ήν στιγμήν ανεχώρουν εξ Αιγίνης, ειδοποιήθην· τότε ο κύριος
δοτόρος Σπυρίδων Καλογερόπουλος, και μετ' αυτόν ο κύριος Γιαννετάς
με έκαμαν κοινωνόν του τοιούτου δίδοντές μοι αντίγραφον και
παραγγέλλοντές με να ενεργήσω την αποπεράτωσίν του εις τα κάτω
μέρη· μετά δύο ημέρας αφίκετο εις Αίγιναν ο αυταδελφός σας κύριος
κόντες Βιάρος, και διευθυνθείς εις επίσκεψιν της εκλαμπρότητός του
μετά του κυρίου Γιαννετά εις την παραθαλασσίαν της Αιγίνης
ανεχώρησα μετ' ολίγον, ο δε κύριος Γιαννετάς διέμεινε· τη επαύριον
ανταμωθέντες μετά του κυρίου Γιαννετά μοι είπεν ότι ωμίλησε πολλά
περί τούτου προς τον κύριον κόντε, και ότι η εκλαμπρότης του
έμεινε καθ' όλην την έκτασιν ευχάριστος, και περί τας δύο ώρας της
νυκτός μετακαλεσθείς παρά του αυταδέλφου σας εις το παράλιον της
Αιγίνης μοι ενεχείρισεν αποτεινομένην επιστολήν σας προς τον
δούλον σας πατέρα μου λέγουσάν μοι ότι δύναμαι να διευθυνθώ εγώ
εις Πόρον αντί του πατρός μου, όπου θέλομεν ομιλήσει περί των
κατεπειγουσών αναγκών μας προς την εξοχότητά σας προσθέτων καί
τινα άλλα.
«Εκπλεύσας ο κύριος κόντες και κατόπιν ο δούλος σας έφθασα εις
Πόρον όπου και μετεκαλέσθην παρά της εκλαμπρότητός του έξωθεν της
οικίας του· εκεί ανέγνωσα εις την εκλαμπρότητά του εκείνο το
έγγραφον προσθέτων εν ταυτώ την άοκνον και μετ' επιμελείας
ενέργειάν μας, ήν περ θέλομεν δείξει εις την αποπεράτωσίν του.
Αποτεινόμενος η εκλαμπρότης του μοι είπεν ότι ημείς δεν
προτρέπομεν την αποπεράτωσίν αυτού του εγγράφου, αλλ' όταν σεις το
εγκρίνετε, δύνασθε να το ενεργήσετε, και ημείς θέλομεν είσθαι
ευχάριστοι· ταύτα ειπόντος μοι διελύθη η συνομιλία. Τι λοιπόν,
εξοχώτατε, έπρεπε να πράξω· ποίος εκίνησε την ενέργειαν τούτου του
εγγράφου; εις ποίον δίδεται η δικαία μέμψις της εξοχότητός σας;
αυτή είναι η διατρέξασα υπόθεσις, και ως πατήρ όλων των Ελλήνων
αποδώσατε το δίκαιον προς τον έχοντα.
«Εν Αιγίνη, τη 27 αυγούστου 1828».
(β.)
Ο κυβερνήτης ωμόλογησε τω Κλονάρη, ότι κατ' εισήγησιν αδελφού του
εγένοντο τα γενόμενα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.
(α.)
Όρα την προς το αγγλικόν ναυαρχείον αναφοράν του Κοδριγκτώνος της
25 ιουλίου (6 αυγούστου) 1828.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΠ'.
(α.)
Ο ανήρ ούτος, Γάλλος το γένος, είχεν έλθει προ ολίγου εις Ελλάδα·
βαθμόν έχων συνταγματάρχου επροχειρίσθη εις τον του στρατηγού και
αρχηγού των περί τον αρχιστράτηγον επιτελών.
(β.)
Ιδού αποδεικτικόν των παραδοθέντων προς τον στρατάρχην.
«Μόλον οπού ο στρατάρχης Δ. Υψηλάντης είχε κάθε δίκαιον κατά τον
βερέν οπού μας έδωκε να μας στείλη εις το βιλαγέτι μας από όποιον
δρόμον ήθελεν ευχαριστηθή, μας έκαμεν όμως κατά την παρακάλεσίν
μας μερχαμέτι και απεφάσισε να μας αφήση να πάμε εις τα βιλαγίτια
μας από τον δρόμον του Ζητουνιού, και ημείς οι υπογραμμένοι τον
αριθμόν 107 βάνομεν αμανέτι εις τα χέρια του πρίγκηπα την μπέσαν
μας και τον όρκον εις την θρησκείαν μας, ούτε άρματα να πιάσωμεν
πλέον εναντίον των Ελλήνων εις όποιον μέρος και αν τύχουν, ούτε
κανένα ραγιάν να πειράξωμεν· και αν κάμωμεν αλλιώς, να μη
πεθάνομεν Τούρκοι, και άν ποτε κανένας μας ξαναπιασθή να μη μας
δίδεται ράι και συγχώρησις αλλά να μας θανατόνουν.
«Έγεινεν εις το Στεβένικον 2 νοεμβρίου 1828. Διά τα άνω γραμμένα
είναι το σιάρτι μας σιάρτι και βάνομεν το δάκτυλόν μας».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.
(α.)
Όρα George Canning and his Times.
ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΠΑ'.
(α.)
Το ψήφισμα δεν περιλαμβάνει την φράσιν, «προβάλλοντος εκάστου των
πληρεξουσίων κατ' ιδίαν αυτώ τρεις υποψηφίους»· αλλ' ούτως εγένετο
μη συμβιβαζομένων άλλως των πληρεξουσίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΒ'.
(α.)
Οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει και φρουρήσει την Βιδονίτσαν επί της
εισβολής του Ασλάμπεη Μουχουρδάρη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.
(α.)
Η επιστολή αύτη του Αβερδήνου, σταλείσα μετά την συνθήκην της
Αδριανουπόλεως προς τον εν Πετρουπόλει πρέσβυν της αυλής του εις
κοινοποίησιν προς την ρωσσικήν, κατετέθη εν τω γραφείω της βουλής
των ομοτίμων μεσούντος ιουνίου 1856.
(β.)
Είπαμεν εν τω ΟΘ' κεφαλαίω, ότι και άλλοτε η αγγλική κυβέρνησις
επρότεινε να συστηθή εν Ελλάδι πολιτεία ανεξάρτητος, αλλ' όρια
έχουσα επί της ξηράς τον ισθμόν της Κορίνθου. Μαρτυρεί δε και το
πρωτόκολλον της 6 (18) αυγούστου 1829, ότι και προ της εν
Αδριανουπόλει συνθήκης επρότεινεν εκ νέου η αυτή κυβέρνησις, κατά
την των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων γνωμοδότησιν Αγγλίας και
Γαλλίας, να ορισθώσιν έκτοτε τα όρια, και έκτοτε ν' αναγνωρισθή η
πλήρης και τελεία ανεξαρτησία της Ελλάδος.
(γ.)
Τα σημερινά όρια του Ελληνικού Κράτους είναι η εν Πόρω διαγραφείσα
γραμμή, ώρισαν δε οι σύμμαχοι ταύτην μεταγενεστέρως,
αποζημιωθείσης χρηματικώς της Πύλης· απεσιωπήσαμεν δε τούτο ως μη
παρατεινομένης της ανά χείρας ιστορίας εις την εποχήν καθ' ήν
ωρίσθη.
&ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ&
Από της αναγορεύσεως του Λεοπόλδου μέχρι της εγκαθιδρύσεως της
βασιλείας του Όθωνος, υπό του αυτού Ιστοριογράφου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΔ'.
&Παραίτησις Λεοπόλδου.&
Αμέτρου χαράς επλήρωσε τας καρδίας όλων των Ελλήνων η αναγόρευσις
του Λεοπόλδου· μόνον ο Κυβερνήτης εσκυθρώπασεν· εφρόνει ότι,
επικρατούσης της Συνθήκης της 24 Ιουνίου, ουδείς ηγεμονόπαις θα
κατεδέχετο ηγεμονίαν υποτελή εις τον Σουλτάνον, και θα κατήντα εις
αυτόν εξ ανάγκης η ηγεμονεία· ανεξαρτήτου δε της πολιτείας επ'
εσχάτων ορισθείσης, επεθύμει να εκλεχθή ανήλικος τις ηγεμονόπαις
(είχε δε κατά νουν τον δευτερότοκον υιόν του βασιλέως της Βαυαρίας
Όθωνα) πεποιθώς ότι θα τον εκηδεμόνευεν αυτός· ουδόλως δε
αμφίβαλεν ότι, επί τη εκλογή του ηγεμόνος, θα εκαλείτο και η
Ελλάς, ήτοι αυτός, εις σύμπραξιν. Αλλ' ιδών παρά πάσαν προσδοκίαν
ότι εψεύσθησαν αι ελπίδες του, εμελέτησε να παρεμβάλη προσκόμματα
εις την ευόδωσιν ων ωρίσθησαν.
Το πρωτόκολλον έλεγεν (2) ότι η Ελλάς ανηγορεύετο κράτος
ανεξάρτητον υπό διαδοχικόν μονάρχην και ότι εις αποζημίωσιν της
Πύλης, δι' ά εστερείτο οφέλη ένεκα της ανεξαρτησίας, περιωρίζετο η
οροθετική γραμμή από των εκβολών του Σπερχειού μέχρι των εκβολών
του Αχελώου· διέταττε δε παύσιν πάσης εχθροπραξίας και κατά γην
και κατά θάλασσαν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας· πλήρη και τελείαν
αμνηστείαν και ασφάλειαν ζωής και ιδιοκτησίας παντός ενεχομένου
εις τον αγώνα· ελευθέραν μετάβασιν παντός Έλληνος ή Τούρκου
βουλομένου να μεταβή από του ενός κράτους εις το άλλο εντός ενός
έτους· ανεπηρέαστον απαλλοτρίωσιν κτημάτων· παντελή κένωσιν πάσης
χώρας, πάσης νήσου, και παντός φρουρίου από των στρατευμάτων του
κράτους, εις ο δεν ανήκαν εις το εξής τα μέρη ταύτα· απαγόρευσιν
εισβολής ή διαμονής στρατού οιασδήποτε των τριών Δυνάμεων επί του
εδάφους της Ελλάδος άνευ ομοφώνου συναινέσεως αυτών· επιφύλαξιν
του δικαιώματος εκάστης των τριών Δυνάμεων του να εγγυηθή τα εν τω
Πρωτοκόλλω καθ' ά ώρισεν η Συνθήκη της 24 Ιουνίου· επιστολήν παρ'
εκάστης των τριών Δυνάμεων οροθέτου εις διαχάραξιν και
αποπεράτωσίν εντός έξ μηνών της οροθετικής γραμμής, και επικύρωσιν
των εν τω Πρωτοκόλλω διατάξεων διά Συνθήκης.
Δύο μεγάλα πολιτικά αμαρτήματα ημάρτησεν η Συμμαχία συντάξασα το
Πρωτόκολλον τούτο· απαραγγέλτως ανεδέχθη και αυθαιρέτως
ανηγόρευσεν ηγεμόνα, εν ώ και η Συνθήκη της 24 Ιουνίου παρείχεν
εις τους Έλληνας το δικαίωμα της εκλογής υπό τινας όρους, και ο
Κυβερνήτης επανειλημμένως, αλλ' εις μάτην, το επεκαλέσθη·
εκολόβωσαν δε οροθετικώς και την νέαν πολιτείαν παρά τα εν Πόρω
ορισθέντα, παρ' αυτών των Δυνάμεων παραδεχθέντα και προς τους
Έλληνας κοινοποιηθέντα, αποκόψασαι την Ακαρνανίαν όλην και μέρος
της Αιτωλίας, ό εστι τόπους περιέχοντας τους μαχιμωτέρους άνδρας
της Ελλάδος, ολοσχερώς υπό την ελληνικήν σημαίαν διατελούντας,
έχοντας 80,000 κατοίκων, και καλέσασα την ελληνικήν Κυβέρνησιν να
εκτελέση εκούσα άκουσα όρους ους μόνη η Συμμαχία εν τη ιδία
εξουσία ώρισεν. Επί τη εδραία ταύτη βάσει έστησεν ο Κυβερνήτης τα
πυροβόλα του, και δι' όλης της διπλωματικής εμπειρίας του, και
όλης της φυσικής αγχινοίας του επεχείρησε να κατεδαφίση την παρά
γνώμην και εν αγνοία αυτού ανεγερθείσαν οικοδομήν. Έργον των
χειρών του και όργανον των θελήσεών του η Γερουσία, ετοίμην
παρείχε πάσαν συνδρομήν, παραδεχομένη και ψηφίζουσα ως ιδίας
βουλάς τας εισηγήσεις του.
Την 27 μαρτίου εκοινοποίησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Κυβερνήτην
το Πρωτόκολλον επισήμως (3) και προσανήγγειλαν ότι εξελέχθη ο
Λεοπόλδος άναξ της Ελλάδος (Prince souverain de la Gr2ece) (4) ότι
αι Δυνάμεις εγγυώντο δάνειον εις μισθοδοσίαν και διατροφήν στρατού
εν υπηρεσία του άνακτος· ότι θα διέμενεν υπό τας διαταγάς αυτού ο
συμμαχικός στρατός έν έτος ή και περαιτέρω επί τη αιτήσει αυτού
και τη συγκαταθέσει της Συμμαχίας· ότι ο βασιλεύς της Γαλλίας
παρητείτο της προστασίας των εν Ελλάδι καθολικών, αλλ' υπό τον
όρον του να εξασκώνται ακωλύτως τα της λατρείας των, να μείνωσιν
ανεπηρέαστοι αι παντός είδους ιδιοκτησίαι των και να διατηρώνται
απαραμείωτα τα προνόμια των επισκόπων των· όλοι δε εν γένει οι
υπήκοοι πάσης θρησκείας να ήνε αδιακρίτως δεκτοί εις όλας τας
τιμάς και εις όλας τας υπηρεσίας του νέου κράτους. Εκάλουν προς
τούτοις οι αντιπρέσβεις τον Κυβερνήτην να διατάξη επισήμως την
πραγματικώς ενυπάρχουσαν ανακωχήν.
Ευγνώμονα κατά λέξιν, αλλά ψυχρά κατ' ουσίαν, απήντησεν ο
Κυβερνήτης, ειπών ότι εις μόνους τους (5) πληρεξουσίους,
συγκαλεσθέντας εκ νέου απέκειτο ν' αποφανθώσιν οριστικώς περί ων
διελάμβανε το Πρωτόκολλον, καθ' ά διέταξεν η εν Άργει Συνέλευσις·
αλλ' επειδή ασύμφορον εθεώρει να τους συγκαλέση, διότι ή θ'
απέρριπταν τας προτάσεις της Συμμαχίας και θα ηγνωμόνουν προς τους
ευεργέτας των, ή παραδεχόμενοι αυτάς θα παρήκουαν ην είχαν
εντολήν, επροτίμα ν' αναδεχθή αυτός την ευθύνην και να υπακούση
εις τας διατάξεις της Συμμαχίας, ό εστιν επροτίμα να παραβή αυτός
τα ψηφίσματα της εν Άργει συνελεύσεως, ολιγωρών και την ψήφον του
έθνους και την ιδίαν ευθύνην.
Η δε Γερουσία προς ην διεβίβασεν ο Κυβερνήτης και το Πρωτόκολλον
και την διακοίνωσιν των αντιπρέσβεων, απεδέχθη (6) την
ανεξαρτησίαν ως τιμαλφέστατον δώρον, και εχάρη επί τη εκλογή του
ηγεμόνος, αλλ' εκάκισε την μοναδικήν χρήσιν του δανείου εις
μισθοδοσίαν και διατροφήν του στρατού, την στένωση των ορίων και
παράλειψιν της Κρήτης και άλλων νήσων, την κένωσιν των
αποκοπτομένων μερών από των ελληνικών στρατευμάτων, την εντός της
νέας οροθετικής γραμμής των εκτός αυτής στρατευμάτων, την διάταξιν
περί ισονομίας και ισοτιμίας των Τούρκων όσοι προηρούντο να
διαμείνωσιν εν Ελλάδι, ως λίαν επιζήμιον εις τους Χριστιανούς εξ
αιτίας της πολυκτημοσύνης των χορηγούσης υπέρ μέτρον επιρροήν, και
άλλα τινά. Εξέφρασε δε και την θερμήν επιθυμίαν του έθνους του να
ίδη τον νέον ηγεμόνα συνδεόμενον μετ' αυτού διά των θείων δεσμών
του αυτού δόγματος.
Και ταύτα μεν τα εν τω υπομνήματι. Εντονώτερον δε και
εμφαντικώτερον είχεν ήδη διαδηλώσει η Γερουσία τα φρονήματά της έν
τινι ιδιαιτέρα συνομιλία παρά τω Κυβερνήτη (7), καθ' ήν λαβούσα εν
κατηφεία, κατά το γράφειν του Κυβερνήτου, γνώσιν ανεπισήμως των
όρων του Πρωτοκόλλου, είπεν ότι ούτε εξουσίαν είχε να δεχθή
τοιούτους όρους, ούτε ανεδέχετο την ευθύνην της εφαρμογής αυτών,
αλλ' ούτε και ουδεμία επαρχία θα υπήκουε, και αν διετάττετο.
Κοινοποιήσας ο Κυβερνήτης το υπόμνημα της Γερουσίας και τα της
συνομιλίας ταύτης κατ' ευθείαν προς τον Λεοπόλδον, επανέλαβεν όσα
είπε προς τους αντιπρέσβεις, δηλαδή ότι εδέχετο το πρωτόκολλον υπ'
ευθύνην του, αλλ' απεποιήθη την εκτέλεσιν των όρων αυτού ως έργου
υπέρ την δύναμίν του· μετερχόμενος δε ην ησπάσθη εν τη
διαπραγματεύσει ταύτη ύπουλον πολιτικήν, αφ' ενός μεν επρότρεπε
τον ηγεμόνα να καταβή όσον τάχιον εις την ηγεμονείαν του ως μόνον
δυνάμενον να φέρη εις πέρας το σκοπούμενον, αφ' ετέρου δε τον
απέτρεπεν ως φόβητρα παριστών αυτώ άς έμελλε να υποστή κακουχίας
ζων, ως αυτός, εν υπαίθρω και υπό την στέγην αθλίας καλύβης, όπου
έμαθεν ως έλεγε, να γνωρίση τον Έλληνα· ότι δεν τω εγγυάτο καλήν
υποδοχήν εν Ελλάδι, αν δεν διετράνωνεν εν καιρώ ότι θα ησπάζετο το
ανατολικόν δόγμα, ότι θα εκυβέρνα συνταγματικώς τον τόπον, και ότι
θα εξησφάλιζε τα νόμιμα συμφέροντα όλων των τάξεων των πολιτών
κατά τα ψηφίσματα της εν Άργει Συνελεύσεως (8).
Οι λόγοι και της Γερουσίας και του Κυβερνήτου όσον δίκαιοι και
πατριωτικοί και αν εφαίνοντο παρώργισαν το κοινόν βλέπον ότι
υπεκρύπτετο δολιότης· η ανάγκη της πατρίδος απήτει την ταχείαν
έλευσιν του ηγεμόνος, οι δε λόγοι ούτοι απέβλεπαν όχι μόνον εις
αναβολήν της ελεύσεώς του αλλά και εις ανατροπήν της εκλογής του·
τούτου χάριν οι εν τη πρωτευούση τα εναντία φρονούντες πρόκριτοι
παρήγγειλαν τοις εν ταις επαρχίαις φίλοις των να προκαλέσωσι
συγχαρητηρίους αναφοράς των πολιτών προς τον ηγεμόνα,
επιταχύνοντες την εις Ελλάδα ταχείαν έλευσίν του. Δυσηρεστήθη ο
Κυβερνήτης επί τη ειδήσει ταύτη ως αναφανδόν εις τους σκοπούς του
αντικειμένη (9). Αλλά είτε συστελλόμενος είτε μη δυνάμενος να
εμποδίση την έκφρασιν της κοινής γνώμης, διέταξε τας κατ' επαρχίας
Αρχάς του να καλέσωσιν αύται τους επαρχιώτας εις την έκφρασιν της
γνώμης των, αλλ' επί μυστική εντολή να γραφώσι κατά το πνεύμα της
Κυβερνήσεως και να σταλώσι δι' αυτού προς τον ηγεμόνα αι αναφοραί,
διότι, αν εστέλλοντο δι' άλλου τινός, θα απηρέσκετο κατά το λέγειν
του, ο Ηγεμών, ως μη έχουσαι χαρακτήρα νομιμότητος. Τόσον δε
εδυσπίστει ταις ημέραις εκείναις προς τους Έλληνας, μη ειδώς ποίοι
οι ομοφρονούντες και ποίοι οι αντιφρονούντες, ώστε κληθείς παρά
του ηγεμόνος να στείλη προς αυτόν ειδήμονά τινα προς φωτισμόν του,
αντί να στείλη τινά των δοκιμωτέρων Ελλήνων, επροτίμησεν ως
αφωσιωμένον του ξένον τινά Βαυαρόν, τον πρίγκηπα Wrede προ μικρού
ελθόντα εις Ελλάδα, και ανίκανον, ως εκ της αγνοίας του και των
ανθρώπων και των πραγμάτων να πληρώση αξίως την αποστολήν του.
Εμελέτα δε να στείλη και πρεσβείαν, αλλ' η εκλογή των πρέσβεων τον
ανησύχει (10).
Και ταύτα μεν τα εν Ελλάδι κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν.
Ο δε Λεοπόλδος, πριν αυτώ προσενεχθή επισήμως η ηγεμονεία (11)
κατεγίνετο ακαμάτως εις βελτίωσιν τινών του Πρωτοκόλλου, κυρίως δε
εις την συμπαραλαβήν της Κρήτης, αλλ' ουδόλως εισηκούσθη. Την δε
30 Ιανουαρίου (11 Φεβρουαρίου) δεχθείς επισήμως το στέμμα (12)
εζήτησεν εγγύησιν του νέου κράτους από πάσης εξωτερικής προσβολής,
ασφάλειαν τουλάχιστον θρησκείας και βελτίωσιν της πολιτικής
καταστάσεως των κατοίκων χριστιανών της Κρήτης και της Σάμου,
έκτασιν προς τα άνω της οροθετικής γραμμής επί της αριστεράς όχθης
του Αχελώου, χρηματικά βοηθήματα και τον εν Ελλάδι συμμαχικόν
στρατόν, έως ου συνεκρότει ίδιον. Αλλ' ιδών ότι η Συμμαχία
εκώφευεν, ανήγγειλεν επισήμως την 4/16 Φεβρουαρίου (13) ότι
παρητείτο της ηγεμονείας, αν δεν εχορηγείτο η εγγύησις, τα
χρηματικά βοηθήματα και ο συμμαχικός στρατός. Επί τη απειλή ταύτη
παρεδέχθη η Συμμαχία τας τρεις προτάσεις (14), αλλά και τούτου
γενομένου, δεν εξηλείφθη ο κατέχων τον Λεοπόλδον φόβος ως προς την
δυσχέρειαν του έργου εξ αιτίας μάλιστα των στενών ορίων· ουδ'
εισηκούσθη προτείνας να υποβληθή η εκλογή του εις την ψήφον του
έθνους, φοβουμένης της Αγγλίας την αντίπραξιν του Κυβερνήτου ον
υπώπτευεν ως ρωσσίζοντα και εμίσει. Τούτων ούτως εχόντων έμαθε δι'
ών έλαβεν εξ Ελλάδος αλλεπαλλήλων γραμμάτων τας δυσμενείς
διαθέσεις ως προς τα γεγονότα του Κυβερνήτου και της Γερουσίας,
και δι' επιστολής του προς το εν Λονδίνω συμβούλιον της 9/21 μαΐου
(15) παρητήθη. Αιτιολογών δε την παραίτησίν του εφ' ών εξέθεσεν ο
Κυβερνήτης και η Γερουσία λόγων, τους επεσφράγιζε διά των εξής·
«Αν ουδόλως εξέφρασε γνώμην η Γερουσία, ή αν την εξέφραζε διά
φράσεων, εξ ών εδύνατό τις ευλόγως να ελπίση την συναίνεσίν της
εις τα γεγονότα, θα συγκατένευα ίσως, και μη θέλων, εις το να γενώ
το όργανον της εκτελέσεως των αποφάσεων της Συμμαχίας, και θα
επροσπάθουν όσον εδυνάμην να μετριάσω το κακόν, και να προλάβω την
εντεύθεν βλάβην. Αλλά το λέγειν της Γερουσίας είναι τόσον
ασυμβίβαστον, όσον τα αισθήματα είναι φυσικά> (16). Διά τους
λόγους τούτους εστερήθη η Ελλάς του ηγεμόνος της.
Φιλελληνικώτατος εδείχθη ο ανήρ ούτος καθ' όλην την δεινήν του
μετά του συμμαχικού συνεδρίου διαπραγμάτευσιν. Αλλ' ημάρτησε,
μηδόλως κατανοήσας εν τη ειλικρινεία του και τη ακεραιότητι του
χαρακτήρος του την ύπουλον πολιτικήν του Κυβερνήτου, προς ον
τοσαύτην είχεν υπόληψιν και πίστιν, ώστε αποστείλας προς αυτόν τον
εν υπηρεσία του Στοκμάρον εις ιδιαιτέραν περί των τότε πραγμάτων
συνδιάσκεψιν, τον διέταξε ν' απέχη πάσης άλλης πολιτικής
συγκοινωνίας. Γράφων δε την 16/28 Φεβρουαρίου προς αυτόν τον
Καποδίστριαν, τω έλεγε· «Κυβέρνα μέχρι της εις Ελλάδα αφίξεώς μου
το σκάφος του κράτους, όπερ τοσάκις έσωσας εκ του ναυαγίου».
Ηπατήθη δε και πιστεύσας ότι τα γράμματα του Κυβερνήτου εξήγουν τα
φρονήματα του έθνους. Αν, άμα κληθείς εις την ηγεμονείαν,
κατέβαινεν εις την Ελλάδα, και, έχων τον συμμαχικόν στρατόν υπό
τας διαταγάς του, και πλήρες το ταμείον του εκ του δανείου,
συνεκάλει εθνικήν συνέλευσιν, ουδεμία αμφιβολία ότι μετ'
ενθουσιασμού θα υπεδέχετο, και η εκλογή του παμψηφεί θα επεκυρούτο
και ό,τι σύστημα πολιτικόν εθεώρει χρήσιμον θα ενομιμοποιείτο, και
το Κοινόν όλον θα εδείκνυε τόσην ευπείθειαν εις τας βουλάς
μονίμου, πλουσίου, ισχυρού και διαδοχικού μονάρχου, όσην έδειξεν
άλλοτε εις τας βουλάς προσωρινού, απόρου και ασθενούς Κυβερνήτου,
όστις και εν τοιαύτη θέσει κατέστρεψεν αταράχως τα καθεστώτα.
Ουδέν προτιθέμεθα να είπωμεν περί της εν τοιαύτη κρισίμω ώρα
πολιτικής της Γερουσίας, ως σώματος ετεροκινήτου, και ερχόμεθα να
επιθεωρήσωμεν την πολιτικήν του Κυβερνήτου εμπεριλαμβάνουσαν και
την της Γερουσίας.
Σκολιά και πεπλανημένη η διαγωγή του ανδρός τούτου. Εδέχθη το
Πρωτόκολλον, αλλ' απεποιήθη την εκτέλεσιν των όρων αυτού·
επρότρεπε και απέτρεπε τον Λεοπόλδον να καταβή εις Ελλάδα, εν ώ
όλον το έθνος επεκαλείτο την κατάβασίν του άνευ ουδενός όρου·
απήτει παρ' αυτού να ομολογήση το ανατολικόν δόγμα, ό εστι ν'
ατιμάση αυτός εαυτόν, εν ώ η εν Άργει συνέλευσις ουδεμίαν τοιαύτην
ευχήν ηυχήθη· τω έλεγεν ότι ανάγκη πάσα να δηλώση, ότι θα εκυβέρνα
τον τόπον συνταγματικώς, εν ώ αυτός, ευρών σύνταγμα εν πλήρει
ενεργεία, το εχλεύασε και το κατεπάτησε. Συγγνωστός καθ' ημάς ο
Κυβερνήτης διά τα εν Ελλάδι παραπτώματά του απέναντι ων παρήγαγεν
η κυβέρνησίς του καλών, αλλ' ασύγγνωστος ματαιώσας δι' ών είδαμεν
τεχνασμάτων την εκλογήν ανδρός, ούτινος η εν τη Βελγική μετά ταύτα
διαγωγή εφείλκυσε την αγάπην και την ευγνωμοσύνην του λαού και την
υπόληψιν και το σέβας όλης της Ευρώπης, και παρατείνας χάριν της
φιλαρχίας του, δι' όλης διετίας και οκταμηνίας την αγωνίαν της
Ελλάδος εν μέσω τόσων δεινών συμφορών.
Ουδείς αμφισβητεί ότι μέλαινα ήτο τω καιρώ εκείνω η εικών της
Ελλάδος· και ουδείς μέμφεται τον Κυβερνήτην ότι την παρέστησεν
οποία ήτον, αλλά την υπερεμέλαινεν ως μη ώφειλεν. Οι δε τρεις όροι
της αλλαξοθρησκείας, του Συντάγματος και των αποζημιώσεων, ους
επρότεινεν ως εκ των ων ουκ άνευ, ήσαν αυτόχρημα ψεύδος και απάτη.
Αψευδείς δε μάρτυρες των λόγων αι μηδένα τοιούτον όρον περιέχουσαι
των πολιτών αναφοραί, και ο μετά ταύτα τρόπος, αμέτοχος παντός
όρου, καθ' όν οι Έλληνες ανεπιρρέαστοι εδέχθησαν τον Όθωνα. Ό,τι
δύναται να δικαιώση οπωσούν την διαγωγήν του Κυβερνήτου είναι ότι
επίστευεν αδιστάκτως ότι μάλλον θα επρόκοπτεν η Ελλάς υπ' αυτόν,
ως Έλληνα, ή υπό ξένον.
Μεγίστη αθυμία κατέλαβε δικαίως την Ελλάδα όλην επί τη παραιτήσει
του Λεοπόλδου, και ουδέποτε άλλοτε έπαθε τοσούτον η υπόληψις του
Κυβερνήτου, καταφανών γενομένων των σκοπών του και εις πέρας
επιβλαβές αποληξάντων· η δε ακμάζουσα αντιπολίτευσις έτι μάλλον
εκραταιώθη. Το σύνταγμα είχε σημαίαν, και η μετ' ολίγον επελθούσα
εν Γαλλίας επανάστασις, η καταβιβάσασα από του θρόνου τον Κάρολον
ως φιλοδέσποτον, και αναβιβάσασα τον Φίλιππον ως φιλελεύθερον,
εκορύφωσε τας ελπίδας της και υπερετράχυνε τους λόγους της·
κατετάραξε και τον Κυβερνήτην η μεταβολή αύτη, διότι και της
υποστηρίξεως του πεσόντος βασιλέως τον εστέρει και εις ην
απηρέσκετο πολιτικήν τον ώθει, και οι αντιπρέσβεις Γαλλίας και
Αγγλίας φανερά αυτόν μεν αντεπολιτεύοντο, τους δε αντιπάλους του
επεριποιούντο. Η δε Συμμαχία, ήτις εσυγχάρη (17) αυτή εαυτήν ως
ομοθύμως εν μέσω εμβριθών και ακροσφαλών περιστάσεων θέσασαν διά
των τελευταίων πράξεών της τον κολοφώνα εις το πολυχρόνιον και
πολύμοχθον έργον της αδημονούσα (εκτός ίσως της Ρωσσίας) δι' ήν
υπέστη απροσδοκήτως αποτυχίαν, ηγανάκτει κατά του Κυβερνήτου ως
ανατρέψαντος τας βουλάς της, αλλ' ουδέν ήττον επιμένουσα εις τα
βουλευθέντα, υπέγραψε την 10/22 μαΐου και την 2/11 ιουνίου (18)
Πρωτόκολλα λέγοντα ότι αι εν τοις Πρωτοκόλλοις της 22 Ιανουαρίου /
3 φεβρουαρίου και 8 φεβρουαρίου αποφάσεις της ήσαν αμετάτρεπτοι,
και ότι θα ησχολούντο ανυπερθέτως εις εκλογήν νέου ηγεμόνος.
Είδαμεν άλλοτε τον Κυβερνήτην μη θέλοντα να τηρήση τους όρους του
περί της εγκαταστάσεως του Πανελληνίου θεμελιώδους ψηφίσματος,
όπερ αυτός έγραψεν. Εις το αυτό αμάρτημα εξώκειλε και μετά την
Συνέλευσιν του Άργους παραβάς τα ψηφίσματά της άτινα αυτός
υπαγόρευσεν. Είχε δε εν παντί έργω οδηγούς, ους και πρότερον, τον
Βιάρον και Γεννατάν, μήτε, ως είδαμεν, τους καιρούς καθ' ούς έζων
γνωρίζοντας, μήτε υγιείς και φιλελευθέρους αρχάς έχοντας, και τους
αφωσιωμένους μάλλον ή τους αξίους εν τη υπηρεσία παραλαμβάνοντας.
Εντεύθεν δυσαρέσκειαι του κοινού και γογγυσμοί. Τόσον δε
παρεκτράπη η Κυβέρνησις αφ' ών όρων εψήφισεν η εν Άργει
Συνέλευσις, κυρίως δε ως προς τα αφορώντα την δικαστικήν
υπηρεσίαν, γράψασα νέον δικαστικόν οργανισμόν, ώστε η
αντιπολίτευσις η καταβοώσα άλλοτε κατά των όρων της εν Άργει
Συνελεύσεως, ως υπαγορευμάτων του Κυβερνήτου, και όχι ως έργων της
ελευθέρας θελήσεως των πληρεξουσίων, ηρκέσθη να απαιτή ίνα ο
Κυβερνήτης επαναγάγη το σύστημα της προσωρινής Κυβερνήσεώς του εις
ους όρους έθεσεν η εν Άργει Συνέλευσις, τουτέστιν αυτός ο
Κυβερνήτης (19), αλλά δεν εισηκούετο. Φιλελεύθερος αλλά και
συντηρητικός πολίτης, ο Πολυζωίδης, επεχείρησε να εκδώση εν
Ναυπλίω εφημερίδα, τον Απόλλωνα, επί συνταγματικών αρχών. Μυρίους
τρόπους μετήλθεν η Κυβέρνησις ίνα τον αποτρέψη, και μη δυνηθείσα,
επάτησε το τυπογραφείον καθ' ήν ημέραν ετυπόνετο ο πρώτος αριθμός
της εφημερίδος, τον αφήρεσε βία εκ των πιεστηρίων και ηνάγκασε τον
εκδότην του Απόλλωνος, επίμονον εις ον προέθετο σκοπόν, να
μετακομίση κρυφίως το υλικόν εις Ύδραν, και υπό την θερμήν
προστασίαν των φανερά αντιπολιτευομένων Υδραίων ν' αρχίση,
μεσούντος του μαρτίου, να ρίπτη εκείθεν τα βέλη του κατά του
κυβερνητικού συστήματος. Βαρέως έπληττε τα ώτα του Κυβερνήτου και
η μακρόθεν ακουομένη τραχεία φωνή τινος εν Σμύρνη γαλλιστί
γραφομένης εφημερίδος, Courrier de Smyrne ην επροσπάθησεν αλλ' εις
μάτην να κατασιγάση και κατεμήνυσεν άλλοτε και παρά τω Λεοπόλδω ως
όργανον της αντιπολιτεύσεως (20). Την δε 26 απριλίου εξέδωκε
συμπράξει και της Γερουσίας (21) ψήφισμα προσβάλλον και κωλύον διά
των διατάξεών του την μέχρι τούδε απρόσβλητον, ακώλυτον και
μηδόλως μηδέποτε υπό τινα όρον υποβληθείσαν χρήσιν της
ελευθεροτυπίας. Δεινήν διήγειρε κατακραυγήν η παρά τα ειθισμένα
κυβερνητική αύτη πράξις.
Και άλλοτε είπομεν και ήδη επαναλέγομεν ότι θεραπείαν των
πολιτικών δεινών εθεώρουν πάντοτε οι Έλληνες τας εθνικάς
συνελεύσεις των. Εθνικήν Συνέλευσιν επεκαλούντο και εν τη σημερινή
περιστάσει, αλλ' η Κυβέρνησις εκώφευεν. Πρώτοι οι κάτοικοι της
Σύρας εξέφρασαν εντόνως δι' αναφοράς των προς τον Κυβερνήτην
μεσούντος του Ιουνίου την πάνδημον ευχήν ταύτην. Την αυτήν ευχήν
εξέφρασεν αξιοπρεπώς και η Ύδρα, και αι πλείσται των νήσων· θα
εμιμούντο δε το παράδειγμά των και η Πελοπόννησος και η Στερεά
Ελλάς, αν η Κυβέρνησις αδιαφόρει ή δεν επρολάμβανε διά των εν ταις
επαρχίαις αρχών την εις τούτο ροπήν των πολιτών· διέταξε δε και
τον Κανάρην να παραπλεύση το Αιγαίον προς σωφρονισμόν των
απειθούντων.
ΤΕΛΟΣ
1) Τον Ρώσσον εν Λονδίνω πρέσβυν και την σύζυγόν του.
2) Ζήτει Γενικής εφημερίδος 1830 αριθ. 32 σελίδα 127.
3)Ζήτει Γενικής Εφημερίδος ρ, 32 σελίδι 125.
4) Καθ' ημέραν κοινοποιήθει το Πρωτόκολλον εις την ελληνικήν
Κυβέρνησιν, κοινοποιήθει συνοπτικώς και εις την Πύλην και
προσανηγγέλθη και η αναγόρευσις του Άνακτος. Η Πύλη παρεδέχθη τα
πάντα καθ' ολοκληρίαν και άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως. (Όρα Γεν.
Εφημερίδος αριθ. 60 σελ. 267)
5) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 32 σελ. 128.
6) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 30 σελ. 143.
7) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 52 σελίδα 211.
8) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 52 σελίδα 211.
9) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 41 σελίδα 164.
10) Ζήτει Γενικής Εφημερίδος αριθ. 52 σελίδα 211.
11) Ζήτει επιστολήν προς τον Αβερδήνον της 22
Ιανουαρίου/Φεβρουαρίου &Parliamentary papers&, page 205.
12) Ζήτει επιστολήν Λεοπόλδου προς το συμμαχικόν συμβούλιον της 30
Ιανουαρίου / 11 Φεβρουαρίου &Parliamentary papers& ,page 205.
13) Ζήτει επιστολήν του Λεοπόλδου προς το συμμαχικόν συνέδριον της
4/16 Φεβρουαρίου. &Parliamentary papers&, σελίδα 468.
14) Ζήτει πρωτόκολλον της 8/20 Φεβρουαρίου. &Parliamentary papers&
σελίδα 474.