Μ Υ Θ Ο I

Τα παραμύθια ιστορώ,

τους μύθους ξεδιαλέφω.

Στολνώ το ψέμα όσο μπορώ,

Και την αλήθεια λέγω.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Βουλή μου ήρθε, κι' όρεξι στη λύρα μου ν' αρχίσω,

Του Αίσωπου τους ήρωες να γλυκοτραγουδήσω.

Με λόγους ζώων άλογων, άψυχων παρομοίαις,

Σ' αυτό το λογικώτατο να δώκω νουθεσίαις·

Ω φαντασία ζωντανή, που στα μυαλά φωλιάζεις· 5

Κι οπού με χέρι δυνατό κρατάς και τα υποτάζεις.

Οπού σοφών και παλαυών εσύ το νουν ορίζεις,

Τους στοχασμούς τους, κυβερνάς. τα έργα τους διορίζεις.

Οπού το παν εξιστοράς σ' ενού μυαλού τον τόπο,

Ήτε κοιμάται ή αγρυπνάει, χωρίς κανέναν κόπο. 10

Οπού τεχνών κι' επιστημών και συστυμάτων βρύσι,

Ζωγράφος είσαι λογιαστός στη λογιαστή τη φύσι.

Εσένα κράζω βοηθόν στης συγγραφής τη ύλη.

Λάμψε σ' εμένα φωτεινή, κι' οδήγα το κοντύλι,

Να δυνηθώ με των Μουσών τη γλώσσα και τον τρόπον 15

Να ιστορήσω, όσα ειπώ, ν' αρέσου των ανθρώπων.

Σε μια εποχή αλλοτεσινή, που πονηριαίς και δόλοι,

Το κύρος είχαν δυνατό στην οικουμένην όλη,

Γιατί το Ψέμα τολμηρό με πλάνον είχε φτάση,

Τον εαυτό του 'ς των πολλών τη γνώμη να θρονιάση, 20

Με παρρησία στο κοινό όπου ήθελε να τρέχη,

Ελεύτερο, ανεμπόδηγο, και κόπον να μην έχη.

Να περπατή με σοβαρό, με περιφάνιας ήθος,

Και να τρομάζη των μικρών και των τρανών το πλήθος.

Να βρίσκη χώρα σ' ολουνούς· παντού συντροφευμένο, 25

Σε κάθε σπίτι αγαπητό, και περιποιημένο.

Η μαύρη Αλήθια από καιρούς και χρόνια εξορισμένη,

Από τον κόσμο μισητή, κι' όξω απ' αυτόν κρυμμένη,

Σ' ανήλιον τόπο ανάμερον, και σε πυκνό σκοτάδι,

Είχε αποκάμη κατοικιά μέσ' σε βαθύ πηγάδι. 30

Μήτ' αποκείθε εκόταγε να βγη σε ημέρας φέξι,

Με δίχως κίντυνο άφευχτο, χωρίς βαργιά να φταίξη.

Κει μέσα πάντα μοναχή στον πάτο σφαλισμένη,

Από το φόβον άκοπα σκληρά βασανισμένη,

Αν επιτύχαινε καιρό τη νύχτα να ημπορέση 35

Σε φίλου, ή γνώριμου παλιού το σπίτι να χωρέση.

Την συντροφιά του εχαίρονταν στιμαίς με τρόμου ζάλη·

Και κλιόνταν γλήγορ' άφαντη μες την κρυψιόνα πάλι.

Αλλά μονάξιας ερημιά παρόμια να υπομένη

Βαρέθηκε ως το ύστερον πολύ περιορισμένη· 40

Κι' αποφασίζει μιαν αυγή ν' αφήκη τέτοιους τόπους,

Να πάη να ζήση, ως άλλοτε, μαζή με τους ανθρώπους,

Οχ το πουρνό λοιπόν αυτή σε σταυροδρόμι βγαίνει,

Στον κόσμο φανερόνεται, στον κόσμο πάλι μπαίνει.

Μον εβουλήθη ολόγυμνη τα κάλλη κι' ωμορφιά της, 45

Να δείξη δίχως σκέπασμα, ως ήταν μάθημά της.

Θαρρούσε ακόμα σώζωνταν καθώς και πρώτα ωραία·

Ωσάν και πρώτα ποθητή και ζηλεμένη νέα.

Τα νιάτα ογλήγορα απερνάν τα γηρατιά πλακόνουν,

Και τούτα μον εφάνηκαν η χάρες τελειόνουν. 50

Κάλοι, αχαμνοί, που διάβαιναν, οχ το λαό κοντά της,

Μηδέ επεριεργάζονταν καθόλου τη θωριά της·

Κανείς δεν καταδέχονταν μηδέ να τη ρωτήση,

Μον βιαστικά το δρόμο του τηρούσε ν' ακλουθήση.

Στέκει, η Αλήθια καρτεράει, στην άκρα απορριμμένη, 55

Σε καταφρόνεσι πολλή, ψυχρή και παγομένη.

Διαβαίνει ημέρα ολάκαιρη, κοντεύει να νυχτόση,

Και δεν ευρέθηκε άθρωπος σε ταύτη να ζυγόση.

Κι' εκεί που διαλογίζεται, στο νου της αποράει,

Με καταισκύνη κι εντροπή, το τι έπαθε μετράει. 60

Της φανερόνεται ομπροστά το Ψέμα στολισμένο

Από πετράδια λογιαστά, και στα χρυσά ντυμένο·

Πλαστή ήταν όλη η φορεσιά, κι' από γιαλιά γιομάτη,

Ωστόσο εφάνταζε πολύ, κι' εγέλαε το μάτι.

Ω καλημέρα σου αδερφή, της λέει, και τι κάνεις; 65

Πού ήσουν, καιρούς οπώλειπες, και πούθε τώρα εφάνης;

Αμ πώς γυμνή έτζι ολότελα, μονάχη τέτοιαν ώρα

Σε δρόμου διάβα, σαν κι' αυτό στη μέση από τη χώρα;

Εδώ για στέκω οχ το ταχύ, του απεκρίθη εκείνη·

Και στα χαμένα εστάθηκα· του κάκου έχω προσμείνη. 70

Έκρινα τάχατε καλό την ερημιά ν' αφήσω.

Στον κόσμο σαν προτήτερα ναρθώ να κατοικήσω

Να ελεήσω ηθέλησα του μάταιους ανθρώπους,

Που την αμάθια κείτονται με ταλαιπώριας κόπους.

Σ' αυτούς να λάμψω καθαρή, την πλάνη να σκορπίσω 75

Να ξαλειφθούν η πρόληψες, και τα κακά να σβύσω.

Να φέρω πάλι μάθησες, να φέρω πάλι φώτα

Να οδηγήσω τους θνητούς εις το καλό, σαν πρώτα.

Τ' ομολογώ επλανέθηκα στον άγνωμο σκοπό μου·

Και καταφρόνια ανέλπιστα θωρώ με θιαμασμό μου. 80

Μικροί μεγάλοι με μισάν· κανένας δε με θέλει.

Αν είμαι, ή αν δε βρίσκομαι, τελείως δεν τους μέλει,

Και σα να μ' είχαν όχτρητα το πρόσωπο γυρίζουν,

Αλλ' ως κι' οι φίλοι μου οι παλαιοί, κι' αυτοί δε με γνωρίζουν,

Κι' αν κανενός αποκοτάω διο λόγια να μιλήσω, 85

Φεύγει με πάτημα γοργό, μηδέ τηράει οπίσω.

Νογώ το λάθο, πώκαμα· οι αθρώποι δε μου φταίγουν.

Σ' αυτούς δεν τύχαινε να βγω οι γριαίς δεν τους αρέγουν,

Δεν είν' αυτό, αδερφούλα μου, εκείνο που πειράζει.

Της λέει το Ψέμα, ως το φρονείς, κι' ο νους σου λογαριάζει: 90

Δε βλάβουν τα γεράματα, μον αφορμή κι αιτία

Είν' της στολής η έλλειψι· δεν είν η ηληκία.

Γιατί νομίζουν οι πολλοί, πως κάθε τι δεν πρέπει,

Με δίχως κάνα σκέπασμα καθένας να το βλέπει.

Εγώ πολύ παλιότερο και γεροστότερόν σου, 95

Με τα στολίδια, που φορώ, φαντάζω νιότερό σου.

Και ντιούμαι πάντα λογιαστά, και πάντα συχναλλάζω,

Και πάσα ημέρα αλλιότικο, καινούρια νιάτα βγάζω.

Τα όξω ορέγεται καλά, σ' εκείνα προσκολλιέται,

Τα μέσα δεν παρατηράει ο κόσμος, κι' ας γελιέται. 100

Για τούτο εγώ έχω απέρασι, για τούτο κυριεύω,

Γιατί ν' αρέσω καθενού αδιάκοπα γυρεύω.

Κι' έτζι παντού προτίμησι, παντού ευρίσκω χώρα,

Και κυβερνώ, ως ορέγομαι, τον κόσμον ως την ώρα·

Να παρρησιάσης το κορμί λοιπόν σε γύμνια τόση, 105

Συμπαθησέμε να σου ειπώ, πως, δεν παραήταν γνώσι.

Οστόσο το τι γίνηκε, πλιο δεν μπορ' α ξεγένη.

Κι ας προσπαθήσομε σ' αυτό πιος διορθωμός να γένη.

Έλα αδερφή να κάμομε, σου τάζω για καλό μας,

Μια συμφωνία, αν αγαπάς, με διάφορο κοινό μας. 110

Σε τούτο μου το φόρεμα κι' οι διο να τυλιχτούμε,

Σύντροφοι πάντα αχώριγοι μαζί να περπατούμε.

Τότες οι φρόνιμοι σα ιδούν πως βρίσκομαι με εσένα,

Από χατίρι σου θαρρώ δε με μισάν κι' εμένα.

Κι' εσένα πάλι οι τρελλοί να σε θωρούν μαζί μου, 115

Μετά χαράς σε δέχουνται απ' αφορμή δική μου·

Σε ταύτα η Αλήθια στρέγοντας, το ψέμα αγγαλιασμένη,

Στης φορεσιάς του εφάνηκε με ταύτο σκεπασμένη.

Κι' αφόντης ανταμόθηκαν το ψέμα κι' η Αλήθια,

Της γης τη σφαίρα επλήθυναν τα τόσα παραμύθια, 120

Τα παραμύθια εξιστορώ· τους μύθους ξεδιαλέγω.

Στολνώ το Ψέμα όσο μπορώ και την Αλήθια λέγω.

ΜΥΘΟΣ Α.

Τ ζ ί ν τ ζ ι ρ α ς κ α ι Μ υ ρ μ ή γ κ ι.

Ανάμεσα στα φύλλα του φουντωτού φτελιά,

Του δροσερού Πλατάνου, μ' ασίγητη λιαλιά,

Το καλοκαίρι όλο ο Τζίντζιρας περνάει, 125

Λαλόντας πάσα ημέρα, μήτ' άλλο μεριμνάει.

Ο Μύρμηγκας ωστόσο σ' αδιάκοπη δουλιά,

Θροφή για το χειμώνα συνάζει στη φωλιά.

Σαν πέρασαν η κάψαις, και πιάνουν η βροχαίς,

Καιρών ενάντιων ζάλαις, ανέμων ταραχαίς, 130

Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί,

Της πείνας να ψοφήση, σε κίντυνο βαρύ.

Στο σοδιαστή προστρέχει, του λέει, παρακαλώ,

Μην αρνηθής να κάμης σ' εμένα ένα καλό.

Με ξάφνισαν τα κρύα, προμιού το φανταστώ, 135

Και να χαθώ κοντεύω, αν δεν καταφταστώ.

Να μ' ελεήσης, φίλε, μ' ολίγο μερτικό

Από την εισοδιά σου προς ώρας δανεικό.

Κι' ερχάμενος ο θέρος, χωρίς να ζημιοθής,

Σου δίνω και κεφάλι και κάματον ευθύς. 140

Πολύ καλά, αποκρίθη· μον δεν παρανογώ,

Γιατί να μη φροντίσης, ως έκαμα κι' εγώ.

Γιατί, κυρ Μύρμηγκά μου, δεν άδιασα στιμή

Από το λάλημά μου, κι' αυτή είναι η αφορμή.

Εξαίρετα, του είπε, σα στον καλόν καιρό 145

Λαλούσες, τώρ' αρχίνα, και στήσε το χορό.

***

Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,

Και το μέλλον δε μετρούν,

Στα χαμένα τον γυρεύουν,

Σαν και πρώτα να τον βρουν. 150

Επειδής φτερά βαστάει.

Φεύγει, τρέχει σα νερό,

Κι' όπιος δεν τον κυνηγάει,

Χάνει πάντα τον τορό.

***

Σύναζε νιος όσο μπορείς, 155

Γέροντας άνεσι να βρης.

Στα νιάτα σου αν οκνεύεις.

Γέρος κακά πορεύεις·

Μ Υ Θ Ο Σ Β.

Τ ο Ψ ά ρ ι και τα Ψ α ρ ό π ο υ λ α.

Μη χωρίζεστε παιδιά μου,

Οχ τα ίχνη τα δικά μου. 160

Στο ποτάμι μέσα τρέξτε

Όσο θέλετε, και παίξτε.

Στα ριχά μη ξεγελιέστε,

Και στης άκραις να πλανιέστε.

Είναι οχτροί, και φυλαχτήτε, 165

Να μη τύχη και βλαφτήτε.

Έτζι τα Ψαρόπουλά του,

Σέρνοντάς τα από κοντά του,

Εσυμβούλευε το Ψάρι,

Με αγάπη και με χάρι. 170

Μον αυτά απ' ανεγνωμιά τους,

Παιδιακήσια ακεφαλιά τους,

Με τη μάνα τους γελούσαν,

Της ορμήνιαις δεν ψηφούσαν.

Ήταν ώρα που το χιόνι 175

Των βουνών, κι' ο πάγος λιόνει·

Ροβολάν μ' ορμή, αβγατίζουν,

Και τα κάτω πλευρίζουν.

Το ποτάμι φουσκομένο,

Κατεβάζει αφρισμένο. 180

Τα νερά του τόσο υψόνει,

Που τους κάμπους θαλασσόνει·

Ω φωνάζουν όλα αντάμα

Τα Ψαράκια, ω! τι θιάμα

Σπίτια, δέντρα, όλα ένα 185

Νάτα καταποντισμένα.

Φόβου τόπος πλιο δε μένει·

Πέλαγος η οικουμένη·

Ήρθε ήρθε ο καιρός μας.

Είναι ο κόσμος εδικός μας. 190

Τι λες, Μάνα, είναι χρεία

Να 'χομε άλλην υποψία;

Μάλιστα, παιδιά μου, τώρα,

Να φοβάστε είναι ώρα.

Το νερό αυτό διαβαίνει, 195

Κι' η στεριά σαν πρώτα μένει

Σταματάτε, αφηκραστήτε,

Μην αντέστε, και χαθήτε.

Οχ κι εσύ όλο να γκρινιάζης,

Όλο θέλεις να μας σκιάζης· 200

Έχε υγιά, της λεν, θα πάμε·

Άλλα λόγια δε γρηκάμε.

Το ποτάμι τους αφίνουν,

Δίχως άλλο να προσμείνουν

Κι' όσο εδύνονταν τρεχάτα

Προς τους κάμπους κόφτουν στράτα. 205

Τα μωρά! δε συλλογιούνται.

Τα νερά αρχινάν τραβιούνται.

Απομνήσκουν μες την ξέρη,

Πέφτουν σε διαβάτων χέρι. 210

***

Ο νιος και δίχως του κόσμου πράξι,

Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξι·

Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται,

Και στους σκοπούς του γι' αυτό πλανιέται.

Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει, 215

Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει·

***

Στην πατρίδα σου αν πορεύης,

Ξένους τόπους μη γυρεύης.

Κάλλια μέτρια στη γωνιά σου

Μ' ευχαρίστησι καρδιάς σου, 220

Ή πολλά να αποχτήσης,

Και με κίντυνα να ζήσης.

Των γονέων της ορμήνιαις

Μη ποτέ καταφρονάς·

Είναι πάντα προς καλό σου, 225

Όσο αλλιώς εσύ αν φρονάς.

***

Πραχτικού γερόντου γνώμη

Ν' αφηκράζεσαι καλά·

Έχει πράξι στα του κόσμου·

Έπαθε, έμαθε πολλά. 230

Κάθε τι επιχειρίσου,

Όσο είναι η δύναμί σου.

Οχ τον κύκλο σου μη βγαίνεις,

Ότι αλλιώς κακοπαθαίνεις

Μ Υ Θ Ο Σ Γ.

Η κ ο υ τ ζ ι ο ν ο ύ ρ α Α λ ο υ π ο ύ.

Μια Αλουπού, πώς εγελάστη, 235

Κι' σε δόκανον επιάστη

Τέτιο ζώο πονηρό,

Στην αλήθια δεν το ξέρω,

Μήτε θέλω να υποφέρω,

Να ξετάξω να το βρω. 240

Ξέρω ωστόσο, και μου φτάνει·

Πως επιάστη, και πως χάνει

Για κακή της συφορά,

Μ' αδιόρθωτη πομπή της

Την καλέτερη στολή της, 245

Τη μεγάλη της νορά.

Κι' ήταν χρεία, ή κρυμμένη,

Ήτε δάχτυλο δειγμένη

Μ' εντροπή της να περνάη.

Όθεν ναύρη θεραπεία 250

Για μια τέτια δυστυχία

Όλο θέλει κι' ερευνάει·

Σ' ένα δάσος, που η άλλαις

Αλουπαίς μικραίς μεγάλαις

Είχαν σύναξι βουλής, 255

Που σε ταύτη εσυνηθούσαν,

Και κοινά εθεωρούσαν

Κάπιαις χρείαις της φυλής.

Πάει και τούτη κι' αρχινάει,

Ένα πρόβλημα κινάει, 260

Πως η μόνη και συχνή,

Σ' όσα πάσχουν εναντία,

Η νορά τους είναι αιτία,

Η νορά τα προξενεί.

Βάρος, μπόδιο, κι' ασκημάδα, 265

Κι' όσα άλλα η φιληνάδα

Να εφεύρη είν' αρκετή,

Τ' αριθμάει δημηγορόντας,

Και θερμά κατηγορόντας

Τη νορά για περιττή· 270

Κι' ακλουθόντας ως το τέλος

Να κακολογάη το μέλος,

Με απόφασις φωνή

Να κοπή για δίκο κρίνει,

Συμβουλή και γνώμη δίνει 275

Προς ωφέλειαν κοινή.

Κι' είπε τόσα η πονηριά της,

Που κοντεύει στα νερά της

Την κοπή των Αλουπών

Να τραβίση και, να σύρη, 280

Πάσα μια απ' αυταίς να γύρη,

Στο δικό της το σκοπόν·

Μόνε μια απ' όσαις τότες

Ήταν δεύτεραις και πρώταις,

Αλουπού καθολική, 285

Ε της λέι, αγαπημένη,

Πώχεις την νορά κομμένη,

Κι' είσαι τόσο γνωμική,

Αν αυτή η συμβουλή σου,

Που με τόσην όρεξί σου 290

Να δεχτούμε επιθυμάς,

Δεν υπόσκονταν σ' εσένα

Κέρδος, διάφορο κανένα,

Δεν την πρόβανες σ' εμάς.

Μ Υ θ Ο Σ Δ.

Γ ά τ ο ς κ α ι Κ α θ ρ έ φ τ η ς

Ω Φιλοσόφοι σοβαροί, 295

Οπού με γνώμη σταθερή

Ξοδεύετε παντοτινά

Χρόνια ζωής προσωρινά,

Για να ξηγάτε τολμηροί,

Όσα ο νους σας δε χωρεί· 300

Καταδεχτήτε ολίγο τι

Προσεχτικό να βάλτε αυτί

Σε Γάτου φέρσιμο και νου,

Σοφού σωστά αληθινού.

Σε καθρέφτην ένας Γάτος 305

Άλλον όμιον του θαρρούσε·

Με παιγνίδια πάει τρεχάτος,

Να τον φτάκη προσπαθούσε.

Το γιαλί τον εμποδάει·

Θιαμασμένος απομνήσκει· 310

Αποπίσω ευτύς περνάει·

Μον κι' εκεί δεν τον ευρίσκει.

Μεταέρχεται, κυττάζει,

Και τον βλέπει ομπρός του πάλι.

Σταματάει, συλλογιάζει, 315

Και ταράζει το κεφάλι·

Κι' οχ το φόβο μη του φύγη

Αν τα φέρη αυτός τη γύρα,

Εστοχάστη στο κυνήγι

Ν' αποκλείση πάσα θύρα. 320

Στην κορφή οχ τον καθρέφτη

Απηδόντας ανηβαίνει·

Της κοιλιάς καβάλλα πέφτει

Και του λόγου του συσταίνει·

Διο απέδω, διο απέκει 325

Τα ποδάρια του κρατάει·

Με μεγάλην έγνια στέκει,

Μουλυχτά παραφυλάει.

Βέβιος τότε να τον πιάκη,

Σιγανά, αλαφρά αρχινάει, 330

Στο γιαλί να ιδή, να φτάκη,

Το κεφάλι να κρεμάη.

Ένα αυτί πρωτοματιάζει,

Κι' άλλο δεύτερο δοκέται·

Και τα νύχια του συντάζει· 335

Δέξια ζέρβια του κινιέται·

Εις αυτό, το ζύγι χάνει,

Ξαγλιστράει παραπατόντας

Το σκοπό δεν αποκάνει,

Και στον πάτο πάει βαρόντας. 340

Δίχως άλλο να φροντίζη,

Και να πολυπραγμονάη,

Στα ποντίκια του γυρίζει,

Τον καθρέφτη απαρατάει·

Πια μου, λέγει, χρεία εμένα, 345

Τέτια κι' άλλα να γυρεύω;

Δίχως διάφορο κανένα

Το μιαλό μου να πεδεύω;

Ό,τι ο νους μου να νοήση,

Σα μου λείπει κάθε τρόπος, 350

Δεν μπορεί να μ' ωφελήση,

Και χαμένος είναι ο κόπος.

Μ Υ θ Ο Σ Ε.

Α η δ ώ ν ι και Γ ε ρ ά κ ι.

Σε τρανταφυλλιάς κλωνάρι

Ελαλούσε έν' Αηδωνάκι,

Ερωτιάρικο πουλάκι, 355

Με φωνή πολλή και χάρι.

Το Γεράκι που απετάει,

Και θροφή να βρη γυρεύει,

Κούοντάς το ογληγορεύει,

Καταπάνω του χυμάει· 360

Στα ποδάρια του τ' αρπάζει·

Στον αγέρα το σηκώνει·

Σ' άλλο μέρος χαμπηλόνει·

Για φαγή του το τοιμάζει.

Το Αηδόνι το καϋμένο, 365

Βλέποντας το θάνατό του,

Προς τον άσπλαχνον οχτρό του

Λέγει παραπονεμένο.

Άφινέ με έτζι να ζήσης.

Μια χαψιά κορμί για σένα 370

Είναι είδος στα χαμένα·

Άλλο βρες να κυνηγήσης.

Αν με φας, τι θ' απεικάσης;

Σου χρειάζεται κάνα άλλο

Απετούμενο μεγάλο, 375

Κι' όχι εγώ, για να χορτάσης.

Το Γεράκι λέει σ' εκείνο,

Για το αβέβιο όπιος τρέχει

Μέτρα γνώσις δεν κατέχει·

Και για ταύτο δε σ' αφίνω. 380

***

Κάλλια πέντε και στο χέρι,

Πάρα δέκα και καρτέρει

***

Μην αφίνεις το ολίγο, που στο χέρι σου κρατάς,

Για να βρης παράνω ακόμα, τι δεν ξέρεις τι ζητάς.

Όσο έχεις είναι βέβιο· τ' άλλο, ελπίδα καρτερείς· 385

Κι' οχ τα διο να μείνης άδιος, αν δεν έχεις νου, μπορείς.

Μ Υ Θ Ο Σ ς.

Φ ο ρ ά δ α και Π ο υ λ ά ρ ι τ η ς.

Σε λιβάδια που η φύσι

Πλούσια είχε θησαυρίση

Ίσκιους, χλόαις, κλαριά, χορτάρια,

Δροσερά νερά· καθάρια, 390

Μια Φοράδα ηληκιομένη

Οχ τη μοίρα απολαβαίνει

Τ' αγαθά όλα ανταμομένα,

Με τη μοναχή της γέννα.

Κι' απερνούσε την ημέρα 395

Σα φιλόστοργη μητέρα,

Με πολλή ευχαρίστησί της.

Ν' αναθρέφη τα παιδί της.

Το ανήλικο Πουλάρι

Σε μιας τόσης τύχης χάρι 400

Βρίσκει πάσαν ηδονή του

Εις την άσκοπην ορμή του.

Δίχως μέριμνο και ζάλη,

Δίχως κόσμου πράξιν άλλη,

Με κατάχρησι απολνιέται 405

Μέσα στα καλά, που κλιέται.

Τελοσπάντων για οδηγό του

Αποχτάει στο φέρσιμό του,

Ό,τι έχουν, στην αλήθια,

Τα παιδόπουλα συνήθια. 410

Ογκομένο ως τ' αχείλι

Τρώει αδιάκοπα τριφύλλι·

Και γκυλιέται τεντομένο

Στο χορτάρι τ' ανθισμένο.

Αφορμή ας μη το κεντάει, 415

Τρέχει, ρίχνεται, πηδάει·

Κι' αν δεν έχει τι να κάμη

Κολυμπάει μες το ποτάμι.

Κι' όποτε δεν είναι χρεία,

Τότε πρόφασι κι' αιτία 420

Βρίσκει ευτύς στη θέλησί του

Ν' αναπάψη το κορμί του.

Στη συχνή τρυφήν εκείνη,

Στην πολλή του γεροσύνη,

Αρχινάει ν' αποσταίνη, 425

Κάθε τι να το χορταίνη.

Ως το τέλος βαρεμένο,

Και πολύ περιορισμένο,

Μην ηξέροντας τι έχει,

Στην καλή του μάνα τρέχει· 430

Έχω από καιρό, της λέγει,

Που ο τόπος δε με στρέγει·

Η βοσκή μας δε σαρκόνει,

Και παράνω με σκοτόνει·

Τα τριφύλλι που αγαπάω, 435

Παρανόρεχτα μασσάω.

Και η πρώτη νοστιμάδα

Στα νερά δεν έχει αράδα.

Ως κι' ο αγέρας, που ανασταίνω,

Και κακό απ' αυτόν παθαίνω, 440

Στα πλεμόνια μου ανημπόρια

Προξενάει με στενοχώρια.

Μ' ένα λόγο· εγώ σ' ολίγο,

Μάνα μου, αποδώ αν δε φύγω

Σ' άλλο μέρος να περάσω, 445

Τη ζωή μπορώ να χάσω.

Ναι, του λέει εκείνη, τώρα,

Να μισέψομε στην ώρα.

Τέτιος τόπος δεν αχρήζει,

Την υγιά σου σαν εγγίζει. 450

Λόγος, κι' έργο· την παλιά τους

Απαριάζουν κατοικά τους,

Δίχως να χασομερήσουν

Μια στιμή, ν' αναχωρήσουν.

Ο μικρός ο ταξιδιότης, 455

Οχ το βράσιμο της νιότης,

Με γοργά πατήματά του

Απηδάει οχ τη χαρά του.

Και η γριά, οπού πηγαίνει

Όχι καλοκαρδισμένη, 460

Φρονιμώτερα πατάει,

Και στο δρόμο τ' οδηγάει·

Και το ήφερνε από στράτα,

Και βουνά γγρεμούς γιομάτα,

Δίχως χόρτο, ή πρασινάδα, 465

Ή νερού καθόλου ικμάδα·

Πουθενά βοσκή δε βρίσκουν·

Όλη μέρα άδια μνήσκουν·

Και σαν πήρε το σκοτάδι,

Νηστικά απερνάν το βράδυ. 470

Το πουρνό καθώς χαράζει,

Οχ την πείνα, που τα βιάζει,

Ψίχα αγκάθι παν τζιμπόντας

Το ταξίδι ακολουθόντας.

Μοναχά μ' αυτό στο στόμα 475

Διο ημερόνυχτα ακόμα

Μες το ίδιο ξεροτόπι

Φέρουν γύρα οι στρατοκόποι.

Η φοράδα, που αποβλέπει,

Τον υγιό της, σ' ό,τι πρέπει, 480

Για καλό του να πεδέψη,

Και με τρόπο να ορμηνέψη,

Εστοχάστηκε αρκετό του,

Για τ' ανέγνωμο μυαλό του,

Όσο τότες είχε πάθη, 485

Απατό του για να μάθη·

Και από ‘να μονοπάτι,

Που γνωρίζει αυτή μονάτη,

Τα μεσάνυχτα απογάλι

Στα λιβάδια φτάνουν πάλι. 490

Τ' αλογόπλο εκεί κοντά του

Να ιδή ανεπάντεχά του

Λίγο χόρτο, δεν κρατιέται,

'Σ ταύτο απάνω ευτύς πετιέται·

Ω, τι σπάνια, λέει, γλυκάδα, 495

Χλωρασιά και τρυφεράδα,

Πώχει τούτη για η χλόη!

Και με όρεξι την τρώει·

Μάνα, ας πάψομε οχ τον κόπο

Να γυρεύομε άλλο τόπο· 500

Καταφύγι δεν μπορούμε

Ωραιότερο να βρούμε.

Πιο άλλο μέρος, σαν και τούτο,

Θα 'χη τόσο μέγαν πλούτο;

Κι' επειδή είν' της όρεξίς μας, 505

Ας σταθούμε επιζωής μας.

Έτζι λέγοντας, φωτίζει·

Και τον τόπο ευτύς γνωρίζει

Που τον είχαν αφημένο,

Κι' απομνήσκει συγχυσμένο. 510

Τότε η γριά με καλοσύνη

Τέτια συμβουλή του δίνει·

Τέκνο, λέγει, αφηκράσου·

Και τα λόγια μου στοχάσου

Αν ορέγεσαι να ζήσης 515

Δίχως να κακοπαθήσης,

Εις την κάθε απόλαψί σου,

Να είναι μέτρο η δύναμί σου.

Η υστέρησι πειράζει·

Το πολύ αναγουλιάζει· 520

Ηδονή ζητάς να εύρης;

Μες τη μέση να την ξεύρης.

Μ Υ θ Ο Σ Ζ.

Π ε ρ ι σ τ έ ρι.

Διψασμένο Περιστέρι

Απετάει, και γύραις φέρει

Πού να βρη, να πιή νερό. 525

Αποκεί που συνηθάει,

Κι' άντα θέλει ξεδιψάει,

Έχει χάση τον τορό.

Ξαφνισμένο από Γεράκι

Το αθώο το πουλάκι 530

Στα χαμένα περπατάει·

Στα χαμένα τριγυρίζει,

Και τον τόπο δε γνωρίζει,

Μήτε ξέρει πού πατάει·

Όσο τρέχει και απετάει, 535

Τόσο ανάφτει και διψάει,

Και δροσιά επιθυμεί·

Τελοσπάντων αγναντεύει

Το νερό οπού χαλεύει,

Και στου πόθου την ακμή, 540

Οχ τη βιά του τη μεγάλη

Το σημάδι εκείνο σφάλλει,

Σε ξερό δέντρο χτυπάει·

Πέφτει κάτω σκοτισμένο

Και σε χέρια σκλαβομένο 545

Κυνηγού αποκαταντάει·

***

Των παθών μας η ορμή

Είναι η πρώτη αφορμή

Σ' όσα ενάντια μας τυχαίνουν·

Δυστυχείς μας καταστένουν 550

Αν μετράγαμεν πολλά

Θέλα κρέναμεν καλά

Κάθε τέλος του σκοπού μας,

Μ' ώφελος του εαυτού μας·

Μον του πόθου η υπερβολή, 555

Κι' η αστόχαστη βουλή

Την καρδιά μας κυριεύουν,

Σ' ατυχίαις μας πεδεύουν·

Εις του πόθου το βρασμό

Στάκα σε συλλγισμό, 560

Μη η βιά σε καταφέρη,

Κάμης ό,τι δε συμφέρει·

Σε ό,τι επιχειριστής

Ποτέ σου μη παραβιαστής.

Γιατί σε βια μεγάλη 565

Ο νους μας πάντα σφάλλει·

Μ Υ Θ Ο Σ Η.

Χ ω ρ ι ά τ η ς και Π α ι δ ι ά τ ο υ.

Ένας γέρος χωρικός

Μετρημένος, γνωστικός,

Ότι αρχίνησε να νιόση,

Πως το τέλος του είχε σόση, 570

Και ποθόντας, μοναχή

Τα παιδιά του παντοχή·

Στη δουλιά της γης να έχουν,

Και σ' εκείνη να προσέχουν,

Με φιλόστοργη βουλή 575

Μιαν αυγή τα προσκαλεί

'Σ του θανάτου του την κλίνη·

Τέτια διάτα τους αφίνει·

Και τους λέει· Παιδιά μου, εγώ

Όσο βλέπω, δεν αργώ 580

Τούτη τη ζωή να χάσω,

Και στην άλλη να περάσω·

Όθεν, πριν σας χωριστώ,

Σαν πατέρας σας, χρωστώ

Να σας πω τη θέλησί μου, 585

Κι' όλη την κατάστασί μου·

Το γνωρίζετε καλά,

Πως δεν έχομε πολλά·

Ένα σπίτι, ολίγο πράμμα,

Και μ' αυτά το αμπέλι αντάμα. 590

Το αμπέλι είν' αρκετό,

Επειδής κι' εμείς μ' αυτό

Επορέψαμαν ως τώρα,

Οι καλήτεροι στη χώρα.

Μον στην τόση του εισοδιά 595

Βολετό και σαν παιδιά

Να μην ευχαριστηθήτε,

Και σε χρείαις να βρεθήτε·

Να το ξέρετε λοιπόν,

Πως εγώ με το σκοπόν, 600

Μη καμμιά φορά ξεπέστε,

Και σε φτώχια τυραγνιέστε,

Όλα μου τα μετρητά,

Σε διο κλήματα κοντά,

Μες τ' αμπέλι τα 'χω θάψει 605

Προς τη φράχτη, που είχα κάψει....

Θέλει ο Γέροντας να ειπή·

Η φωνή του είχε κοπή,

Δεν μπορεί ν' ακολουθήση,

Μήτε λόγο να μιλήση. 610

Οι υγοί του τον κρατάν·

Του φωνάζουν· τον ρωτάν·

Μον ο γέρος τελειόνει

Τη ζωή του, και νεκρόνει.

Του πατρός τους το χαμό 615

Με καρδιάς πολύν καϋμό

Τα ορφανά παραπονιούνται,

Και σε κλάυματα κινιούνται·

Μον 'ς της λύπης την ορμή,

Είχαν κι' άλλην αφορμή 620

Να περνάν συλλογισμένοι

Και διπλά παραθλιμμένοι·

Σε πια κλήματα μπορούν

Τ' άσπρα τάχατε να βρουν;

Θησαυρού έχουν πλούσια ελπίδα, 625

Κι' είναι σ' άπαυτη φροντίδα,

Τούτο το συμβεβηκό

Σε καιρόν καθολικό

Ακλουθάει, που συνηθίζουν,

Και τ' αμπέλια όλοι σκαλίζουν. 630

Με απόφασι κοινή,

Και πολλήν υπομονή

Το αμπέλι κατασκάφτουν·

Άσπρα ωστόσο δεν ξεθάφτουν.

Κι' η δουλιά τους η πολλή 635

Το υποστατικό ωφελεί,

Που καινούργια αγγιά αγοοάζουν·

Τα κρασιά τους εισοδιάζουν.

Αφοντότες αρχινούν,

Μ' άλλα μέτρα κι' άλλο νουν, 640

Τη δουλιά να προτιμήσουν,

Κι' ευτυχή ζωή να ζήσουν.

***

Όπιος οκνεύει Και δε δουλεύει,

Αυτός γυρεΰει Να δυστυχάη.

Ο κόπος φέρει Με πλούσιο χέρι 645

Ό,τι συμφέρει Να ευτυχάη·

Δεν είναι ο τόπος, Δεν είναι ο τρόπος,

Μον είν' ο κόπος, Ο θησαυρός.

Φτωχός μετριέται, Ταλαιπωριέται,

Καταφρονιέται, Ο οκνηρός· 650

Μ Υ Θ Ο Σ Θ.

Τ ι μ ή, Φ ω τ ι ά, και Ν ε ρ ό.

Συμφώνησαν παλιόν καιρό

Τιμή Φωτιά, και το Νερό

Μαζί να συντροφέψουν,

Και τύχη να γυρέψουν·

Στο δρόμο τους που περπατάν, 655

Ένας τον άλλον ερωτάν·

Αν λάχη και χαθούμε,

Πώς να ανταμοθούμε;

Με χάσεταν, λέει η Φωτιά,

Ρίξτε τριγύρω μια ματιά, 660

Κι' οπού καπνό να ιδήτε,

Ελάτε να με βρήτε.

Κι' εγώ αποκρίθη το Νερό

Έχω τον τόπο φανερό·

Οπού χλωρό λιβάδι, 665

Δικό μου είναι σημάδι.

Γυρίζουν λεν και της τιμής·

Σου φανερόσαμαν εμείς

Του καθενού μας τόπο,

Πες μας κι' εσύ τον τρόπο. 670

Λέγει η Τιμή, εγώ σ' αυτό

Σας συμβουλεύω, οχ το κοντό

Ποτέ μη γελαστήτε

Να μου ξεχωριστήτε.

Γιατί αν γλιστρήσω μια φορά, 675

Και δε με πιάστε σταθερά,

Όσο να με γυρέψτε,

Τον κόπο θα ξοδέψτε.

Ποιήματα και Πεζά τινα · 第 3 / 6 题