Τριζωνίων, εκυρίευσαν τας επαρχίας Λοιδωρικίου και
Μαλανδρίνου, εξελάσαντες τους εν αυταίς κατέχοντας θέσεις
εχθρούς. Η είδησις αύτη κατετάραξε τον Αχμέτ-Πρέβισταν, όστις
τεταγμένος ως εκτελεστική δύναμις της επαρχίας Κραββάρων,
έσπευσε ν' αρπάση όσα ηύρε γεννήματα και τρόφιμα και να
κλεισθή εν Λομποτινά, χωρίω της αυτής επαρχίας· εμελέτησε δε
να συλλάβη και προκρίτους άλλων τινών χωρίων· αλλ' ούτοι
επρόφθασαν και επεκαλέσθησαν εν καιρώ την βοήθειαν των
εκστρατευσάντων ομογενών, οίτινες και αυτούς κινδυνεύοντας
ελύτρωσαν, και την Λομποτινάν επολιόρκησαν. Γνωσθείσης δε της
πολιορκίας, 250 των εν Ναύπακτω εξεστράτευσαν εις βοήθειαν
αλλ' ο Γιάννης Φαρμάκης, καταλαβών την θέσιν του Σκοπού,
εματαίωσε το σχέδιον. Εν τούτοις ήλθαν άγγελοι λέγοντες τοις
πολιορκηταίς, ότι οι εν Πατρατσικίω υπάρχοντο υπό τον
Οσμάμπασαν και τον Ασλάμπεην· τότε οι μεν των πολιορκητών, ων
ο αριθμός ηυξήθη, αφέντες την πολιορκίαν κατέλαβαν τας
εμπροσθινάς θέσεις προς την Αλογόβρυσιν επί των ορίων του
Λοιδωρικίου και του Πατρατσικίου, οι δε ετοποθετήθησαν κατά
την Οξιάν προς αντίστασιν.
Οκτώβριος Εν τοσούτω οι εν Λομποτινά εχθροί, εμψυχωθέντες υπό των
κινημάτων τούτων, εισώρμησαν την 14 και 16 Οκτωβρίου επί τους
πολιορκούντας και κατέχοντας το Μυρμηγκάκι και επολέμησαν·
αλλ' επανήλθαν εις Λομποτινάν κακήν κακώς, αφήσαντες κατά τας
δύο ταύτας μάχας επί του πεδίου της μάχης 50 νεκρούς, εν οίς
και τον ανιψιόν του Πρώτιστα. Κατησχύνθη συγχρόνως και ο
φρούραρχος των Σαλώνων Μεχμέτ-Δεβόλης, εκστρατεύσας κατά των
περί τον Πανομάραν και τον Μαστραπάν έξωθεν του Αντιρρίου
διαμενόντων. Οι δε υπό τον Οσμάμπασαν, τον Ασλάμπεην και
άλλους αρχηγούς εστρατοπέδευσαν εν πρώτοις έξωθεν του
Γαρδικίου δύο ώρας μακράν των ημετέρων, ελογίζοντο δε 1500 και
επροχώρησαν αυθημερόν προς την Οξιάν μίαν ώραν μόνον μακράν
του ενδιαμένοντος ελληνικού στρατοπέδου. Οι Έλληνες εφώρμησαν,
και κατ' αρχάς μεν τους ηνάγκασαν να εγκαταλείψωσι τους
προμαχώνας των και ν' αποχωρήσωσιν εις την επάνω ράχιν· αλλά,
σφοδράς μάχης επί της θέσεως εκείνης γενομένης, απεκρούσθησαν·
εσπέρας δε επελθούσης, οι Τούρκοι επανήλθαν εις Γαρδίκι και
εις του Βλαχιώτη το μνήμα. Εν τοσούτω, βλέποντες οι εν
Λομποτινά, ότι εις μάτην ανέμεναν έξωθεν βοήθειαν, απεφάσισαν
να διασωθώσιν εις Ναύπακτον φεύγοντες, και την 22 όρθρου
βαθέος εξήλθαν, εν ώ έβρεχε ραγδαίως. Βραδέως εγνώρισαν οι
Έλληνες την φυγήν των, έτρεξαν κατόπιν των, εφόνευσαν 100, και
εζώγρησαν πλειοτέρους, εν οίς και τον Αχμέτ-Πρέβισταν, επήραν
δε και πλούσια λάφυρα. Οι δε λοιποί, ως 150, εν οίς και ο
Καφτάναγας, διεσώθησαν εις Ναύπακτον.
Μαθόντες δε την των εν Λομποτινά φυγήν οι περί τον Οσμάμπασαν
και τον Ασλάμπεην επανήλθαν και αυτοί εις Πατρατσίκι
καταδιωκόμενοι.
Την δε 24 εκινήθη το γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής
Ελλάδος υπό τον Υψηλάντην.
Φθάσασα η προφυλακή του εις Χώστια παρά τους πρόποδας του
Ελικώνος, απήντησε 200 εχθρούς, οίτινες προσβληθέντες
κατέφυγαν εις το μοναστήριον του Δομπού· αλλ' εκεί τους
απέκλεισεν η προφυλακή, έκοψε το νερόν, και τους εβίασε να
παραδοθώσι την 31 υπό συνθήκην, παραδόσαντας τα όπλα και τας
σημαίας. Οι όροι δε της συνθήκης όχι μόνον ακριβώς ετηρήθησαν,
αλλά και υπέρβασις αυτών επ' ωφελεία των παραδοθέντων έγεινεν
(β).
Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθη το μοναστήριον του Δομπού,
εκυριεύθη και η Αράχωβα, φυγούσης της τουρκικής φρουράς. Οι
Έλληνες εκυρίευσαν εξ εφόδου και την οχυράν θέσιν του
Στεβενίκου, όπου εστάθμευαν 110 Τούρκοι και 30 Χριστιανοί υπό
τινα Γιάννην Ζεληνιώτην και 45 μεν των φρουρούντων εθανάτωσαν,
διαρκούσης της μάχης, τους δε λοιπούς αιχμαλώτισαν και
απέστειλαν αβλαβείς εις Λεβαδείαν· είς των νικητών εφονεύθη
και δύο επληγώθησαν.
Εκτός δε του επικρατούντος ρωσσικού πολέμου απασχολούντος όλην
την προσοχήν και όλας τας δυνάμεις της Πύλης, συνέβησαν κατ'
εκείνας τας ημέρας και αλληλομαχίαι βαρείαι του Κιουταχή καί
τινων σημαντικών Αλβανών, αίτινες έφεραν τους εν Ελλάδι
ομοφύλους των εις τελείαν απελπισίαν.
Εσκόπευεν ο Κιουταχής προ καιρού κατά διαταγήν της Πύλης να
καταστρέψη τινάς των ισχυροτέρων Αλβανών ως αντιπράττοντας εις
τους υπέρ της στρατιωτικής μεταρρυθμίσεως σκοπούς της, και
ονομαστί τον Σελιχτάρ-Πόδαν, τον Εσήμπεην, τον Αβδουλάμπεην
και τον Ισμαήλμπεην, και επί σκοπώ τούτω τους εκάλεσεν εις
Ιωάννινα. Ούτοι υποπτεύσαντες συνήλθαν εις Μπεράτι, όθεν
έστειλαν προς τον πασάν τον Ισμαήλμπεην, όστις εφονεύθη, εν ώ
ανέβαινε την κλίμακα του παλατίου. Φοβηθέντες οι ισχυροί της
Αλβανίας περί της ζωής των παρημέλουν έκτοτε τα συμφέροντα του
κράτους· απηλπίσθησαν και οι κατά την Ανατολικήν Ελλάδα
διεσπαρμένοι ομογενείς των, και οι πλείστοι αυτών βλέποντες,
ότι οι Έλληνες εφάνησαν εσχάτως πιστοί φύλακες των συνθηκών
και ευμενείς προς τους παραδοθέντας, απεφάσισαν ν'
αναχωρήσωσιν αμαχητί και ένσπονδοι εις τα ίδια. Και πρώτοι μεν
οι κατέχοντες το Δίστομον, τα Ζεμενόν και το μοναστήριον του
Οσίου Λουκά ανεχώρησαν ανεπηρέαστοι, αφήσαντες υπό την
κυριότητα των Ελλήνων δύο κανόνια καί τινα πολεμεφόδια·
ανεχώρησαν δε μετά ταύτα και οι κατέχοντες την Λεβαδείαν, το
παράλιον των Σαλώνων και την Σκρηπούν· κατόπιν ανεχώρησαν και
οι κατέχοντες την επαρχίαν του Ταλαντίου· εγκατέλειψαν οι
εχθροί και το φρούριον της Βοδωνίτσης και το Τουρκοχώρι·
απεδιώχθησαν και εκ της Τοπόλιας, όπου αντιστάσεως γενομένης
εσκοτώθησαν 20 και ηχμαλωτίσθησαν πέντε· 60 δε των εκεί
εκλείσθησαν εντός τινος προμαχώνος επί της κορυφής του χωρίου,
αλλά και ο προμαχών εκυριεύθη εξ εφόδου, και 10 των εν αυτώ
εθανατώθησαν. Οι Έλληνες εξεστράτευσαν επί τους κατέχοντας τας
οχυράς θέσεις της Κακής Σκάλας και της Άμπλιανης. Οι εν τη
Κακή Σκάλα εκλείσθησαν έν τινι αποκρήμνω μέρει προς την
Κορακόβρυσιν ιδόντες τους Έλληνας επερχομένους·
Νοέμβριος αλλά και εκεί εφορμήσαντες οι Έλληνες την 9 νοεμβρίου
εφόνευσαν υπέρ τους 40, και εζώγρησαν 15, εν οίς και τον
αρχηγόν αυτών Ορχανήν Κιαφιξίσην· άλλοι τόσοι απωλέσθησαν
Έλληνες εν τη μάχη ταύτη· οι δε κατά την Άμπλιανην εχθροί
διεσώθησαν εις Σάλωνα ένσπονδοι. Απελπισμένη και πολιορκημένη
η φρουρά της πόλεως εκείνης εσυνθηκολόγησε και αύτη μετ'
ολίγον διά του αρχηγού της Μεχμέτ-Δεβόλη, και την 17 παρέδωκε
το φρούριον και ανεχώρησεν εις τα ίδια ανενόχλητος. Ευρέθησαν
δ' εν τω φρουρίω 8 κανόνια και ικανά πολεμεφόδια και τρόφιμα.
Μετά την παράδοσιν του φρουρίου τούτου εκενώθησαν όλαι αι
άλλαι θέσεις της Ανατολικής Ελλάδος μέχρι Ζητουνίου εκτός των
Θηβών και της Αττικής· μαθόντες και οι εν Καρπενησίω εχθροί τα
γενόμενα έφυγαν και αυτοί την 23.
Εις εμψύχωσιν δε του δειλιάσαντος οθωμανικού στρατού, και εις
διατήρησιν τουλάχιστον θέσεών τινων επί της Ανατολικής
Ελλάδος, ο εν Ζητουνίω διατρίβων Μαχμούτπασας εισέβαλε μετ'
ολίγον, μηδενός εναντιουμένου, εις Λεβαδείαν· και επί σκοπώ να
εμπνεύση φόβον εμελέτησε να πέση αιφνιδίως επί τινας Έλληνας
μεμονωμένους εν Μαρτίνω. Συννοηθείς δε και μετά του Καρυστίου
Ομέρπασα, αυτός μεν εκίνησε διά της Σκρηπούς, ο δε διά των
Θηβών· αλλά μη φθάσαντος τούτου εν καιρώ διά τον επικρατούντα
δριμύν χειμώνα, επέπεσε μόνος την 20 Ιανουαρίου, και
αποκρουσθείς υπό των Ελλήνων μαχομένων εντός οχυρωμάτων έφυγεν
αισχρώς και ατάκτως. Ικανοί Τούρκοι εφονεύθησαν και τρεις
σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Μετά δε την ήτταν
απελπισθείς ο Μαχμούτπασας παρέλαβεν όλους τους υπ' αυτόν, και
διαβάς τας Θερμοπύλας επανέκαμψεν εις Ζητούνι την 10
φεβρουαρίου.
Πολλάκις επί της παρελθούσης περιόδου του αγώνος είδαμεν εν
αγανακτήσει τους Έλληνας παρασπόνδως προς τους παραδιδομένους
εχθρούς πολιτευομένους· αλλά τους βλέπομεν ήδη αγαλλόμενοι
αξιεπαίνως εκπληρούντας τα εις τους υποσπόνδους οφειλόμενα. Οι
άνθρωποι ήσαν οι αυτοί, αλλ' οι καιροί διέφεραν.
Εν ώ δε ευδοκίμουν αι κατά ξηράν εκστρατείαι των Ελλήνων,
ευδοκίμουν καί τινα κατά θάλασσαν κινήματά των.
Δεκέμβριος Την 23 δεκεμβρίου εκυρίευσεν η Καρτερία κατά την Στυλίδα
τουρκικήν γολέτταν 10 κανονίων, και την αυτήν ημέραν συνέλαβεν
ελληνική τις κανονοφόρος εν τω ευβοϊκώ κόλπω 3 τουρκικά
εμπορικά πλοιάρια· ελληνική δε μοίρα υπό τον Σαχίνη απεβίβασε
μετά τινας εβδομάδας 400 στρατιώτας εις Λιθάδαν προς άλωσιν
του εκεί τουρκικού οχυρώματος. Προσέβαλαν οι αποβάντες το
οχύρωμα, συναπέβησαν επιβοηθοί και οι εν τοις πλοίοις και το
εκυρίευσαν διά συνθήκης· 40 Τούρκοι εφονεύθησαν και 23
επληγώθησαν· εφονεύθησαν και 9 Έλληνες, και επληγώθησαν 16·
ανετράπη δε και το οχύρωμα υπό των Ελλήνων την επαύριον της
παραδόσεώς του, αποπεμφθέν ασφαλώς των Τούρκων την προτεραίαν
εις τα ίδια.
Μετά δε την κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου εμποδίσθη η
συνήθης μετακόμισις των τροφών από Πρεβέζης εις Βόνιτσαν, και
την 15 οι υπό τον αρχιστράτηγον, συμπράττοντος του στολίσκου,
εκινήθησαν εις άλωσιν της Βονίτσης.
Κινδυνώδες ήτο το κίνημα, διότι άνωθεν της πόλεως κείται
φρούριον, αλλ' ευδοκίμησε· και οι μεν Έλληνες εκυρίευσαν εξ
εφόδου την πόλιν, εν ή ευρέθησαν πάμπολλοι Χριστιανοί
αιχμάλωτοι, οι δε εν αυτή Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον,
όπου εκλείσθησαν και απεκλείσθησαν· την δε 5 μαρτίου εξήλθαν
ένσπονδοι και μετεκομίσθησαν ασφαλώς εις Πρέβεζαν, φέροντες τα
όπλα και τας αποσκευάς των. Διαρκούντος δε του αποκλεισμού του
φρουρίου, ηνδραγάθησαν εκ νέου οι εν τω κόλπω εκείνω ναύται
Έλληνες, ναυμαχήσαντες και αφανίσαντες τα πλείστα των εν αυτώ
απομεινάντων εχθρικών πλοίων. Κατά δε την ναυμαχίαν ταύτην
εσκοτώθη και ο προ μικρού πληγωθείς Τενεκές. Οι Έλληνες
κατέλαβαν την 13 απριλίου το Μακρυνόρος και τον Καρβασαράν.
Μεσούντος δε του απριλίου ανεφάνη πανώλης κατά το Βραχνί,
χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων, και μετ' ολίγον και εν αυτή τη
πρωτευούση της επαρχίας· αλλά τα κατά την Αχαΐαν γαλλικά
στρατεύματα απέσβεσαν εντός ολίγου την αναφανείσαν ταύτην
φλόγα.
1828-29
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΘ'.
&Διάθεσις των εν Πόρω πρέσβεων προς τον κυβερνήτην —
Διαπραγματεύσεις εις εφαρμογήν της συνθήκης. — Διαγωγή της
Πύλης και γνώμη των αυλών περί των εν Πόρω εργασιών των
πρέσβεων. — Εγκατάστασις τακτικών δικαστηρίων. — Συγκάλεσις
εθνικής συνελεύσεως.&
Η ΔΙΑΘΕΣΙΣ των εν Πόρω συνελθόντων πρέσβεων προς τον
κυβερνήτην εκατόπτριζε την των αυλών. Ο της Ρωσσίας τον
υπεστήριζεν όλαις δυνάμεσιν· ο της Γαλλίας μετρίως, ο δε της
Αγγλίας ουδαμώς. Είδαμεν, ότι τα πλοία των τριών Δυνάμεων
εχαιρέτων την σημαίαν της Ελλάδος· αλλ' επί της εν Πόρω
συνεντεύξεως των πρέσβεων και του κυβερνήτου δεν την
εχαιρέτησαν, αντιτείναντος του πρέσβεως της Αγγλίας.
Παρεπονέθη ο κυβερνήτης διά το δυσμενές τούτο δείγμα, αλλά δεν
ικανοποιήθη. Την τοιαύτην δυσμένειαν της Αγγλίας προϊδών ο
κυβερνήτης είχε προτείνει να συνέλθωσιν οι πρέσβεις εις
Σπέτσας και όχι εις Πόρον προς αποφυγήν πάσης συνεντεύξεως του
πρέσβεως της Αγγλίας και των εν Αιγίνη αντιπολιτευομένων, αλλά
δεν εισηκούσθη.
Η έλευσις δε των πρέσβεων εις Ελλάδα και ο σκοπός, δι' όν
ήλθαν, ήσαν ικανά αίτια να ερεθίσωσι τα πνεύματα των Ελλήνων,
και κυρίως των εν Αιγίνη προκρίτων ηρεθισμένων ήδη κατά του
κυβερνήτου, και οι έχοντες έργον τας ταραχάς έδραξαν ως
αρμοδίαν την περίστασιν ταύτην εις λύσιν παντός δεσμού του
πανελληνίου και του κυβερνήτου, και δεν έπαυαν γράφοντες τω
κυβερνήτη διατρίβοντι εν Πόρω κατά των άλλοτε εν τοις
πράγμασιν ή των εχόντων σημασίαν εντός της Ελλάδος. Κατ'
εκείνον τον καιρόν αι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν,
ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν
μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι
νήσοι του Αιγαίου εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας.
Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους
περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και
πιστεύοντες ότι οι κοινοποιήσαντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ
αιτίας της στενής αυτών σχέσεως προς τον κυβερνήτην,
εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω
ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι
πρόκριτοι της Πελοποννήσου την συκοφαντίαν ταύτην, και
μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και
τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων
τούτων ερρίφθη και άλλη συκοφαντία έτι μάλλον βδελυρά· ότι
συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος
διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη και διά τινων
εφημερίδων. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν οι πρόκριτοι την κρίσιμον
εκείνην ώραν, ηγανάκτουν αναπολούντες τα παρελθόντα εξ αυτής
της αφίξεως του κυβερνήτου φανέντος ότι σκοπόν έβαλεν έκτοτε
να καταστρέψη την εν ταις επαρχίαις επιρροήν των· απέστειλε δε
κατ' εκείνας τας ημέρας και οδηγίας προς τους εκτάκτους
επιτρόπους ως προς τον σκοπόν τούτον, ας ανέγνωσε το
πανελλήνιον κατά ρητήν παραγγελίαν του επί πλήρους
συνεδριάσεως.
Αλλ' όσον οι πρόκριτοι εδυσπίστουν προς τον κυβερνήτην
βλέποντες φανερά τον σκοπόν αυτού τείνοντα εις όλεθρόν των,
τόσον εδυσπίστει και ούτος προς εκείνους, διότι τω έλεγον και
τω έγραφαν πανταχόθεν, ότι εκίνουν κατ' αυτού τον λαόν, και
ότι εμελέτων ανατροπήν των καθεστώτων.
Αφιχθέντες δε οι πρέσβεις εις Πόρον εκοινοποίησαν προς τον
κυβερνήτην 28 ερωτήματα, ζητούντες να μάθωσι διά της λύσεως
αυτών τον πληθυσμόν των εγκατοίκων της Ελλάδος Μουσουλμάνων
και Ελλήνων, το ποσόν και την αναλογίαν της ακινήτου
περιουσίας αυτών, ποία μέρη της ελληνικής γης απεστάτησαν,
πόσοι και ποίου είδους οι προς την Πύλην τακτικοί και έκτακτοι
φόροι, οποίαι αι επί τουρκοκρατίας Αρχαί εν Ελλάδι, οποία η
συμμέθεξις των Ελλήνων εις τα της διοικήσεώς των, και πώς
εκυβερνώντο εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι τούδε.
Λαβών ο κυβερνήτης τα ερωτήματα ταύτα μετέβη εις Αίγιναν και
εκάλεσε το πανελλήνιον προς λύσιν αυτών. Εις ταχυτέραν δε και
ακριβεστέραν εκπλήρωσιν του σκοπουμένου το πανελλήνιον,
διαιρεθέν εις επιτροπάς, διήρεσε και τας εργασίας του υπό τον
όρον να σταλώσιν όλα τα έργα των επιτροπών προς τον κυβερνήτην
κατ' ευθείαν ασυζήτητα, και αφ' ού συναρμολογηθώσι παρ' αυτού,
να τεθή το όλον υπό την συζήτησιν του πανελληνίου· αλλ' ο
κυβερνήτης, συντάξας επί των αναφορών των διαφόρων επιτροπών
γενικήν έκθεσιν, την έστειλε προς τους πρέσβεις μη ζητήσας την
γνώμην του πανελληνίου και προφασισθείς το κατεπείγον του
καιρού. Το πανελλήνιον, μήτε σεβόμενον πλέον μήτε
εμπιστευόμενον τον αρχηγόν του κράτους, και λαβόν εντεύθεν
αφορμήν κατεβόα. Εις παύσιν δε της καταβοής ο κυβερνήτης
ηναγκάσθη να στείλη προς αυτά αντίγραφον της εκθέσεώς του και
να προκαλέση γνωμοδότησιν. Συνέπεσε δε συγχρόνως και τα εξής
σφοδροτέρων διενέξεων αίτιον.
Το 28ον ερώτημα των πρέσβεων απέβλεπε τον τρόπον καθ' όν
εκυβερνάτο η Ελλάς εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της
ελεύσεως και μετά την έλευσιν του κυβερνήτου. Η έγκρισις ή η
κατάκρισις του παρελθόντος και του τωρινού πολιτικού
συστήματος απέκειτο εις τον τρόπον της λύσεως του ερωτήματος
τούτου. Διά τον λόγον τούτον ανεδέχθη μόνος ο κυβερνήτης να το
λύση, και το έλυσεν εις μομφήν του παρελθόντος και εις έπαινον
του ενεστώτος συστήματος. Αλλά κληθέν το πανελλήνιον να
γνωμοδοτήση περί όλων των ερωτημάτων, εν οίς και το 28ον,
απεδοκίμασε την λύσιν αυτού επισήμως· συνώδευσε δε την έκθεσίν
του προς τον κυβερνήτην και δι' εγγράφου δεικνύοντος πόσον
ολίγον τον επιστεύετο και τον ετίμα. Έλεγε δε το έγγραφον ότι
το πανελλήνιον, αφ' ού εθεώρησε την εις λύσιν του 28ου
ερωτήματος έκθεσιν του κυβερνήτου διακρινομένην εις δύο μέρη,
το από της αρχής της επαναστάσεως μέχρι της αφίξεως αυτού εις
την Ελλάδα, και το από της αφίξεώς του μέχρις εκείνης της
ημέρας, παρετήρησεν ότι το πρώτον μέρος κατ' άλλα ήτον
ελλιπές, και κατ' άλλα διέφερε της ιστορικής αληθείας, όθεν
ενόμισε χρέος του να καθυποβάλη άλλην ιστορικήν έκθεσιν ως
προς αυτό. Ως δε προς το δεύτερον μέρος περιστρεφόμενον εις
πράγματα διατρέξαντα μετά την άφιξιν του κυβερνήτου, επειδή
άπαξ εγράφη ως ενέκρινεν αυτός και επαρουσιάσθη προς τους
πρέσβεις, το πανελλήνιον έκρινεν ανάρμοστον να επιφέρη
τροπολογίαν τινά ή προσθαφαίρεσιν.
Τοιαύτη ήτον η σχέσις του κυβερνήτου προς το πανελλήνιον, καθ'
όν καιρόν παρόντες οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων και
αυτήκοοι των περί ων ο λόγος διενέξεων εσκέπτοντο περί των
όλων. Αντιφερόμενοι δε και αυτοί οι αντιπρόσωποι προς αλλήλους
εξ αιτίας της διαφωνίας των αυλών αυτών εσυμβιβάσθησαν επί
τέλους και εξέθεσαν γνώμην εκ συμφώνου, διότι εξουσίαν να
ορίσωσί τι δεν είχαν· κοινοποιήσαντες δ' επισήμως προς το
συμμαχικόν συμβούλιον την γνώμην ταύτην, την εκοινοποίησαν
ιδιαιτέρως και προς την ελληνικήν κυβέρνησιν. Τα εις συζήτησιν
δε ουσιώδη άρθρα της συνθήκης ήσαν, ως προείρηται, το περί
ορίων, το περί φόρου, το περί αποζημιώσεως της τουρκικής
ιδιοκτησίας, και το περί της εκλογής της τοπικής Αρχής της
Ελλάδος.
Έξ οροθετικάς γραμμάς επί της ξηράς έλαβαν υπ' όψιν εν Πόρω οι
πληρεξούσιοι της συμμαχίας· την επί του ισθμού της
Πελοποννήσου· την μεταξύ Πάρνυθος και Κιθαιρώνος εμπεριέχουσαν
την Αττικήν και Μεγαρίδα και εις τον κορινθιακόν κόλπον
τελευτώσαν· την μεταξύ Θερμοπυλών και κορινθιακού κόλπου
εμπεριλαμβάνουσαν και τον Παρνασσόν· την μεταξύ Βώλου και
εκβολών του Αχελώου· την μεταξύ του ακρωτηρίου της Ζαγοράς και
του κόλπου της Άρτης· και την μεταξύ Ολύμπου και Πίνδου. Και
αι μεν πρώται τέσσαρες οροθεσίαι ήσαν του συμμαχικού
συμβουλίου, η δε πέμπτη και έκτη της ελληνικής κυβερνήσεως·
είχε δε διατάξει το συμβούλιον τους εν Πόρω πληρεξουσίους να
προσέξωσιν ώστε «η οροθετική γραμμή να ήναι ακριβώς
κεχαραγμένη, ευϋπεράσπιστος, περιλαμβάνουσα αληθώς
επαναστατήσαντα λαόν, και παρέχουσα διά της διαγραφής της όσον
το δυνατόν μικροτέρας αφορμάς διενέξεων εις τας μεθορίους
επαρχίας».
Ούτε νους οξυδερκής, ούτε υγιής πολιτική, ούτε καλή θέλησις
ωδήγησαν τους συγκροτούντας το συμβούλιον εις τα περί
οροθεσίας της Ελλάδος. Αποκυήματα ωθισμού της παγκοσμίου
γνώμης και έργα πολιτικής ανάγκης ήσαν αι υπέρ των Ελλήνων
βουλαί των· διήρεσαν καθ' άς διεχάραξαν οροθεσίας την υπό την
δουλείαν αδιαίρετον ελληνικήν φυλήν, και ολίγους των Ελλήνων
προθέμενοι να ικανοποιήσωσι, και τούτου κατά την ομολογίαν
αυτών ως μ η-δ υ ν η θ ε ί σ η ς-τ η ς-Π ύ λ η ς-ν α-τ ο υ ς-α
ν α δ ο υ λ ώ σ η, παρέλιπαν τους πλείστους υπό τον ζυγόν· αν
γενναιότερον και οξυδερκεστέρον επολιτεύοντο, θα έλυεν η
ελληνική επανάστασις το μέγα ζήτημα της ανατολής εις σωτηρίαν
της αείποτε κινδυνευούσης ισορροπίας και ωφέλειαν της
αναξιοπαθούσης ανθρωπότητος. Και αυτά δε τα συμφέροντα της
οθωμανικής αυτοκρατορίας όστις έλαβεν υπ' όψιν, θα παρετήρησεν
εκ των υστέρων, ότι η παράλειψις των ελληνικών επαρχιών όχι
μόνον ουδαμώς συνετέλεσεν εις κραταίωσίν της, αλλ' έτι μάλλον
την εξησθένισεν ως παντοίοις τρόποις αδιαλείπτως αγωνιζομένων
εις ανατροπήν της. Αδύνατον κρατούμενοι, υπερτερούντες των
κρατούντων και κατά τον αριθμόν και κατά την διανοητικήν και
την κοινωνικήν ανάπτυξιν και ποθούντες την ανέγερσίν των, να
μη φθάσωσιν εν καιρώ ευθέτω εις το ποθούμενον.
Ελλιπείς δε των κατά τας οδηγίας του συμβουλίου προσόντων
ευρόντες οι εν Πόρω πληρεξούσιοι τας εξ οροθετικάς γραμμάς
διέγραψαν αυτοί εβδόμην από του στομίου του κόλπου του Βώλου
αρχομένην, διά των βουνών της Γούρας και του Πίνδου
διερχομένην, και λήγουσαν εις τον αμβρακικόν κόλπον.
Συμπαρελήφθησαν δε και αι Κυκλάδες, η Αμουργός, αι Ανατολικαί
Σποράδες και η Εύβοια, αν και τουρκοκρατουμένη, διά την παρά
τη Αττική και Βοιωτία θέσιν της. Εξηρέθησαν δε απ' εναντίας η
Σάμος, η Χίος και η Κρήτη· η μεν πρώτη διά την προς τα παράλια
της Ασίας θέσιν της, αν και ευτυχώς μέχρι τέλους αγωνισθείσα·
η δε δευτέρα και διά την θέσιν της και διά την τελείαν
υποδούλωσίν της· η δε Κρήτη διότι, αν και εφωπλίσθη εκ νέου,
δεν εδυνήθη ν' αποτινάξη τον ζυγόν.
Περί δε του φόρου ενεκρίθη η κατ' έτος απόδοσις του
νενομισμένου χαρατσίου και ναζουλαβαριζίου, ήτοι γροσίων
1,500,000· να μη δίδεται δε το ποσόν τούτο κατ' έτος όλον από
τούδε, αλλά βαθμηδόν εξ αιτίας όσων έπαθεν η Ελλάς.
Τα δε της τουρκικής γης εθεωρήθησαν διττώς· η μεν ανήκουσα εις
τον θρόνον, εις τα βακούφια, ή εις το δημόσιον ν' αφεθή
αναποζημίωτος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, η δε ιδιωτική ν'
αγορασθή παρά των Ελλήνων.
Ως προς την συμμέθεξιν δε της Πύλης εν τη εκλογή της τοπικής
Αρχής ουδέν ερρέθη.
Τοιουτοτρόπως αποπερατώσαντες οι πρέσβεις τα έργα των
απέπλευσαν οι μεν της Γαλλίας και Αγγλίας την 6 δεκεμβρίου, ο
δε της Ρωσσίας την 8, καθ' ήν επανήλθε και ο κυβερνήτης εις
Αίγιναν. Εναπέμειναν δε οι παρά τι ελληνική κυβερνήσει
επιτετραμμένοι τα των τριών αυλών, πρό τινος καιρού κατά την
συνθήκην της 24 ιουνίου αφιχθέντες εις Ελλάδα.
Αν και η εν Πόρω υπό των πρέσβεων χαραχθείσα οροθετική γραμμή
ήτον ην αυτοί επρότειναν διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει, αν
και την αυτήν γραμμήν υπέδειξε το συμμαχικόν συμβούλιον
διατάξαν τον αποκλεισμόν των παραλίων της Ελλάδος, αν και την
παραδοχήν της αυτής γραμμής συνίστων παρά τω συμβουλίω ως
βάσιν των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων της συμμαχίας η
Γαλλία και η Ρωσσία, τα τορικόν υπουργείου τόσον ωργίσθη κατά
του Άγγλου αντιπροσώπου Κάννιγγος δεχθέντος εν τη ορθή κρίσει
του και τη αείποτε γενναία προς τους υπό τον σουλτάνον
Χριστιανικούς λαούς πολιτική του την οροθεσίαν ταύτην, ώστε
τον έπαυσε της πρεσβευτικής υπηρεσίας του· απήτει δε στενότερα
όρια και διετείνετο, ότι η γνώμη της εστηρίζετο επί του
γράμματος και του πνεύματος της συνθήκης μη προθεμένης
σύστασιν ελληνικού κράτους, αλλ' απλήν ειρήνευσιν της
τεταραγμένης Ελλάδος εις ασφάλειαν των κατοίκων της Χριστιανών
από τουρκικής κακώσεως· ήθελε δε να στήση την οροθετικήν
γραμμήν επί του κορινθιακού ισθμού, και εις αποζημίωσιν της
στενής ταύτης οροθεσίας επρόβαλε ν' αναδειχθή η Ελλάς
ανεξάρτητος· φαίνεται δε ότι η συνεχώς δίδουσα αφορμάς
διαφορών και σκανδάλων μεταξύ Τουρκίας και Ρωσσίας
ημικυριαρχία της Βλαχομολδαυίας και Σερβίας, προς βλάβην
πάντοτε της Πύλης, υπηγόρευσε το περί ανεξαρτησίας της
Ελλάδος. Αλλά πώς εδύνατο να υπάρξη ανεξάρτητος επικράτεια
εντός τόσω στενών ορίων μη έχουσα τα προς ύπαρξίν της; ή πώς
μετεφέροντο εντός του ισθμού τόσαι χιλιάδες ενόπλων και
εμπειροπολέμων Στερεοελλαδιτών κατοίκων των εγκαταλειπομένων
εις τους Τούρκους μερών; οι κάτοικοι Χριστιανοί της
αποκοπτομένης κατά την πρότασιν ταύτην στερεάς Ελλάδος
ελογίζοντο 180,000· εν ώ οι κάτοικοι αυτής Τούρκοι ελογίζοντο
7000 ή 8000· ήτο λοιπόν δίκαιον, και αν ήτο δυνατόν, να
μεταναστεύσωσιν οι πάμπολλοι χάριν των ολιγωτάτων; αν δε
επρόκειτο κατά την συνθήκην να ειρηνεύση ο τόπος εκείνος, δεν
ενέβαλεν η ειρηνοποιός Δύναμις διά της παραδοχής τόσω στενών
ορίων αντί ειρήνης μάχαιραν; εις μάτην δε ήλπιζε να φέρη δι'
αυτών την Πύλην εις συμβιβασμόν· η Πύλη εβάδιζε και μετά τον
ρωσσικόν πόλεμον ην εβάδισεν οδόν και πρότερον· ώστε δεν
επρόκειτο περί πλατυτέρων ή στενοτέρων ορίων. Η Πύλη ούτε την
μεσιτείαν των συμμάχων εδέχετο, ούτε την ανακωχήν εκήρυττεν,
ούτε άλλο τι παρεχώρει υπέρ των Ελλήνων μη συμβιβαζόμενον προς
τον χαρακτήρα τ ο υ-ρ α γ ι ά. Αδιαφιλονείκητον δε εθεώρει
πάντοτε όλην την στερεάν Ελλάδα, και ουδέ καν λόγον να ακούη
ήθελε περί αυτής· εις δε την Πελοπόννησον υπέσχετο να στείλη
ένα καλόν πασάν.
Επιμένον δε το αγγλικόν υπουργείον εις ην προέθετο οροθεσίαν
εξέφρασε λύπην επί του συμμαχικού συμβουλίου διά τα εν Πόρω
διαγραφέντα, και εμέμφθη τους πρέσβεις ως παρεξηγήσαντας τας
οδηγίας των και απορρίψαντας ην έλαβαν εν Πόρω πρόσκλησιν της
Πύλης να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, διότι και η
ανακωχή υπήρχε πραγματικώς, και η παραδοχή της μεσιτείας
συνυπηκούετο. Αλλ' η πραγματική ανακωχή προήρχετο, κατά το
λέγειν αυτής της Πύλης, εξ αυτών των πραγμάτων και όχι εκ της
προαιρέσεώς της, διότι ουδέποτε ηθέλησε να την κηρύξη· διά της
αυτής δ' επιστολής, δι' ής εκάλει τους πρέσβεις, έγραφεν ότι
«αδύνατον να θεωρήση άλλως πως τον Έλληνα ειμή ραγιάν», και
επρόσθετεν ότι μετά την επάνοδον των πρέσβεων εις
Κωνσταντινούπολιν τα πάντα επί τη βάσει ταύτη εσυμβιβάζοντο
επί μιας και μόνης συνεδριάσεως, ό εστι, καθώς άλλοτε είπε,
διά της αποστολής εις την Πελοπόννησον ενός καλού πασά. Διά
τους λόγους τούτους αι δύο άλλαι αυλαί ούτε την διαγωγήν των
πρέσβεων εμέμφθησαν, διότι δικαίως εθεώρησαν και το ύφος της
Πύλης ύπουλον και τα έργα της εναντία της ανακωχής και της
μεσιτείας, ούτε την επί του ισθμού οροθεσίαν ενέκριναν.
Τοιαύτη ήτον η πολιτική της συμμαχίας περί τα τέλη του
παρόντος έτους. Αι συμμαχικαί Δυνάμεις διεφώνουν όλαι ομού
προς την Πύλην, και διεφώνουν και προς αλλήλας.