Πραγματικώς ερχόμουν απ' τον κάμπο κ' έμπαινα στην πόλη

θέλοντας να μάθω τι θ' απογενήτε συ κι' ο Ορέστης·

γιατί πάντα υπηρετούσα τον πατέρα σου κι' αναστημένος

είμαι σπίτι σας και, μολονότι φτωχός, είμαι αφωσιωμένος

σ' όσους αγαπώ. Λοιπόν το λαό θωρώ να φθάνη

και να κάθεται στο λόφο, όπου ο Δαναός έχουν να πούνε

πως για την κρίση της διαφοράς που με τον Αίγυπτο είχε,

συνάθροισε πρώτος τον λαόν εκεί. Βλέποντας συναθροισμένο

το πλήθος ρώτησα έναν απ' τους πολίτες. — Τι νέα τρέχουν

στο Άργος; Απ' τους εχθρούς καμμιά είδηση μην ήλθε

που ν' ανησυχή την πολιτεία των Δαναΐδων; Κι' αποκρίθη:

— Δεν βλέπεις τον Ορέστη πούρθε να σώση τη ζωή του;

Κι' αλήθεια τότε βλέπω τ' αναπάντεχο αυτό θώρημα. Είθε

να μου έδιναν οι θεοί να μη τώβλεπα ποτέ! Ο Πυλάδης

κι' ο αδελφός σου ερχάμενοι, ο ένας περίλυπος και μαραμένος

απ' την αρρώστεια του κι' ο άλλος σαν αδελφός θλιμμένος

για του φίλου του της θλίψες και τον καϋμό πρααίνοντάς του

όπως κάνουν τα παιδιά. Όταν ο λαός όλος των Αργείων

εμαζεύθηκε, ένας κήρυκας εσηκώθη κ' είπε τότε:

Ποιος θέλει να μιλήση; Απόφαση θα γίνη αν ο μητροκτόνος

Ορέστης πρέπη ν' αποθάνη ή όχι. — Μετά το λόγο τούτο

σηκώθηκε ο Ταλβύθιος, που με το δικό σου τον πατέρα

όλη τη Φρυγία έχει ρημάξει. Στους δυνατούς πάντας υπάκουος

κι' ανάκατα είπε λόγια τον πατέρα σου επαινώντας,

μα κατηγορώντας σου τον αδελφό κι' άπιστα λόγια

επιδέξια παραβάνοντας κ' ευνοϊκά κυττώντας

του Αίγισθου τους φίλους. Πραγματικώς τέτοιος εδείχθη

ο άνθρωπος αυτός. Έτσι οι κήρυκες κοντάθε πάντα

πάνε με τους πιο καλότυχους κ' εκείνος είναι γι' αυτούς φίλος

πούν' δυνατώτερος κι' απ' τους αρχούς της πολιτείας.

Ο Βασιληάς ο Διομήδης μίλησε απ' αυτόν κατόπι.

Δεν έστρεγε να σας σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου,

μα μ' εξορία, τιμωρώντας σας θα έκαναν δικαιοσύνη.

Κι' άλλοι τον επευφημούσαν κι' άλλοι κατηγορούσαν.

Και στερνά σηκώθηκ' ένας μ' αχαλίνωτη τη γλώσσα

δυνατός εξ αιτίας της αυθαδείας του. Αργίτης,

αν και μη όντας από τ' Άργος που εισακούσθη ως τόσο

με την οχλαγωγία και την άγνωρην αυθάδεια του λόγου

κι ήταν ικανός να ρίξη με της συμβουλές του τους πολίτες

σε κακές επαναστάσεις. Αληθινά σαν ένας άνδρας

εύγλωττος κακόγνωμος το λαό τον καταπείση, τότε

δυστυχία είναι στην πόλη τούτο. Ενώ εκείνοι που δίνουν

σοφές πάντα συμβουλές, ακόμη κι' αν δεν είναι αμέσως,

αργότερα όμως είναι πάντα ωφέλιμοι. Και πρέπει

σύμφωνα μ' αυτά να κρίνουμε τον αρχηγό της πολιτείας,

γιατί την ίδιαν έχουν θέση ο ρήτορας ως κ' εκείνος πούναι

κύριος της εξουσίας. Το λοιπόν αυτός το λαό παρακινούσε

να σε σκοτώση με της πέτρες όμοια ως και τον Ορέστη·

κι' ο Τυνδάρεως παινούσε εκείνον πώλεγε να σας σκοτώσουν.

Άλλος σηκώθηκε που αντέλεγέ του. Η θωριά του ωραία

δεν είναι, μα θάρρος έχει αυτός, σπάνια ερχόμενος στην πόλη

και στην αγορά, και το ποστατικό του δουλεύοντας μονάχος.

Είν' από κείνους που μόνοι αυτοί είναι σωτηρία της πόλης.

Το λοιπόν είν' άξιος αυτός να συζητήση σαν το θέλη

κ' είν' άνθρωπος ακέραιος κι' αψεγάδιαστ' η ζωή του είναι.

Κ' είπε πως ο γυιός τ' Αγαμέμνονος ο Ορέστης

έπρεπε στέφανον να λάβη, γιατί απόφασιν επήρε

για τον πατέρα του να εκδικηθή, σκοτώνοντας γυναίκα φαύλη

κι' άσεβη, που το έγκλημά της θάκανε ώστε κανένας

στο εξής να μη στρέγη να οπλισθή και να πάη να πολεμήση

μακρυά απ' το σπίτι του, αν εκείνοι που απομένουν

φύλακες των σπιτιών τα διαφθείρουν και μολαίνουν

τη συζυγική κλίνη των ανδρών. Κ' εφάνη σ' όλους

τους καλούς πως καλά τάπε, και στερνά απ' αυτόν κανένας

δεν εμίλησε. Μα προχώρησε ο αδελφός σου κ' είπε:

— Ω σεις, που κατοικείτε τη χώρα του Ινάχου κ' είσθε

Πελασγοί πριχού κ' ύστερα Δαναοί, εγώ, σας εκδικώντας

όχι λιγώτερο παρ' ό,τι τον πατέρα μου, έχω σκοτώσει

τη μάννα μου. Αλήθεια, αν συχωρετό είναι στης γυναίκες

να σκοτώνουν τους άνδρες τους, σύντομα σεις θα σκοτωθήτε,

ή πρέπει στης γυναίκες σας σκλάβοι να γίνετε σεις κ' έτσι

το ενάντιο θα κάνετε απ' ό,τι να κάνετε ταιριάζει.

Τώρα που εκείνη που πρόδωσε του πατέρα μου την κλίνη

σκοτώθηκε, αν τη θανατική ποινή μου δώστε, ο νόμος

θα καταλυθή κι' ουδένας το σκοτωμό του θα ξεφύγη

και μια τέτοια αυθάδεια σπάνια στο εξής δεν θάναι.

Μα το λαό μ' αυτά δεν έπεισε, αν και μίλησε άξια·

κι' ο κακός ο ρήτορας του όχλου, πούχε συμβουλεύσει

να σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου, εισακούσθη.

Μετά βίας ο άμοιρος Ορέστης μπόρεσε να πιτύχη

να μη σκοτωθήτε με της πέτρες, μα υποσχέθη πώς ατός του

σήμερα κιόλα θα σκοτωθή με το χέρι του, και συ το ίδιο.

Ο Πυλάδης κλαίοντας τον πήρε πάλι εκείθε πέρα

απ' τη συνάθροιση κ' οι φίλοι του μ' οδυρμό κι απελπισμένοι

τον συνωδέψαν. Θα ιδής σε λίγο πράμα φρικαλέο

κι' αξιοθρήνητο. Ετοίμασε σπαθί ή πλατύ μαχαίρι

για το λαιμό σου, γιατί το φως πρέπει ν' απαραιτήσης.

Ούτε η καλή γενειά σου θα σου χρησιμέψη ούτ' ο Απόλλων

που κάθεται πάνω στον τρίποδα. Πάτε χαμένοι.

ΧΟΡΟΣ

Ω δύστυχη κόρη με το κεφάλι

σκυμμένο στη γην απομένεις

και βουβή, αν και πρέπη σε λίγο

να ξεσπάσης σε οδυρμούς και σε γόους

ΗΛΕΚΤΡΑ

Στροφή

Ω Πελασγία! αρχίζω

το μυρολόι μου, μπήχνοντας

τα νύχια στ' άσπρα μάγουλά μου

τα ματωμένα και κτυπώντας

το κεφάλι μου, όπως οφείλω

στη νέα θεά την όμορφη

των νεκρών, πάνω στη γη.

Η Κυκλώπεια γη ας οδύρεται

γοερά, που το σίδερο τώρα

τα μαλλιά της κόμης σας έκοψε

για του σπιτιού της συφορές.

Η συμπόνεση, η συμπόνεση πρέπει

για όσους μέλλεται να πεθάνουν,

για κείνους που ήσαν άλλοτε

της Ελλάδος στρατηγοί.

Αντιστροφή

Πάει, πάει, εχάθηκε

όλ' η γεννειά των παιδιών

του Πέλοπος, που τα καλά τους

κ' οι πλούσιοι ζήλευαν πριχού.

Τη ρήμαξε η ζηλοτυπία

των θεών κ' η μισητή

και δολοφόν' απόφαση

της πολιτείας. Αλλοίμονό μου.

Αλλοίμονο άμοιρες γεννειές

των θνητών κι' αξιοθρήνητες!

Δέτε πώς έπεσεν η Μοίρα

ενάντια σε κάθε απαντοχή!

Τώνα πάν' στ' άλλο τα δεινά

έρχονται' ολάκαιρη η ζωή

των θνητών δεν έχει στάση.

Να μπορούσα να ριχθώ

στην πέτρα εκείνη που σχίσθη

απ' τον Όλυμπο και κατρακυλά

στριφογυρνώντας κρεμασμένη

απ' αλυσίδες χρυσές ανάμεσα

τουρανού και της γης, κ' έτσι

τα μυρολόγια μου να 'πω

στον Τάνταλο πατέρα

που τους προγόνους γέννησε

της δικής μου γεννειάς,

που τόσα δεινά υπόφερε

αφ' όταν, το δρόμο το γοργό

των τεσσάρων του αλόγων ο Πέλοπας

γληγορεύοντας, τον Μυρτίλο εσκότωσε

στο πέλαγο γκρεμίζοντάς τον,

στης Γεραιστού τα κύματα

π' αφρίζουν στ' ακρογιάλι.

Από τότε στη γεννειά μας μέσα

έπεσε η αξιοθρήνητη

φιλονικία, τ' απαίσιο θαύμα

του Χρυσού Δέρατος, που εγίνη

από το γυιό της Μαίας κ' εγεννήθη

στ' αλογοτρόφου Ατρέα τα κοπάδια.

Απ' αυτό η διχόνοια που έστρεψε

το φτερωτό του Ηλίου αμάξι,

ώστε αφίνοντας το δυσμικό

τουρανού δρόμο εξαναγύρισε

μ' ένα μόν' άλογο στην Έω.

Και τότε ο Δίας έστρεξε

το τρέξιμο των επτά Πλειάδων

προς άλλο δρόμο κ' έκαμε

οι φόνοι άλλους φόνους ν' ακλουθήσουν

στη γεννειά των Ατρειδών

και το δείπνο το Θυέστειο

και την κλίνη μοιχείας της άπιστης

της Κρητικιάς Ευρώπης·

και του πατέρα μου την ύστερη συφορά

και της δικές μου εξ αιτίας της άθλιας

μοίρας του δικού μας σπιτιού.

ΧΟΡΟΣ

Νά ο αδελφός σου που ζυγώνει δικασμένος

σε θάνατον απ' του λαού την ψήφο·

κι' ο πιστότερος των ανθρώπων, ο Πυλάδης,

σαν αδελφός στοργικά περπατώντας

δίπλα του τάρρωστο κορμί του στηρίζει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλλοίμονό μου, αδελφέ μου, θρηνολογώ βλέποντάς σε

στο χείλος του τάφου και κοντά στην πυρά την εντάφια.

Αλλοί, θωρώντας σε για στερνή φορά το νου μου χάνω

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν θα δεχθής σιωπηλά και χωρίς μυρολόγια γυναίκεια

ό,τι είναι πια τελεμένο; Είναι βέβαι' αξιοθρήνητα τούτα,

μα συ πρέπει αντοχή ν' αποδείξης στης τύχες μας τώρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και πώς να σιωπήσω που εμείς οι βαρυόμοιροι πρέπει

το φως του θεού να μη το αγναντέψουμε πλέον;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μη με σκοτώνης. Αρκετά εγώ δύστυχος είμαι

που απ' τους Αργείους πεθαίνω. Άφησ' εκεί τα δεινά μας.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω, για τη νειότη, τη μοίρα σου και τον πρόωρο θάνατο κλαίω,

Ορέστη άμοιρε. Να ζήσης πρεπότουν και ζωή πια δεν έχεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Για των θεών τόνομα μη τα ύπατά μου μού κόβης

κάνοντάς με να κλάψω θυμάμενος της συφορές μας.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Θα πεθάνουμε και να μη κλαίμε μπορεί τα δεινά μας;

Η ζωή αξίζει στ' αλήθεια να κλαίγεται απ' όλους.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αφέντης μας η μέρα είναι τούτη· με τα ίδια μας χέρια

τα μαχαίρια να ετοιμάσωμε ή το σπαθί ν' ακονίσωμε πρέπει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αδελφέ μου, λοιπόν σκότωσέ με για να μη με σκοτώση

άλλος Αργείος, τη γεννειά του Αγαμέμνονος υβρίζοντας έτσι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Φτάνει μου της μάννας ο φόνος. Δεν θα σε σκοτώσω.

Με το ίδιο σου το χέρι σκοτώσου και μ' όποιο θες τρόπο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ας είναι. Το σπαθί σου γι' αυτό θα μου φθάση.

Μα ν' αγκαλιάσω το λαιμό σου εγώ θέλω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Απ' τη μάταιη αυτή τέρψη ευχαρίστηση λάβε, αν σου είναι

ποθητό ετοιμοθάνατους, ως λες, ν' αγκαλιάσης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω πολυαγάπητε συ, που το ποθητό και γλυκό ακούς τώρα

όνομα αδελφού και μια ψυχή μ' αυτήν είσαι μόνο!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα με κάμης να κλάψω. Ναι, θέλω στα δικά σου τα χάδια

ν' αποκριθώ. Τάχα ο άμοιρος γιατί ντροπή νάχω;

Αγαπητά μου αγκαλιάσματα! Στους άμοιρους τώρα

εμάς τα λόγια είναι σαν τέκνα κι' ως γαμήλιο κρεββάτι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ωιμέ! Το ίδιο σπαθί αν μπορούσε να μας θανατώση

και να δεχθή μας το ίδιο από κέδρο κιβούρι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θάταν γλυκύτατο αυτό, μα, ως βλέπεις, εμείς στερημένοι

είμαστε φίλων, που να μας βάλουν στο ίδιο μνημούρι.

Ο δειλός ο Μενέλαος, του πατέρα προδότης, δεν είπε

τίποτε για να μη σε σκοτώσουν εσέ κι' ουδ' εφάνη·

μα από ελπίδα του σκήπτρου εφοβήθη να σώση τους φίλους.

Μπρος θαρρετά ας πεθάνουμε και τ' Αγαμέμνονος άξια.

Όσα για με θα δείξω στην πόλι της γεννειάς μου το θάρρος,

το σπαθί μέσ' στο σκότι μου μπήγοντας. Πρέπει το ίδιο

σαν εμένα και συ τόλμη νάχης. Και συ παραστέκα

στη σφαγή μας, Πυλάδη· κατόπι ως ταιριάζει, ας βολέψης

τα κορμιά μας και φέρνοντας στου δικού μας πατέρα

τον τάφο εκεί θάψε μας. Χαίρε! Όπως βλέπεις, ο ίδιος

θα πράξω εγώ τώρα εκείνο που απόφαση εγίνη.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Σταμάτησε! Πρώτη φορά μου κατηγόρια σου δίνω

αν λόγιασες πως εγώ θενά ζήσω νεκρός όταν είσαι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα γιατί εσύ πρέπει να πεθάνης μαζί μου;

ΠΥΛΑΔΗΣ

Το ρωτάς; Πώς χωρίς τη φιλία σου θα ζήσω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη μάννα εσύ δεν εσκότωσες, άμοιρε, σαν εγώ τη δική μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μα εσύμπραξα μ' εσέ κ' έχω χρέος την ίδια τύχη να λάβω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη ζωή σου για τον πατέρα σου φύλαε, μη πεθάνης μαζί μου.

Αλήθεια έχεις εσύ μια πατρίδα, μα εγώ δεν έχω καμμία.

Το σπίτι σου έχεις και με βιος ένα βέβαιο λιμάνι.

Κι' αν αλήθεια στερήθηκες το γάμο της άμοιρης τούτης

που ταγμένη στην είχα, τη δική μας φιλία τιμώντας,

πάρε όμως μιαν άλλη γυναίκα παιδιά ν' αποκτήσης,

γιατί αναμεσό μας δεσμός πια δεν είναι. Κ' είθε νάσαι

ευτυχής συ απ' τους ομηλίκους ο πιο αγαπημένος,

γιατί είν' βολετό σου να γίνης εσύ ευτυχισμένος,

μα εμείς όχι πλέον, γιατί οι πεθαμμένοι χαρά δεν λαβαίνουν.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μακρυά είσαι απ' το νάχης την ίδια σκέψι μ' εμένα.

Ούτ' η γόνιμη γη, ούτε ο λαμπρός ο Αιθέρας το αίμα

το δικό μου ας δεχθούν αν άπιστα σε παραιτήσω

τη ζωή να γλυτώσω. Φονηάς με σε, και δεν ταπαρνούμαι,

κ' εγώ όλο εσυμβούλεψα το έργο που γι' αυτό ετιμωρήθης·

γι' αυτό πρέπει μαζί με σε και με τούτην κ' εγώ να πεθάνω.

Μνηστήρας της όντας σαν γυναίκα μου εγώ την λογιάζω.

Τι τίμιο θενάλεγα στων Δελφών γυρνώντας τη χώρα,

στων Φωκαίων το κάστρο εγώ που πριν δυστυχήστε

φίλος σας ήμουν και πλέον δεν είμαι σαν καταντήστε

δύστυχοι; Αυτό δεν γίνεται και τα δικά σας δικά μου

θάναι δεινά. Μα σαν πρέπει να πεθάνουμε, τρόπο κανένα

ας βρούμε ο Μενέλαος μαζί μας να σβύση κ' εκείνος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω παλυαγάπητε, τούτο θωρώντας δεν θα μπορώ να πεθάνω.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Άκουσέ με λοιπόν και το κτύπημα του σπαθιού αργοπόρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ταργοποράω αν μπορώ να εκδικηθώ τον εχθρό μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Σώπα όμως, τι πίστη στης γυναίκες λίγη έχω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Απ' αυτές μη φοβάσαι καθόλου· φίλες είναι δικές μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Την Ελένη ας σκοτώσουμε. Πίκρα πόση ο Μενέλαος θάχη!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πώς; έτοιμος είμαι αν υπάρχη το μέσο.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Σφάζοντάς την. Κρυμμένη στο σπίτι είναι μέσα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Βέβαια, αυτή σ' όλα συγκατάθεση δίνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μα τίποτε πια δεν θα κάνη, γιατί μνηστή είναι του Άδη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα πώς να γενή; Βάρβαροι απ' ολούθε φυλάγουν.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ποιοι είναι αυτοί; Δεν φοβούμαι κανένα εγώ Φρύγα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είναι τους για να φυλάγουν μυρωδιές και καθρέφτες.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ώστε ξανάρθ' εδώ φέρνοντας τα καλά της Τρωάδος;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Βέβαια. Η Ελλάδα στενοχώρια της δίνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μπρος στον ελεύθερο ο σκλάβος μηδέν είναι πάντα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν μπορώ αυτό να κάμω, να πεθάνω δυο φορές δεν αρνούμαι.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ούτε βέβαια εγώ, αν εκδίκηση λάβω για σένα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μίλα και ό,τι εσύ λες σε καλό φέρ' το τέλος.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Στο σπίτι μέσ' ας μπούμε τάχα για να σκοτωθούμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Καταλαβαίνω αυτό, μα όχι τι θα γίνη κατόπι.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μπροστά της θα κλαφτούμε για τα δεινά που τραβούμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Για να κλάψη αυτή αν και το χαίρει η ψυχή της.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Κ' εμείς το ίδιο τότε θα αισθανώμεθα τα ίδια μ' εκείνη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα κατόπι; Πώς θ' αποτελειώσουμ' εμείς τον αγώνα;

ΠΥΛΑΔΗΣ

Κάτωθ' απ' τους πέπλους μας θάχωμε σπαθιά μεις κρυμμένα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα πώς θα την σκοτώσουμε μπρος στους ίδιους της δούλους;

ΠΥΛΑΔΗΣ

Θαν τους κάνουμε να σκορπισθούν μέσ' στο σπίτι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και πρέπει να σκοτώσουμ' όποιον δεν σιωπήση.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Στερνά η περίσταση τι θενά κάμουμε θα μας διδάξη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Της Ελένης ο φόνος τούτο νάναι το σύμβολό μας.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Κατάλαβες. Τώρ' άκουσε πώς είν' λαμπρό το σχέδιο μου.

Βέβαια, αν το σπαθί υψώναμε κατά μιας τίμιας γυναίκας,

ο φόνος άτιμος θαν ήταν μα με την τιμωρία τούτη

λαβαίνουμ' εκδίκησι για όλη εμείς την Ελλάδα

για όσους τους εσκότωσε τους πατέρες κ' οι πατέρες

για τα παιδιά τους κ' οι γυναίκες για τους άνδρες

που τους έχασαν. Χαρά μεγάλη θα γίνη για τούτο

και πυρά θα κάψουν μπρος στους θεούς παρακαλώντας

ευτυχία σ' εμάς να δώσουν γιατί μιαν άθλια γυναίκα

σκοτώσαμε. Και πλέον δεν θα σε λένε μητροκτόνο

αν τη σκοτώσης· αλλά τόνομα τούτο παραιτώντας

για ένα άλλο καλύτερο θα λέγεσαι συ της Ελένης

ο φονηάς, αυτής πούκαμε τόσους πολλούς να χαθούνε.

Όχι δεν συχωριέται ο Μενέλαος ευτυχής νάναι

κι' ο πατέρας σου και συ κ' η αδελφή σου έτσι να πάτε

αδικοθάνατοι κ' η μάννα σου . . . Μα τούτο θα σιωπήσω

γιατί να ειπωθή καλό δεν είναι . . . Κι' αυτός να μη καθήση

στο σπίτι σου ξαναποκτώντας τη γυναίκα του απ' το δόρυ

του Αγαμέμνονος. Ζωή να μη έχω πλέον αν δεν τραβήξω

το μαύρο μου σπαθί επάνω της. Μα κι' αν το φόνο ακόμη

της Ελένης δεν πιτύχουμε, ας πεθάνουμε όμως όταν

τα παλάτια αυτά κάψουμε. Δεν θάμαστε πια στερημένοι

μιας απ' της δυο τούτες τιμές: ή να πεθάνουμε όπως πρέπει

με δόξα ή να γλυτώσουμε τη ζωή μας δοξασμένοι.

ΧΟΡΟΣ

Αξίζει του Τυνδάρεω η κόρη μισητή νάν' απ' όλες

της γυναίκες, αυτή που το γένος της έχει ατιμάσει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άλλο πιο καλό από ένα πιστό φίλο δεν είναι,

ούτε τα πλούτη, ούτε η εξουσία, κ' είναι αφροσύνη

να προτιμούμε το πλήθος παρά ευγενικόν ένα φίλο.

Συ αλήθεια βρήκες την εκδίκηση εναντίο του Αιγίσθου.

Συ μαζί μου στον κίνδυνον ήσουν κι' ακόμη και τώρα

την εκδίκηση δίνεις μου εναντίο των εχθρών μου

και από με δεν τραβιέσαι. Μα τον έπαινό σου εγώ παύω,

γιατί ο πολύς έπαινος κόπο δίνει σ' αυτόν που επαινείται.

Όσο για μένα όταν πρέπεται την ψυχή μου να δώσω

ποθώ κάθ' ενέργεια να κάμω εγώ για να σβύσουν

κ' οι εχθροί μου, ώστε αντάμα να χαθούν που εσταθήκαν

προδότες μου κι' όσοι δυστυχία μου έφεραν όμοια να κλάψουν.

Είμαι γυιός του Αγαμέμνονος που σαν άξιο ελογίσαν

και την Ελλάδα εξουσίασε και χωρίς τυραννία

τέτοια δύναμη έλαβε σαν θεός νάταν.

Με θάνατο δούλου δεν τον προσβάλω, αλλά την ψυχή μου

σαν άνδρας ελεύθερος θ' αποδώσω ζητώντας

απ' το Μενέλαο να λάβω εκδίκηση. Ευτυχισμένοι

είμαστε σαν κ' ένα μόνο έργο να κάνουμ' εμείς δυνηθούμε,

αν μια σωτηρία μας έρθη ανέλπιστη· αν δυνηθούμε

να σκοτώσουμε δίχως να σκοτωθούμε. Γιατ' είναι μ', αλήθεια,

γλυκό να εκφράζω αυτόν οπού αισθάνομαι τον πόθο με λόγια

φτερωτά και να δίνω ανέξοδην έτσι χαρά στην καρδιά μου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αδελφέ, λογιάζω τώρα πως το γλυτωμό σου ευρήκα

και το δικό του και συνάμα το γλυτωμό τον ιδικό μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Την πρόνοια των θεών εκφράζεις έτσι! Όμως τι είναι;

Γιατί ξέρω καλά τη φρονιμάδα του νου του δικού σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άκου λοιπόν και συ προσεκτικά αφοκράσου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μίλα· γιατί απαντέχοντας ένα καλό το αρραθυμούμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ξέρεις την κόρη της Ελένης; Σε ρωτώ κάτι που ξέρεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ξέρω την Ερμιόνη που η μάννα μου την έχει αναστημένη.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτή στης Κλυταιμνήστρας τον τάφον έχει πάει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τι να κάμη εκεί; Ποιαν ελπίδα από τούτο εσύ βγάνεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Πάει απ' όνομα της μάννας της χοές να ρίξη στον τάφο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Έστω· πώς αυτό που λες το γλυτωμό μας θα φέρη;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σαν όμηρο αρπάξετέ την όταν θα ξαναγυρίση.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτό που λες τι καλό σ' εμάς τους τρεις θα κάμη;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σαν σκοτωθή η Ελένη, αν ο Μενέλαος θέλη να ενεργήση

εναντίο σου, εναντίον αυτού κ' εμένα, γιατί μας κάνει

ένα η φιλία μας, πες του πως την Ερμιόνη θα σκοτώσης·

και κράτα το σπαθί σου στο λαιμό πάνω της κόρης.

Κι' αν ο Μενέλαος θωρώντας την Ελένη στο αίμα να πλέη

σε γλυτώση εσένα για να μη σκοτωθή η δική του η κόρη,

την παρθένα στον πατέρα της απόδωσε. Αλλ' αν όμως

να χαλινώση μη δυνάμενος την παράφορη ορμή του

θέλει να σε σκοτώση, κτύπα της το λαιμό εσύ της κόρης.

Λογιάζω ως τόσο πως στα πρώτα οργήν έχοντας άγρια

στερνά θα πραΰνη την καρδιά του, γιατί δεν είναι τολμητίας

ουδέ θαρραλέος. Τέτοια είν' η πεποίθησή μου. Είπα όλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω συ πούχεις ενός άνδρα καρδιά σ' ωραιότατο σώμα

γυναίκας πόσο πιο αξίζει να ζης παρά να πεθάνης!

Πυλάδη, λοιπόν θα στερηθής, άμοιρε, μιας τέτοιας γυναίκας

που φύλαγες για σένα, εάν ζήσης, γάμο ευτυχισμένο;

ΠΥΛΑΔΗΣ

Είθε τούτο να γίνη. Είθε στην πόλη των Φωκαέων

να μπη τιμημένη απ' όμορφο γάμο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα πότε η Ερμιόνη θα γυρίση σπίτι. Γιατί καλά τάπες

αν έχουμε τύχη το σκύμνο να πιάσουμε ασεβή πατέρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Λογιάζω πως κοντοζυγώνει, γιατί πώφυγε είναι πολληώρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Καλά, Συ Ηλέκτρα αδελφή μου, στο παλάτι μπρος στάσου

για να υποδεχθής την κόρη σαν έρθη και βλέπε

μη πριχού να εκτελέσουμε το φόνο προβάλλη κανένας

δικός τους ή ο αδελφός του πατέρα μας και μας προλάβουν

στο παλάτι ερχάμενοι. Φώναξε τότε συ από το σπίτι

ή της πόρτες κρατώντας μεγαλόφωνα μίλα από μέσα.

Εμείς τώρ' ας μπούμε και με σπαθί τα δικά μας τα χέρια

για τη στερνή αυτή μάχη ας αρματώσουμε, Πυλάδη,

γιατί βοηθός μου συ είσαι εις τα έργα μου όλα.

Ω συ που βρίσκεσαι στης μαύρης νύχτας της χώρες,

πατέρα, ο γυιός σου σε κράζει. Βοήθεια μας έλα,

παρακαλούμε σε, μια που για σένα δυστύχεψα τόσο,

συφορές άδικες έπαθα κι' απ' τον αδελφό σου

προδόθηκα, πούκαμα μια δίκαια πράξη. Ν' αρπάξω θέλω

τη γυναίκα του και να τη σκοτώσω. Βοήθησέ μας σε τούτο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω πατέρα, έλα αν κάτ' απ' τη γη ακούς τα παιδιά σου

που σε φωνάζουν κ' εξ αιτίας δικής σου πεθαίνουν.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ω συγγενή του πατέρα μου Αγαμέμνων, άκου κ' εμένα

τα παρακάλια μου και σώσ' τα παιδιά τα δικά σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη μάννα μου σκότωσα.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Εγώ το σπαθί είχ' οδηγήσει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κ' εγώ τον παρακίνησα κι' απομάκρυνα κάθε του φόβο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Για να σ' εκδικήσω, πατέρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ουδ' εγώ επρόδωκά σε.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ακούς λοιπόν τα παράπονα τούτα και τα παιδιά σου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Χοές τα δάκρυά μου σου κάνω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τους δικούς μου εγώ θρήνους.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Πάψτε κι' ας μπούμε στο έργο. Αν τα παρακάλια

εισχωρούν κάτω απ' τη γη, μας ακούει. Και συ, ω Δία

πρόγονε και συ σεβάσμια Δικαιοσύνη, δόστε επιτυχία

σε τούτον, εις αυτήν και εις εμέ. Γιατί ένα είναι το έργο,

ένας ο αγώνας για τους τρεις. Μαζί θα ζουν ή θα πεθάνουν.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Στροφή

Ω αγαπητοί Μυκηναίοι,

που πρώτοι εκατοικήστε

το Άργος το Πελασγικό.

ΧΟΡΟΣ

Γιατί τη φωνή σου υψώνεις,

σεβάσμια, γιατί μου απομένει

στην πολιτεία των Δαναϊδων

ακόμη τ' όνομ' αυτό;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Από σας κάποιες ας μένουν

γυρισμένες προς το δρόμο

των αμαξών κ' οι άλλες όλες

προς το δρόμο του σπιτιού.

ΧΟΡΟΣ

Γιατί τούτο μου προστάζεις;

Ξήγησέ μου, αγαπητή.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη κανείς ερθή φοβούμαι

προς το σπίτι με τη γνώμη

να σκοτώση και μας φέρη

συφορά στη συφορά.

1ον Ημίχορον

Μπρος, ας βιαστούμε, αυτό το δρόμο

προς την ανατολή θα βλέπω εγώ.

2ον Ημίχορον

Κ' εγώ αυτόν κατά τη δύση.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Των ματιών της κόρες στρέψτε

απ' αυτό κι' απ' τάλλο μέρος.

1ον Ημίχορον

Κάνουμ' ως προστάζεις συ.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αντιστροφή

Της κόρες των ματιών σας στρέφετε

απ' όλες της μεριές ανάμεσα

απ' τους βοστρύχους των μαλλιών σας.

2ον Ημίχορον

Ποιος είν' εκείνος στο δρόμο;

Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος,

ο χωριάτης, που πηγαινόρχεται

γύρω, τριγύρω στο σπίτι;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εχαθήκαμε, πάει, καλές μου!

Στους εχθρούς μας θα δώση αυτός είδηση

στα ωπλισμένα θηρία, τανήμερα.

1ον Ημίχορον

Φόβο, αγαπητή, μην έχης!

Αδόκητά σου ο δρόμος είν' έρημος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κι' απ' το δικό σας το μέρος; Είν' τίποτε;

Κι' απ' αυτού όλα ήσυχα είναι;

Δόστε μου καλή μιαν απόκριση.

Στο σπίτι μπροστά δεν είν' τίποτε;

2ον Ημίχορον

Κι' απ' εδώ καλά όλα πάνε·

μόνο συ καλά απ' το μέρος σου κύττα.

Απ' εδώ καμμιά Δαναΐδα δεν έρχεται.

Στροφή

Το ίδιο εγώ λέω· από δω δεν είν' άνθρωπος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μπρος, πάω λοιπόν να κροτήσω της πόρτες

με τον ήχο της φωνής μου. — Γιατί αργείτε τόσο,

σεις που είσθε στο σπίτι, να θυσιάστε το θύμα,

ενώ όλα είν' ήσυχα; Δεν σας ακούνε.

Ω άμοιρη εγώ, από της συφορές μου.

Τα σπαθιά τους γινήκαν αδύναμα τόσο

μπρος στην ομορφιά! Σε λίγο ίσως κανένας

Αργείος ωπλισμένος θάρθη να τρέξη

για βοήθεια στο σπίτι. Κυττάξετ' ακόμα

καλύτερα. Η ώρα ησυχίας δεν είναι.

Και σεις και σεις άλλες τα μάτια σας στρέψτε

απ' όλα τα μέρη, εδώθε κ' εκείθε.

ΧΟΡΟΣ

Αλλάζουμε μέρος κι' απ' ολούθε ερευνάμε.

ΕΛΕΝΗ

Αλλοίμονό μου, Άργος Πελασγικό, εγώ άθλια πεθαίνω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τ' ακούτε σεις; Οι άνδρες χερικό στο φόνο κάνουν.

Της Ελένης το ξεφωνητό είναι κατά πώς εικάζω.

ΧΟΡΟΣ

Ω δύναμη του Δία, αιώνια δύναμη του, βοήθα τους φίλους.

ΕΛΕΝΗ

Μενέλαε! πεθαίνω και δεν είσαι εδώ να με βοηθήσης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Θανατώσετε, σκοτώστε, σφάξτε, κτυπάτε. Μπήχτε

τα δίκοπα σπαθιά σας στη γυναίκα αυτή π' αφήκε

τον άνδρα της και τον πατέρα της κ' έκαμε να πεθάνουν

χιλιάδες Έλληνες τριγύρω στης δίνες του Σκαμάνδρου,

εκεί που τόσα δάκρυα τρέξαν απ' τους ένοπλους αγώνες.

ΧΟΡΟΣ

Σώπα, σώπα! Ακούω προς το δρόμο

κάποιο θόρυβο που πάει προς το σπίτι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω πολυαγάπητές μου γυναίκες, η Ερμιόνη φθάνει

στην ώρα του φόνου. Της κραυγές μας ας πάψουμε. Πέφτει

στα δίκτυα κι' αυτή. Ανεκτίμητη λεία, αν μας είναι

βολετό να την πιάσουμε! Μ' ήσυχο ύφος σταθήτε

και της θωριάς σας το χρώμα ό,τι γίνεται ας μη φανερώνη.

Εγώ θάχω θολωμένα τα μάτια σαν να μην ήξερα διόλου

τα όσα εκτελούνται. — Ω παρθένα, ξανάρχεσαι τώρα,

αφού με λουλούδια έχεις στέψει τον τάφο

της Κλυταιμήστρας κι' αφού έκαμες χοές επιτάφιες;

ΕΡΜΙΟΝΗ

Έρχομαι αφού εκτέλεσα μιαν εξιλέωση. Μα ο φόβος

μ' επήρε ακούοντας μακρόθε φωνές από μέσα στο σπίτι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και πώς; Αυτό που μας συμβαίνει αξίζει να μυρολογιέται.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Μίλα καλύτερα. Καμμιά νέα δυστυχία αναγγέλλεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ο τόπος πήρε απόφαση ο Ορέστης κ' εγώ να σκοτωθούμε.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Είθε από τούτο να γλυτώσετε σεις που είσθε δικοί μου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Είναι το αποφασισμένο· βρισκόμαστε κάτω απ' την ανάγκη.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Κ' εξ αιτίας αυτό βγαίνουνε ξεφωνητά στο σπίτι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ικετεύοντας γονατιστός μπρος στην Ελένη αυτός φωνάζει.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Ποιος αυτός; δεν νοιώθω πια αν δε μου το εξηγήσης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ο άμοιρος Ορέστης για να μη σκοτωθή και για μένα.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Ώστε από λόγο νόμιμο έτσι αντηχάει το σπίτι;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ποιος λόγος δικαιότερος για ξεφωνητά μπορούσε νάναι;

Μα να λάβης μέρος πήγαινε και συ στης ικεσίες

των φίλων σου· στης μάννας σου της τρισευτυχισμένης

τα πόδια πέσε, ο Μενέλαος νεκρούς να μη μας αγναντέψη.

Ω συ που αναστήθηκες μέσα στης μάννας μου τα χέρια,

έλεος λάβε συ για εμάς κι' αλάφρωσε της συφορές μας!

Τρέξε στον αγώνα αυτόν, εγώ θα πάω μπροστά σου.

Γιατί σ' εσέ είναι μοναχά η στερνή ελπίδα σωτηρίας.

ΕΡΜΙΟΝΗ

Νά που τρέχω εγώ λοιπόν βιαστικά να πάω στο σπίτι.

Όσο από μένα είναι δυνατό η σωτηρία σας θάρθη.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω σεις φίλοι, που μέσ' στο σπίτι είσθε αρματωμένοι,

με το σπαθί δεν θ' αρπάξετε τώρα τη λεία;

ΕΡΜΙΟΝΗ

Αλλοίμονο εμένα! Ποιοι είν' οι άνθρωποι τούτοι που βλέπω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σώπα. Το γλυτωμό μας φέρνεις, όχι το δικό σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αρπάχτε την! Αρπάχτε την. Το σπαθί στο λαιμό της.

Ήρεμοι νάσθε, ώστε που ο Μενέλαος να το νοιώση

πως άνδρες βρήκε μπρος του κι' όχι δειλούς Φρύγες

και να υποστή ό,τι δειλοί να παθαίνουν αρμόζει.

Μπρος, αγαπητοί! Κάνετε οχλοβοή μεγάλη

και στο σπίτι μπρος φωνάζετε, γιατί είναι φόβος ακόμα

μη το έργο του φόνου απόκοτα τρομάξη τους Αργείους,

ώστε να τρέξουν για βοήθεια στα βασιλικά παλάτια

πριν να ιδώ με τα μάτια μου σφαγμένη την Ελένη

και ξαπλωμένη αιμόφυρτη στο σπίτι ή πριν ένας δούλος

μου φέρη καμμιάν είδηση, γιατί αν και κάτι ξέρω,

μα όλο όμως που γίνηκε δεν το καλογνωρίζω.

ΧΟΡΟΣ

Των θεών η εκδίκηση έπεσε δίκαια

στην Ελένη, γιατί ολάκαιρη αυτή την Ελλάδα

με δάκρυα εγέμισε για τον Ιδαίο Πάρι

που τους Έλληνες παρέσυρεν εις την Τρωάδα.

Μα του βασιλικού σπιτιού αντηχούνε οι πόρτες.

Σωπάστε. Είν' ένας Φρύγας που βγαίνει.

θα μάθουμ' απ' αυτόν ό,τι γίνεται σπίτι.

ΦΡΥΞ

Ξεφυγώντας το θάνατο το σπαθί φεύγω των Αργείων,

με τα βάρβαρα μου κούντουρα περνώντας τα κέδρινα σανίδια

και τα δωρικά τα τρίγλυφα μακρυά, ω γη, ω γη μου,

στο φευγιό μου το βάρβαρο. Αλλοί μ' αλλοί πού θα φύγω;

Ξένοι εσείς; Να πετάξω βολεί στου άσπρου του Αιθέρα

τα ύψη ή στη θάλασσα που κάνει να στριφογυρίζη

ο ταυροκέφαλος Ωκεανός που τη γην αγκαλιάζει;

ΧΟΡΟΣ

Τι τρέχει, σκλάβε συ της Ελένης, Ιδαίο κεφάλι;

ΦΡΥΞ

Ω Ίλιος, Ίλιος, αλλοίμονο σ' εμέ, ω πόλι της Φρυγίας

της παχυχώματης βασίλισσα, βουνό ιερό της Ίδης,

πόσο μ' επικήδεια τραγούδια και βαρβαρόφωνα σε κλαίω,

που ρήμαξες εξ αιτίας της γεννημένης απών' αυγό κύκνου,

της τόσ' όμορφης κόρης της Λύδας, της απαίσιας Ελένης,

της Εριννύας αυτής του Απολλώνιου κάστρου. Αλλοί μου!

Μυρολόι, μυρολόγια, Δαρδανία κακότυχη, χώρα

των αλόγων του Γανυμήδη που με τον Δία κοιμάται!

ΧΟΡΟΣ

Καθαρά τα πράμματα πες μας όσα σπίτι γίνηκαν,

γιατί δεν μπορώ τίποτε σωστό να εικάσω απ' όσα μας είπες.

ΦΡΥΞ

Οχού, οχού! έτσι αρχίζουν οι βάρβαροι τα μυρολόγια

τα βαρειοθρήνητα, αλλοίμον' αλλοί, σε μια γλώσσα

ασιατική, σαν το αίμα των βασιλιάδων στη γη απλώση

από τα σιδερένια του Άδη σπαθιά. Μα για να πω κάτι,

σ' εσέ, δυο λιοντάρια δίδυμα, Έλληνες μπήκαν στο σπίτι.

Απ' αυτούς ο ένας είχε πατέρα τον στρατηγό, ως τον λέγαν

κι' ο άλλος είναι γυιός του Στροφίου, τεχνίτης στο δόλο,

σαν τον Οδυσσέα, πιστός εις τους φίλους,

τολμηρός στον αγώνα, στον πόλεμο άξιος και δράκος.

Είθε χαμένος να πάη για την ήσυχή του αυτή φρονιμάδα,

τέτοιος πούναι κακούργος! Στο θρόνο κοντά ήρθαν

της γυναίκας που επήρε τον Πάρι. Και με μάτια βρεγμένα

από δάκρυα ταπεινοί εσταθήκαν απ' τη μια μεριά ο ένας

κι' απ' την άλλη ο άλλος, να κτυπήσουν. Και τα χέρια ρίξαν

ικετεύοντας στα γόνατα της Ελένης. Κ' οι σκλάβοι Φρύγες

με βιάση έτρεξαν κι' ο ένας τον άλλο ανήσυχα ερώτα

αν σ' αυτά δεν κρυβότουν παγίδα. Κ' εκρίναν

άλλοι πως τέτοια δεν ήτανε κι' άλλοι λογιάζαν πως βλέπαν

του Τυνδάρεω την κόρη στα δίκτυα του μητροκτόνου.

ΧΟΡΟΣ

Και συ πού λοιπόν τότε βρισκόσουν;

Απ' το φόβο σου πια μήπως τώστριψες κι' όλα;

ΦΡΥΞ

Κατά τύχη, όπως είναι συνήθεια φρυγική, κλωθογυρνούσα

γύρω στην Ελένη, ανεμίζοντας φτερό στο πρόσωπό της,

ως θέλει των βαρβάρων ο συρμός. Κ' εκείνη με τα νύχια

το λινάρι απ' τ' αδράχτι και της κλωστές άφινε χάμω

να πέφτουν θέλοντας να πλέξη το Φρύγιο λάφυρο στολίδια

λινά και πορφυρένιες ντύσες για της Κλυταιμήστρας

τον τάφο. Κ' εις την λακώνισσα γυναίκα ο Ορέστης

έτσι μίλησε. «Κόρη του Δία, άφησ' το θρόνο σου για νάρθης

στο θρόνο του προπάππου Πέλοπα, στην αρχαία εστία

εκεί τα λόγια μου ν' ακούσης. Κι' ωδηγούσε την κ' εκείνη

ακολουθούσε μη προβλέποντας. Κι' ο σύντροφός του

ο Φωκαέας ο άπιστος έκανε κάτι άλλο. — Δεν θα το κουνήστε

από δω Φρύγες, δειλοί! — Κ' έκλεισέ τους μέσ' στο σπίτι,

άλλους στο σταύλο των αλόγων κι' άλλους πάλι απ' έξω,

σκορπίζοντάς μας ολότελα μακρυά από την κυρά μας.

ΧΟΡΟΣ

Τι θλιβερό συνέβηκε κατόπι;

ΦΡΥΞ

Μητέρα Ιδέα, παντοδύναμη μητέρα, αλλοίμονο, αλλοί μου!

Ω αιματηρά κι' άσεβα κακά, που με τα μάτια μου τα ίδια

τάδα στα παλάτια τα βασιλικά! Τραβώντας και στα χέρια

κρατώντας τα σπαθιά πούκρυβαν στους πορφυρένιους πέπλους,

καθένας τους κύτταξε ολόγυρα μη παραστέκεται κανένας.

Και τότε σαν βουνήσιοι κάπροι στρέφοντας προς τη γυναίκα

της λεν: «Απόθανε! Ο κακός σου ο άνδρας σε σκοτώνει,

τ' άφησε που το γυιό τ' αδελφού να σκοτωθή στ' Άργος».

Εκείνη φώναξε: «Αλλοίμονό μου» και τάσπρα της μπράτσα

ρίχνοντας πάνω στο στήθος κτύπησε την κεφαλή με θλίψη

φεύγοντας δώθε κ' εκείθε και ζητώντας με τα χρυσά της

πέδιλα να τρέξη. Μα ο Ορέστης προχωρώντας

με τα μυκηναία ποδήματά του απ' τα μαλλιά άρπαξέ την

και λιγώντας το λαιμό της προς τ' αριστερά ετοιμαζότουν

να της μπήξη το μαύρο το σπαθί στο λαιμό της.

ΧΟΡΟΣ

Ορέστης · 第 2 / 3 段