απειράκις σεβαστοτέρα και ωραιοτέρα· θέλει συγκροτείσθαι από
τους Τίτους, από τους Τραϊανούς, από τους Αντωνίνους, οίτινες
υπήρξαν η χαρά του κόσμου. Με τούτους και με τους αγαθούς
άνδρας παντός τόπου και παντός χρόνου ο δυστυχής τυφλός
Βελισάριος θέλει παρίστασθαι ενώπιον του δικαίου και αγαθού
Θεού. Οι δε πονηροί, τον είπεν ο Τιβέριος, τι θέλουν γίνει;
Ούτοι δεν θέλουν παρίστασθαι εκεί. Ελπίζω να ίδω εκεί,
επρόσθεσε, τον σεβαστόν και δυστυχή γέροντα, όστις με αφαίρεσε
το φως, διότι έκαμε καλόν και το έκαμεν από κλίσιν· εάν δε
έκαμε κακόν, το έκαμεν εξ απάτης. Θέλει χαρή, νομίζω, εάν μ'
εύρη τότε έχοντα και τους δυο μου οφθαλμούς. Ενώ ωμίλει
τοιουτοτρόπως, το πρόσωπόν του ηκτινοβόλει από χαράν. Ο δε
αυτοκράτωρ κατεβρέχετο με δάκρυα, στηριζόμενος εις τας αγκάλας
του Τιβερίου.
Αλλ' εντός ολίγου, ότε η κατάνυξις έδωκε χώραν εις την σκέψιν·
συ ελπίζεις, είπε προς τον Βελισάριον, να εύρης τους μη
χριστιανούς ήρωας εις τον ουρανόν! Το στοχάζεσαι; Άκουσε,
γείτον, τον είπεν ο Βελισάριος. Δεν έχεις όρεξιν να λυπής το
γήρας μου ((22);
Είμαι άθλιος άνθρωπος, όστις δεν έχω άλλην παρηγορίαν παρά το
μέλλον το οποίον φαντάζομαι. Εάν τούτο ήναι πλάνη, συγχώρησέ
την εις εμέ· με κάμνει καλόν, ο δε Θεός ουδόλως παροργίζεται
δι' αυτήν, διότι τον αγαπά περισσότερον δι' αυτό. Δεν δύναμαι
να πιστεύσω, ότι μεταξύ της ψυχής μου και της του Αριστείδου,
του Μάρκου Αυρηλίου και του Κάτωνος είναι αιωνία άβυσσος· και,
εάν το επίστευα, αιθάνομαι, ότι ήθελα αγαπά ολιγώτερον το
υπέρτατον Όν, το οποίον μας έπλασε.
Νέε, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, τιμών του ήρωος τον
γενναίον ενθουσιασμόν, μη καταντήσης να τον λάβης ως οδηγόν. Ο
Βελισάριος ποτέ δεν εφιλοτιμήθη να εμβαθύνη εις ταύτας τας
υποθέσεις! Να εμβαθύνω! Φευ! και ποίος δύναται να εμβαθύνη;
είπεν ο γέρων. Ποίος άνθρωπος τολμηρός ημπορεί να ειπή, ότι
εξηρεύνησε τας αιωνίους βουλάς; Αλλ' ο Θεός μας έδωκε δύο
χειραγωγούς, οίτινες χρεωστούν να ήναι σύμφωνοι προς αλλήλους,
το φως της πίστεως και το της συνειδήσεως. Ό,τι αίσθημα φυσικόν
και ακαταμάχητον μας βεβαιόνει, τούτο η πίστις· δεν δύναται να
αναιρέση. Η αποκάλυψις δε δεν είναι άλλο, ειμή το αναπλήρωμα
της συνειδήσεως· είναι η ιδία φωνή, ήτις ακούεται άνωθεν και
από του βάθους της καρδίας. Είναι αδύνατον αύτη να λανθασθή·
και εάν εξ ενός μέρους την ακούω να με λέγη, ότι ο δίκαιος και
αγαθοποιός άνθρωπος ευαρεστεί εις τον Θεόν, εκ του άλλου δεν με
λέγει, ότι αυτός είναι αντικείμενον των εκδικήσεών του. Αι, και
ποίος σε βεβαιόνει, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι αύτη η φωνή, η
λαλούσα προς την καρδίαν σου, είναι μυστική αποκάλυψις; Εάν δεν
ήναι, ο Θεός με απατά, είπεν ο Βελισάριος· και το παν
απόλλυται. Αυτή είναι η αναγγέλλουσα ένα Θεόν, η παραγγέλλουσα
την προσκύνησίν του, η διδάσκουσά με τον νόμον του. Μη τάχα
έδωκε την ακαταμάχητον ισχύν της εναργείας εις την πλάνην; Ω,
οποίος και αν ήσαι, άφες με την συνείδησιν αυτή είναι
χειραγωγός και στήριγμά μου. Χωρίς αυτήν δεν γνωρίζω πλέον ούτε
το αληθές, ούτε το δίκαιον, ούτε το τίμιον· το ψεύδος και η
αλήθεια, το καλόν και το κακόν συγχέονται· δεν ηξεύρω, εάν
εκπλήρωσα το χρέος μου· δεν ηξεύρω πλέον, εάν ήναι χρέη· τότε
τυφλώττω, και οι στερήσαντές με το φως της ημέρας ήσαν
ολιγώτερον βάρβαροι παρ' εκείνον, ο οποίος ήθελε με σκοτίσει το
εσωτερικόν φως της συνειδήσεως.
Τι σε δείχνει λοιπόν, είπεν ο Ιουστινιανός, τόσον σαφώς, η
αδύνατος και απατηλή αύτη λάμψις; Ότι θρησκεία, κηρύττουσα Θεόν
ίλεων και ευεργετικόν είναι η αληθής, είπεν ο Βελισάριος, και
ότι παν ό,τι εναντιούται εις την ιδέαν και την γνώμην, την
οποίαν συνέλαβα περί τούτου, τούτο δεν είναι ταύτης της
θρησκείας. Να σας το ομολογήσω; Το προσκολλών εμέ εις αυτήν
είναι, ότι με κατασταίνει καλήτερον και φιλανθρωπότερον. Εάν
έμελλε να με καταστήση άγριον, σκληρόν, άσπλαγχνον, ήθελον την
αφήσει και ήθελα ειπεί εις τον Θεόν· προκειμένου να εκλέξω την
απιστίαν ή την κακίαν, προτιμώ το ολιγώτερον ατιμάζον Σε. Κατ'
ευτυχίαν δε η προτίμησις αύτη είναι κατά την καρδίαν μου· η
προς τον Θεόν, η προς τον πλησίον αγάπη, τι απλούστερον και
μάλλον κατά φύσιν! να ευχώμεθα υπέρ εκείνου, όστις μας
κακοποιεί, τι μεγαλύτερον και υψηλότερον! Να μη θεωρώμεν τας
θλίψεις μας ειμή ως δοκιμασίας της αρετής, τι παραμυθητικώτερον
εις τον άνθρωπον! Μετά ταύτα, ας με προβάλλουν μυστήρια
ακατάληπτα, τα δέχομαι και λυπούμαι τους έχοντας λογικόν
ολιγώτερον φωτισμένον και ολιγώτερον ευπειθές παρά το ιδικόν
μου. Αλλ' ελπίζω υπέρ αυτών εις την αγαθότητα του πατρός, τέκνα
του οποίου είναι όλοι οι άνθρωποι, και εις την επιείκειαν του
κριτού του δυναμένου να συγχωρήση την πλάνην.
Διά τούτου, επανέλαβεν ο Ιουστινιανός, θέλεις σώσει πολλούς
ανθρώπους! Είναι ανάγκη, είπεν ο Βελισάριος, να ήναι τόσοι
απόβλητοι; βλέπω, ως συ, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι είναι ηδύτερον
ν' αγαπά τις τον Θεόν παρά να τον φοβήται· αλλ' όλη η φύσις
μαρτυρεί την εκδίκησιν και την αυστηρότητα των ενταλμάτων του.
Εγώ, είπεν ο Βελισάριος, δοξάζω ότι κολάζει μόνον, όσα δεν
ενδέχονται να συγχωρηθώσιν, ότι το κακόν δεν προέρχεται από
αυτόν, και ότι έκαμεν εις τον κόσμον όλα τα ενδεχόμενα αγαθά
((23). Τοιαύτη είναι η θρησκεία μου. Ας την προβάλουν εις όλους
τους λαούς, ας ερωτήσωσιν, εάν δεν ήναι αξία ευλαβείας και
αγάπης· όλαι της φύσεως αι φωναί θέλουν υψωθή υπέρ αυτής. Αλλ'
εάν η βία και η σκληρότης εξοπλίζωσιν αυτήν με φλόγα και
σίδηρον, εάν οι επαγγελλόμενοι αυτήν ηγεμόνες βασανίζουν, ως
εις τον Άδην, εν ονόματι του Θεού της ειρήνης, όσους εχρεώστουν
να αγαπώσι και να ελεώσιν έν εκ των δύο, ήθελε φανή πιθανόν, ή
ότι η θρησκεία είναι βάρβαρος, ως αυτοί, ή ότι δεν είναι άξιοι
αυτής.
Γεννάται, είπεν ο Ιουστινιανός, εκ των λόγων σου πρόβλημα
σπουδαιότατον. Δεν ζητείται άλλο να μάθωμεν, παρά εάν ο ηγεμών
έχη το δίκαιον ν' απαιτή εις την επικράτειάν του την ενότητα
του δόγματος και της λατρείας. Διότι, αν το έχη, δεν ημπορεί να
το μεταχειρισθή προς αποστάτας ισχυρογνώμονας αλλέως παρά διά
της βίας και των τιμωριών.
Επειδή είμαι ειλικρινής, είπεν ο Βελισάριος, συμφωνώ κατά
πρώτον, ότι παν ό,τι δύναται να έχη επιρροήν εις τα ήθη, και
αναφέρεται εις την κοινήν ευταξίαν, εξαρτάται από τον ηγεμόνα,
όχι ως κριτήν της αληθείας και της πλάνης, αλλ' ως κριτήν του
καλού ή του κακού του προκύπτοντος από αυτά· διότι η πρώτη αρχή
πάσης πίστεως είναι, ότι ο Θεός είναι φίλος της ευταξίας, και
ότι δεν συγχωρεί τίποτε, το οποίον ημπορεί να ταράξη αυτήν.
Αμφιβάλλεις λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, μήπως τα κοινά ήθη δεν
έχουν στενάς και αναγκαίας με την πίστιν σχέσεις; Συμφωνώ,
είπεν ο Βελισάριος, ότι αι εις αυτήν αλήθειαι αναφέρονται εις
τα ήθη, αλλά παρατηρήσατε, ότι ο Θεός τας κατασταίνει αληθείας
αισθητάς, περί των οποίων ουδείς έμφρων αμφιβάλλει. Όθεν, εάν η
Πρόνοια κατέστησεν ανεξαρτήτους από τας υψηλάς ταύτας αληθείας
την ευταξίαν της κοινωνίας, την κατάστασιν των ανθρώπων, την
τύχην των βασιλείων, τας επιτυχείς ή αποτυχείς εκβάσεις των
επιγείων πραγμάτων, διά τι οι άνθρωποι δεν πράττουν ως αυτή;
Βλέπω, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι τους αφίνεις μόνον την μέριμναν
του ό,τι αποβλέπει εις τους ανθρώπους· αλλ' είναι δι' αυτούς
χρέος ιερώτερον παρά το να ήναι υπουργοί των βουλών του Θεού;
Αι! ας ήναι υπουργοί της αγαθότητός του, ανεβόησεν ο
Βελισάριος, και ας αφήσωσιν εις τους δαίμονας το καταχθόνιον
έργον των υπηρετών της εκδικήσεως του· εις την τάξιν της
αγαθότητος, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι το να θέλη, ώστε ο μεν
άνθρωπος να φωτίζεται, η δε αλήθεια να θριαμβεύη. Θέλει
θριαμβεύσει, είπεν ο Βελισάριος, αλλά τα όπλα σου, δεν είναι
καθώς τα ιδικά της. Δεν βλέπεις, ότι, δίδων εις την αλήθειαν
την εξουσίαν του φέρειν την ρομφαίαν, δίδεις αυτήν εις την
πλάνην ότι διά να την μεταχειρίζεται, αρκεί να έχη την εξουσίαν
εις χείρας, και ο διωγμός αλλάσει σημαίας και θύματα κατ'
αρέσκειαν της γνώμης του ισχυροτέρου; Ούτως ο Αναστάσιος
κατεδίωξε τους υπό του Ιουστινιανού προστατευομένους· τα τέκνα
δε εκείνων, τους οποίους έσφαττον τότε, σφάττουν και αυτά τώρα
τους απογόνους των διωκτών των. Ιδού δύο ηγεμόνες, οίτινες
ενόμισαν, ότι ευαρεστούν εις τον Θεόν, προστάζοντες να σφάττωσι
τους ανθρώπους ποίος από τους δύο είναι βέβαιος, ότι το αίμα,
το οποίον έχυσεν, είναι ευάρεστον τω Θεώ. Εις τα απέραντα της
πλάνης διαστήματα η αλήθεια κατέχει μόλις μικρόν σημείον. Ποίος
επέτυχε το μόνον τούτο σημείον; Έκαστος φρονεί τον εαυτόν του·
αλλά με ποίαν απόδειξιν; Και αυτή η ενάργεια χορηγεί τάχα εις
αυτόν το δικαίωμα με τα όπλα εις τας χείρα να καταπείση άλλον
εις τούτο; Η πειθώ έρχεται από το Θεόν ή από τους ανθρώπους.
Εάν έρχεται από τον Θεόν, έχει αφ' εαυτής υπεροχήν νικηφόρον·
εάν έρχεται από τους ανθρώπους, έχει μόνα τα δικαιώματα του
λογικού προς το λογικόν. Έκαστος εγγυάται περί της ψυχής του·
εις αυτόν λοιπόν, και εις μόνον αυτόν αρμόζει ν' αποφασίση περί
της εκλογής, εκ της οποίας εξαρτάται διά παντός η απώλειά του ή
η σωτηρία του. Θέλεις να με αναγκάσης να φρονώ ως εσύ. Εάν δε
συ απατάσαι, στοχάσου πόσον επιζήμιόν μου είναι· συ αυτός, του
οποίου η πλάνη ίσως είναι αθώα, θέλεις είσθαι αθώος, εάν ήθελες
με πλανήσει; Φευ! Τι στοχάζεται ο θνητός, δίδων ως νόμον την
πίστιν του; Μυρίοι άλλοι ειλικρινείς επλανήθησαν και
ηπατήθησαν. Αλλά και αν ήθελεν είσθαι αναμάρτητος, χρέος μου
είναι να τον υποθέτω τοιούτον; εάν πιστεύη, διότι ο Θεός τον
φωτίζει, ας τον ζητήση να φωτίση και εμέ. Εάν δε πιστεύη κατά
την πίστιν των ανθρώπων, ποία εγγύησις δι' αυτόν και δι' εμέ;
Το μόνον άρθρον, εις το οποίον όλα τα κόμματα συμφωνούν, είναι,
ότι ουδείς εξ αυτών καταλαμβάνει τίποτε περί του οποίου τολμώσι
να δογματίζωσι. Συ δε με λέγεις, ότι αμαρτάνω, διότι αμφιβάλλω
περί του οποίου αυτοί γνωμοδοτούσι. Ας καταβή η πίστις
ουρανόθεν, και θέλει ευρεί προσηλύτους· αλλά με διατάγματα
θέλουν ευρεί αποστάτας μόνον ή πανούργους. Οι γενναίοι άνδρες
θέλουν γείνει μάρτυρες· οι αγενείς υποκριταί, οι θρησκομανείς
όλων των κομμάτων θέλουν είσθαι εξηγριωμέναι τίγρεις. Ιδέτε τον
συνετόν εκείνον βασιλέα των Γότθων, τον Θεοδώρικον, του οποίου
η βασιλεία μόνον προς το τέλος αυτού εφάνη κατωτέρα της
βασιλείας των χρηστοτέρων μας ηγεμόνων. Ήτον αρειανός, αλλ' όχι
μόνον δε απήτει να παραδεχθώσι τα φρονήματά του, αλλ' ετιμώρει
με θάνατον, εάν κανείς από τους ευνοουμένους του έκαμνε τούτο
αναιδώς και ανοσίως προς χάριν του. «Πώς δεν θέλετε με
προδώσει, έλεγε, εμέ, όστις είμαι άνθρωπος μόνον, ενώ σεις δι'
εμέ, προδίδετε εκείνον, τον οποίον οι πατέρες σας ελάτρευον;» Ο
αυτοκράτωρ Κωνστάντιος εφρόνει παρομοίως. Ποτέ δεν εγκαλούσε
τους υπηκόους του διότι έμεναν πιστοί εις το δόγμα των, και
εμέμφετο τους αυλικούς του, ότι αρνούντο το ιδικόν των, διά να
ευαρεστήσουν εις αυτόν, και ότι επρόδιδον την ψυχήν των, διά να
κερδήσωσι την αγάπην του. Ω! είθε ο Ιουστινιανός να αποποιηθή,
καθώς εκείνος, το δικαίωμά του να υποδουλόνη την διάνοιαν!
Εμπεριεπλέχθη εις ατελευτήτους έριδας· αύται δε τον έφεραν
περισσοτέρας αγρυπνίας παρ' όσας τα ωφελιμώτερά του έργα. Τι
επροξένησαν; διχονοίας, στάσεις, και σφαγάς. Ετάραξαν την
ησυχίαν του και την ησυχίαν της επικρατείας του.
Η ησυχία της επικρατείας, υπέλαβεν ο αυτοκράτωρ, κρέμαται από
την σύμπνοιαν των ψυχών. Τούτο είναι γνώμη αμφίβολος, είπεν ο
Βελισάριος, και την οποίαν πολλάκις καταχρώνται. Αι ψυχαί ποτέ
δεν έχουν πλειοτέραν σύμπνοιαν παρ' όταν ελευθέρως έκαστος
διανοήται, ως εγκρίνει. Ηξεύρετε, τι κάμνει να ήναι η
κοινοδοξία ζηλότυπος, τυραννική και μη ανεκτική; Η αξία, την
οποίαν οι βασιλείς κατά δυστυχίαν προσάπτουσιν εις αυτήν· η
εύνοια, την οποίαν παρέχουσιν εις αίρεσίν τινα, βλάπτοντες και
αποβάλλοντες όλος τας αντιπάλους αιρέσεις. Ουδείς θέλει να
ταπεινωθή, να καταφρονηθή και να στερηθή όλα τα δίκαια του
πολίτου και του πιστού υπηκόου, οσάκις δε είς τινα πολιτείαν
διαιρέσουν τους ανθρώπους εις δύο τάξεις, εκ των οποίων η μία
θέλει αποστερήσει την άλλην τα αγαθά της κοινωνίας, οποία και
αν ήναι η πρόφασις της αποκληρώσεως, η καταδιωγμένη τάξις θέλει
θεωρεί την πατρίδα ως μητρυιάν της. Το ματαιότερον πράγμα
γίνεται μέγα, όταν έχη επιρροήν εις των πολιτών την κατάστασιν.
Και πιστεύσατε, ότι αύτη η επιρροή ανάπτει τας φατρίας. Ας
αποδοθή το αυτό συμφέρον εις έριδα περί του αριθμού των κόκκων
της άμμου της θαλάσσης, και θέλομεν ιδεί γεννωμένας τας αυτάς
εχθροπαθείας. Η θρησκομανία ως επιτοπλείστον δεν είναι άλλο
παρά φθόνος, πλεονεξία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, μίσος και
εκδίκησις, ενεργούντα εν ονόματι του Θεού. Τούτων των θεών
υπηρέτης αδιάλλακτος γίνεται ο ευκολόπιστος και βίαιος
βασιλεύς. Ας μη κερδαίνη τις τίποτε επί της γης μαχόμενος υπέρ
του ουρανού· ο υπέρ της αληθείας ζήλος ας μη ήναι πλέον το
μέσον, διά να βλάψη τις τον αντίζηλον ή τον εχθρόν του, να
υψωθή επί των ερειπίων του, να πλουτήση γυμνόνων αυτόν, ν'
αποκτήση προτίμησιν, την οποίαν εδύναντο ν' αντιποιώνται· και
τότε όλα τα πνεύματα θέλουν καταπραϋνθή, όλαι αι αιρέσεις
θέλουν ησυχάσει. Τα του Θεού όμως θέλουν εγκαταλειφθή, τον
είπεν ο Ιουστινιανός. Ο Θεός δεν έχει χρείαν της υπερμαχίας
σου, είπεν ο Βελισάριος· δυνάμει των διαταγμάτων σου τάχα ο
ήλιος ανατέλλει, και οι αστέρες λάμπουσιν εις τον ουρανόν; Η
αλήθεια λάμπει αυτόφωτος· αι δε ψυχαί δεν φωτίζονται με την
φλόγα των πυρών, επί των οποίων ολοκαυτούσι τους ανθρώπους· ο
Θεός επιφορτίζει εις τους ηγεμόνας την φροντίδα του να κρίνουν
τας πράξεις των ανθρώπων· αλλά διατηρεί αυτός μόνον το δικαίωμα
του να κρίνη τους διαλογισμούς· απόδειξις δε, ότι η αλήθεια δεν
τους έλαβε κριτάς, είναι, ότι ουδείς εξ αυτών είναι άνευ
πλάνης.
Εάν η του διανοείσθαι ελευθερία ήναι αχαλίνωτος, είπεν ο
αυτοκράτωρ, και των πράξεων η ελευθερία θέλει γείνει ταχέως
τοιαύτη. Ουδεποσώς, επανέλαβεν ο Βελισάριος· τότε ο άνθρωπος
εμβαίνει υπό την εξουσίαν των νόμων· και όσον περισσότερον η
εξουσία αύτη θέλει περικλείεσθαι εις τα φυσικά αυτής όρια,
τόσον ολιγώτερον θέλει έχει χρείαν δυνάμεως προς διατήρησιν της
ευταξίας και ειρήνης. Η δικαιοσύνη είναι η κυριωτέρα της
εξουσίας προσκλητική φωνή· αύτη δε τότε μόνον είναι σαλευομένη,
όταν δεν ήναι επί της βάσεώς της. Πώς θέλετε να συνειθίση τις
τους ανθρώπους να βλέπωσιν άνθρωπον θεοποιούμενον, και
προστάζοντα με τα όπλα εις τας χείρας, να πιστεύωσιν ό,τι αυτός
πιστεύει, να διαλογίζωνται, καθώς αυτός; Ερωτήσατε τους
στρατηγούς σας, τι κατώρθωσεν εις την Αφρικήν η κατά των
Βανδάλων αυστηρότης και βία των; Ήμην εις Σικελίαν. Ο Σολομών
έρχεται εκεί ως παράφρων και απελπισμένος, και με λέγει. «Όλα
εις την Αφρικήν απωλέσθησαν· οι Βάνδαλοι απεστάτησαν· η
Καρχηδών εκυριεύθη, και λεηλατείται· και εντός αυτής και εις
τους αγρούς κολυμβώσιν εις το αίμα· και ταύτα εξ αιτίας τινών
ονειροπόλων, οίτινες δεν εννοούνται συναλλήλως, και οίτινες
ποτέ δεν θέλουν ομοφρονήσει. Εάν ο αυτοκράτωρ εμβαίνη εις τα
τοιαύτα, εάν εκδίδη διατάγματα περί λεπτολογιών, τας οποίας
παντελώς δεν εννοεί, εγώ παραιτούμαι την στρατηγίαν· είμαι εις
απελπισίαν.» Ούτως ωμίλησεν ο γενναίος εκείνος ανήρ. Μόνον
ημείς ας το ηξεύρωμεν· είχε δίκαιον. Αρκούν τ' ανθρώπινα πάθη
μόνα να ταράξωσι τόσον αχανή αυτοκρατορίαν, χωρίς να έλθη και η
θρησκομανία να ανάψη τας δάδας της.
Ποίος δε θέλει καταπραΰνη τας εγερθείσας ταραχάς; ερώτησεν ο
αυτοκράτωρ. Η αηδία, απεκρίθη ο Βελισάριος, η αηδία από το να
φιλονεικούν περί πραγμάτων, τα οποία δεν εννοούσι, και τα οποία
κανείς δεν ακούει. Διότι η προσοχή, την οποίαν απέδοσαν εις
τους νεωτερισμούς, εγέννησε τόσους νεωτεριστάς. Ας μη
αποδίδωσιν εις αυτάς ουδεμίαν αξίαν, και εντός ολίγου θέλει
παρέλθει η χρήσις αυτών· ούτοι δε θέλουσι μεταχειρισθή άλλα
μέσα, διά να γείνωσιν επίσημοι άνδρες. Συγκρίνω όλους τούτους
τους ανθρώπους προς τους μονομαχούντας εις το στάδιον· αν ήσαν
μόνοι ήθελον εναγκαλισθή συναλλήλλως. Αλλά τους θεωρούν, και
διά τούτο σφάζονται.
Τωόντι, είπεν ο νέος, με πείθουσιν οι λόγοι του. Ό,τι δε με
λυπεί, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι, ότι καταστένει τον ζήλον του
ηγεμόνος άχρηστον εις την θρησκείαν.
Θεός φυλάξη! είπεν ο Βελισάριος. Είμαι πολύ βέβαιος, ότι τον
αφίνω το ασφαλέστερον μέσον του να την καταστήση προσφιλή εις
τους υπηκόους του· τούτο δε είναι να πολιτευθη ούτως, ώστε να
κρίνωσι περί της αγιότητος της πίστεώς του από την οσιότητα των
ηθών του· να δώση την βασιλείαν του, ως παράδειγμα και εγγύην
της αληθείας, ήτις τον φωτίζει και τον χειραγωγεί. Ουδέν
ευχερέστερον παρά το να κάμνη τις προσηλύτους, κάμνων ευτυχείς.
Ο δε δίκαιος μονάρχης έχει καθ' εαυτόν περισσοτέραν ισχύν εις
τας ψυχάς, παρ' όλοι ομού οι καταδιώκται. Είναι ευκολώτερον
αναμφιβόλως το να προστάζη να σφάζωνται οι άνθρωποι παρά να
τους πείθη· αλλ' εάν οι βασιλείς ηρώτων τον Θεόν τι όπλα να
μεταχειρισθώμεν, διά να λατρεύεσαι, ως πρέπει; ο δε Θεός, εάν
κατεδέχετο ν' αποκριθή, ήθελε τους ειπεί, τας αρετάς σας.
Όταν η ψυχή του Ιουστινιανού, την οποίαν η έξις αύτη είχε
ταράξει, καθησύχασεν εν τη σιωπή, ενθυμήθη τα δόγματα και τας
συμβουλάς των τότε περικυκλούντων αυτόν αιρετικών, τας βίας
των, την υπερηφάνειάν των, τας σκληράς εχθροπαθείας των. Οποία
αντίθεσις! έλεγε καθ' εαυτόν. Ιδού άνθρωπος, γηράσας εις τους
πολέμους, πνέων φιλανθρωπίαν, μετριότητα και επιείκειαν· οι δε
υπηρέται του Θεού της ειρήνης δεν με συμβουλεύουσι ποτέ άλλο
παρά βίαν τυραννικήν και άκαμπτον σκληρότητα! Ο Βελισάριος
είναι ευσεβής και δίκαιος, αγαπά τον Θεόν του· επιθυμεί, να τον
λατρεύωσιν όλοι, καθώς αυτός, αλλά θέλει η λατρεία αύτη να ήναι
εκουσία και ελευθέρα. Εγώ μόνον εκυριεύθην υπερβολή από τον
ζήλον, όστις εις την ψυχήν μου δεν ήτο ίσως άλλο παρά ο τύφος
του να δεσπόζω εις τα φρονήματα των υπηκόων μου.
Κεφάλαιον Ις'.
Την επαύριον ο αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος, ερχόμενοι προς τον
ήρωα, έπεσαν εις κίνδυνον, τον οποίον δεν προείδον· η δε δόξα
την ελευθερώσεώς των ήτον νέος θρίαμβος του Βελισαρίου, τον
οποίον ο θεός ηθέλησε να χορηγήση πάλιν εις αυτόν.
Οι Βούλγαροι, οι οποίοι απεδιώχθησαν μόνον έως εις τα όρη της
άνω Θράκης, μόλις είδον την χώραν ελευθέραν και παρευθύς
εφώρμησαν πάλιν. Έν δε από τα αποσπασθέντα τάγματα των
ελεηλάτει εις την οδόν της επαύλεως του Βελισαρίου, ότε
επαρατήρησαν μακρόθεν άμαξαν, ήτις εδείκνυεν εις αυτούς
πλουσίαν λείαν. Την περικυκλόνουν, εμποδίζουν την διάβασίν της,
και συλλαμβάνουν τους οδοιπόρους. Ούτοι δε δίδοντες όσα είχον,
έλαβαν ευκόλως την εξαγόρασιν της ζωής των. Αλλά τα λύτρα τα
απαιτούμενα ήσαν τόσον υπέρογκα, ώστε δεν είχαν παρευθύς να τα
πληρώσωσιν· όθεν τους επήραν αιχμαλώτους.
Ο αυτοκράτωρ λοιπόν μόνον μέσον απολυτρώσεως από τους
Βουλγάρους χωρίς να τον γνωρίσωσιν εστοχάσθη το εξής· Οδηγήσατέ
μας, τους είπεν, όπου έχομεν σκοπόν να υπάγωμεν. Εκείθεν δε
θέλομεν προμηθευθή τα λύτρα, τα οποία ζητείτε. Σας εγγυώμαι, μα
την ζωήν μου, ότι δεν έχετε να φοβηθήτε καμμίαν απάτην· εάν δε
παραβώ την υπόσχεσίν μου, ή εάν σας κάμω να μετανοήσετε, διότι
μ' ενεπιστεύθητε, θανατώσατέ με.
Το πειστικόν και μεγαλοπρεπές ήθος, με το οποίον εβεβαίονε τους
λόγους του, ενήργησεν εις των Βουλγάρων τας ψυχάς. Πού πρέπει
να σας φέρωμεν; τον ηρώτησεν ο αρχηγός των. Έξ στάδια μακράν,
απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, εις την έπαυλιν του Βελισαρίου. Του
Βελισαρίου! είπεν ο Βούλγαρος. Τι! γνωρίζετε τον ήρωα; Βέβαια,
είπεν ο αυτοκράτωρ, και τολμώ να πιστεύσω, ότι είναι φίλος μου.
Εάν αληθεύη τούτο, είπεν ο αρχηγός, μη φοβήσθε· θέλομεν σας
συνοδεύσει.
Ο Βελισάριος από τον θόρυβον της αφίξεως των εστοχάσθη, ότι
έρχονται να τον αρπάσουν δευτέραν φοράν· και η κόρη του· όλη
τρέμουσα, τον σφίγγει εις τας αγκάλας της, κραυγάζουσα οξέως.
Πάτερ, είπεν, α! πάτερ! πρέπει πάλιν ν' αποχωρισθώμεν.!
Την αυτήν στιγμήν έρχονται, και τον λέγουν, ότι η αυλή εγεμίσθη
από ανθρώπους ενόπλους πέριξ μιας αμάξης. Ο Βελισάριος
εξέρχεται, και ο αρχηγός των Βουλγάρων πλησιάσας ομού με τους
αιχμαλώτους του, τον λέγει· Ήρως της Θράκης, ούτοι οι άνθρωποι
σε επικαλούνται και λέγουν, ότι είναι φίλοι σου. Ας ειπώσι τα
ονόματά των, είπεν ο Βελισάριος. Εγώ είμαι ο Τιβέριος, είπεν ο
είς εξ αυτών, και ο πατήρ μου εσυλλήφθη ομού μ' εμέ. Ναι,
ανεβόησεν ο Βελισάριος, ναι, αναμφιβόλως, φίλοι μου είναι,
γείτονές μου. Αλλά σεις, οίτινες με τους φέρετε, με ποίον
δικαίωμα τους έχετε εις την εξουσίαν σας; Ποίοι είσθε; Είμεθα
Βούλγαροι, Είπεν ο αρχηγός, τα δε δικαιώματά μας είναι τα
δικαιώματα των όπλων. Αλλά τίποτε δεν υπάρχει δι' ημάς
ισχυρότερον του προς εσέ σεβασμού μας. Δεν ηθέλαμεν δε
υπηρετήσει πιστώς ηγεμόνα, όστις σε τιμά, μη σεβόμενοι
εκείνους, οι οποίοι είναι αγαπητοί σου. Μέγιστε άνερ, ιδού οι
φίλοι σου είναι ελεύθεροι, και εις σε χρεωστούν την ελευθερίαν
των.