Λέγω λοιπόν ότι, διά να δύναταί τις να γράφη εις την εντέλειαν

ιστορίαν, πρέπει να έχη εκ φύσεως δύο κυρίως αρετάς, πολιτικόν νουν

και δύναμιν περιγραφικήν. Αλλ' εξ αυτών η μεν πρώτη είνε δώρον της

φύσεως και δεν διδάσκεται, η δε άλλη αποκτάται διά πολλής ασκήσεως

και συνεχούς εργασίας και μιμήσεως των αρχαίων. Αλλά και ταύτα δεν

είνε τέχνη και εις ουδέν δύνανται αι συμβουλαί μου να συντελέσουν δι'

αυτά• διότι το βιβλίον μου δεν υπόσχεται ότι θα καταστήση νοήμονας

και ευφυείς εκείνους, οι οποίοι δεν είνε εκ φύσεως τοιούτοι. Θα ήτο

μέγα χάρισμα ή μάλλον το πολυτιμότατον των χαρισμάτων, αν ηδύνατό τις

να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς ή να κατασκευάζη χρυσόν εκ μολύβδου ή

άργυρον εκ κασσιτέρου ή ένα Τίτορμον εκ του Κόνωνος ή εκ του

Λεωτροφίδου ένα Μίλωνα {70}.

Αλλ' εις τι λοιπόν θα χρησιμεύσουν η τέχνη και αι συμβουλαί σου; Δεν

θα δημιουργήσουν προσόντα μη υπάρχοντα, αλλά θα οδηγήσουν εις την

πρέπουσαν χρήσιν των υπαρχόντων. Ομοίως ο Ίκκος, ο Ηρόδικος, ο Θέων

και οιοσδήποτε άλλος γυμναστής δεν θα σου έδιδον υπόσχεσιν ότι, αν

παραλάβουν τον Περδίκκαν — εάν αληθώς αυτός είνε, και όχι ο Αντίοχος

του Σελεύκου, ο ερασθείς την μητρυιάν του Στρατονίκην και καταντήσας

εις την εσχάτην εξασθένησιν — θα τον καταστήσουν ικανόν να νικήση εις

τους Ολυμπιακούς αγώνας και να γίνη αντίπαλος Θεαγένους του Θασίου ή

Πολυδάμαντος του Σκοτουσσαίου• αλλά το πρόσωπον το οποίον θα παραδοθή

εις αυτούς, εάν είνε κατάλληλον διά την γυμναστικήν, θα το

καταστήσουν πολύ καλλίτερον με την τέχνην των. Ώστε ούτω πρέπει να

εννοηθή και η επαγγελία ημών, όταν λέγωμεν ότι ευρήκαμεν τέχνην δι'

έργον τόσο μέγα και δύσκολον• διότι δεν λέγομεν ότι οιονδήποτε αν

παραλάβωμεν θα τον αναδείξωμεν συγγραφέα, αλλ' εις τον φύσει νοήμονα

και εξησκημένον εις το να γράφη καλά δυνάμεθα να υποδείξωμεν οδούς

τινας ευθείας, τας οποίας ακολουθών θα φθάση ταχύτερα και ευκολώτερα

εις τον σκοπόν. Διότι δεν δύνασαι βέβαια να είπης ότι ο νοήμων

άνθρωπος δεν έχει ανάγκην τέχνης και διδασκαλίας διά πράγματα τα

οποία δεν γνωρίζει, άλλως θα έπαιζε κιθάραν και αυλόν και τα πάντα θα

εγνώριζε χωρίς να τα διδαχθή. Τώρα δε χωρίς να διδαχθή ουδέν εκ

τούτων δύναται να εκτελέση, ενώ, αν τον οδηγήση κανείς ευκόλως θα

μάθη και καλώς θα χειρισθή τα ειρημένα όργανα.

Λοιπόν και εγώ θέλω τον μαθητήν μου να είνε δυνατός και εις την

σκέψιν και εις τον λόγον, να έχη οξείαν την αντίληψιν και να είνε

ικανός να διευθύνη τα δημόσια πράγματα, αν του ανατεθή εξουσία• να

έχη γνώσεις στρατιωτικάς, και εκτός της πολιτικής πείρας, να γνωρίζη

πώς διοικούνται οι στρατοί και μάλιστα να έχη μεταβή εις στρατόπεδον

και να είδε στρατιώτας γυμναζομένους ή παρατασσομένους• να γνωρίζη δε

και τα όπλα και τα πολεμικά μηχανήματα, προσέτι τι είνε η πλευρική

και τι η κατά μέτωπον επίθεσις, πώς είνε οι λόχοι και πώς οι ιππείς,

τι είνε έφοδος και τι υπερφαλάγγισις• εν γένει δε να μη είνε κανείς

εξ εκείνων, οίτινες τον περισσότερον καιρόν διέρχονται εντός της

κατοικίας των, ούτε να περιμένη να μανθάνη μόνον από τους άλλους τα

συμβαίνοντα και να τα πιστεύη όπως του τα λέγουν. Κυρίως δε και προ

πάντων να έχη ελεύθερον την γνώμην και ούτε κανένα να φοβήται, ούτε

τίποτε να ελπίζη, άλλως θα είνε όμοιος με τους διεφθαρμένους

οικαστάς, οίτινες κρίνουν κατά χάριν ή εχθρικώς, δωροδοκούμενοι. Αν ο

Φίλιππος έχασε τον ένα οφθαλμόν εις την Όλυνθον, πληγωθείς υπό του

Αστέρος του Αμφιπολίτου, να μη δυσκολευθή να μας τον παρουσιάση

μονόφθαλμον, όπως ήτο• ούτε η δυσαρέσκεια του Αλεξάνδρου να τον

εμποδίση να γράψη ακριβώς τον σκληρόν φόνον του Κλείτου εις το

συμπόσιον ούτε να φοβηθή τον Κλέωνα, ως έχοντα μεγάλην δημοτικότητα

και παρασύροντα τον λαόν διά του λόγου, και να μη γραφή ότι ήτο

άνθρωπος ολέθριος και παράφρων• ούτε ολόκληρον την πόλιν των Αθηνών

να φοβηθή, αν διηγηθή τας συμφοράς της εις Σικελίαν εκστρατείας, την

σύλληψιν του Δημοσθένους και τον θάνατον του Νικίου, την δίψαν των

στρατιωτών του Νικίου και τι ήτο το νερόν, το οποίον έπινον και πώς

εφονεύθησαν οι περισσότεροι ενώ έπινον. Διότι πολύ ορθώς θα σκέπτεται

ότι ουδείς των φρονίμων θα τον κατηγορήση, εάν διηγήται τα ατυχώς ή

ανοήτως γενόμενα όπως έγιναν• δεν τα έπραξεν αυτός, αλλ' αναφέρει όσα

έγιναν• ώστε, και αν ενικήθησαν εις ναυμαχίαν, δεν ήτο αυτός όστις

εβύθισεν, αν ετράπησαν εις φυγήν, δεν τους κατεδίωκεν αυτός• θα

ηδύναντο μόνον να τον μεμφθώσιν, αν παρέλειψε να ευχηθή υπέρ της

πατρίδος του, ενώ ήτον ανάγκη. Αν ήτο δυνατόν να επανορθόνωνται τα

πολεμικά ατυχήματα διά της αποσιωπήσεως ή αν τα διηγηθώμεν αντιθέτως

προς την αλήθειαν, θα ήτο πολύ εύκολον εις τον Θουκυδίδην να

καταρρίψη διά λεπτού καλάμου το εις τας Επιπολάς παρατείχισμα, να

βυθίση την τριήρη του Ερμοκράτους, να λογχίση τον κατηραμένον

Γύλιππον, ενώ κατεγίνετο ν' αποφράσση και αποκλείη τας οδούς, και

τέλος τους μεν Συρακουσίους να ρίψη εις τα λατομεία {71}, οι δε

Αθηναίοι να περιπλεύσουν την Σικελίαν και Ιταλίαν και να

πραγματοποιηθούν αι πρώται του Αλκιβιάδου ελπίδες. Νομίζω όμως ότι

ούτε η μοίρα Κλωθώ θα ηδύνατο ν' ανακλώση τα γενόμενα, ούτε η Άτραπος

να τα μετατρέψη.

Του συγγραφέως λοιπόν το καθήκον είνε έν, να διηγηθή τα πράγματα ως

έγιναν. Αλλά δεν δύναται να πράξη τούτο, όταν φοβήται τον Αρταξέρξην,

του οποίου είνε ιατρός{72}, ή ελπίζη να λάβη μανδύαν πορφυρούν και

χρυσούν περιδέραιον και ίππον της Νίσης {73} ως αμοιβήν των εις την

ιστορίαν του επαίνων. Τοιούτόν τι όμως δεν θα έπραττεν ένας Ξενοφών,

δίκαιος συγγραφεύς, ούτε ένας Θουκυδίδης. Αλλά και αν προσωπικώς μισή

τινας, θα θεωρήση πολύ αναγκαιότερον το κοινόν συμφέρον και πολύ

περισσότερον θα φροντίση διά την αλήθειαν παρά διά την έχθραν του,

και αν πρόκειται περί φίλου δεν θα παραβλέψη τα σφάλματά του• διότι,

ως είπα, της ιστορίας αυτό είνε το καθήκον και μόνον εις την αλήθειαν

πρέπει ναφοσιωθή ο θέλων να γράψη ιστορίαν, δι' όλα δε τα άλλα να μη

φροντίζη• και εν γένει ως κανόνα πρέπει να έχη ότι γράφει όχι διά

τους συγχρόνους του, αλλά διά τους μεταγενεστέρους και εις τούτους

ναποβλέπη. Εάν δ' εξ εναντίας φροντίζη μόνον διά την εφήμερον

εντύπωσιν, θα καταταχθή δικαίως εις τους κόλακας, τους οποίους η

ιστορία αποστρέφεται ανέκαθεν όχι ολιγώτερον αφ' όσον η γυμναστική

αποστρέφεται την καλλωπιστικήν τέχνην. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο

Αλέξανδρος είπε μίαν ημέραν τα εξής : Ήθελα, Ονησίκριτε {74}, αφού

αποθάνω, ναναζήσω επ' ολίγον, διά να ίδω πώς οι άνθρωποι θα κρίνουν

όσα θα ιστορούνται περί εμού. Εάν τώρα επαινούν και εγκωμιάζουν,

τούτο δεν είνε παράδοξον, διότι έκαστος με αυτό το δόλωμα προσπαθεί

να συλλάβη την εύνοιάν μου. Καίτοι όσα ο Όμηρος έγραψε περί του

Αχιλλέως αποκλίνουσι τα πλείστα προς το μυθώδες, τινές σήμερον

κλίνουν να τα πιστεύουν, διότι θεωρούν ως μεγάλην εγγύησιν αληθείας

ότι δεν έγραφε περί ζώντος• και εις τοιαύτην περίπτωσιν δεν εννοούν

διά ποίον λόγον θα εψεύδετο. Τοιούτον λοιπόν θέλω τον συγγραφέα,

άφοβον, ανώτερον αμοιβών και δώρων, ελεύθερον, φίλον της ειλικρινείας

και της αληθείας, ο οποίος, κατά τον κωμικόν, να λέγη τα σύκα σύκα

και την σκάφην σκάφην• ούτε εις το μίσος ούτε εις την φιλίαν να

χαρίζεται• να μη φείδεται ή να λυπήται ή να εντρέπεται να γράψη την

αλήθειαν ή να την αποσιωπά, διά να περιποιηθή• να είνε ίσος προς

όλους δικαστής και εξ ίσου φίλος προς όλους, ώστε να μη απονέμη εις

κανένα περισσότερον αφ' ό,τι του ανήκει• να είνε ξένος προς τα βιβλία

του και να μη θεωρή πατρίδα καμμίαν πόλιν {75}, ανεξάρτητος και μη

υποκείμενος εις κανένα βασιλέα• να μη σκέπτεται δε πώς θα φανούν εις

τον τάδε και τον τάδε όσα γράφει, αλλά να γράφη ό,τι έγινεν.

Ο Θουκυδίδης βλέπων πόσον εθαυμάζετο ο Ηρόδοτος, ώστε και Μούσαι να

ονομασθούν τα βιβλία του, πολύ καλώς ώρισε και διέκρινε την τελείαν

από την ελαττωματικήν ιστορίαν και, ως λέγει, έγραφε μνημείον αιώνιον

και όχι προσωρινόν κατασκεύασμα, και δεν επιδιώκει τα μυθώδη, αλλά

την αλήθειαν των γενομένων, χάριν των μεταγενεστέρων. Συμπεραίνει δε

ποία θα είνε η χρησιμότης, πράγμα το οποίον πρέπει να θέτη ως σκοπόν

της ιστορίας πας φρόνιμος, και λέγει ότι, εάν ποτε συμβούν τα όμοια,

οι μεταγενέστεροι θα δυνηθούν οδηγούμενοι εκ των προηγουμένων να

διεξαγάγουν καλώς τα ενεστώτα.

Τοιούτον λοιπόν χαρακτήρα πρέπει να έχη ο συγγραφεύς όστις θα έλθη

προς εμέ• όσον δε αφορά εις την γλώσσαν και το ύφος του δεν πρέπει να

είνε πολύ συνηθισμένα εις τον σφοδρόν και τραχύν λόγον με τας

συνεχείς περιόδους και τα στρυφνά επιχειρήματα και την άλλην

δεινότητα της ρητορικής• διά ν' αρχίση να γράφη ιστορίαν, πρέπει να

έχη ηρεμωτέραν την διάθεσιν. Και αι μεν έννοιαί του πρέπει να έχουν

τάξιν και να είνε πυκναί, η δε φράσις σαφής, και η πρέπουσα εις τας

πολιτικάς υποθέσεις και ακριβέστατα να εκφράζη το σημαινόμενον. Διότι

όπως εις την σκέψιν του συγγραφέως ως σκοπόν ωρίσαμεν την αλήθειαν

και την παρρησίαν, ούτω και της γλώσσης πρώτος σκοπός πρέπει να είνε

να εκφράση καθαρώς και να εκδηλώση τελείως το πράγμα, ούτε

ακατανοήτους και αχρήστους λέξεις μεταχειριζόμενος, ούτε τας αγοραίας

και χυδαίας, αλλά τοιαύτας ώστε και οι πολλοί να εννοούν και οι

μορφωμένοι να επιδοκιμάζουν. Να στολίζη δε το ύφος του με σχήματα,

αλλ' όχι φορτικά και επιτηδευμένα, άλλως τα έργα του θα ομοιάζουν με

φαγητά καθ' υπερβολήν καρυκευμένα.

Το πνεύμα του ιστορικού ας προσεγγίζη ενίοτε εις την ποίησιν και ας

δανείζεται παρ' αυτής μεγαλοπρέπειαν και ύψος, μάλιστα όταν περιγράφη

παρατάξεις, μάχας και ναυμαχίας• διότι τότε είνε ανάγκη να πνεύση

ούριος ποιητικός άνεμος, υπό την πνοήν του οποίου το πλοίον του να

φεύγη ως ιπτάμενον και μόλις θίγον τας κορυφάς των κυμάτων. Η γλώσσα

του όμως ας βαδίζη εις την γην• και να συνανυψούται μεν και όσον το

δυνατόνν αφομοιούται με το κάλλος και το μέγεθος των περιγραφομένων,

να μη εξέρχεται όμως από τον χαρακτήρα της, ούτε ακαίρως να

ενθουσιάζεται• διότι εις τοιαύτην περίπτωσιν διατρέχει μέγαν κίνδυνον

να εξέλθη από την τροχιάν της και πέση εις την ποιητικήν μανίαν• ώστε

τότε μάλιστα πρέπει να την συγκρατή ο χαλινός εις φρόνησιν, καθότι

και εις τα λογοτεχνικά έργα η αλαζονεία είνε ελάττωμα όχι μικρόν. Το

καλλίτερον λοιπόν είνε, ενώ η σκέψις θα πορεύεται έφιππος, η έκφρασις

να παρακολουθή πεζή και κρατουμένη από το εφίππιον, ούτως ώστε να μη

υστερήση.

Αλλά και εις την σύνθεσιν των λέξεων πρέπει ο συγγραφεύς να τηρή

μέτρον και ν' ακολουθή μέσην οδόν, και ούτε λίαν μεμακρυσμέναι και

χωρισμέναι να είνε, ούτε χωρίς ρυθμόν να συνάπτωνται, όπως πράττουν

οι πολλοί• διότι το μεν πρώτον είνε ελαττωματικόν, το δε δεύτερον

δυσάρεστον εις την ακοήν.

Τα δε γεγονότα δεν πρέπει να συλλέγωνται όπως τύχουν, αλλ' αφού με

επιμέλειαν και κόπον πολλάκις τα εξετάση ο συγγραφεύς να τα γράψη• ει

δυνατόν δε να είνε παρών και να επιβλέπη, άλλως να λαμβάνη τας

πληροφορίας του από τους μάλλον αμερολήπτους και από εκείνους οίτινες

είνε ανώτεροι υπονοίας ότι προς χάριν ή από έχθραν θα ελαττώσουν ή θα

μεγαλοποιήσουν τα γεγονότα. Τότε δε πάλιν να διακρίνη και να εκλέγη

τα πιθανώτερα. Και όταν τα συναθροίση όλα ή τα περισσότερα, κατ'

αρχάς να καταστρώση προσχεδίασμα, σώμα χωρίς κάλλος και ασυνάρθρωτον•

έπειτα θα το τακτοποιήση, θα το καλλωπίση, θα δώση το χρώμα του

ύφους, την μορφήν και την συμμετρίαν. Πρέπει δε τότε να είνε εντελώς

όμοιος προς τον Ομηρικόν Δία, όστις οτέ μεν βλέπει εις την χώραν των

ιπποτρόφων Θρακών, οτέ δε εις την χώραν των Μυσών• ομοίως και αυτός

οτέ μεν θα βλέπη τα πράγματα της Πατρίδος του και θα μας λέγη πως του

εφαίνοντο από περιωπής βλεπόμενα, οτέ δε τα των Περσών, έπειτα δε και

τα δύο συγχρόνως, εάν πολεμήσουν. Αλλά και κατά την διάρκειαν της

μάχης δεν πρέπει να παρατηρή προς το έν μέρος, ούτε προς ένα ιππέα ή

πεζόν, εκτός αν ούτος είνε ο Βρασίδας, όστις πρώτος πηδά εις την

απόβασιν {76} ή ο Δημοσθένης εμποδίζων την απόβασιν. Εις τους

στρατηγούς πρέπει πρωτίστως να προσέχη και αν δώσουν καμμίαν

διαταγήν, να την ακούση και να εξακριβώση τον λόγον και τον σκοπόν

της. Όταν δε συμπλακούν, θα τους παρακολουθή όλους συγχρόνως• και

τότε πρέπει να ζυγίζη όπως εις ζυγαριάν τα γινόμενα και να

παρακολουθή τους διώκοντας και να φεύγη μετά των φευγόντων. Εις όλα

δε ταύτα να επικρατή μέτρον, ώστε ν' αποφεύγη την απειροκαλίαν και

την φορτικήν πολυλογίαν, εις την οποίαν η απειρία παρασύρει τους

νέους, αλλ' ευκόλως να δίδη πέρας εις την διήγησιν των επεισοδίων και

αφού διακόψη εδώ την αφήγησιν, ας μεταβαίνη εις τα άλλα, αν είνε

επείγοντα• έπειτα δε αφήσας αυτά να επανέρχεται εις τα πρώτα, εάν

είνε ανάγκη• και προς όλα να σπεύδη και ει δυνατόν συγχρόνως να

διηγήται τα συγχρόνως συμβαίνοντα και να πετά από της Αρμενίας εις

την Μηδίαν, εκείθεν δε ως βέλος να φθάνη εις την Ιβηρίαν, έπειτα εις

την Ιταλίαν, ώστε να μη χάνη τίποτε ενδιαφέρον.

Πρέπει δε προ πάντων να καταστήση την κρίσιν του ομοίαν προς

κάτοπτρον καθαρόν και στιλπνόν και ακριβές εις την ανάκλασιν, ώστε

ναποδίδη απαραλλάκτους τας εικόνας των έργων, τας οποίας δέχεται, να

μη παρουσιάζη δε τίποτε διεστραμμένον με διάφορον χρωματισμόν και

αλλοιωμένον σχήμα• διότι ο ιστορικός δεν συνθέτει όπως οι ρήτορες,

αλλ' εκείνα τα οποία θα είπη υπάρχουν διότι έγιναν ήδη• πρέπει δε και

να τα κατατάξη και να τα είπη• ώστε η κυριωτέρα του φροντίς δεν είνε

τι θα είπη, αλλά πώς θα το είπη.

Εν γένει δε δύναται τις να θεωρήση τον γράφοντα ιστορίαν όμοιον προς

τον Φειδίαν, τον Πραξιτέλην ή τον Αλκαμένην ή άλλον οιονδήποτε

γλύπτην. Διότι ούτε αυτοί κατεσκεύαζον τον χρυσόν, τον άργυρον και

τον ελέφαντα ή τα άλλα υλικά τα οποία μετεχειρίζοντο. Αλλ' η ύλη

υπήρχε, την επρομήθευσαν δε εις αυτούς οι Ηλείοι, οι Αθηναίοι ή οι

Άργείοι και αυτοί μόνον την διέπλασαν, επριόνισαν τον ελέφαντα,

έξυσαν, συνεκόλλησαν, ερρύθμισαν και εκόσμησαν διά χρυσού, η τέχνη

των δε ήτο να συναρμόσουν καταλλήλως τα υλικά.

Τοιούτον περίπου είνε και το έργον του συγγραφέως, να κατατάξη καλώς

τα γενόμενα και να τα παρουσίαση εις όλην αυτών την δύναμιν και την

ενάργειαν. Όταν δε έπειτα όσοι τα αναγινώσκουν νομίζουν ότι τα

βλέπουν και επαινούν την διήγησιν, τούτο θα είνε απόδειξις ότι το

έργον έγινε καλώς και ακριβώς και ότι δικαίως επαινείται δι' αυτό ο

Φειδίας της ιστορίας.

Αφού δε όλα ετοιμασθούν, ο συγγραφεύς δύναται ν' αρχίση και χωρίς

προοίμιον, όταν δεν υπάρχη μεγάλη ανάγκη να διασαφήση τι εις την

εισαγωγήν• και τότε δε το προοίμιον θα περιορισθή εις την διασάφησιν

των ιστορηθησομένων. Εν γένει δε, όταν αρχίζη με προοίμιον, πρέπει

ναρχίζη με δύο επικλήσεις και όχι με τρεις, όπως οι ρήτορες•

παραλείπων την ευμένειαν, θα ζητήση την προσοχήν και το ενδιαφέρον

των αναγνωστών• διότι θα προσέξουν εις αυτόν, εάν δείξη ότι θα

πραγματευθή περί σπουδαίων ή αναγκαίων, ενδιαφερόντων και χρησίμων•

θα καταστήση δε ευνόητα και σαφή τα κατόπιν, εάν εκθέση κατ' αρχάς τα

αίτια και συγκεφαλαιώση τα γενόμενα.

Τοιαύτα προοίμια μετεχειρίσθησαν οι άριστοι των ιστορικών. Ο μεν

Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε, διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου

γεγονότα μεγάλα και θαυμαστά και μάλιστα αφού ήσαν νίκαι των Ελλήνων

και ήτται των βαρβάρων ο δε Θουκυδίδης, επειδή και αυτός ήλπισεν ότι

ο πόλεμος εκείνος θα ήτο μέγας, σπουδαιότερος και διαρκέστερος των

προηγουμένων, διότι συνέβησαν κατ' αυτόν, μεγάλαι συμφοραί. Μετά δε

το προοίμιον το οποίον αναλόγως των πραγμάτων γίνεται μακρόν ή

συντομεύεται, η μετάβασις εις την διήγησιν γίνεται φυσική και

αβίαστος. Επειδή δε ολόκληρον το λοιπόν σώμα της ιστορίας είνε μακρά

διήγησις, πρέπει να στολισθή με όλας τας αρετάς της διηγήσεως, να

προχωρή με λειότητα και ομαλότητα και να μη μεταβάλη ύφος, ώστε ούτε

προεξοχάς να παρουσιάζη, ούτε κοιλότητας. Έπειτα η σαφήνεια να επανθή

εις όλα, προσηρμοσμένη και εις την φράσιν, ως είπα, και εις την

πλοκήν των γεγονότων. Διότι ο συγγραφεύς θα περιγράψη πάντα τα

γεγονότα καθ' εαυτά και εντελή• αφού δ' επεξεργασθή το πρώτον, θα

προσθέση το δεύτερον, συνδεδεμένον προς το προηγούμενον και ως άλυσιν

αποτελούν μετ' αυτού, ούτως ώστε να μη διακόπτεται το νήμα, ούτε

διηγήσεις πολλαί να είνε προστεθειμέναι αι μεν επί των δε, αλλά

πάντοτε το πρώτον με το δεύτερον να μη γειτονεύουν μόνον, αλλά και να

συγκοινωνούν και αναμιγνύωνται κατά τα άκρα.

Η συντομία είνε εις όλα χρήσιμος και μάλιστα όταν ο συγγραφεύς έχη να

διηγηθή πολλά. Αλλ' η συντομία δεν πρέπει να εφαρμόζεται τόσον εις

τας λέξεις και τας φράσεις, όσον εις τα πράγματα. Εννοώ να παρατρέχης

τα μικρά και επουσιώδη και να γράφης αρκετά περί των σπουδαίων• αλλά

μάλλον πρέπει να παραλείπης πολλά. Διότι, αν δίδης γεύμα εις τους

φίλους σου και είνε τα πάντα έτοιμα, δεν θα παραθέσης εις το μέσον

των γλυκισμάτων, των πουλερικών και των τόσων άλλων εκλεκτών φαγητών,

των αγριοχοίρων, των λαγών, των υπογαστρίων του θύννου και των

σαρδελλών, πινάκιον φάβας, διότι και τούτο έτυχε να έχη παρασκευασθή,

αλλά θα παραλείψης τα ευτελέστερα.

Προ πάντων δε πρέπει να προσέχης εις τας περιγραφάς ορέων ή τειχών ή

ποταμών, διά να μη φαίνεσαι ότι επιδεικνύεις ματαίαν τέχνην και

φροντίζεις διά της ματαιοδοξίας σου επί ζημία της ιστορίας• αλλά

μόλις θίγων τα αντικείμενα ταύτα, και τούτο διά χρησιμότητα και

σαφήνειαν, να προχωρής εις το κύριον θέμα, διαφεύγων τους πειρασμούς

των τοιούτου είδους περιγραφών, όπως βλέπεις, ότι κάνει και ο

μεγαλόφρων Όμηρος. Καίτοι ποιητής, παρατρέχει τον Τάνταλον και τον

Ιξίονα και τον Τιτυόν και τους άλλους• εάν δε έγραφε περί αυτών ο

Παρθένιος ή ο Ευφορίων ή ο Καλλίμαχος,{77} πόσους νομίζεις στίχους θα

εχρειάζοντο, διά να φέρουν το νερόν μέχρι του χείλους του Ταντάλου;

και πόσους, διά να μας περιγράψουν τον Ιξίονα περιστρεφόμενον; Ο δε

Θουκυδίδης έτι ολιγώτερον μετεχειρίσθη το είδος τούτο των περιγραφών

και δύνασαι να παρατηρήσης με ποίαν βραχυλογίαν διέρχεται, όταν

περιγράφει μηχάνημα ή όταν δίδη το σχέδιον πολιορκίας, το οποίον είνε

αναγκαίον και χρήσιμον εις την διήγησιν, ή περιγράφη το σχήμα των

Επιπολών ή τον λιμένα των Συρακουσών. Αλλά και όταν διηγήται τον

λοιμόν και φαίνεται ότι μακρηγορεί, δύνασαι να εννοήσης ότι τρέχει

μεν πάλιν και σπεύδει, αλλά τα γεγονότα τον αναχαιτίζουν, καθότι είνε

πολλά.

Εάν δέ ποτε παραστή ανάγκη και να εισαγάγης εις την διήγησιν κανένα

όστις να εκφωνήση λόγον, φρόντισε προ πάντων ώστε τα λεγόμενα ν'

αρμόζουν εις το πρόσωπον και τα πράγματα, να εκφράζεσαι δε με πάσαν

δυνατήν σαφήνειαν• μόνον υπό τοιούτους όρους σου επιτρέπεται να

ρητορεύσης και επιδείξης την δεινότητά σου εις το λέγειν.

Οι έπαινοι και αι κατακρίσεις να είνε πολύ μετρημένοι και με

περίσκεψιν, απηλλαγμένοι συκοφαντίας και συνοδευόμενοι υπό

αποδείξεων, σύντομοι και επίκαιροι, αφού η κρίσις δεν γίνεται ενώπιον

δικαστηρίου• άλλως θα κατηγορηθής όπως ο Θεόπομπος {78}, όστις εκ

φυσικής κλίσεως προς το μίσος κατέκρινε τους πλείστους και είχε κάμει

έργον το πράγμα, ότι γράφει μάλλον κατηγορητήριον παρά ιστορίαν.

Εάν δε εις την ρύμην της διηγήσεως τύχη και κανείς μύθος, δύνασαι να

τον αναφέρης, χωρίς όμως να τον βεβαιώνης, αλλ' απλώς να τον

παραθέτης, αφήνων τους αναγνώστας να σχηματίσουν περί αυτού

οιανδήποτε θέλουν γνώμην και ούτω μη αποκλίνων προς μίαν ή προς άλλην

αντίθετον δεν θα έχης τίποτε να φοβηθής.

Εν γένει τούτο σου συνιστώ να ενθυμήσαι — και θα σου το επαναλάβω

πολλάκις— ότι γράφων δεν πρέπει μόνον να υπολογίζης εις το παρόν,

δηλαδή πώς να επαινεθής και τιμηθής υπό των συγχρόνων σου, αλλ'

αποβλέπων εις το παντοτεινόν, γράφε μάλλον διά τας επερχομένας γενεάς

και παρ' εκείνων να προσδοκάς την αμοιβήν του έργου σου, διά να

λέγουν και περί σου• «εκείνος ήτο ελεύθερος άνθρωπος και πλήρης

παρρησίας, και ουδέν έγραψε κολακευτικόν, ούτε δουλοπρεπές, αλλ' εις

όλα του διαλάμπει η αλήθεια». Τούτο πας σωφρονών πρέπει να θεωρή

προτιμότερον από όλους τους επαίνους της εποχής του, οίτινες τόσον

ολίγον διαρκούν. Γνωρίζεις την ιστορίαν του Κνιδίου αρχιτέκτονος και

εκείνο το οποίον έπραξε διά την υστεροφημίαν του; Αυτός έκτισε τον

επί του Φάρου πύργον, έργον εκ των μεγίστων και ωραιοτέρων, διά να

οδηγή με την λάμψιν του από μακράν τους ναυτικούς, ώστε να μη

εξοκέλλουν εις την Παραιτονίαν ακτήν, ήτις είνε λίαν επικίνδυνος, ως

λέγεται, διά τας υφάλους της. Αφού δε ο πύργος επερατώθη, εχάραξεν

επί των πετρών το όνομά του, επιχρίσας δε και καλύψας την επιγραφήν

με γύψον επέγραψε το όνομα του τότε βασιλεύοντος, σκεπτόμενος, όπως

και έγινεν, ότι εντός πολύ ολίγου χρόνου θα πέσουν τα γράμματα ομού

με το επίχρισμα, θα εμφανισθή δε εκείνο το οποίον είχε χαράξει επί

των πετρών «Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν, υπέρ των

πλωιζομένων». Βλέπεις ότι και εκείνος δεν απέβλεπεν εις την τότε

εποχήν, ούτε εις την εφήμερον ζωήν του, αλλ' εις τους αιώνας, έως

ότου θα έμενεν όρθιος ο πύργος του και θα διετηρείτο η τέχνη του.

Και η ιστορία λοιπόν ούτω πρέπει να γράφεται, μάλλον με την αλήθειαν,

διά ναρέση εις τους μεταγενεστέρους, παρά με κολακείαν, διά να είνε

ευχάριστος εις τους τώρα επαινουμένους. Τούτο να έχης ως κανόνα και

στάθμην της ιστορίας• και αν μεν συμμορφωθούν τινες προς τον κανόνα

τούτον, έχει καλώς και δεν εκοπίασα εις μάτην, διά να γράψω τανωτέρω•

άλλως εκύλισα και εγώ τον πίθον εις το Κράνειον.

ΤΕΛΟΣ Β' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν

ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν

συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη

(ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε

δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,

στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο.

Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο

Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο

Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,

στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,

Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη,

Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,

Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου

τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην

Ελλάδα.

Άπαντα ΤΟΜΟΣ Β'. Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί

μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. —

Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλομειδής ή απιστών. — πώς πρέπει να

γράφεται η ιστορία.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

{1} Εννοεί τον Άνουβιν, θεόν των Αιγυπτίων κυνοπρόσωπον, όστις

ενομίζετο ως ο αυτός με τον Ερμήν των Ελλήνων.

{2} Διότι η όψις των Γοργόνων απελίθωνε.

{3} Με λευκόν λίπος.

{4} ΑΘώον κατηγορείς.

{5} Χώμα με ύδωρ αναμίξας.

{6} Πλήρεις δε του Διός είνε αι οδοί όλαι και των ανθρώπων αι αγοραί.

{7} Ομηρική φράσις : Εις την χώραν των χρηστών Αιθιόπων.

{8} Ποιητική έκφρασις: Δοτήρες των αγαθών.

{9} «Περιστρεφομένη εις τον καπνόν». Ομηρική φράσις επίσης.

{10} Το Κράνειον ήτο γυμναστήριον επί τινος λόφου, πλησίον της

Κορίνθου, το οποίον περιέβαλλεν ιερόν άλσος. Το Λύκειον ήτο επίσης

γυμναστήριον εις έν των προαστείων των Αθηνών, όπου οι νέοι

συνηθροίζοντο διά τας ασκήσεις των, οι δε φιλόσοφοι διά τας

συζητήσεις των. Ο Διογένης συνήθιζε να διέρχεται τον μεν χειμώνα εις

τας Αθήνας, το δε θέρος εις την Κόρινθον, μιμούμενος κωμικώς τον

βασιλέα της Περσίας, όστις τον μεν χειμώνα διέμενεν εις τα Σούσα,

κατά δε το θέρος εις τα Εκβάτανα. Διά τούτο ο Διογένης παραγγέλλει

εις τον Πολυδεύκη ναναζητήση τον μαθητήν του Μένιππον εις τα μέρη

όπου αυτός εσύχναζε.

{11} Εις την αρχήν εκάστου μηνός, οι εύποροι συνήθιζαν να εξαγνίζουν

τας οικίας των. Και όσα εδέσματα υπήρχον εις αυτάς προ της καθάρσεως

εξετίθεντο εις τα σταυροδρόμια. Οι δε πτωχοί, τους οποίους η πείνα

καθίστα ολιγώτερον δεισιδαίμονας, έκλεπτον τα φαγητά ταύτα, τα οποία

ωνομάζοντο «δείπνα της «Εκάτης».

12} Σοφιστικός συλλογισμός: Έχετε ό,τι δεν εχάσατε• κέρατα δεν

εχάσατε, άρα κέρατα έχετε». Ανάλογον σόφισμα ήσαν οι κροκόδειλοι.

{13} Σύντροφος του Ηρακλέους, τον οποίον η Ήβη ανενέωσεν.

{14} Ο εξ Αμφιπόλεως Δαμασίας έγινεν Ολυμπιονίκης κατά την 115

Ολυμπιάδα. Ο Ολυμπιονίκης περιήγετο εις το στάδιον προηγουμένου

κήρυκος, όστις εξεφώνει το όνομα αυτού και του πατρός του.

{15} Ελέγετο ότι ηυτοκτόνησε.

{16} Ή σήκωσε με ή να σε σηκώσω.

{17} Ο Λουκιανός φαίνεται αγνοών ότι ο Αννίβας είχεν εκτός της

Φοινικικής και Έλληνικήν παίδευσιν.

{18} Φυτόν του οποίου το αφέψημα εθεωρείτο ιαματικόν διά την

παραφροσύνην.

{19} Εις την Οδύσσειαν B. V. 5,488.

{20} Ο οποίος να μη έχη μεγάλην περιουσίαν.

{21} Είτε ανδρείος ήτο, είτε άνανδρος.

{22} Φυτόν το οποίον εθωρείτο ως ιαματικόν της φρενοβλαβείας.

{23} Λόγοι των γερόντων της Τροίας επί τη διαβάσει της Ελένης :

Δικαίως χάριν μιας τοιαύτης γυναικός υποφέρομεν τόσον καιρόν.

{24} Αποσυντεθειμένα κρανία

{25} Ο Πυθαγόρας, συνεπής εις τας περί μετεμψυχώσεως θεωρίας του

διετείνετο ότι προϋπήρξεν ως Εύφορβος.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος · 第 10 / 11 段