Μη ευρών δε ο κυβερνήτης, ως είρηται, ταύτην την φοράν παρά τω

λαώ την εγκάρδιον υποδοχήν ην άλλοτε επανερχόμενος ηύρισκεν,

αντί να επανορθώση τα εσφαλμένα και παρηγορήση τους παθόντας

και εξυβρισθέντας, εσκληρύνθη. Το πανελλήνιον έσπευσε να υπάγη

αυθημερόν εις χαιρετισμόν του· δεν το εδέχθη κατ' εισήγησιν

του Βιάρου· το εδέχθη την επιούσαν, αλλ' η υποδοχή ήτο

βαρυτέρα της αποβολής. «Ουδείς», είπε, «κάμνει το χρέος του·

στρατόπεδα, ναυτικόν, πολιτικαί Αρχαί, όλοι εξηχρειώθησαν, δεν

ευρίσκω συνδρομήν, μόνος εγώ τι ημπορώ να κάμω; ο Θεός μ'

έδωκε νουν, αλλά δεν μ' έδωκε και δύναμιν να πλάττω

ανθρώπους». Τοιούτους λόγους ήκουσε το πανελλήνιον και εξήλθε

φρυάττον. Εξαιρουμένων δε των αδελφών του, του Γιαννετά καί

τινων άλλων αφοσιωμένων, όλοι όσοι υπήγαν να τω προσφέρωσι το

σέβας των τοιαύτα ήκουσαν. Εκτός δε της επί των οικονομικών

επιτροπής, ης ο μεν πρόεδρος Κουντουριώτης, αντιπολιτευόμενος,

εμόναζεν εν Ύδρα, τα δε λοιπά μέλη, ως αφοσιωμένα, ήσαν

ευνοούμενα, αι εν Αιγίνη υψηλαί υπηρεσίαι έχασαν την

εμπιστοσύνην του. Δικαίως έχασε την εμπιστοσύνην του έθνους η

επί της αντικυβερνητικής επιτροπής συστηθείσα αντί θαλασσίου

δικαστηρίου επιτροπή διά τας ανοσίας πράξεις της, και εις

ανόρθωσιν της δικαστικής υπολήψεως ο κυβερνήτης αντικατέστησε

δικαστάς τον Χριστόδουλον Κλονάρην, τον Γρηγόριον Σούτσον και

τον Εδουάρδον Μάσσονα, και πλήρης δικαίας πεποιθήσεως εις τα

φώτα και την ακεραιότητα του χαρακτήρος αυτών, επεκύρονε τας

αποφάσεις των σχεδόν ανεξετάστως· αλλ' ο Βιάρος τον έπεισε να

δυσπιστή και να μη τας επικυρόνη ως άλλοτε. Δυσαρεστηθέντες οι

φιλότιμοι και ευσυνείδητοι δικασταί επί τη δυσπιστία ταύτη,

παρητήθησαν, και εκ τούτου έπαθεν η υπόληψις και του

κυβερνήτου και της υπηρεσίας, και ηύξησεν ο γογγυσμός του

κοινού. Μόνος ο Μάσσων ανεκάλεσε την παραίτησίν του (β).

Προϊστάμενοι του φροντιστηρίου ήσαν ο Μαυροκορδάτος επί των

ναυτικών, ο Μεταξάς επί των στρατιωτικών, και ο Ζωγράφος επί

των τροφών και πολεμεφοδίων, αλλ' ουδείς απελάμβανε την

εύνοιαν του κυβερνήτου. Εφόρους των πράξεων της υπηρεσίας

ταύτης ήθελεν ο κυβερνήτης να εγκαταστήση τα επί των

οικονομικών ευνοούμενα δύο μέλη. Υπήγαν οι επί του

φροντιστηρίου προς αυτόν εις διόρθωσιν του ατόπου τούτου και

ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των· αλλ' ο κυβερνήτης ούτε καν

τους εδέχθη. Επί τη εξυβρίσει ταύτη παρητήθησαν ο Ζωγράφος και

ο Μαυροκορδάτος ο είς κατόπιν του άλλου. Ψιθυρισμοί εγένοντο

και περί άλλων παραιτήσεων, και η κυβέρνησις εκινδύνευε να

στερηθή όλων των αξιωτέρων υπαλλήλων. Ο κυβερνήτης ησθάνθη την

βλάβην ταύτην και τον κίνδυνον, και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη

εις καταπράυνσιν του Μαυροκορδάτου, διότι, οποία και αν ήτον η

προς αυτόν διάθεσίς του, ωμολόγει την ικανότητα και φιλοπονίαν

του. Ο Μαυροκορδάτος ανέλαβε τα έργα του, αφ' ού διετέθησαν τα

της υπηρεσίας καθ' όν τρόπον δεν έπασχεν η φιλοτιμία του· αλλά

και η διόρθωσις αύτη ουδαμώς εθεράπευσε το κακόν, και το

πνεύμα της αντιπολιτεύσεως καθ' ημέραν εκρατύνετο.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

&Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και

Μεχμέτ-Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις

Αλεξάνδρειαν του Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω Αιγυπτίων

στρατευμάτων. — Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα

μεταξύ των συμμάχων και κοινοποιήσεις αυτών προς τον

σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4 νοεμβρίου.&

ΕΚΡΑΓΕΝΤΟΣ του τουρκορρωσσικού πολέμου, η Γαλλία θεωρούσα ότι

ανένδοτος ήτον η Πύλη ως προς τα της Ελλάδος, και ότι ο

θαλάσσιος αποκλεισμός ικανός δεν ήτο ν' αναγκάση τους

Αιγυπτίους εις αναχώρησίν, συνέλαβε την ιδέαν αποστολής

αγγλογαλλικών στρατευμάτων προς έξωσιν εκείνων. Αντέτεινεν εν

πρώτοις η Αγγλία, επί λόγω, ότι τοιαύτη αποστολή ήτο πολέμιον

έργον προς την Πύλην, και αντέβαινεν εις το γράμμα και εις το

πνεύμα της ειρηνικής συνθήκης· αλλ' επιμενούσης της Γαλλίας,

συγκατετέθη· μόνη δε η Γαλλία ανεδέχθη την αποστολήν εν

ονόματι της συμμαχίας, και την 7 Ιουλίου υπεγράφη πρωτόκολλον

κανονίζον τα περαιτέρω και συνυπεγράφη και επίσημος περί

τούτου αγγελία προς την Πύλην. Πρώτιστον δε σκοπόν έχουσα η

εκστρατεία αύτη την αποπομπήν των Αιγυπτίων, είχε και

δευτερεύοντα, την αντιστάθμισιν των παραδουναβίων δυνάμεων της

Ρωσσίας, και την ουδετέρωσιν της ένεκα του πολέμου ενδεχομένης

εν Ελλάδι επιρροής αυτής.

Εν τούτοις συνήχθη γαλλικόν στράτευμα εν Τουλώνη, δεκατριών

χιλιάδων, διαιρεθέν εις τρεις μοίρας υπό τρεις υποστρατήγους

Τ. Σεβαστιάνην, Χιγονέτον, και Σνεϊδέρον, αρχιστρατηγούντος

του Μαιζώνος. «Μέγα και ευγενές έργον», είπεν ο αρχιστράτηγος

προς τους στρατιώτας επί τω απόπλω, «σας αναθέτει ο βασιλεύς,

συναινούντων των συμμάχων του. Στέλλεσθε ν' απαλλάξετε της

κακώσεως πολυένδοξον λαόν. Το έργον τούτο τιμά την Γαλλίαν

αποδεικνύον αυτήν αξίαν των ευφημιών όλων των γενναιοφρόνων

ανδρών, και σας ανοίγει στάδιον δόξης· ηξεύρετε πώς να το

διανύσετε· εγγύησιν έχω το φρόνημα και την ζέσιν υμών.

«Πρώτην φοράν μετά τον ιγ' αιώνα θα φάνουν μετ' ολίγον αι

γαλλικαί σημαίαι κατά τα παράλια της Ελλάδος εις λύτρωσιν των

Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λάμψιν περιμένει ο θρόνος και η

πατρίς εκ των θριάμβων υμών· εν οιαδήποτε θέσει και αν

ευρεθήτε, μη λησμονήσετε πόσον προσφιλή συμφέροντα

ενεπιστεύθητε· στερήσεις και κακουχίαι σας περιμένουν· θα τας

υποφέρετε γενναίως· οι αρχηγοί θα σας δώσουν το παράδειγμα».

Και αι μεν υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον δύο μοίραι

απέπλευσαν την 5 και 7 αυγούστου και κατευωδώθησαν εις το παρά

την Κορώνην Πεταλίδι την 17, συγκατέπλευσε και ο

αρχιστράτηγος· η δε υπό τον Σνεϊδέρον, αποπλεύσασα την 20 και

πολλά παθούσα, κατευωδώθη εις Πεταλίδι την 4 σεπτεμβρίου·

παρηκολούθουν δε και σοφοί χάριν επιστημονικών και

αρχαιολογικών ερευνών.

Καθ' όν δε καιρόν επεβιβάζοντο αι υπό τον Σεβαστιάνην και

Χιγονέτον μοίραι, ο πρό τινος καιρού μεταβάς εις Αλεξάνδρειαν

Κοδριγκτών επειθανάγκασε τον Μεχμέτ-Αλήν, επί απειλή

αποκλεισμού των παραλίων της Αιγύπτου, να συνυπογράψη την 2α

Ιουλίου συνθήκην επί αμοιβαία απολύσει των εν Ελλάδι

αιχμαλώτων Ελλήνων ή Αιγυπτίων· εκτός των θελόντων να μείνωσι

παρά τοις κυρίοις αυτών, επί επιστροφή των προς τον Μεχμέτ-

Αλήν, μετά την μάχην του Νεοκάστρου, προαποσταλέντων, επί

εξαγορά των παρά τοις ιδιώταις δουλευόντων, διά συνδρομής του

Μεχμέτ-Αλή, επί αποδόσει του πληρώματος αιγυπτίας τινός

κορβέττας αλωθείσης υπό των Ρώσσων έξωθεν της Μοθώνης, επί

επανόδω εις Αίγυπτον των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων

στρατευμάτων, επί αποστολή πλοίων παρά της αιγυπτίας Αρχής εις

μεταβίβασιν αυτών υπό την επαγρύπνησιν αγγλικών και γαλλικών,

και επί διατηρήσει υπό σημαίαν τουρκικήν των φρουρίων Πατρών,

Ρίου, Χλουμουτσίου, Μοθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου. Κατά την

συνθήκην ταύτην παρέδωκεν ο Μεχμέτ-Αλής 172 αιχμαλώτους

δουλεύοντας εν τοις ναυστάθμοις της Αλεξανδρείας. Αλλά, πριν

ενεργηθώσι τα της συνθήκης ως προς την κένωσιν της

Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ελλάδα το γαλλικόν στράτευμα. Ο

Ιβραήμης είχεν ήδη δεχθή την συνθήκην, αλλά παρενέβαλε

δυσκολίας ως προς την αναχώρησίν του· εφαίνετο δε ότι δεν

εφοβείτο τους Γάλλους, νομίζων ότι τα εν Αλεξανδρεία

συνομολογηθέντα τον επροφύλατταν από πάσης βίας·

Σεπτέμβριος αλλ' επί τέλους απέπλευσεν η μεν πρώτη μοίρα του στρατεύματός

του την 4 σεπτεμβρίου, το δε υπόλοιπον και αυτός την 23· οι

δυο δε απόπλοι εγένοντο υπό την επαγρύπνησιν συμμαχικών πλοίων

έως εις Αλεξάνδρειαν. Ήσαν δε όλοι οι αποπλεύσαντες κατά μεν

τον Μαιζώνα 21,000, κατά δε άλλους 15,000, εξ ών πολλοί

ασθενείς· οι δε κατά διαφόρους καιρούς εξ Αιγύπτου ελθόντες

ελογίζοντο 40,000. Τοιούτον το τέλος της εις Ελλάδα αιγυπτίας

εκστρατείας.

Πολλάκις είδαμεν, ότι κατέβαλαν οι Έλληνες τους μαχιμωτέρους

στρατούς του σουλτάνου πολεμούντες άτακτοι προς ατάκτους· αλλά

τοιαύτη είναι η υπεροχή των τακτικών, ώστε οι καταβαλόντες

τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου Έλληνες κατεβλήθησαν

επί Ιβραήμη υπό αγενών αλλά τακτικών Φελλάχων, και δεν

ανηγέρθησαν ειμή διά της χειρός των συμμάχων. Τα πράγματα όμως

απέδειξαν, ότι ουδεμιάς ξένης χειρός χρείαν θα είχεν η Ελλάς,

αν ο πασάς της Αιγύπτου δεν ήρχετο εις αντίληψιν του κυριάρχου

του διά της τακτικής του δυνάμεως ικανής βεβαίως να καταστρέψη

τω καιρώ εκείνω και αυτόν τον κυριάρχην του.

Αναχωρούντος δε του Ιβραήμη, έμειναν τα φρούρια της

Πελοποννήσου υπό σημαίαν τουρκικήν κατά την συνθήκην της

Αλεξανδρείας. Ο Κοδριγκτών έμαθε κατά πρώτον παρά του Μεχμέτ-

Αλή, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις, καθ' όν καιρόν

επρόβαλαν την κένωσιν της Πελοποννήσου, έστερξαν να διαμείνωσι

τα φρούρια υπό την εξουσίαν της Πύλης· διά τον λόγον τούτον,

και διότι δεν ενέδιδεν άλλως ο Μεχμέτ-Αλής, ηναγκάσθη να δεχθή

τον αυτόν όρον (α)· αλλ' η συμμαχία δεν τον εθεώρησεν

υποχρεωτικόν, διότι η Πύλη ούτε τον εδέχθη, καθ' όν καιρόν

επροβλήθη, ούτε, και αφ' ού εγράφη εν τη κατά την Αλεξάνδρειαν

συνθήκη, απήτησε την εκτέλεσίν του, ως οφείλουσα να δεχθή και

όσα άλλα οι πρέσβεις τη επρόβαλαν τω καιρώ εκείνω υπέρ της

Ελλάδος, και προ πάντων την μεσιτείαν των αυλών και την παύσιν

του πολέμου· διά τα αίτια ταύτα ο Μαιζών, συναινούσης της

συμμαχίας, απεφάσισε να κενώση τα φρούρια διά της βίας, και

την επαύριον του απόπλου του Ιβραήμη, ό εστι την 24, απέστειλε

στρατεύματα, τα μεν υπό τον Δουρριόν τα δε υπό τον Χιγονέτον,

εις κυρίευσιν των φρουρίων Νεοκάστρου και Μοθώνης. «Ούτε

παραδιδόμεθα, ούτε πολεμούμεν», απεκρίθησαν οι εν τω

Νεοκάστρω. Τότε ανέβησαν οι περί τον Χιγονέτον τα τείχη και

εκυρίευσαν το φρούριον αμαχητί. Τα αυτά απεκρίθησαν και οι εν

Μοθώνη την επαύριον. Ανέτρεψαν τότε οι περί τον Δουρριόν τας

προς της ξηράν και προς την θάλασσαν πύλας του φρουρίου διά

της συμπράξεως των πληρώματος δύο δικρότων, του μεν γαλλικού,

του δε αγγλικού, και το εκυρίευσαν και ούτοι αμαχητί. Μετά δε

την κυρίευσιν των δύο τούτων φρουρίων, εξεστράτευσαν αυθημερόν

οι Γάλλοι υπό τον Σεβαστιάνην προς την Κορώνην· και, επειδή

ουδ' εκείνοι υπήκουσαν, επεχείρησαν την επαύριον ν' αναβώσι τα

τείχη. Οι Τούρκοι, ρίπτοντες άνωθεν λίθους, έβλαψαν τους

Γάλλους αναβαίνοντας, και τους ηνάγκασαν έχοντας διαταγήν να

μη τουφεκίσωσι πρώτοι, αν δεν ετουφεκίζοντο, να καταβώσι

βεβλαμμένοι. Αλλά βεβαιωθέντες οι έγκλειστοι ότι παρεδόθη

αμαχητί η Μοθώνη, ήνοιξαν τας πύλας του φρουρίου την επαύριον.

Αντίστασιν ηύραν κατ' αρχάς οι υπό τον Σνεϊδέρον αποβάντες

κατά τα παράλια της Αχαΐας εις έξωσιν των εν τοις φρουρίοις

των Πατρών και του Ρίου Τούρκων.

Οκτώβριος Αλλ' αφ' ού επλησίασαν εντός βολής κανονίου, υπέγραψαν την 7

Οκτωβρίου την παράδοσιν των δύο τούτων φρουρίων ο φρούραρχος

αυτών Χατσή-Αβδουλάς και οι λοιποί· καθ' ήν όμως ημέραν

επρόκειτο η παράδοσίς των, οι εν τω Ρίω απέρριψαν την συνθήκην

παρά γνώμην του φρουράρχου και ήρχισαν εκ νέου πρώτοι πόλεμον·

αλλά μετά τινας ημέρας πολεμούμενοι και διά ξηράς και διά

θαλάσσης, ελθόντων και άλλων στρατευμάτων υπό τον Χιγονέτον,

και άλλων πολεμικών πλοίων και αυτού του Μαιζώνος, και

φοβηθέντες την ετοιμαζομένην έφοδον παρεδόθησαν την 18.

Εικοσιπέντε Γάλλοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της

πολιορκίας ταύτης· οι δε εντός των πεσόντων φρουρίων, όλοι

2800, απεστάλησαν ασφαλώς εις τα ίδια· υψώθησαν και εφ' όλων

των φρουρίων αι τρεις συμμαχικαί σημαίαι. Τοιουτοτρόπως

εκενώθη όλη η Πελοπόννησος.

Οι δε πρέσβεις των τριών αυλών, συνελθόντες εις Κορυφούς,

απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Πόρον παρά τη ελληνική κυβερνήσει

προς λύσιν διά της συμπράξεως αυτής των εν τη συνθήκη

διαλαμβανομένων τεσσάρων ζητημάτων, ήτοι, της οροθεσίας, του

φόρου, της αποζημιώσεως των τουρκικών ιδιοκτησιών, και της

εγκαταστάσεως Αρχής συνεργεία και της Πύλης. Πριν δε

αναχωρήσωσιν εκ Κορυφών, ανήγγειλαν τω κυβερνήτη τον σκοπόν

των, και λαβόντες απάντησιν, δι' ής υπέσχετο την συνδρομήν του

εις λύσιν των ανωτέρω ζητημάτων, ανεχώρησαν την 29 αυγούστου

και κατέπλευσαν εις Πόρον την 4 σεπτεμβρίου· δι' έλλειψιν δε

καταλλήλων κατοικιών, διέμεινεν έκαστος επί του μετακομίσαντος

αυτόν βασιλικού πλοίου.

Εν ώ δε διέτριβαν οι τρεις πρέσβεις εν Επταννήσω, οι της

Γαλλίας και Αγγλίας έγραψαν τη Πύλη, προβάλλοντες να στείλη,

και αύτη πληρεξούσιόν της εις το Αιγαίον κατά την συνθήκην

προς εξίσασιν των πολιτικών διαφορών αυτής και της Ελλάδος,

και λέγοντες ότι εκτός του πληρεξουσίου Έλληνος θα

παρευρίσκετο και πληρεξούσιος Ρώσσος, διότι ο αυτοκράτωρ, αν

και πολέμιος της Πύλης επί του Δουνάβεως, έφερε χαρακτήρα

μεσίτου, ως και οι δύο σύμμαχοι του, εν τη Μεσογείω. Απέρριψε

την πρότασιν ταύτην η Πύλη επί λόγω, ότι δεν παρεδέχετο την

εφαρμογήν ως προς την Ελλάδα των εν χρήσει προς κυβερνήσεις

τύπων, και ότι η παρουσία πληρεξουσίου Ρώσσου αντέκειτο προς

την πολέμιον διαγωγήν της αυλής εκείνης, και ουδόλως εδείκνυε

τον ειλικρινή σκοπόν των φιλικών προς την Πύλην διακοινώσεων

Γαλλίας και Αγγλίας. Η Πύλη ήθελε και το περί Ελλάδος ζήτημα

ν' αποφύγη, και την συμμαχίαν της Ρωσσίας και των άλλων αυλών

δι' άλλων και διά των πλαγίων τούτων τρόπων να διαλύση· διά

τον σκοπόν τούτον καλέσασα τους δύο πρέσβεις κατ' ευθείαν την

πρώτην φοράν εις Κωνσταντινούπολιν και μη εισακουσθείσα,

καλέσασα αυτούς και δευτέραν διά γραμμάτων προς τας

κυβερνήσεις των και μηδέ τότε εισακουσθείσα, τους εκάλεσε και

τρίτην κατά την ενεστώσαν περίστασιν, αλλ' ούτε και κατ' αυτήν

επέτυχε.

Εν τοσούτω, εξάμηνον παρήλθεν αφ' ού τα ρωσσικά στρατεύματα

επάτησαν τα χώματα της Τουρκίας, και η Πύλη έπνεεν ως εξ αρχής

πόλεμον. Η δε Ρωσσία, θέλουσα να στενοχωρήση έτι μάλλον τον

σουλτάνον, απεφάσισε ν' αποκλείση την βασιλεύουσάν του. Ο

στόλος της εμπόδιζεν ήδη την μετακόμισιν παντός είδους τροφής

διά του Βοσπόρου· ανοικτός όμως ήτον ο Ελλήσποντος, και

εχρειάζετο προς εκτέλεσιν του σκοπού να κλείση και αυτόν· αλλ'

εχρειάζετο τότε ν' αναλάβη εν τη Μεσογείω ον χάριν της

συμμαχίας κατέθεσε πολέμιον χαρακτήοα, και ειδοποίησε τας

συμμάχους Δυνάμεις περί τούτου. Εις άκρον ωργίσθη η Αγγλία επί

τη ειδοποιήσει ταύτη, και εθεώρησε την Ρωσσίαν παραβάτιν των

συνομολογηθέντων. Τοιαύτην την εθεώρησε και η Γαλλία, ώστε η

Ρωσσία ηναγκάσθη να παραιτηθή του σκοπού τούτου.

Αφ' ού δε τα γαλλικά στρατεύματα ηλευθέρωσαν την Πελοπόννησον,

επρότεινεν η Γαλλία εις εξασφάλισιν αυτής από πάσης έξωθεν

εχθρικής προσβολής να ενεργηθή έν των τριών· ή η Πύλη να

κηρύξη ανακωχήν, ή αι Δυνάμεις να παραλάβωσι την Πελοπόννησον

υπό την προσωρινήν εγγύησίν των, ή η Πελοπόννησος να τεθή εις

ασφαλή θέσιν διά της πέραν του ισθμού εκστρατείας των Γάλλων

προς έξωσιν των εν Αττική και Ευβοία Τούρκων, ως μη

ασφαλιζομένη, αν δεν είχε προπύργια· και την μεν υπερίσθμιον

εκστρατείαν απεδοκίμασε το αγγλικόν υπουργείον υπό διαφόρους

λόγους, και επρότεινεν εξ εναντίας να διαταχθή η ελληνική

κυβέρνησις να φέρη εντός του ισθμού τα εκτός στρατεύματά της·

εδέχθη δε να τεθώσιν η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και

αι Κυκλάδες υπό την προσωρινήν εγγύησιν της συμμαχίας άνευ

ουδεμιάς βλάβης της μετά ταύτα διαγραφησομένης οροθεσίας.

Πολλού δε λόγου περί των ζητημάτων τούτων γενομένου παρά τοις

συμμάχοις, ενεκρίθη επί τέλους παρά πάντων η τελευταία αύτη

γνώμη, και συνετάχθη και πρωτόκολλον την 4 νοεμβρίου, δι' ού

ανεκαλείτο και ο γαλλικός στρατός, μη εμποδιζομένης της

Γαλλίας ν' αφήση εν Πελοποννήσω μέρος αυτού προς καιρόν, αν το

ενέκρινεν, ως δείγμα και ενίσχυσιν της εγγυήσεως. Ανηγγέλθη δε

εγγράφως τη Πύλη η περί ης ο λόγος εγγύησις διά του παρ' αυτή

πρέσβεως των Κάτω-Χωρών, δι' ού ενηργείτο η των τριών αυλών

και της Πύλης ανταπόκρισις μετά την από Κωνσταντινουπόλεως

αναχώρησιν των πρέσβεων.

1828-29

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΗ'.

&Κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. — Πολεμικά συμβάντα εν

Κρήτη. — Αδράνεια των υπό τον Υψηλάντην στρατευμάτων. —

Ανάκτησις όλης σχεδόν της Ανατολικής Ελλάδος. — Κυρίευσις

Βονίτσης. — Πανώλης εν Καλαβρύτοις.&

ΚΑΘ' ον δε καιρόν διέβη εις Μύτικα ο κυβερνήτης, όπου έλαβεν

ακριβή γνώσιν των εκεί πραγμάτων, εσχεδιάσθη η κυρίευσις του

αμβρακικού κόλπου. Το Μεσολόγγι επολιορκείτο διά θαλάσσης, αφ'

ού ο Άστιγξ ανήγειρεν επί του Βασιλαδίου την πεσούσαν

ελληνικήν σημαίαν, και δεν ελάμβανεν η φρουρά του τροφάς

εκείθεν· αλλ' ο αμβρακικός κόλπος και το Μακρυνόρος ήσαν

υπεξούσια των Τούρκων, και διαμετεκομίζοντο τροφαί και παντός

είδους αναγκαία εις Μεσολόγγι και ευκόλως και αφθόνως. Οι

Βαλτινοί, οι φαινόμενοι προσκυνημένοι, ήσαν έτοιμοι να

κλείσωσι τα στενά του Μακρυνόρους, αν έβλεπαν ελληνικήν

δύναμιν εν τω κόλπω· η κατάληψις λοιπόν αυτού εφαίνετο η βάσις

των μελετωμένων πολεμικών εργασιών κατ' εκείνο το μέρος, και

τούτου χάριν επανελθών ο κυβερνήτης εις Πόρον, ησχολήθη εις

συγκρότησιν και αποστολήν κατά τον κόλπον εκείνον στολίσκου

και διώρισεν αρχηγόν αυτού τον Πασάνον.

Εμφανισθέντος δε του στολίσκου κατά τον Μύτικα, εκινήθη όλον

το στράτευμα, και επί σκοπώ να συμπράξη κατά της Πρεβέζης

κατέλαβε το παρά το Άκτιον (Πούνταν) Χελογύβαρον.

Σεπτέμβριος Την δε 11 σεπτεμβρίου έφθασεν ο στολίσκος πλησίον του

αμβρακικού κόλπου, και ο Πασάνος ανέβη εις την Καρτερίαν. Το

ατμόπλουν τούτο, ως και η Επιχείρησις, και το μονοκάταρτον η

Μέδουσα σφοδρώς εκανονοβόλουν το φρούριον του Παντοκράτορος,

και υπό την κανονοβολήν αυτών τα πλοιάρια επροχώρουν^ αλλά και

ο άνεμος δεν ήτο δεξιός και η ρύμη σφοδρά· όθεν ο είσπλους

ανεβλήθη εις την αύριον. Εκινήθησαν την αύριον ως και την

προτεραίαν και επροχώρησαν πάλιν προς το στόμα· αλλ’, επειδή ο

άνεμος ήτον απόγαιος, ηναγκάσθησαν να εγκαρτερήσωσι πολλάς

ώρας υπό την πυροβολήν της Πρεβέζης. Προς δε την μεσημβρίαν

έπνευσε βοηθός άνεμος· εζήτησαν τότε οι ναύται να εισπλεύσωσιν

υπό την οδηγίαν του επί της Καρτερίας αρχηγού· αλλ' ο αρχηγός,

προφασιζόμενος ασθένειαν, απεποιήθη να τους οδηγήση

αυτοπροσώπως. Συνηθισμένοι οι Έλληνες να βλέπωσι πάντοτε

πρωταγωνιστήν τον αρχηγόν, και βλέποντες τον Πασάνον

υπεκφεύγοντα τον κίνδυνον επαλινδρόμησαν την νύκτα της 13 εις

Μύτικα.

Εν ώ δε αι ναυτικαί εργασίαι oλοτελώς απέτυχαν, αι της ξηράς

ευτύχησαν παρά πάσαν προσδοκίαν. Η δεξιά πτέρυξ του

στρατεύματος, η υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον (α), κατέλαβε το

Λουτράκι, εκυρίευσε μίαν αλιάδα, και δι' αυτής εκυριεύθησαν έξ

πλοιάρια τουρκικά και εφωπλίσθησαν. Μετακομισθέντων δε και 100

ναυτών άλλοθεν, εκόπη η συγκοινωνία Πρεβέζης και Καρβασαρά. Οι

Τούρκοι, βλέποντες τα γεγονότα, εφώπλισαν έν δικάταρτον και

μίαν κανονοφόρον. Εν τούτοις, βλέποντες οι επανελθόντες εις

Μύτικα άπρακτοι ναύται το κατόρθωμα των ελληνικών

στρατευμάτων, εμβάντες εις τέσσαρα ένοπλα πλοιάρια υπό την

οδηγίαν του Ανδρέα Κωφού, του Ανδρέα Τενεκέ, του Ανάσταση

Παρασκευά και του Κωνσταντίνου Θεοφίλου, ωρκίσθησαν να

εισπλεύσωσιν άνευ του αρχηγού, και τω όντι 4 ώραν μετά την

μεσημβρίαν της 21 εισέπλευσαν υπό σφοδρότατον πυροβολισμόν της

Πρεβέζης και του Ακτίου εις έκστασιν των παρευρεθέντων

θεωρούντων το στόμα του κόλπου αδιάβατον εξ αιτίας των εις

υπεράσπισιν αυτού κανονοστασίων και της στενότητός του, διότι

βολή τουφεκίου αφικνείται από του ενός εις το άλλο χείλος.

Εισελθόντα δε τα ελληνικά πλοιάρια εκυρίευσαν 40 των υπό

σημαίαν τουρκικήν ευρεθέντων εν τω κόλπω και εβύθισαν

κανονοβολούντα την κανονοφόρον· ηνάγκασαν δε το δικάταρτον να

διασωθή εις Σαλαχώραν. Είς μόνος εφονεύθη επί του είσπλου, ο

Κωφός, τρεις δε επληγώθησαν, εν οίς και ο Τενεκές· τόσον δε

ηρίστευσαν τα πληρώματα των τεσσάρων ενόπλων πλοιαρίων, ώστε ο

αρχιστράτηγος έγραφεν, ότι ουδέποτε άνθρωποι εφάνησαν

αξιότεροι της ευγνωμοσύνης της πατρίδος των. Εν τούτοις η

ανέλπιστος ανανδρία του Πισινού και η ασύνετος διαγωγή του

προς την ιόνιον κυβέρνησιν ηνάγκασαν τον κυβερνήτην ν'

αντικαταστήση τον Αντώνην Κριεζήν, άνδρα γενναίον και συνετόν.

Τα δε εν τω κόλπω ελληνικά πλοιάρια, καταστρέψαντα την εν αυτώ

εχθρικήν δύναμιν εξέπλευσαν· αλλ' εισέπλευσαν εκ νέου περί τα

τέλη νοεμβρίου αβλαβώς, επικρατούσης αντιπνοίας και υπό βαρύν

κανονοβολισμόν των φρουρίων, και ενδιέμειναν. Και ταύτα μεν τα

κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.

Η δε άφιξις του Ρεϊνέκου εις Κρήτην αναζωογόνησε τον αγώνα. Οι

Κρήτες, συγκεντρωθέντες περί τα τέλη του Ιουλίου εις

Πρόσνερον, ως τρισχίλιοι, εξεστράτευσαν· και οι μεν κατέλαβαν

την θέσιν του Διγενή, οι δε την του Αλιγάνου,

Αύγουστος οι δε προσέβαλαν την 1 αυγούστου τους εν Μάλαξα Τούρκους και

τους απέκλεισαν εντός τριών οικιών. Συνενωθέντες δε και οι

καταλαβόντες τας δύο ανωτέρω θέσεις, απέκρουσαν κατά το

Νερόκουρον ευτυχώς τους υπό τον Μουσταφά εξελθόντας των Χανιών

προς βοήθειαν των εν Μάλαξα, και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν

εις το φρούριον κακώς έχοντας, καταδιώκοντές τους μέχρι βολής

κανονίου· πολλοί εχθροί εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά την

συμπλοκήν ταύτην· εφονεύθη και ο κεχαγιάς του πασά,

εφονεύθησαν και 10 Έλληνες και επληγώθησαν 20. Οι Έλληνες

έπραξαν εν τη περιστάσει ταύτη έργον αξιοσημείωτον ως

ασύνηθες. 30 Τούρκοι, αποκοπέντες των άλλων, πολιορκηθέντες εν

Νεροκούρω και παραδοθέντες, εστάλησαν αβλαβείς εις Χανιά·

πολλά δε και πολυειδή λάφυρα έπεσαν εις χείρας των νικητών.

Μετά την μάχην ταύτην το ελληνικόν στράτευμα επάτησεν ακωλύτως

τον Αποκόρωνα και ηνάγκασε τους εκεί εχθρούς να καταφύγωσιν

εις Σούδαν. Μετά δε την κατά το Νερόκουρον ήτταν εστάλησαν

τουρκικά στρατεύματα εις Λάκκους, αλλ' απέτυχαν. Εν τούτοις οι

Έλληνες ενεδρεύοντες πολλαχού εφόνευσαν την 13 κατά την

Μεσαράν τον επ' ανδρία και ωμότητι γνωστόν Αγριολίδην, αρχηγόν

των τουρκικών όπλων του Μεγάλου Κάστρου, και τον απεκεφάλισαν.

Τον φόνον τούτον μαθόντες οι εν τω φρουρίω, και ιδόντες το

πτώμα ενώπιον αυτών ακέφαλον εφρύαξαν, και κλείσαντες τας

πύλας έπεσαν ξιφήρεις επί τους δυστυχείς Χριστιανούς, τους μεν

σφάζοντες τους δε ρίπτοντες εις την θάλασσαν, εις τα πηγάδια,

και εις τους αποπάτους· ούτε κοράσια ούτε βρέφη ελυπήθησαν·

750 πτώματα ελογίσθησαν μόνον τα εν ταις πλατείαις και αγυιαίς

της πόλεως, και εκ των ανδρών μόνος σχεδόν ο μητροπολίτης

διεσώθη καταφυγών εις το παλάτιον του πασά· δεν εξιλεώθησαν δε

θύοντες τους εν τω φρουρίω Χριστιανούς, αλλ' ώρμησαν και εις

τα πέριξ σφάζοντες και εκεί ανηλεώς τους μη πταίσαντας.

Εμιμήθησαν και οι Ρεθύμνιοι τους Καστρινούς, και εξελθόντες

την 19 διά νυκτός έπεσαν τα εξημερώματα είς τινα χωρία και

έσφαξαν υπέρ τους 60 Χριστιανούς, εν οίς και τον ιερέα ενός

των χωρίων λειτουργούντα. Η είδησις αύτη μετέβαλε την προς

τους πάσχοντας Κρήτας δυσμενή διάθεσιν των εν Πόρω τότε

διατριβόντων πρέσβεων επί το ευνοϊκώτερον, και έκτοτε ηυξήθη ο

αριθμός των επί της νήσου οπλοφόρων Ελλήνων.

Εκείναις ταις ημέραις έπλεεν υπό το ακρωτήριον της παλαιάς

Σούδας η λέμβος του ελληνικού πλοίου, Ηρακλέους, καταδιώκουσα

εχθρικόν πλοιάριον. Τούρκοι τινες ενεδρεύοντες ετουφέκισαν

αίφνης τους εν αυτή, εφόνευσαν δύο, και επλήγωσαν πέντε.

Μεσούντος δε του οκτωβρίου, έφθασεν εις Χανιά ο διαδεχθείς τον

Κοδριγκτώνα, ανακληθέντα, Μαλκώλμης, και επρόβαλεν εν ονόματι

της συμμαχίας ανακωχήν. Οι Έλληνες την εδέχθησαν, αλλ' ο

Μουσταφάς την απέρριψεν.

Αναχωρήσας ο Μαλκώλμης, άφησε τοποτηρητήν του τον πλοίαρχον

Μαιτλάνδον, και επί τη επανειλημμένη προτροπή αυτού εδέχθη ο

Μουσταφάς την ανακωχήν· αλλά οι φόνοι, αι λεηλασίαι και αι

καταστροφαί δεν έπαυσαν.

Ολίγαι παρήλθαν ημέραι αφ' ού απεστάλησαν τα εν Τροιζήνι

στρατεύματα εις Μέγαρα και επληθύνθησαν εις οκτακισχιλίους,

όλους Στερεοελλαδίτας· αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν διέμειναν

αργά επτά μήνας· αργά τα ηύραν ότ' έφθασαν και οι πρέσβεις εις

Πόρον· χειρ αόρατος εφαίνετο αναχαιτίζουσα αυτά, και το κοινόν

εγόγγυζε δικαίως. Μόλις αι υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν και

Γιαννάκην Στράτον χιλιαρχίαι και η υπό τον Νικολόν Τσαβέλλαν

πεντακοσιαρχία απεσπάσθησαν την 11 του γενικού στρατοπέδου και

εστράτευσαν κατά τας επαρχίας Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εις

εμπόδιον εισαγωγής τροφών εις Ναύπακτον.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ · 第 20 / 29 段