Και πού ήταν λοιπόν του σπιτιού οι Φρύγες να βοηθήσουν;

ΦΡΥΞ

Με μοχλούς ανοίξαμε, χουγιάζοντας, πόρτες και μάνδρες,

όπου είμαστε κλεισμένοι και για βοήθεια τρέξαμε απ' όλες

της άκρες, άλλοι με πέτρες κι' άλλοι με σαΐτες

κι' άλλοι με σπαθιά γυμνά στα χέρια. Μα ο Πυλάδης

χυμά κατά πάνω μας ακράτητος, σαν τον Έκτορα όμοιος

ή σαν τον Αίαντας με τρίλοφη περικεφαλαία, που τον είδα

στης πόρτες του Πριάμου. Και τα σπαθιά σταυρώσαμε, όμως

δείχθηκε πόσο εμείς οι Φρύγες είμαστε στο δόρυ

το Ελληνικό πιο αδύναμοι στη μάχη. Ο ένας φεύγει,

ο άλλος πέφτει νεκρός, τούτος λαβώνεται, παρακαλάει εκείνος

ζητώντας να κρυβή απ' το θάνατο και φεύγουμε κρυφτούλι·

κι' άλλοι πέσαν σκοτισμένοι, άλλοι του θανατά κοιτώνταν.

Κ' η Ερμιόνη μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η μάννα

που την γέννησε η ταλαίπωρη χάμω έπεφτε σφαγμένη.

Μα εκείνοι όμοια με Βάκχες χωρίς θύρσο που δρομίζουν

καταπάνω στο βουνήσιο ελαφάκι, την αρπάξαν στα χέρια

και ξανακτύπησαν του Δία την κόρη. Όμως εκείνην

ω Δία, ω Γης, ω φως, ω νύκτα, είτε με γητέματα είτε

με τέχνη μαγική, στα ύψη την πήραν οι θεοί κ' εκείθε

απ' το δωμάτιο έφυγε κι' άφαντη γίνηκε απ' το σπίτι,

Ό,τι στερνά από τούτο εγίνη δεν γνωρίζω, γιατί τότε

στη φευγάλα τώσκασε το πόδι μου έξω απ' το σπίτι.

Μα ο Μενέλαος άδικα ετράβηξε βάσανα και κόπους να φέρη

την Ελένη τη γυναίκα του ξανά απ' την Τροία.

ΧΟΡΟΣ

Κάτι άλλο βέβαια συνέβηκε στερνά από τούτο,

γιατί τον Ορέστη βλέπω με το σπαθί στο χέρι μπρος

στο παλάτι νάρχεται τώρα κατά εδώθε με γοργό βήμα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πού είν' εκείνος που σπαθί μου ξέφυγε έξω απ' το σπίτι;

ΦΡΥΞ

Βασιλιά, σε προσκυνώ σα βάρβαρος τα πόδια σου φιλώντας.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Στην Ίλιο δεν είμαστε, αλλά στου Άργους τη χώρα.

ΦΡΥΞ

Παντού στους φρόνιμους γλυκύτερ' η ζωή παρά ο Χάρος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν φώναξες διόλου στο Μενέλαο νάρθη βοήθεια;

ΦΡΥΞ

Μάλλον για βοήθεια σου εφώναξα, τι πιο τ' αξίζεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ώστε του Τυνδάρεω η κόρη εχάθηκε δίκηα.

ΦΡΥΞ

Δικαιότατα, κι' αν τρία λαρύγγια για σφάξιμο είχε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Από φόβο εσύ με κολακεύεις, μα δεν σκέπτεσ' έτσι.

ΦΡΥΞ

Γιατί; Μη δεν αφάνισε σαν την Ελλάδα τους Φρύγες;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ορκίσου πως δεν το λες για χάρη μου, ειδέ θα σε σκοτώσω.

ΦΡΥΞ

Στην ψυχή μου ορκίζομαι, πούν' ο ιερώτερός μου όρκος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Το σπαθί και στην Τροία οι Φρύγες έτρεμαν το ίδιο.

ΦΡΥΞ

Το σπαθί μέριασε· στης αστραψιές τ' αγναντεύω το χάρο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σαν τη Γοργώ ν' αντίκρυζες σκιάζεσαι μη γίνης πέτρα;

ΦΡΥΞ

Πιότερο μη φονευθώ φοβάμαι· της Γοργούς δεν ξέρω την όψη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σκλάβος, το χάρο φοβάσαι που απ' τα βάσανα θάβγης;

ΦΡΥΞ

Κάθε άνθρωπος κι' ο σκλάβος χαίρεται το φως ν' αγναντεύη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Καλά τα λες· σε σώζει η γνώση σου. Μόν' έμπα στο σπίτι.

ΦΡΥΞ

Ώστε δεν θα με σκοτώσης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όχι. Σούδωκα χάρη.

ΦΡΥΞ

Νά καλός λόγος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν δεν μετανοιώσω.

ΦΡΥΞ

Όχι, όμορφος λόγος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άμυαλος είσαι αν λογιάζης πως θα ήθελα το λαιμό σου

να αιματώσω, γιατί συ ούτ' άνδρας είσαι ούτε γυναίκα.

Όσο για σας απ' το παλάτι πετάχθηκα μην ξεφωνήστε,

γιατί σαν τα ξεφωνητά σας άκουε τ' Άργος θα σηκωνότουν^

μα τον Μενέλαο δεν τον φοβάμαι το σπαθί μου όσο φθάνει.

Ας ερθή, καμαρώνοντας την ξανθή του κόμη στους ώμους.

Γιατί αν φέρη στο σπίτι τούτο μαζωχτούς Αργείους

για να εκδικήση της Ελένης το φόνο κι' αν δεν θελήση

να σώση εμέ, την αδελφή και τον Πυλάδη, που συνεργός μου

ήταν, δυο θα ιδή πτώματα, της κόρης και της γυναικός του.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο, αλλοί, μεγάλη

δυστυχιά! Η γεννειά

των Ατρειδών πέφτει πάλι

σε φρικτό σπαραγμό.

1ον Ημίχορον

Τι να κάνουμ' εμείς τώρα;

Να δώσουμ' είδηση στη Χώρα;

Ή να κρατήσουμε σιωπή;

2ον Ημίχορον

Η σιωπή πιο φρόνιμ' είναι.

1ον Ημίχορον

Νά, στο σπίτι εκεί πέρα,

νά, καπνός εις τον αιθέρα

υψώνεται κ' είδηση δίνει

πως κάτι άλλο θάχη γίνει.

2ον Ημίχορον

Δάδες ανάφτουν ολοένα

σαν να θέλαν κυκλωμένα

στη φωτιά νάχουν τα παλάτια

του Ταντάλου κι' όλο εκεί σφάζουν.

ΧΟΡΟΣ

Ο θεός στους θνητούς σημαδεύει

το τέλος που θέλει. Η δύναμή του

είναι τρανή, θεός κάποιος παιδεύει

το σπίτι αυτό μέσ' στο αίμα. Ποινή του

για του Μυρτίλου το φόνο λαβαίνει,

που σκοτώσαν απ' τ' άρμα γκρεμνώντας.

Το Μενέλαο βλέπ' όμως να πγαίνη

προς το σπίτι τρεχάτος, μαθόντας

ίσως ό,τι εσυνέβηκε. Κλείστε

με τα μάνταλα, ω Ατρείδες, της πόρτες,

σεις που κει μέσα τώρ' είστε.

Φοβερός ο καλότυχος είναι

σ' όσους, Ορέστη, όπως συ

δυστυχία παραδέρνει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Έρχομαι μαθόντας τα σκληρά κι' αυθάδη έργα

των δυο λιονταριών, γιατί ανθρώπους εγώ δεν τους λέω.

Για τη γυναίκα μου άκουσα να λεν πως δεν σκοτώθη,

μ' αναλήφθηκε· μάταιη φήμη που ένας σαστισμένος

από φόβο μου ανάγγειλε. Αλλ' αυτά τέχνες είναι

του μητροκτόνου και μόνο περγέλιο. Κανείς σας το σπίτι

ας ανοίξη! Τους δούλους προστάζω να σπάσουν της πόρτες

για να γλυτώσω απ' τα χέρια αυτών, των φονηάδων,

την κόρη μου τουλάχιστον και να ξαναύρω τη δύστυχή μου

γυναίκα. Απ' το χέρι μου οι φονηάδες της θα σκοτωθούνε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αι! συ! Μην αγγίζης της κλειστές πόρτες. Σ' εσένα το λέω,

Μενέλαε, πώχεις αυθάδεια σαν κάστρο, ειδ' αλλέως

το κεφάλι σου ψηλά εδώθε απ' τον τοίχο θα σπάσω

με την κορνίζα κτυπώντας το της παληάς στέρεης στέγης.

Οι πόρτες με μάνταλα καλά είναι κλεισμένες· θ' ανθέξουν

σε κάθε σου αγώνα και στο σπίτι εσύ μέσα δεν θάμπης.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω! τ' είν' αυτό; Τη λάμψη βλέπω από φλόγες κι' απάνω

στου σπιτιού την κορφή σαν πύργο βλέπω άνδρες

που κρατάν το σπαθί στο λαιμό της κόρης μου απάνω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Να μ' ερωτήσης θέλεις ή μήπως να μ' ακούσης;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κανέν' από τα δυο. Μα πρέπει, ως βλέπω, να σ' ακούσω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Την κόρη σου εγώ θα σκοτώσω, αν θες να ξέρης.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Την Ελένη έχοντας σκοτώσει κι' άλλο θα κάνης φόνο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είθε να το μπορούσα, αν οι θεοί δεν μ' απατούσαν!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αρνιέσαι πως την σκότωσες και λες αυτό να με χλευάσης.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Με λύπη βέβαια τ' αρνιέμαι. Είθε να το μπορούσα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Να κάμης τι; Μεγάλο δίνεις μου τρόμο, αλήθεια.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Στον Άδη να γκρεμίσω το ντρόπιασμ' αυτό της Ελλάδος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Της γυναίκας μου το κορμί δος μου στον τάφο να το βάλω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Απ' τους θεούς ζήτα το. Την κόρη θα σκοτώσω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ο μητροκτόνος φόνο πάνω στο φόνο κάνει!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τον πατέρα μου εκδικιέμαι, που πεθαμμένο επρόδωκάς τον.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Της μάννας σου λοιπόν ο φόνος αρκετός δεν σου ήταν;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ποτέ δεν θ' αποκάμω σκοτώνοντας κακές γυναίκες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και συ, Πυλάδη, συνεργός εστάθηκες στο φόνο τούτο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Η σιωπή του το βεβαιώνει. Φτάνει που εγώ το λέω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Όχι όμως ατιμώρητος, αν σε φτερά επάνω δεν φύγης.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν θα φύγουμε, αλλά φωτιά θα βάλουμ' εμείς στο παλάτι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Το πατρικό σου λοιπόν σπίτι συ ο ίδιος θα ρημάξης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Για να μη τώχης εσύ. Και τούτη στη φωτιά θα σφάξω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σκότωσ' την λοιπόν, κι' ως το τολμήσης ξέρω να σε παιδέψω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τούτο θα γίνη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αλλοίμονο, αλλοί! να μην το κάμης.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σώπα λοιπόν κ' υπόμενε συφορά δίκηα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και συ, δίκηο να ζήσης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και τη γη να εξουσιάζω τούτη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ποια γη;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Το Πελασγικό το Άργος τούτο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Το νερό του καθαρμού θαγγίξης συ;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί όχι;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και τα σφάγια θα θυσιάζης πριχού απ' τη μάχη;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μην είσαι εσύ άξιος να το κάμης;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αμόλυντα έχω τα χέρια.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όχι όμως και της σκέψεις.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και ποιος θα σου μιλούσε;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όποιος τον πατέρα μου αγαπάει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Μα όποιος στη μάννα του έχει σέβας;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είναι ‘τός ευτυχισμένος;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ώστε συ δεν είσαι;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Βέβαια οι κακές γυναίκες δεν μ' αρέσουν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Μάκρυνε απ' την κόρη μου το σπαθί αυτό.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πλανιέσαι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Την κόρη μου ώστε θέλεις να σκοτώσης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τώρα δεν πλανιέσαι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Αλλοί μου! τι θα κάμω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πήγαινε και πείσε τους Αργείους . . .

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τι να τους πείσω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Η πόλη κ' εμάς να μη σκοτώση.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ή την κόρη μου θα θανατώστε;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Βέβαια.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Άμοιρη Ελένη!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μη κ' εγώ τάχα το ίδιο άμοιρος δεν είμαι;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σου ξανάφερα το θύμα σου απ' τη Φρυγία . . .

ΟΡΕΣΤΗΣ

Οι θεοί θέλησαν έτσι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τραβώντας μύριους κόπους.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όχι όμως για μένα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σκληρά υπόφερα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν μούδωκες βοήθεια

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Με κρατείς στα χέρια.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Συ ο ίδιος μέσ' την κακία σου πιάστηκες. Μα μπρος, Ηλέκτρα,

βάλε φωτιά στο σπίτι αυτό! Και συ, Πυλάδη, πιο πιστέ μου

φίλε, κάψε τα κουφώματα απ' τους τοίχους τούτους.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω γη των Δαναών, που θεμελίωσαν τ' αλογοτρόφο τ' Άργος

δεν τρέχετε βοήθεια να δόστε αρματωμένοι;

Γιατί τούτος βίαν εργάζεται σ' όλη την πόλη

για να ζήση φρικτός σαν στάθηκε μητροκτόνος.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Μενέλαε, πράυνε, την ωργισμένη καρδιά. Εγώ ο Φοίβος

ο γυιός της Λητούς μπροστά σου είμαι κ' εγώ σου κρένω.

Και συ που ωπλισμένος την κόρη αυτή φοβερίζεις, Ορέστη,

στάσου κι' ό,τι θα σου πω αφοκράσου. Αλήθεια, η Ελένη

που να σκοτώσης ποθούσες με το Μενέλαο άγρια ωργισμένος

και που σου ξέφυγε, είν' αυτό τ' άστρο που μέσα στα βάθη

του αιθέρα το βλέπετε. Εσώθη κι' απ' τα δικά σου τα χέρια

δεν σκοτώθηκε. Ο ίδιος την έσωσα εγώ κι' απ' το σπαθί σου

την άρπαξα κατά προσταγή του πατέρα του Δία. Γιατί όντας

κόρη του Δία πρέπει να ζήση αθάνατη κ' έτσι θα μένη

στα βάθη του αιθέρα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη

για τους ναύτες καλόβολη. Μενέλαε, συ πάρε άλλη γυναίκα

σύντροφό σου στο σπίτι, γιατί οι θεοί τόσους φόνους έφεραν

στους Έλληνες και τους Φρύγες για την ομορφιά της

εκείνης, ώστε τη γη ν' απαλλάξουν από πλήθος αυθάδεις.

Αυτά για την Ελένη. Και συ, Ορέστη, πρέπει

τα σύνορα να διαβής της χώρας τούτης και να μείνης

στους Παρρασίους ως ενός χρόνου κύκλος να γίνη.

Και τ' όνομά της η εξορία σου στη χώρ' αυτή θα δώση

κι' Ορεστία θα την λεν οι Αρκάδες. Κι' από κείθε

στην πόλη θα πας των Αθηναίων για να δώσης λόγον

για της μάννας σου το φόνο εις της τρεις της Ευμενίδες.

Οι θεοί θάναι δικασταί της δίκης και θα βγάλουν

τη σεβάσμιαν απόφαση στο λόφο του Αρεως, όπου

συ θα κερδήσης. Κ' είναι της μοίρας την Ερμιόνη

να πάρης γυναίκα, που το σπαθί έχεις στο λαιμό της.

Κι' ο Νεοπτόλεμος, που το λογιάζει δεν θα την πάρη.

Το γραφτό του είναι από δελφικό σπαθί κάποιο να πάη

σαν θαρθή να μου ζητήση εκδίκηση να λάβη του Αχιλλέα

του πατέρα του. Δόσε στον Πυλάδη, ως του έχεις

τάξει, την αδελφή σου, κ' η ζωή τους θάν' ευτυχισμένη.

Μενέλαε, άφησ' τον Ορέστη να κυβερνάη το Άργος

και ξαναγύρισε στη Σπαρτιατική γη να βασιλεύσης

και κράτα την προίκα της γυναίκας, π' ως τα τώρα

σ' αμέτρητους κι' ατέλειωτους σ' έρριξε αγώνες,

θα συμβιβάσω εγώ τη διαφορά του με την πόλη,

γιατί τον ανάγκασα εγώ ο ίδιος στης μάννας του το φόνο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω προφήτη Λοξία, μαντευτής λοιπόν δεν ήσουν

ψεύτης στους χρησμούς, μ' αληθινός. Κι' όμως φοβούμουν

μην επήρα για φωνή σου τη φωνή Δαίμονα κάποιου.

Μα όλα καλά τελειώνουν και το λόγο σου θ' ακούσω.

Την Ερμιόνη ιδού απ' το θάνατο βγάνω

και γυναίκα θα την πάρω σαν ο πατέρας της το στέρξη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω του Δία θυγατέρα, Ελένη, χαίρε! Ευτυχισμένη

εγώ σε λέω που κατοικείς το μακάριο των θεών τόπο.

Ορέστη, σου δίνω την κόρη μου σαν ο Φοίβος το προστάζει.

Άντρας από καλή γεννειά γυναίκας αρχοντογεννημένης

ας ευτυχήσης όμοια όπως κ' εγώ που σου τη δίνω.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Μπρος λοιπόν, όπου τον στέρνω, ο καθένας σας ας πάη

κι' αφήστε της φιλονεικίες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Να υπακούσουμε πρέπει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κ' εγώ το ίδιο υπακούω. Υποτάζομαι στη μοίρα,

Μενέλαε, τη δική μας και στους χρησμούς σου, Απόλλων.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Και την ωραιότερη απ' της θεές, την Ειρήνη, τιμήστε.

Όσο για με, τον πόλο διαβαίνοντας των λαμπρών άστρων

την Ελένη θα πάω στου Δία τα δώματα, όπου με την Ήρα

και την Ήβη, του Ηρακλή τη γυναίκα, θεά κι' αυτή θάναι

για τους ανθρώπους, τιμάμενη πάντα με προσφορές των

κι' αγρυπνώντας στο πέλαγο με τους Τυνδαρίδες,

του Δία τους γυιούς, κάθε ναύτη βοήθεια θενάναι.

ΧΟΡΟΣ

Ω πανσεβάσμια Νίκη,

πάντα συντρόφευε τη ζωή μου

και μη ποτέ παύης

να με στεφανώνης.

-----

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,

υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά

προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία

ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και

πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους

μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε

εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο

Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο

Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο

Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις

κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,

Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,

Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,

Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά

εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη

φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

ΟΡΕΣΤΗΣ Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα, ίσως, του

Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,

ενώ ο θείος του Μενέλαος τους εγκαταλείπει, από δειλία.

Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση

τη σύζυγό του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από

τον από μηχανής Θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ»

ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

-----

1) Η έκδοση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αναφέρει τον Ιωάννη

Ζερβό ως μεταφραστή. Όμως το εξώφυλλο και όλοι οι τιμοκατάλογοι

Φέξη αναφέρουν τον Η. Βουτιερίδη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να

σημειωθεί ότι η περίληψη στην αρχή υπογράφεται από Ζ.

Ορέστης · 第 3 / 3 段