Μ Υ Θ Ο Σ I.

Α λ ο υ π ο ύ, και Τ ρ ά γ ο ς

Σ' ερημιάς μεγάλης μέρη

Ένας Τράγος καλοκαίρι 680

Οχ τη δίψα αναγκασμένος,

Περπατούσε απελπισμένος.

Μια Αλουπού οχ την ίδια αιτία,

Και σε όμια αδημονία,

Βλέποντάς τον σταματάει, 685

Φιλικά τον χαιρετάει·

Και στην πρώτη ανταμοσί τους.

Με μια κάπια αλαφροσί τους,

Σαν ομιοπαθείς κι' οι διο τους

Μολογάν το βασανό τους. 690

Λέγει η Αλουπού· θυμούμαι,

Αν στο νου μου δε γελιούμαι,

Κάπου εδώ κοντά σημάδι

Έχω ιδή από πηγάδι·

Και σα θέλεις λίγον κόπο 695

Κάνομε ως αυτόν τον τόπο,

Μήπως τύχη και το βρούμε,

Και χωρτάτα δροσιστούμε.

Συνοδιά το δρόμο παίρουν,

Και αρκετή ώρα γύραις φέρουν· 700

Τελοσπάντων πιτυχαίνουν,

Κι' ευχαριστημένοι μένουν.

Το πηγάδι είχε πλάτο,

Κι' αρκετό νερό στον πάτο·

Εύκολο ήταν να κατέβουν, 705

Μόνε δύσκολο ν' ανέβουν·

Μον ο Τράγος δίχως τόση

Προσοχή γι' αυτό να δόση,

Πρόθυμος ευτυς πηδάει,

Κι' η Αλουπού τον ακλουθάει. 710

Σαν απόπιαν με πολλή τους

Και μεγάλην όρεξί τους·

Λέγει ο πρώτος, είναι ώρα

Να μισέψαμε πλιο τώρα.

Και σταφνίζεται να φύγη, 715

Μόνε πούθε, δεν ξανοίγει·

Στρίφεται, και αποράει,

Τη συντρόφισσα τηράει·

Μη κουμπάρε, λέγει η άλλη,

Μη δειλιάζεις· απογάλι, 720

Και θαρρώ να ημπορέσω

Πώς να βγούμε ναύ'ρω μέσο.

Να μου κάμης πλάταις, όσο

Στην κορφή να σκαρβαλόσω.

Κιαπέ όξω μόνε πάνω, 725

Μη σε μέλει, εγώ σε βγάνω.

Την ορμνήνια μου αφηκράσου,

Σιούκου ορθός στα μπροστινά σου,

Προς τον τοίχο με τ' αστίθια·

Εύγε σου μα την αλήθια. 730

Τέντοσε τα μπροστινά σου·

Στήλοσε τα κερατά σου·

Βάστα φίλε, μη σπαράξης,

Για να ιδής και να θιαμάξης.

Είπε κι' έκαμε το πράμμα. 735

Όξω ερρίχτηκε εντωάμα·

Κιαπέ σκύφτει και γελάει,

Και τον Τράγο περγελάει.

Που φωνάζει, φιληνάδα,

Ήρθεν η δική μου αράδα. 740

Μον η πόνηρη εκείνη

Τέτια απόκρισι του δίνει·

Στα γεννάκια σου όσαις τρίχες

Τόση γνώσι, Τράγε, αν είχες,

Πριν εμπής θα συλλογιόσουν, 745

Πώς απαύτου θα τραβιόσουν.

***

Σε κάθ' έργο και δουλιά σου,

Που θελά καταπιαστής,

Μη ποτέ αρχινάς 'με βιά σου,

Πριν το τέλος στοχαστής. 750

Όλοι εύκολο, θαρρούμε

Κάθε είδος στην αρχή,

Μόνε ύστερα απαντούμε

Δυσκολίας ταραχή.

Κι' αν κατόπι μετανιόσης 755

Τότε πλιο τι σ' ωφελεί;

Τη ζημιά σου θέλα νιόσης

Μ' αδιαφόρετη χολή.

***

Σε κάθε μέρος και καιρό

Υπόφτευε τον πονηρό. 760

Μ' αυτόν ποτέ μη φιλιοθής,

Στο ύστερο θα ζημιοθής.

Γιατί το έχει φυσικό

Να κάνη πάντοτε κακό.

***

Του πονηρού τη συμβουλή 765

Να τη μετράς επιβουλή.

Τι σ' ό,τι σ' ορμηνεύει,

Το κέρδος του γυρεύει·

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΑ.

Μ π ά κ α κ α ς και Β ό ι δ ι.

Γλέπει ο Μπάκακας το Βόιδι,

Και στο χόντρο του αποράει, 770

Το μεγάλο εκείνο σώμα

Δε χορταίνει να τηράη.

Οχ τα κέρατα ως τα νύχια

Το ερευνάει με προσοχή,

Κι' αγρηκάει μες την καρδιά του 775

Κάπιας ζήλιας ταραχή.

Λέει, κι' εγώ ένα ζώο είμαι·

Αμ γιατί έτζι αυτό τρανό;

Αποτί εγώ στον κόσμο

Ποταπό κι' ουτιδανό; 780

Και μ' αυτόν το λόγο εβάλθη

Το μικρό του το κορμί,

Μάκρου πλάτου να φουσκόνη

Μ' όση μπόρεγεν ορμή.

Άλλος Μπάκακας κοντά του 785

Γνώριμός του τον ρωτάει,

Με το φούσκομα που κάνει

Τι σκοπόν αυτός βαστάει·

Θέλω λέγει να χοντρύνω,

Σαν το Βόιδι να γενώ· 790

Κύτταξέ με, ως πόσο λείπει,

Ίσια ίσια να φανώ;

Τι είναι αυταίς η φαντασίαις,

Που σου μπήκαν στο μιαλό;

Αδερφέ μου, τράβα χέρι, 795

Δε σου βγαίνει σε καλό.

Τήρα εδώ, κιαπέ άφινέ ταις,

Της ορμήνιαις της πολλαίς.

Που είσαι ακόμα όσο να φτάκης·

Για ιδές τώρα· πώς μου λες; 800

Να φουσκόσω ακόμα κι' άλλο,

Λείπει, φίλε, περισσό·

Τελοσπάντων για να σόση

Σε Βοϊδιού κορμιού ποσό,

Όσο γένεται με κόπο 805

Και μ' αγώνα του ο καλός

Ακατάπαυτα φουσκόνει,

Ωσπού σκάζει σαν τρελλός.

***

Έτζι όλοι αποχαλνιούνται,

Όσοι δεν ευχαριστιούνται, 810

Να πορεύουν τη ζωή τους

Κατά την κατάστασί τους.

Τα μεγάλα επιθυμόντας,

Περηφάνιαις κυνηγόντας,

Καταντάν σε φαντασία, 815

Που τους φέρει εις δυστυχία,

Και ο κόσμος, που τους βλέπει,

Τους γελάει, γιατί τους πρέπει·

Η φαντασία, Για μεγαλεία

Στον κόσμον όλο, Κοινή μωρία. 820

Μ' αυτή τη ζάλη Εις το κεφάλι,

Ανησυχάζουν Μικροί, μεγάλοι·

Ανώτερό του Καλήτερό του

Πασάνας θέλει Για ισότιμό του.

Έχει, δεν έχει, Το δρόμο τρέχει 825

Που τα μεγάλα Αυτός παντέχει·

Σε όπια λάχη Αράδα να 'χη,

Ποσώς δε στρέγει, Στρίβει τη ράχη.

Σ' αυτή δε μένει, Παρέκει βγαίνει,

Κι' ένα σκαλίδι Πάντ' αντιβαίνει· 830

Αυτό κυττάζει, Για αυτό κοπιάζει

Ο κόσμος όλος, Για να φαντάζη.

Κι' όλοι γελιούνται, Τυφλά κινιούνται,

Κι' επιζωτίς τους Ταλαιπωριούνται.

***

Μέτραγε τα έξοδά σου, κατά το εισόδημα σου. 835

Κι' έτζι ζιής ευτυχισμένος, κι' οχ τον κόσμο παινεμένος.

Μ Υ θ Ο Σ ΙΒ.

Ο ι Λ α γ ο ί.

Σ' εποχή καιρών και χρόνων.

Των παμπάλαιων αιώνων

Οι Λαγοί αποσταμένοι

Μια ζωή βασανισμένη. 840

Να διαβαίνουν εξαιτίας

Της μεγάλης τους δειλίας,

Στην απελπισία φτάνουν

Να προκρίνουν να πεθάνουν·

Κι' ένα τέλος πλιο να φέρουν 845

Στα δεινά οπού υποφέρουν.

Λεν, 'ς της γης αυτήν τη σφαίρα.

Τα κακά, που πάσα ημέρα

Κακορρίζικοι τραβούμε

Σ' άλλα ζώα δε θωρούμε, 850

Μ' ακατάπαυταις τρομάραις

Συγκρατούμεναις λαχτάραις,

Μοναχοί είμαστε απ' όλα

Δυστυχώτεροι καθόλα.

Οι Αϊτοί θροφή μας έχουν· 855

Τα θεριά μας κατατρέχουν·

Και του αθρώπου η κακία

Υστερνή μας δυστυχία.

Με φωτιαίς αρματομένος,

Με σκυλλιά συνοδεμένος, 860

Αφορμής να ξεφαντόση,

Έρχεται να μας σκοτόση.

Κι' είναι δίχως καταφύγι

Της φυλής μας το κυνήγι.

Τοσοπού παντού διογμένοι 865

Λογιαστά πολεμημένοι,

Η καρδιά μας πάντα δαίρει

Και κρυμμένοι μες τη φτέρι,

Διο αντάμα δεν κοτούμε

Πουθενά να ευρεθούμε. 870

Κάθε χτύπος μας τρομάζει·

Ως κι' ο ίσκιος μας πειράζει·

Και τα μάτια, αν κοιμηθούμε

Οχ το φόβο δε σφαλνούμε.

Έναν θάνατο χρωστούμε· 875

Μια φορά καν ας χαθούμε.

Και με τα παράπονά τους

Σε μια λίμνη εκεί κοντά τους

Παν με τέλια απόφασί τους

Να σκολάσουν τη ζωή τους, 880

Προς της άκραις ότι σόνουν,

Κοντοστέκοντας ζυγόνουν·

Κι' ένα πλήθος Μπακακάδες

Που εμούλοναν σ' αράδες,

Την πεδοβολή αγρηκόντας 885

Στα νερά βουτάν πηδόντας.

Κι' οι Λαγοί να ιδούν, πως κι' άλλοι

Ζιούσαν σ' όμια φόβου ζάλη,

Το σκοπό ξαποφασίζουν,

Και στα πλάγιά τους γυρίζουν, 890

***

Όσο και να δυστυχάη,

Όποτε άθρωπος μετράει

Μ' αλλουνού ομιοπαθή του

Την πικρή κατάστασί του,

Και παρατηράει την ξένη 895

Πλιο πολύ βασανισμένη,

Βρίσκει τότες κάπια αιτία

Την πολλή φιλοτιμία

Της καρδιάς του να ησυχάση,

Τα δεινά του να ξεχάση. 900

***

Του δειλού και φοβιτζιάρη

Λείπει ελευθεριάς η χάρι,

Και στον κόσμον όσο ζη,

Οχ το δυνατώτερό του

Σκλάβος σέρει το ζυγό του 905

Με τους φόβους του μαζί.

ΜΥΘΟΣ ΙΓ.

Ο Γ ά ι δ α ρ ο ς ν τ υ μ έ ν ο ς Λ ι ο ν τ ο τ ό μ α ρ ο.

Ο Γάιδαρος μια ημέρα

Ντυμένος πέρα πέρα

Με Λιονταριού τομάρι,

Σα δυνατό Λιοντάρι, 910

Της γειτονιάς τα ζώα,

Και άγρια και αθώα,

Με τόλμη κυνηγάει,

Παντούθε τα προντάει·

Εκείνα τρομασμένα 915

Αναμεράν κρυμένα,

Και δίχως ν αναμείνουν

Τον τόπον άδιο αφίνουν.

Και τότε η αφεντιά του

Με πάσα ελευτεριά του 920

Χωρίς δουλιάς αντράλα

Εμπήκε στα μεγάλα.

Τους κάμπους τριγυρίζει,

Τη χλόη ροκανίζει

Ως θέλει η όρεξί του 925

Χωρίς αντηρησί του.

Ξαπλόνεται, γκυλιέται,

Κι' αφέντης πλιο λογέται.

Μον η Αλπού, που όλο

Υπόφτευε το δόλο, 930

Σαν πονηρή ερευνόντας,

Καλά παρατηρόντας

Από το ένα αυτί του

Την ψεύτικη στολή του,

Κι' από το γκάρισμά του 935

Την τέλια γαϊδουριά του·

Σωστά βεβαιομένη,

Την είδησι προφταίνει

Ευτύς του νοικοκύρι,

Οπού είχε παραδείρει, 940

Πολλά περιπατόντας,

Το γάιδαρο ζητόντας

Κι' οπού σαν το μαθαίνει,

Τον πιάνει, και τον γδαίνει,

Του βάνει το σαμάρι, 945

Και πάλε σα γομάρι

Στο σπίτι του τον φέρει,

Και, ως έπρεπε, τον δαίρει·

***

Με πλούσια και λαμπρή στολή

Στον κόσμο, βλέπομε, πολλοί 950

Απ' όλους να τιμιοΰνται,

Μεγάλοι να μετριούνται.

Γιατί των πρόστυχων ο νους

Στοχάζεται, πως σ' αυτουνούς

Η τύχη έχει δόση 955

Με τα καλά, και γνώσι.

Μον αν με μέτρα προσοχής,

Ή καταντήσουν δυστυχείς,

Ο φρόνινος θελήση

Να τους παρατηρήση, 960

Θελά τους βρη ουτιδανούς,

Από προτέρημα γυμνούς,

Με μόνη φαντασία,

Και γνώμης απορία.

***

Το αξίωμα όσα δίνει 965

Στην υπόληψιν ενού,

Μόνε λείψη τον αφίνει

Μες το πλήθος του κοινού.

Το προτέρημα χαρίζει

Αναφαίρετη τιμή, 970

Και τον κάνει να αχρήζη,

Και παντού να ευδοκιμή.

ΜΥΘΟΣ ΙΔ.

Κ ό ρ α κ α ς, και Α λ ο υ π ο ύ.

Σε δέντρο απάνω ο Κόρακας

Εκάθησε απετόντας,

Στη μύτη του βαστόντας 975

Μια γρούδα από τυρί.

Η Αλουπού διαβαίνοντας

Καταλαχού απέκει,

Τον βλέπει· κοντοστέκει

Η παραπονηρή. 980

Καν με τι νου σοφίζεται

Το πώς να τον γελάση.

Και τη χαψιά να φτάση

Οχ το κλαρί ψηλά.

Κοντά στη ρίζα εζύγοσε 985

Και με ταπεινοσύνη,

Πλαστήν αγαθοσύνη,

Τα μάτια χαμπηλά,

Κυρ Κόρακα, του φώναξε,

Πετούμενο αντριομένο, 990

Με χάρες στολισμένο,

Εγώ σε προσκυνώ,

Ω! πόσο ωραία κ' ώμορφα

Αστράφτουν τα λαμπρά σου

Αμίμητα φτερά σου 995

Σε χρώμα έτζι σεμνό.

Ω! πόσο μέλη σύμμετρα

Ορέχτηκεν η φύση

Εσένα να χαρίση

Με τέχνη χωριστή. 1000

Αμ η λιαλιά σου τάχατε

Σαν τι γλυκάδαις να 'χη;

Καλότυχος, που λάχη

Να την αφηκραστή.

Κι' εκείνος, όμιον έπαινο 1005

Ν' ακούση, δεν κρατιέται,

Σε τόπο δε χωριέται,

Μήτ' έχει υπομονή.

Το λιάραγκά του ετέντοσε,

Τις γκάβραις αρχινάει, 1010

Και το τυρί απολνάει

Να δείξη τη φωνή.

Η Αλουπού αρπάζοντας

Τη γρούδα τον τηράει,

Τον αποχαιρετάει, 1015

Του λέγει· όλα καλά

Τα έχεις, φίλε, εξαίρετα,

Μον ένα να πασκήσης

Ακόμα ν' αποχτήσης

Κυρ Κόρακα, μ ι α λ ά. 1020

***

Γιατί η κολακεία

Μες τη φιλοτιμία

Με τρόπο μας εγγίζει,

Γλυκά μας γαργαλίζει,

Για ταύτο μας αρέγει 1025

Σε όσα αυτή μας λέγει·

Μον όπιος να βαθύνη

Είν' εύκολο να κρίνη.

Ο κόλακας τη γλώσσα,

Που σ' επαινάει σε τόσα, 1030

Κινάει από σκοπό του.

Για μόνο διάφορό του.

***

Του κόλακα τ' αχείλια

Εκεί που σ' επαινούν,

Εκεί σε περιπαίζουν, 1035

Και σε καταφρονούν·

Και σε επαινάει πάντα

Με τέλος και σκοπό,

Για ν' απολάψη μόνον

Ωφέλεια και καρπό. 1040

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΕ.

Α λ ο υ π ο ύ, και Λ ι ο ν τ ά ρ ι.

Η Αλπού σε κάπια μέρη,

Που μια ημέρα γύραις φέρει,

Και θροφή ζητάει να βρη,

Κει που τήραε λόγυρά της

Το Λιοντάρι απ' ομπροστά της 1045

Να διαβή άξαφνα θωρεί·

Κι' αφορμής καμμιά φορά άλλη

Δεν το ίδε, τόση ζάλη,

Και τρομάρα δυνατή

Την καρδιά της κυριεύει, 1050

Που νεκρή με μιας κοντεύει

Καταγής να σωριαστή.

Δεύτερη φορά συμβαίνει,

Σ' άλλο μέρος το ανταίνει,

Και με φόβο σταματάει· 1055

Μον σαν πρώτα δεν τη σκιάζει·

Και να το χαμοκυττάζη

Όλο σαν αποκοτάει.

Να το ιδή κι' αλλού τριτόνει,

Παρευτύς σ' αυτό ζυγόνει, 1060

Και με όψι θαρρευτή

Το θηρίο ακλουθόντας,

Και μ' αυτό συνομιλόντας,

Συνοδιά του περπατεί.

***

Όσο κι' αν είναι φοβερό 1065

Το καθετί, με τον καιρό

Πασάνας συνηθάει

Να το καταφρονάη.

Κι' αντίς την πρώτη ταραχή

Οπού μας φέρει στην αρχή, 1070

Τελιόνει κάθε θιάμα,

Συνηθισμένο πράμμα.

Μ Υ θ Ο Σ Ις.

Κ ρ ι ά ρ ι, Α ρ ν ά δ α, Γ ο υ ρ ο ύ ν ι και Γ ά ι δ α ρ ο ς.

Τρία ζώα ανταμομένα

Σ' έναν Γάιδαρο βαλμένα

Κάπιος είχε ξεκινήση

Σε μια χώμα να πουλήση.

Στη ζερβιά από το σαμάρι 1075

Ένα ήμερο Κριάρι,

Και μια Αρνάδα από τη δέξια

Φορτομένα είχ' επιδέξια.

Αποπάνω και στη μέση

Δίπλα πάλι είχε αποθέσει 1080

Γουρουνόπουλο θρεμμένο,

Μ' αλαφρό σκοινί δεμένο.

Εξοπίσω πάει ατός του

Και το Γάιδαρον ομπρός του

Για να μην αργοπατάη, 1085

Με το ξύλο τον χτυπάει·

Και το δόλιο το Γομάρι

Γληγορεύει το ποδάρι,

Κι' αγωνίζεται με γνώση

Της ξυλιαίς για να γλυτρώση. 1090

Τα διο πρόβατα, σα ζώα

Απονήρευτα κι' αθώα

Δεν τηράν παρά να σόσουν

Κι' οχ τον κόπο ν' αλαφρόσουν.

Το Γουρούνι απ' όλα τ' άλλα 1095

Με σκουξίματα μεγάλα

Να χτυπιέται δε σιγάει,

Και τον κόσμο τρικυμάει·

Οχ το βάρος κουρασμένο,

Και καταγαναχτησμένο, 1100

Το Ζοντόβολο γυρίζει,

Και παρόμια τ' ονειδίζει·

Άτζαλο Γουρούνι, αλήθια,

Τι είν' αυτή η κακή συνήθια

Μια στιμή να μη τζωπαίνης, 1105

Και τ' αυτιά μας ξεκουφαίνεις.

Πια ανάγκη, και πια χρεία,

Έτζι αδιάντροπα κι' αχρεία

Σε στενεύει να χουγιάζης,

Κι' όλους μας να μας πειράζης; 1110

Δεν τηράς πως φορτομένος

Μετ' εσάς εγώ ο καϋμένος,

Τι τραβώ και δοκιμάζω,

Και παράπονο δε βγάζω;

Πάρε καν παραδειμμά σου 1115

Οχ την ίδια συντροφιά σου,

Που παράνω τυραγνιούνται,

Και καθόλου δε γρηκιούνται.

Δεν τους φτάνει, που σφιμένα

Στης τριχαίς σαν κρεμασμένα 1120

Σ' έχουν αποπανωθιό τους,

Βάσανο ξεχωριστό τους·

Μόνε δίχως καμμιά αιτία,

Κι' από μόνη αδιακρισία,

Τους σκοτίζεις το κεφάλι 1125

Με της γκάβρας σου τη ζάλη.

Το Γουρούνι λόγια τόσα

Οχ του Γάιδαρου τη γλώσσα

Να ακούη, καιρό δε χάνει,

Τέτια απόκρισι του κάνει· 1130

Να σου ειπώ, του λέει, δεν ξέρω

Τι υποφέρεις, τι υποφέρω.

Μόνε ξέρω κι' απεικάζω,

Πως με δίκιο ανησυχάζω.

Γιατί οι αθρώποι εσάς σας έχουν, 1135

Στης δουλιαίς τους να προσέχουν,

Και στη ράχη σας να φέρουν

Όσα βάρη μεταφέρουν.

Κι' ο αφέντης που σ' ορίζει, 1140

Αφορμής και σε γνωρίζει,

Σαν οκνόν και ακαμάτη,

Σε ραβδίζει από κομμάτι·

Όθεν είσαι αναγκασμένος,

Σα σε ταύτα μαθημένος,

Να περνάς σε ησυχία 1145

Δίχως άλλη σου υποψία.

Αν τα πρόβατα παντέχουν

Κάννα κίντυνο δεν τρέχουν,

Μη θαρρείς απ' αγνωμιά τους

Δε νογάν τη συφορά τους 1150

Μόνε οι αθρώποι τα κουρεύουν,

Τα αρμέγ, τα σημαδεύουν.

Κι' αφορμής σηχνά το κάνουν,

Και αυτά κακό δε βάνουν.

Αμ εγώ, κυρ Γάιδαρε μου 1155

Που δεν έμαθα ποτέ μου

Από όλ' αυτά κανένα,

Τι καλό θωρώ για μένα;

Και τι άλλο οχ το μαχαίρι

Του αφέντη μου το χέρι 1160

Καρτερώ για να μου δόση,

Οπού να με ξεφορτόση;

Αν φωνάξω δε σου φταίγω,

Άφινέ με καν να κλαίγω,

Κι' ως μπορώ να ξεθυμάνω, 1165

Επειδή και θα πεθάνω.

***

Ο φρόνιμος, και ο γνωστικός,

Παντού υπομονετικός,

Της τύχης την καταδρομή

Ποτέ δεν παίρει με ορμή· 1170

Αλλ' υποφέρει τα δεινά

Με μέτρα γνώμης ταπεινά.

Και με αυτό στη συφορά

Λαβαίνει κάπια διαφορά.

Γιατί κυττάζει το κακό 1175

Λιγώτερο ενοχλητικό.

Εξεναντίας ο τρελλός

Δεν ησυχάζει παντελώς·

Τον κόσμον όλον ενωχλάει,

Χωρίς αυτόν να ωφελάη. 1180

Και στο γραφτό του προχωρεί

Με πέδεψί του τρομερή.

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΖ.

Κ ι κ ί δ ι, και Ν υ κ τ ε ρ ί δ α.

Κικίδι σφαλησμένο

μικρό κλουβί πλεμμένο

Όξω από το παραθύρι 1185

Του σπιτιού ενού νικοκύρη,

Ελαλούσε πάσα βράδυ

Ότι αρχίναε το σκοτάδι·

Και μια κάπια Νυκτερίδα

Με περιέργειας φροντίδα, 1190

Τούτο αφού παρατηράει

Το ζυγόνει, το ρωτάει,

Για να βγη οχ την απορία,

Από πια αφορμή κι' αιτία,

Την ημέρα να σιγάη. 1195

Και τη νύχτα να λαλάη.

Να σου ειπώ, αδερφή, της λέγει·

Μια φορά πασάνας φταίγη,

Μον ο φρόνιμος σαν πάθη,

Υστερώτερα θα μάθη 1200

Να νογάη, και να προβλέπη

Να φυλάγεται όπως πρέπει·

Έτζι εγώ μες το τριφύλλι

Δε μ' απόσταινε τ' αχείλι,

Άνοιξε και καλοκαίρι, 1205

Να λαλώ το μεσημέρι·

Μον αφόντης μ' έχουν πιάση,

Η ανάγκη μ' έχει βιάση

Το συνήθιο μου ν' αφήσω,

Κι' άλλα μέτρα ν' αποχτήσω. 1210

Ηταν χρεία πριν αντέσης

Να το κάμης, να κερδέσης·

Να αλλάζης όμως τώρα

Γνώμη, φίλε, δεν είν' ώρα,

Τ' αποκρίθηκεν εκείνη, 1215

Τι ωφέλια δε σου δίνει·

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΗ.

Α ρ κ ο ύ δ α, κ α ι Λ ι ο ν τ ά ρ ι.

Αρκούδα από 'ναν λόγγο

Μεγάλη, δυνατή,

Να κυνηγήση βγαίνει,

Στον κάμπο περπατεί. 1220

Κι' αλλούθε το Λιοντάρι

Στο δρόμον απαντάει,

Οπού θροφή κι' εκείνο

Πηγαίνοντας ζητάει·

Παράμερα τους βλέπουν 1225

Στον ίδιον τον καιρό

Σε σιάδι να μουλόνη

Λαγόν τρανόν, χοντρό·

Κι ως ήταν πεινασμένα

Δεν άργησαν στιμή 1230

Να στρίψουν, να χυμήσουν

Απάνω του μ' ορμή.

Μον θέλοντας το ένα,

Το αλλο μερτικό

Τελείως να μη πάρη 1235

Να μείνη νηστικό,

Με λύσσα συνατά τους

Να πιάνουνται αρχινούν,

Φριχτή μεγάλη μάχη

Πεισματικά κινούν. 1240

Στο τέλος μη μπορόντας

Στα πόδια να σταθούν,

Οχ τον πολύν αγώνα

Καθόλου να ορθοθούν·

Αποσταμένα πέφτουν 1245

Στη γη ξαπλοταριά,

Κειτάμενα σαν ψόφια

Δεξιά ζερβιά μεριά.

Και το Λαγό στη μέση

Κομμάτι τρυφερό 1250

Με θλίψι τους κυττάζουν,

Και μάτι λυπηρό.

Η Αλουπού σε ταύτο

Περνόντας αποκεί,

Καθώς τα πάντα ίδε 1255

Καλά προσεχτική,

Τρεχάτη ανάμεσά τους

Αδράζει το Λαγό,

Και φεύγει προς το δάσος.

Με πάτημα γοργό. 1260

Τα διο θηρία τότε

Με πόνου στενασμό,

Ω τρέλα! λεν' ω γνώμη

Χωρίς συλλογισμό!

Μαλόσαμαν οι άθλιοι 1265

Σχεδόν ως τη σφαγή,

Τοιμάζοντας και μόνον

Της Αλουπούς φαγί.

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΘ.

Γ έ ρ ο ς και Θ ά ν α τ ο ς.

Ένας Γέρος σε φτώχιας ανάγγη,

Άλλον τρόπο να ζήση δεν είχε, 1270

Χώρια ξύλα να κόφτη στον λόγγο,

Μεταβιάς το ψωμί του να βγάζη.

Μιαν ημέρα βαριά φορτομένος,

Περπατόντας σ' ορθό μονοπάτι,

Οχ τον κόπο, και κάμμα του ήλιου 1275

Την ανάσσα να πάρη δε φτάνει.

Σ' ένα, όχτο τ' ανάσκελα πέφτει·

Και στο μέγα πολύ κούρασμά του

Τη ζωή του μισόντας βαριέται,

Και το χάρο με πόθο του κράζει. 1280

Να ο χάρος ομπρός του πετιέται,

Το δρεπάνι κρατόντας στο χέρι,

Μ' άγριαν όψι, και σχήμα τρομάρας,

Για είμαι, Γέρο, του λέγει· τι θέλεις;

Αχ! ο γέρος ευτύς αποκρίθη 1285

Το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα

Να σηκόσω· σε φώναξα ο δόλιος

Να μου δόκης ολίγη βοήθεια.

ΜΥΘΟΣ Κ.

Λ ι ο ν τ ά ρ ι, Λ ύ κ ο ς και Α λ ο π ο ύ.

Λιοντάρι, Λύκος, κι' Αλπού αντάμα

Τα τρία βγήκαν να κυνηγήσουν 1290

Με συμφωνία, πως ό,τι πιάκουν,

Να το μοιράσουν ανάμεσά τους.

Πολύ και πλούσιο κυνήγι κάνουν,

Κι' αφού σε μέρος τα αραδιάζουν,

Του Λύκου λέγει το Λεοντάρι 1295

Σε τρία μέρη να τα χωρίση.

Εκείνος τότε, κι' αν λαιμαργάει,

Σα φυσικό του, βαστιέται ωστόσο·

Κι' από το φόβο του ανώτερού του

Με δικιοσύνη τα διαμοιράζει.

Ο βασιλέας των τετραπόδων

Με άγριο βλέμμα καταφρονόντας

Ισοτιμία, που δεν του πρέπει,

Μ' οργή το Λύκο ευτύς ξεσκίζει·

Και της Πανούργης το βάρος δίνει

Να κάμη εκείνη, καθώς ηξέρει.

Σωρόν ομπρός του τ' απανωτιάζει,

Κι' αυτή κρατάει πολλά ολίγο.

Πιος σ' έχει μάθη, της λέει, Κουμπάρα,

Με τόσο δίκιο να διαμοιράζης;

Σκυφτά εκείνη του απηλογήθη.

Του Λύκου, αφέντη, η δυστυχία. (α )

(α ) Οι εφεξής δύω μύθοι έχουν το ίδιον νόημα με τον Α' και δεύτερον οπού φαίνονται εις την αρχήν, είναι όμως γραμμένοι με στίχους ανομοιοκαταλήκτους. Ίσως ο Συγγραφεύς είχε σκοπόν να κάμη όλους τους προηγουμένους μύθους κατά τον ίδιον αυτόν τρόπον.

Μ Υ Θ Ο Σ Α.

Ζ ί ν ζ ι ρ α ς και Μ υ ρ μ ή γ κ ι.

Θέρος ήταν κι' ο Ζίνζιρας όλος

Σ' της φωνής του το μέριμνο μόνο,

Μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος·

Τον καιρό του διαβαίνει λαλόντας.

Το φιλόπονο ωστόσο Μυρμήγκι,

Με δουλιάς συγκρατούμενης κόπο,

Μέρα νύχτα στιμή δε σιγάει

Στη φωλιά του θροφαίς να συνάζη.

Το γλυκό καλοκαίρι σκολνάει,

Και μαζί του ημερών η γαλήνη·

Αρχινάν η βροχαίς κι' οι ανέμοι,

Το χειμώνα κοντά προμηνόντας,

Στη περίστασι εκείνης της ώρας

Ο τρανός λαλητής μαζομένος,

Νηστικός σε μιαν άκρα μουλλόνει.

Κι' οχ την πείνα βαριά κιντυνεύει.

Στη μεγάλη του αυτή στενοχώρια

Στο Μυρμήγκι βιασμένος προστρέχει·

Δείξου, φίλε, του λέγει, ευεργέτης

Προς εμένα με μια καλοσύνη.

Ανεπάντεχα κρύα μ' επήραν·

Δεν ποτάζω, σπειρί να πορέψω.

Πρόφτασέ με μ' ολίγο μειράδι

Δανεικό οχ την πλούσια εισοδιά σου.

Μη φοβάσαι καθόλου να χάσης,

Τι σαν έρθη ο θέρος, σου τάζω

Να σου δώκω οπίσω με πρώτο,

Και κεφάλι και διάφορο αντάμα.

Μον ο φίλος σε ταύτα αποκρίθη·

Αποτί, δε μου λες Ζίνζιρά μου,

Ν' αμελήσης παρόμια σου χρεία

Ως τα τώρα, οπού κάθοσουν άδιος;

Αμ δεν άδιαζα εγώ να φροντίσω

Σαν κι' εσένα, αφορμής ελαλούσα,

Μήτε ήλπιζα ογλήγορα τόσο

Να διαβούν η καλαίς η ημέραις.

Στον καλόν τον καιρό σα λαλούσες

Στον κακόν ημπορείς να χορεύεις.

Και της πλάταις γυρίζοντας μπαίνει

Μες την τρύπα του ευτύς το Μυρμήγκι.

Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,

Και το μέλον δε μετρούν.

Στα χαμένα τον γυρεύουν,

Σαν και πρώτα να τον βρουν.

Ο καιρός φτερά βαστάει,

Φεύγει, τρέχει σα νερό,

Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει,

Δεν του βρίσκει πλιο τορό.

Σύναξε νιος όσο ημπορείς,

Γέροντας άνεσι να βρης.

Στα νιάτα σου αν οκνεύεις,

Κακά υστερνά πορεύεις.

Μ Υ Θ Ο Σ Β.

Ψ ά ρ ι μ ε τα Ψ α ρ ό π ο υ λ ά τ ο υ.

Μη, παιδιά, ξεμακραίνετε τόσο

Οχ το δρόμο, 'που εγώ σημαδεύω.

Ποταμιου προς το βάθο με θάρρο

Τρέξτε παίζοντας όσο ποθάτε.

Σε ριχά μη γελιέστε και σ' άκραις

Να ζυνόνετε ολότελα εκείθε·

Είν' οχτροί λογιαστοί να σας βλάψουν·

Φύλαχτήτε μη άδικα αντέστε.

Με παρόμια αγάπης φροντίδα

Τα μικρά του Ψαράκια μια ημέρα,

Σέροντάς τα κοντά του το ψάρι

Σα φιλόστοργη μάνα ορμηνεύει.

Μον αυτά απ' ανήλικη γνώμη,

Και παιδιά χωρίς πράξη καθόλου,

Φρονιμάδας και γνώσης τα δίκεα

Δεν ψηφάν· και σε γέλιο τα παίρουν.

Ήταν τότε, που χιόνια και πάγοι

Στα βουνά αναλάν και στης ράχαις.

Πυκνωτά ροβολάν οχ τα ύψη,

Και τα κάτω παντού πλημμυρίζουν.

Το ποτάμι μ' ορμή κατεβάζει,

Αφρισμένο τα όρια πηδάει·

Τα νερά του αμπομένα σε πλήθος

Θαλασσόνουν των κάμπων την όψη.

Ω, τι θιάμα! απορόντας φωνάζουν

τα Ψαράκια τι θιάμα μεγάλο!

Σιάδια κι' όχτοι και σπίτια και δέντρα

Σ' ένα πέλαγο κείτουνται όλα.

Ήρθε, ήρθε ο καιρός ο δικός μας·

Κατοικιά μας εγίνηκε ο κόσμος.

Τι λες, Μάνα, ο φόβος να λείψη,

Ή θελά βρης σαν πρώτα υποψίαις.

Τώρα μάλιστα πρέπει, παιδιά μου,

Να προσέχετε ακόμα παράνω.

Γιατί τάχα; της είπαν, γελόντας·

Αλλ' αυτή σοβαρή τ' αποπαίρει·

Το πολύ το νερό θα περάσει·

Η στεριά θελα μείνη στον τόπο·

Στα συνόρατα μέσα σταθήτε,

Μη αργά μετανιόστε κατόπι.

Ε κι' εσύ! νομουκόπου μας σκιάζεις·

Κι' οχ τη γκρίνια δεν παύεις ποτέ σου.

Άιντε, αδέρφια, λεν ένα το άλλο,

Ξένα μέρη να πάμε να ιδούμε!

Κι' εν τω άμα κινάν στο ταξίδι

Βιαστικά με χαρά τους μεγάλη.

Σταματάτε ανόητα τέκνα·

Θα χαθήτε, φωνάζει η μάνα.

Έχε υγιά, αποκρένουνται εκείνα,

Άλλα λόγια εμείς δεν ακούμε.

Και μ' αυτό προς τους κάμπους τρεχάτα

Όσο δύνουνταν, έκοφταν δρόμο.

Τα μωρά! δεν το βάνουν με νου τους·

Τα νερά αρχινάν να τραβιούνται.

Απομνήσκουν απάνω σε ξέρη,

Καταντάν των διαβάτων κυνήγι·

***

Ο νιος και δίχως του κόσμου πράξη,

Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξη

Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται,

Και στους σκοπούς του γι' αυτό γελιέται·

Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει,

Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει·

Ποιήματα και Πεζά τινα · 第 4 / 6 题