εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του, έφθασεν εις
Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Ρωσσίας Ριβωπιέρρος, είς των
δύο εν Ακερμάνη πληρεξουσίων της, και εσύστησε και ούτος
θερμώς την πρότασιν του Καννιγγος. Εις ένδειξιν δε της ανάγκης
της περί ης επρόκειτο ειρηνεύσεως ανέφεραν αμφότεροι την
πολυετή παράτασιν του αγώνος της Ελλάδος, την εις παύσιν του
ανικανότητα της Πύλης, την εντεύθεν αιματοχυσίαν και
καταστροφήν, την βλάβην του ευρωπαϊκού εμπορίου εξ αιτίας της
αναφυείσης πειρατείας και την υπόθαλψιν του διά τόσων θυσιών
και αγώνων σβεσθέντος αλλά μη αποσβεσθέντος φιλοταράχου
πνεύματος των λαών της Ευρώπης. Γνωστοποιούντες δε κατά πρώτην
φοράν και την επί σκοπώ της περί ης ο λόγος ειρηνεύσεως
γενομένην πράξιν εν Πετρουπόλει και συνιστώντες τους όρους
αυτής εσυμβούλευαν την Πύλην δεχομένη την μεσιτείαν να
προομοιάση διά της παύσεως των εχθροπραξιών έλεγαν δε ότι, αν
άλλως επολιτεύετο, θα ηναγκάζοντο αι Δυνάμεις να σχετισθώσι
προς τους Έλληνας. Η Πύλη, συμφέρον έχουσα εξ αιτίας των κατά
την στερεάν Ελλάδα και την Πελοπόννησον ευτυχών προόδων της ν'
αναβάλλη την απάντησίν της, μόλις την έδωκε την 28 μαΐου, ίσως
καθ' ήν ημέραν έμαθε την παράδοσιν των Αθηνών. Διά της
απαντήσεως δε ταύτης, δι' ής έθετεν αρχάς τινας, καθ' άς
καθίστανται, συντηρούνται και διοικούνται κατά θείαν νεύσιν αι
κοινωνίαι, και δεν επιτρέπεται η παρέμβασις μιας Δυνάμεως εις
τα εσωτερικά άλλης, και δι' ής έλεγεν, ότι όλαι αι διατάξεις
αυτής θεμελιουνται επί του ιερού νόμου, και διά τούτο είναι
και δίκαιαι και αμετάτρεπτοι, διεσάλπιζε την προς τους
ραγιάδας γενναιότητα των Μουσουλμάνων και ιδιαιτέρως τα καλά
όσα ούτοι απελάμβαναν υπό την αγαθοποιόν σκιάν του θρόνου του
τωρινού σουλτάνου, εμέμφετο την προς τον μεγαλόδωρον αυθέντην
των αχαριστίαν των αποστατών Ελλήνων, κατέκρινε τας κατά των
Μουσουλμάνων απανθρωπίας των, εκήρυττε την μεγάλην μακροθυμίαν
της, την εντός του ιερού νόμου προς πάντας πάντοτε τους
Έλληνας επιεική διαγωγήν της, και την προς τους εν μετανοία
προσερχομένους ευσπλαγχνίαν της· διετείνετο δε ότι, περί
πολλού ποιουμένη την επάνοδον της ησυχίας ηγωνίζετο να
καταστέλλη την αποστασίαν, αλλά ξένοι την υπέθαλπαν και την
διετήρουν, και η κυβέρνησις των ξένων τούτων (ενόει δε την
αγγλικήν) επροφασίζετο, ότι δεν ημπόρει να τους εμποδίση,
παραβαίνουσα τοιουτοτρόπως όσα κυβέρνησις ώφειλε προς φιλικήν
κυβέρνησιν· ηπόρει δε πώς Δυνάμεις τινές εσυνθηκολόγησαν περί
των αφορώντων τους αποστάτας υπηκόους της παρά γνώμην και εν
αγνοία αυτής, και πώς παρέμβαιναν παρά το δημόσιον δίκαιον εις
τα εσωτερικά της, εν ώ αύτη είπε ρητώς και επανειλημμένως, ότι
απεποιείτο πάσαν ξένην παρέμβασιν υπενθύμιζε δε ότι και ο
Στραγγφόρδος, επανελθών εκ βερώνης, την εβεβαίωσεν εξ ονόματος
όλων των ανάκτων, ότι εις εαυτήν και μόνην απέκειτο να πράξη
ό,τι δέον έκρινεν ως προς τους απειθείς ραγιάδας της, και ότι
οι εν Ακερμάνη πληρεξούσιοι της Ρωσσίας είπαν, ότι ο
αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνην την εξίσασιν των ιδιαιτέρων
διαφορών του (α), και σκοπόν δεν είχε να παρέμβη εις τα της
Ελλάδος· ηπόρει δε πώς δεν εσυστέλλοντο αι Δυνάμεις λέγουσαι
ότι επί τη μη παραδοχή, της μεσιτείας σκοπόν είχαν να
θεωρήσωσιν ως Δύναμιν συμμορίαν ληστών, και πώς, προκειμένου
λόγου περί των αφορώντων την επί αποστατών υπηκόων νόμιμον
εξουσίαν της Πύλης, ανέφεραν τας λέξεις μ ε σ ι τ ε ί α ν, ο υ
δ ε τ ε ρ ό τ η τ α, α ν α κ ω χ ή ν, ε ι ρ ή ν ε υ σ ι ν, εν
ώ αι λέξεις αύται αναφέρονται μόνον ως προς σχέσεις κράτους
προς κράτος· ηρνείτο δε ότι εξ αιτίας των ταραχών εζημιούτο το
ευρωπαϊκόν εμπόριον, λέγουσα, ότι μόνα τα συμφέροντα αυτής
έπασχαν, και επανελάμβανεν ότι ούτε εις βλάβην ούτε εις ύβριν
της χριστιανικής θρησκείας εκινείτο ουδέ κατεφέρετο καθ' όλου
του έθνους των Ελλήνων, αλλά μόνον κατά των ταραχοποιών·
παραπονουμένη δε ότι αι Δυνάμεις κακώς πολιτευόμεναι εθάρρυναν
τους αποστάτας λόγω και έργω, έλεγεν, ότι ουδέποτε θα
απηρνείτο τα επί της Ελλάδος δίκαιά της, και ουδέποτε θα
παρέβαινεν, ενδίδουσα, τα παραγγέλματα του ιερού νόμου·
διεκήρυττε δ' επί τέλους διά τελευταίαν φοράν, ότι απέρριπτε
διά παντός πάσαν ξένην μεσιτείαν και πάσαν παρέμβασιν, ότι
μιας και της αυτής γνώμης ήσαν κατά τούτο και ο σουλτάνος και
οι υπουργοί του και το έθνος όλον των Μουσουλμάνων, και ότι
επεθύμει να παύσωσιν εις τα εξής αι ξέναι Δυνάμεις του να την
ενοχλώσι περί τούτου.
Καθ' όν δε καιρόν εματαιοπόνουν οι πρέσβεις εν
Κωνσταντινουπόλει, η Ρωσσία και η Αγγλία, αι επ' ειρηνεύσει
της Ελλάδος συνδεθείσαι, κατεγίνοντο να παραλάβωσι και τας
τρεις άλλας μεγάλας αυλάς συνεργούς· αλλ' η μεν Πρωσσία
απεποιήθη επί λόγω, ότι δεν είχε το αυτό συμφέρον, και
υπεσχέθη μόνον την φιλικήν παρά τη Πύλη σύμπραξίν της. Η δε
Αυστρία, η πρώτη άλλοτε προτείνασα την αναγνώρισιν της
ανεξαρτησίας της Ελλάδος, απήντησεν, ελθούσης της κρισίμου
ταύτης ώρας, ότι έχαιρε μεν επί τη ενώσει των δύο αυλών εις
κατάπαυσιν των μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξιών, αλλά
δεν ημπόρει ν' αναδεχθή επί αιτήσει αποστατών μεσιτεία·
προθεμένην απόσπασιν μεγάλου μέρους της Ελλάδος από της
εξουσίας του σουλτάνου, δεν απεποιείτο όμως ουδ' αυτή την παρά
τη Πύλη φιλικήν συνδρομήν της. Μόνη η γαλλική κυβέρνησις
πρόθυμος εφάνη. Η εν Γαλλία υπερισχύσασα κοινή γνώμη υπέρ
Ελλάδος, αι εν αμφοτέραις ταις βουλαίς βαρείαι και συνεχείς
προσβολαί κατά του υπουργείου ως τουρκίζοντος, και η αείποτε
και υπεράλλοτε ευμενής τότε προς τον χριστιανικόν αγώνα
διάθεσις του βασιλέως επερρέασαν επί τέλους την επί Βιλλέλου
κυβέρνησιν και την ηνάγκασαν όχι μόνον ν' ασπασθή την υπέρ των
Ελλήνων πράξιν των δύο Δυνάμεων, αλλά και να προβάλη ίνα
μετασχηματισθή η πράξις αύτη εις συνθήκην, να εγγυηθή παρά των
τριών Δυνάμεων ό,τι ορισθή, και να πειθαναγκασθή η Πύλη εις
παραδοχήν αυτής· συνέταξε δε, επί τη αξιώσει Αγγλίας και
Ρωσσίας, και την συνθήκην, ήτις τροπολογηθείσα υπεγράφη εν
Λονδίνω την 24 Ιουνίου υπό των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων
ορίζουσα εν συνόψει τα εξής.
Αι Δυνάμεις να προσφέρωσι τη Πύλη την μεσιτείαν των εις
συνδιαλλαγήν αυτής και των Ελλήνων, και ν' απαιτήσωσιν άνευ
αναβολής ανακωχήν.
Οι Έλληνες να κυβερνώνται υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου επί
ετησίω φόρω υπό Αρχών εκλεγομένων παρ' αυτών, συνευδοκούντος
και του σουλτάνου.
Οι Έλληνες να ιδιοποιηθώσι την παρ' αυτοίς ιδιοκτησίαν των
Τούρκων αποζημιούντες αυτούς.
Η οροθετική γραμμή να χαραχθή μετά ταύτα.
Μηδεμίαν ωφέλειαν να ζητήσωσιν αι Δυνάμεις δι' εαυτάς ή διά
τους υπηκόους των.
Ν' ασφαλισθώσιν οι συμβιβασθησόμενοι όροι υπό την εγγύησιν των
Δυνάμεων όπως μετά ταύτα εγκριθή.
Και ταύτα μεν διέταττε φανερά η συνθήκη. Κατά πρότασιν δε της
γαλλικής κυβερνήσεως, της υπέρ πάσαν άλλην προθεμένης να φέρη
εις αίσιον και ταχύ πέρας την συνθήκην, υπεγράφησαν
ταυτοχρόνως και οι εξής μυστικοί όροι.
Αν η Πύλη δεν εδέχετο εντός ενός μηνός την μεσιτείαν των
Δυνάμεων, να συνδέσωσιν αύται εμπορικάς και προξενικάς σχέσεις
μετά των Ελλήνων. Αν δε η Πύλη δεν εδέχετο την ανακωχήν ή οι
Έλληνες απεποιούντο την εφαρμογήν αυτής, να κηρύξωσιν αι
Δυνάμεις, ότι και εν τοιαύτη περιπτώσει εσκόπευαν να την
πραγματοποιήσωσι διά των καταλληλοτέρων τρόπων, αμέτοχοι
πάντοτε των εχθροπραξιών των αλληλομαχούντων. Αν δε παρά πάσαν
προσδοκίαν η Πύλη εθεώρει τα ανωτέρω ανεπαρκή εις παραδοχήν
των προτάσεών των, ή οι Έλληνες απέρριπταν τους όρους της
συνθήκης, αι Δυνάμεις να μη παύσωσιν ουδέ τότε εργαζόμεναι εις
ευόδωσιν της προκειμένης ειρηνεύσεως εφ' ών έθεσαν όρων.
Μοναδικόν φαινόμενον της αείποτε ιδιοτελούς πολιτικής θα
θεωρήσει την συνθήκην ταύτην όστις αναλογισθή υπό ποίων, κατά
ποίας περιστάσεις, διά ποία τέλη, και υπέρ ποίων αρχών εγράφη.
Όσα αι Δυνάμεις διεσάλπισαν και εν Λαϋβάχη και εν Βιέννη κατά
των εις βλάβην της εξουσίας εις ην υπάγονται εξανισταμένων
λαών, όλα διά της συνθήκης ταύτης εματαιώθησαν. Η συνθήκη
επρόσφερε θύμα εις εξιλέωσιν των λαών τας αρχάς της ιεράς
συμμαχίας, εμυκτήρισε την υπό το ιερόν όνομα αυτής ανίερον
πολιτικήν των αυλών βάσιν αληθή έχουσαν την φιλαρχίαν αυτών
και την καταπίεσιν των λαών, και καθιέρωσε νέον δημόσιον
δίκαιον νομιμοποιούσα ανέγερσιν τυραννουμένων κατά
τυραννούντων. Ως αίτια δε της συνθήκης ταύτης ανεφέροντο ο
παρατεινόμενος αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος, η
κορυφωθείσα αταξία και αναρχία, και η εντεύθεν πηγάσασα εις
βλάβην όλου του ευρωπαϊκού εμπορίου πειρατεία· αλλ'
απεσιωπήθησαν τα δύο ισχυρότερα αίτια, η ένθερμος συμπάθεια
όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών λαών υπέρ των Ελλήνων, και ο
φόβος της ενόπλου παρεμβάσεως της Ρωσσίας. Εγένετο δε η
μεσολάβησις των αυλών, κατά το λέγειν της συνθήκης, επί τη
αιτήσει των Ελλήνων προς την Γαλλίαν και την Αγγλίαν.
Είδαμεν ότι μόνης της Αγγλίας εζήτησαν οι Έλληνες την
μεσιτείαν εθνικώς και επισήμως· αλλ' ο Ρόσχης διά του επί της
εν Ελλάδι διατριβής του αναφανέντος γαλλικού κόμματος (β)
υπενήργησεν αναφοράς πολιτών αιτουμένων την μεσιτείαν της
Γαλλίας, σταλείσας προς αυτήν μυστικώ τω τρόπω, ας ανακαλύψασα
η ελληνική κυβέρνησις και αυτάς κατέκρινεν ως απαδούσας προς
όσα το έθνος εν Επιδαύρω εψήφισε και τους πρωταιτίους αυτών
ετιμώρησεν.
Αύγουστος Έπλεαν ήδη κατά το Αιγαίον δύο μοίραι· η μεν αγγλική υπό τον
Κοδριγκτώνα, η δε γαλλική υπό τον Δεριγνήν, και ανεμένετο και
ρωσσική. Την 5 αυγούστου αφίχθησαν εις Ναύπλιον ο Κοδριγκτών
και ο Δεριγνής και ανήγγειλαν ανεπισήμως τα της συνθήκης
συμβουλεύοντες την κυβέρνησιν να καλέση τους λαούς εις
ομόνοιαν και ευταξίαν, να τους προετοιμάση εις παραδοχήν
ανακωχής, και να μεταβή και αύτη εις Αίγιναν εξ αιτίας των εν
Ναυπλίω εμφυλίων τότε ταραχών, ίνα σκέπτεται και ενεργή εν
ησυχία και ανεπηρεάστως. Συνήνεσεν η κυβέρνησις, εξέδωκε την 9
προκήρυξιν κατά την έννοιαν των συμβουλών των ναυάρχων (γ),
και, απάρασα την 15 από του θαλασσοπύργου, όπου έδρευε· εξ
αιτίας των εν τη πόλει ταραχών, κατήρε την 17 εις Αίγιναν.
Μετέβη δ' εκεί συγχρόνως και η Βουλή, ης ο πρόεδρος, πέντε
μέλη και ο επί των εξωτερικών γραμματεύς απετέλουν κατά το ις'
ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως το συμβούλιον, εις ό
ανετέθησαν τα του συμβιβασμού (δ). Την δε 20 ο Χαμιλτών, ο
Γάλλος πλοίαρχος Χουγών και ο σύμβουλος της εν
Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας Τιμώνης απήτησαν επισήμως
παρά των Ελλήνων ανακωχήν. Ό,τι απήτησαν αι Δυνάμεις παρά των
Ελλήνων ήτον ό,τι εζήτησαν οι Έλληνες παρά των Δυνάμεων επί
της εν Επιδαύρω συνελεύσεως· δι' ο προθύμως συνήνεσαν. Αλλ'
ήσαν και πολλοί αυτών και όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες, οίτινες
αντέλεγαν και αντέπρατταν πρόφασιν έχοντες αυτήν την συνθήκην
ως μη διαγράφουσαν τα όρια της νέας επικρατείας και ως
υποκινούσαν αμφιβολίας ως προς την μέλλουσαν τύχην της τόσα
παθούσης στερεάς Ελλάδος.
Την δε 4 αυγούστου έφεραν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των
τριών Δυνάμεων εις γνώσιν της Πύλης την συνθήκην δι' ενός και
του αυτού εγγράφου διαλαμβάνοντος ότι έξ έτη ματαίως
ηγωνίσθησαν αι Δυνάμεις να την πείσωσιν εις ειρήνευσιν της
Ελλάδος· ότι, εξ αιτίας τόσων δυστυχημάτων όσα έπαθεν εντεύθεν
η ανθρωπότης, και τόσων ζημιών όσας υπέστη το εμπόριον όλων
των εθνών, το ζήτημα κατέστη ευρωπαϊκόν· ότι αι Δυνάμεις
ηναγκάσθησαν να παρέμβωσιν εις παύσιν του μεγάλου τούτου
κακού, και ότι, αν η Πύλη απέρριπτε την μεσιτείαν των και δεν
διέταττεν εντός 15 ημερών διακοπήν των εχθροπραξιών, απόφασιν
είχαν να ενεργήσωσιν ό,τι απήτει το αληθές συμφέρον αυτής της
Πύλης, η ασφάλεια του εμπορίου και η ησυχία της Ευρώπης.
Παρελθούσης δε της δεκαπενθημέρου προθεσμίας, υπήγαν οι
διερμηνείς των τριών πρεσβειών ζητούντες απάντησιν. «Αν
ήξευρα», τοις απεκρίθη ο Ρεήζ-εφέντης, «ότι το έγγραφον
απέβλεπε τα της Ελλάδος, δεν θα το εδεχόμην· αλλά μαθών τι
περιείχε, δεν το ανέγνωσα· είπατε προς τους αποστείλαντάς σας
ότι η θετική, η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησις
της υψηλής Πύλης είναι, ότι ουδεμίαν δέχεται πρότασιν περί
Ελλήνων, ότι επιμένει εις ην εξέφρασεν άλλοτε γνώμην και θα
επιμένει μέχρι συντελείας του αιώνος». Οι πρέσβεις, μαθόντες
ταύτα, ανήγγειλαν την επαύριον τω Ρεήζ-εφέντη ότι, επειδή
απερρίφθη η πρότασίς των, αι Δυνάμεις εσκόπευαν να ενεργήσωσιν
αυταί τα της συνθήκης. Η Πύλη εζήτησέ τινας διασαφήσεις,
επανέλαβε τα αυτά, εκήρυξεν ότι δεν δέχεται εις το εξής
έγγραφον περί ταύτης της υποθέσεως, και ότι εθεώρει το δοθέν
ως μη δοθέν· διέταξε δε να οχυρωθώσιν αμέσως τα του Βοσπόρου
και Ελλησπόντου φρούρια, έφερε στρατεύματα εν τη βασιλευούση
και παρεσκευάζετο εις πόλεμον. Επεσκέφθησαν οι διερμηνείς των
πρεσβειών τον Ρεήζ-εφέντην και την 2 σεπτεμβρίου και
συνδιελέχθησαν, αλλά και τότε απέτυχαν. Προκαλούμενος εν τη
συνδιαλέξει ταύτη ο Ρεήζ-εφέντης παρά του διερμηνέως της
Αγγλίας ν' ανακαλύψη τι διενοείτο να πράξη η Πύλη επί τη
περιστάσει ταύτη, είπεν· «Ο Θεός και το δίκαιόν μου είναι το
ρητόν της αυλής σου· ουδέν άλλο ρητόν εγκριτώτερον και παρ'
ημίν, εν ώ προτίθεσθε να μας προσβάλετε». Οι πρέσβεις
εγνωστοποίησαν την κατάστασιν των πραγμάτων τοις προξένοις και
δι' αυτών τοις υπηκόοις των τριών αυλών, οίτινες, θεωρούντες
άφευκτον τον πόλεμον, ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσι. Διετάχθησαν
δε συγχρόνως παρά των πρέσβεων και οι ναύαρχοι να ενεργήσωσιν
ό,τι ώριζεν η συνθήκη, απεχόμενοι μεν πάσης εχθροπραξίας, αλλ'
εμποδίζοντες τον επισιτισμόν του τουρκοαιγυπτίου στρατού και
διά της βίας, αν η χρεία το εκάλει. Διετάχθησαν παρά της
γαλλικής κυβερνήσεως και οι παρά τω Μεχμέτ-Αλή Γάλλοι να
παραιτηθώσι της υπηρεσίας του.
Εκείναις ταις ημέραις, είτε εκ συγκυρίας είτε εκ προμελέτης,
έφερεν επισήμως προς την Πύλην ο τότε πατριάρχης Αγαθάγγελος
αναφοράς των κατοίκων των υπό τα οθωμανικά όπλα επαρχιών της
στερεάς Ελλάδος και της Ευβοίας, δι' ών εκθειάζοντες την
φιλανθρωπίαν του Κιουταχή οι υπό το κοπτερόν ξίφος αυτού
Έλληνες και μετανοούντες δι' όσα έπραξαν κατέφευγαν εις το
έλεος της Πύλης αιτούμενοι διά της μεσιτείας του πατριάρχου
την απόδοσιν των κτημάτων αυτών και την άφεσιν των επί της
αποστασίας και των επί του παρόντος έτους οφειλομένων φόρων. Η
Πύλη, θέλουσα να κατασιγάση τας φωνάς της μεσιτευούσης
συμμαχίας και να εφελκύση και άλλους αποστάτας, έδραξε την
ευκαιρίαν ταύτην, ήνοιξε δι' εγγράφου της προς τον πατριάρχην
την θύραν του ελέους, τον διέταξε να καλέση όλους τους
αποπλανηθέντας εις μετάνοιαν, υποσχομένη άφεσιν αμαρτιών και
παραδεχομένη τας λοιπάς αιτήσεις των· απέλυσε δε και όλους
τους επί πολιτικώ λόγω κρατουμένους Έλληνας.
Αφ' ού αι Δυνάμεις απεφάσισαν να παύσωσι τον πόλεμον άκοντος
του σουλτάνου, ώφειλαν ν' αποκλείσωσι τον λιμένα της
Αλεξανδρείας, όπου ευρίσκοντο ταις ημέραις εκείναις πολεμικά
πλοία της Κωνσταντινουπόλεως, της Αιγύπτου, και του Τουνεζίου
έτοιμα εις έκπλουν. Αν εγίνετο τούτο, και απεκλείοντο διά
τινας μόνον ημέρας και τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της
Πελοποννήσου, δι' ών ετροφοδοτούντο τα εχθρικά στρατεύματα,
και τα ολέθρια σχέδια του Ιβραήμη θα εματαιούντο, και αυτός θα
ηναγκάζετο να επιθυμήση την εις Αίγυπτον επάνοδον· αλλ' η
συμμαχία ηρκέσθη να στείλη τον συνταγματάρχην Κραδόκον προς
τον Μεχμέτ-Αλήν εις αναβολήν του έκπλου των στόλων
συμβουλευτικώ τω τρόπω· ο δε φέρων την εντολήν ταύτην δεν
έφθασεν εν καιρώ εις Αίγυπτον αλλά και εν καιρώ αν έφθανε, δεν
θα εισηκούετο βεβαίως· Εχρειάζετο βία και όχι πειθώ· διότι,
και αν επείθετο ο Μεχμέτ-Αλής, θα εχρειάζετο και τότε βία κατ'
επιφάνειαν εις δικαιολογίαν του παρά τω σουλτάνω.
Εν τούτοις, λήγοντος του Ιουλίου, εξέπλευσαν του λιμένος της
Αλεξανδρείας 92 πλοία, εξ ών 51 πολεμικά, και τα λοιπά
φορτηγά· και ο μεν βυζαντινός στόλος υπό τον καπητανάμπεην
συνίστατο εις δύο δίκροτα, πέντε φρεγάτας, και εννέα
κορβέττας· ο δε αιγύπτιος υπό τον Μουχαρέμπεην εις τέσσαρας
φρεγάτας, ένδεκα κορβέττας, τέσσαρα βρίκια, έξ γολέττας και έξ
πυρπολικά· συνέπλεαν δε και τρεις τουνεζικαί φρεγάται μικραί
μεθ' ενός βρικίου, και ως οδηγός του Μουχαρέμπεη ο Γάλλος
υποναύαρχος Τελλιέρος, υφ' όν και υπό τινας άλλους Γάλλους
αξιωματικούς εξησκήθησαν τρισχίλιοι Άραβες περί τα ναυτικά
(ε)· τα δε φορτηγά, τα μεν 36 ήσαν υπό σημαίαν τουρκικήν, τα
δε 5 υπό αυστριακήν, φέροντα όλα 1000 τακτικούς, 100 ιππείς
ανίππους, τρόφιμα, πολεμεφόδια και έν εκατομμύριον διστήλων.
Εσκόπει δε ο Ιβραήμης να προσβάλη μετά την άφιξιν της δυνάμεως
ταύτης την Ύδραν. Τα πλοία ταύτα κατευωδώθησαν την 20
αυγούστου εις Νεόκαστρον, ουδέν συμμαχικόν ή ελληνικόν πλοίον
απαντήσαντα καθ' όλον τον πλουν.
Ο δε δραστήριος Ιβραήμης ήρχισεν αμέσως να επιβιβάζη εις άλλα
πλοία άλλα στρατεύματα προς ταχείαν εκπλήρωσιν του μεγάλου
σκοπού του. Καθ' ήν δε ημέραν κατέπλευσεν η εχθρική αύτη
δύναμις εις Νεόκαστρον, ο μεν Κοδριγκτών ευρίσκετο εν Ναυπλίω,
ο δε Δεριγνής εν Μήλω· αμφότεροι δε μαθόντες τον κατάπλουν,
ανεχώρησαν· και ο μεν Κοδριγκτών,
Σεπτέμβριος αφιχθείς πρώτος έμπροσθεν του Νεοκάστρου, έστειλε την 7
επιστολήν προς τον καπητανάμπεην κοινοποιούσαν τα της συνθήκης
και λέγουσαν, ότι κατ' αυτήν απηγορεύετο πάσα κίνησις πλοίων
και στρατευμάτων και πάσα μεταφορά πολεμεφοδίων εις βλάβην
οποιουδήποτε μέρους της στερεάς Ελλάδος και των νήσων, και
ότι, αν μία κανονία ερρίπτετο επί την βρεττανικήν σημαίαν, θα
κατεστρέφετο όλος ο στόλος του. Την 10 αφίχθη και ο Δεριγνής,
και έγραψαν αμφότεροι αυθημερόν τω Ιβραήμη τα αυτά. Την δ'
επαύριον επεσκέφθη ο Δεριγνής τον Ιβραήμην συναινέσει και του
Κοδριγκτώνος και τον ηύρεν εις άκραν αμηχανίαν περί του
πρακτέου, διότι ούτε τας δυνάμεις του ήθελε να ριψοκινδυνεύση,
ούτε τας διαταγάς του σουλτάνου να παρακούση· ηγνόει δε και
την γνώμην του πατρός του. Την δε 1 εξήλθαν εις επίσκεψίν του
οι δύο ναύαρχοι, και παρόντων των αρχηγών των στόλων
επανέλαβαν όσα έγραψαν. Ο Ιβραήμης απεκρίθη εις επήκοον όλων,
ότι δεν ήτον αυτεξούσιος, αλλ' υπηρέτης της υψηλής Πύλης, και
ότι, διαταχθείς να καταστρέψη την ελληνικήν επανάστασιν διά
της καταστροφής της Ύδρας, χρέος του ενόμισε να εκτελέση την
θέλησιν του κυρίου του· επειδή όμως ενδεχόμενον να μη προείδεν
ο κύριός του την νέαν φάσιν των πραγμάτων, εθεώρει αναγκαίον
να ζητήση νέας διαταγάς, έτοιμος πάντοτε να υπακούση, oποίαι
και αν ήσαν· αλλ' υπέσχετο ε π ί-λ ό γ ω-τ ι μ ή ς μηδένα
έκπλουν να επιτρέψη εν τω μεταξύ τούτω. Οι ναύαρχοι της
συμμαχίας ευχαριστήθησαν και ανεχώρησαν, ο μεν Κοδριγκτών εις
Ζάκυνθον, ο δε Δεριγνής εις Ελαφοννήσια, αφήσαντες ανά μίαν
φρεγάταν έφορμον.
Την δε 19, περί το δειλινόν, ειδοποιήθη ο Κοδριγκτών, ότι 30
πλοία, των εν Νεοκάστρω, πολεμικά και φορτηγά, έπλεαν υπό
επιτήδειον άνεμον προς τας Πάτρας εις τιμωρίαν, ως εγνώσθη
μετά ταύτα, των περί τον Χάστιγγα και εις επισιτισμόν του
στρατού. Ανήχθη επί τη αγγελία ταύτη η αγγλική ναυαρχίς, και
πρωίας γενομένης ευρέθη μεταξύ του στόματος του κόλπου και της
τουρκικής ταύτης μοίρας παρακολουθουμένη υπό των φρεγατών
Δαρτμούθης και Ταλβότης καί τινος βρικίου. Ο Κοδριγκτών
έσπευσε να ειδοποιήση τον αρχηγόν της τουρκικής μοίρας, ότι
παράβασιν του λόγου της τιμής του γενικού αρχηγού εθεώρει τον
έκπλουν της μοίρας ταύτης και δεν επέτρεπε να προχωρήση. Επί
τη κοινοποιήσει ταύτη επόδισεν η μοίρα προς το Νεόκαστρον, και
την επαύριον απήντησεν άλλην παρακολουθούσαν εκ του
Νεοκάστρου, εν ή και ο Ιβραήμης. Επόδισε και αύτη προς το
Νεόκαστρον μαθούσα τα του Κοδριγκτώνος. Επανέπλευσαν τότε εις
Ζάκυνθον τα αγγλικά πλοία. Σκότους δε γενομένου, εστράφησαν αι
δύο αιγύπτιαι μοίραι προς τας Πάτρας· αλλ', επικρατούσης καθ'
όλην την νύκτα σφοδράς αντιπνοίας, ολίγον επροχώρησαν. Οι δε
περί τον Κοδριγκτώνα, ιδόντες την επαύριον τα πλοία ταύτα,
ανήχθησαν, και, θαλασσομαχούντες εξ αιτίας της δεινής
κακοκαιρίας, τα επρόφθασαν το εσπέρας έμπροσθεν του Πάπα, τα
εκανονοβόλησαν και τα ηνάγκασαν να επαναπλεύσωσιν εις
Νεόκαστρον. Εν τούτοις έφθασε και η ρωσσική μοίρα υπό τον
υποναύαρχον Χεϋδένον.
Οκτώβριος Αφ' ού παρέβη ο Ιβραήμης τον λόγον του, οι ναύαρχοι
εσκέφθησαν, ότι δεν ησφαλίζοντο ειμή παραφυλάττοντές τον. Επί
τω σκοπώ τούτω συνήνωσαν τα πλοία των την 6 οκτωβρίου
έμπροσθεν του Νεοκάστρου· αλλ' επειδή εθεώρησαν και βαρύ και
επικίνδυνον να θαλασσομαχώσι παρά την δυσπαράπλευστον εκείνην
ακτήν, απεφάσισαν να εισπλεύσωσιν εν ειρηνικώ πνεύματι.
Ηρεθισμένοι δε διά την παράβασιν του λόγου του Ιβραήμη,
ηρεθίσθησαν έτι μάλλον κατ' αυτού ως δις συμβουλεύσαντές τον
προ ολίγου να μη καταστρέφη ως αγενής εχθρός την Μεσσηνίαν διά
πυρός και σιδήρου και μη εισακουσθέντες. Ουδέν ήττον
ηρεθισμένοι κατά των ναυάρχων ήσαν και οι Τούρκοι, βλέποντες
τα μεγάλα σχέδιά των διασκεδαζόμενα καθ' ήν ώραν εφαίνετο
βεβαία η ευόδοσίς των, τους τόσον αιματηρούς και πολυδαπάνους
αγώνας των ματαιουμένους, και εαυτούς ενώπιον των αποστατών
εξευτελιζομένους. Υποπτεύοντες δε μάχην προητοιμάσθησαν
θέσαντες τα πλοία των εις σχήμα πετάλου επί δύο γραμμών
αρχομένων από της μιας άκρας της εισόδου του λιμένος,
παρατεινομένων εις το εν μέσω αυτού κείμενον νησίδιον του
Χελωνακίου και εις την άλλην άκραν περατουμένων· το σχήμα δε
τούτο έθετε τα εισπλέοντα πλοία υπό την πυροβολήν όλου του
στόλου. Συνίστατο δε η εν τω λιμένι του Νεοκάστρου δύναμίς των
την ημέραν εκείνην εις τρία δίκροτα, δεκαεννέα φρεγάτας, ων αι
τέσσαρες αιγύπτιαι ήσαν δίφρακτοι (vaisseau ras1es), εικοσιέξ
κορβέττας, δώδεκα βρίκια και έξ πυρπολικά, φέροντα όλα κανόνια
1994 (ς)· εφρουρείτο δε το στόμα του λιμένος και υπό του πυρός
του φρουρίου και μιας εκατέρωθεν του στόματος κανονοστοιχίας.
Και η μεν ένδον γραμμή εσχηματίζετο εκ δικρότων και φρεγατών,
έχουσα επί των εσχατιών της εκατέρωθεν τα πυρπολικά, η δ'
εκτός υπό κορβεττών και βρικίων κατά τα κενά της ένδον·
εσάλευαν δ' επ' αγκύρας όπισθεν της έξω γραμμής καί τινα των
μικροτέρων πλοίων διαγράφοντα τρίτην ατελή γραμμήν προς τα άνω
και κατά την αριστεράν πλευράν του πετάλου· εναυλόχουν δε τα
τουνεζικά εκείθεν του Χελωνακίου· τα δε φορτηγά έκειντο όλα
παρά τον νοτιοανατολικόν αιγιαλόν. Και οι μεν περί τον
καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατείχαν τα δεξιά, οι δε περί
τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην τα αριστερά. Εν τούτοις
εισέπλευσαν τον λιμένα δύο συμμαχικά πλοία μη φέροντα σημαίαν,
και περιπλεύσαντα εις κατασκόπευσιν, ως εικάζεται, εξέπλευσαν
ακοινώνητα και ανεπηρέαστα.
Ο δε Κοδριγκτών, όστις, έχων βαθμόν αντιναυάρχου, ήρχεν όλου
του συμμαχικού στόλου, εχόντων των δύο συναδέλφων του τον του
υποναυάρχου, διέταξε τον είσπλουν, μεσούσης της ημέρας της 8,
παραγγείλας ουδείς των υπό την οδηγίαν του να κανονοβολήση, αν
δεν εκανονοβόλουν οι Τούρκοι πρώτοι. Συνεκροτούντο δε αι
συμμαχικαί μοίραι, η μεν αγγλική εκ τριών δικρότων, της
ναυαρχίδος Ασίας, της Γενούης και της Αλβιώνος, εκ τεσσάρων
φρεγγατών, της Γλασκόβης, της Καμβρίας, της Δαρτμούθης και της
Ταλβότης, και εκ πέντε βρικίων και γολεττών, του Ρόδου, του
Κώνωπος, του Γοργού, της Φιλομήλας και της Ελάφου· η δε
γαλλική εκ τριών δικρότων, της Βρεσλαβίας, του Σκιπίωνος και
της Τριαίνης, εκ δύο φρεγατών, της ναυαρχίδος Σειρήνος και της
Αρμίδας, και εκ δύο γολεττών, της Δάφνης και της Αλκυώνος· η
δε ρωσσική εκ τεσσάρων δικρότων, της ναυαρχίδος Αζόφης, του
Αλεξάνδρου Νεύσκη, της Γαγγούτης και του Ιεζεκιήλ, και εκ
τεσσάρων φρεγατών, του Κάστορος, του Κωνσταντίνου, της Ελένης
και της Προβονόης. Ιδού τα ονόματα των πλοίων τούτων των μεν
Αγγλιστί των δε Γαλλιστί· Asia, Genoa, Albion, Glasgow,
Cambria, Dartmouth, Talbot, The Rose, Muskitto, Alegro,
Philomelus, Zebra. — Breslaw, Scipion, Trident, Sir;ene,
Armide, Daphn;e, Alcyon. — Asof, Alexandre Newsky, Slanat,
Jeseckiel, Castore, Constantin, Hell2ene, Provonnog· έφεραν δε
αι τρεις αύται μοίραι κανόνια 1276 (ζ)· αλλ' η δύναμις αύτη,
αν και υποδεεστέρα της τουρκικής κατά τον αριθμόν των
κανονίων, ήτο λίαν επικρατεστέρα ως εμπεριλαμβάνουσα δέκα
δίκροτα, και, αν προσέβαλλε την τουρκικήν μετέωρον, θα την
κατέστρεφε και ευκόλως και ταχέως. Έπλεαν δε αι σύμμαχοι
μοίραι εις δύο γραμμάς, υπήνεμον μεν η αγγλική και γαλλική,
υπερήνεμον δε η ρωσσική. Και κατ' αρχάς μεν προέπλεεν αύτη·
αλλ', αφ' ού έφθασε προς το στόμιον του λιμένος, φοβηθείς ο
Κοδριγκτών μη τα φρούρια και αι κανονοστοιχίαι πυροβολήσωσι τα
πλοία διαπλέοντα προς τα ακροστόμια, την διέταξε ν'
ανακωχεύση, και, τούτου γενομένου, κατέλαβε την πρώτην τάξιν η
αγγλική, την δευτέραν η γαλλική και την τελευταίαν η ρωσσική
επί σκοπώ να διαπλεύσωσιν επί μιας γραμμής το στόμα του
λιμένος κατάμεσον.
Μόλις εφάνη εισπλέουσα η αγγλική ναυαρχίς και κανονοκρότησις
από του φρουρίου έβαλεν εις κίνησιν ως εκ συνθήματος όλον τον
τουρκοαιγύπτιον στόλον. Ο δε καπητανάμπεης, βλέπων αυτήν
προβαίνουσαν είπεν, «ο κύβος ερρίφθη, οι Άγγλοι δεν
παίζονται», παρήγγειλε δ' εν τω άμα τω Κοδριγκτώνι να
εκπλεύση. «Δεν ήλθα να λάβω, ήλθα να δώσω διαταγάς», απεκρίθη
ο υπερήφανος Άγγλος, προσθέσας, ότι η απιστία του Ιβραήμη
ηνάγκασε τους συμμάχους να εισπλεύσωσι, και ότι, αν
επυροβολείτο η σημαία των, θα κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος
στόλος.
Την β' ώραν μετά μεσημβρίαν εισέπλευσαν υπό λεπτόν εμβάτην,
εξαιρουμένων της Καμβρίας και της Γλασκόβης, ανενόχλητα τα
αγγλικά πλοία· και αγκυροβόλησαν τα μεν τρία δίκροτα κατά
σειράν παράπλευρα της τουρκικής ναυαρχίδος, ενός άλλου
δικρότου και μιας φρεγάτας· η δε Δαρτμούθη, τα βρίκια και αι
γολέτται παρά τα προς τον είσπλουν πυρπολικά, τα μεν κατά την
Σφακτηρίαν, όπου και η Ταλβότη, τα δε αντικρύ, εν οίς και η
Δαρτμούθη. Συνεισέπλευσαν καί τινα της γαλλικής μοίρας μετά
της ναυαρχίδος. Και η μεν Σειρήν ηγκυροβόλησεν εντεύθεν των
αγγλικών δικρότων παρά τα κατά την αυτήν πλευράν αιγύπτια
πλοία, όπου διετάχθησαν να παραπλαγιάσωσι και δύο των εισέτι
έξω του λιμένος τριών γαλλικών δικρότων· η δε Αρμίδα
ηγκυροβόλησε παρά την Ταλβότην, η δε Δάφνη και η Αλκυών παρά
την Ασίαν· τα δε λοιπά και όλη η ρωσσική μοίρα ενηνέμουν
έξωθεν του λιμένος.
Εν τούτοις, απέστειλεν ο πλοίαρχος της Δαρτμούθης την λέμβον
του προς τους εν τω παρ' αυτή πυρπολικώ παραγγέλλων ν'
απομακρυνθή· αλλ' οι εν αυτώ, υποπτεύσαντες ότι ήρχοντο οι
Άγγλοι να το κυριεύσωσι, τους ετουφέκισαν ερχομένους
απροφυλάκτως και εσκότωσαν τον αξιωματικόν καί τινας των
ναυτών· αντετουφέκισαν οι εν τη Δαρτμούθη και οι εν τη
παρελλιμενιζούση Σειρήνι· έπεσε παρά τινος των αιγυπτίων
πλοίων μία κανονία εις την Σειρήνα· αντεκανονοβολησεν η
Σειρήν· συνεκανονοβόλησεν η Ασία την βυζαντινήν ναυαρχίδα
κανονοβολήσασαν αυτήν πρώτην, και ούτως εξήφθη η μάχη. Επί δε
τη θέα ταύτη, ανήγγειλεν ο Μουχαρέμπεης, ούτινος το πλοίον
έκειτο και αυτό παράπλευρον της Ασίας αριστερόθεν ότι σκοπόν
δεν είχε να την κανονοβολήση· απέστειλε και ο Κοδριγκτών τον
πρωρέα του, Πέτρον Μικέλλην, ίνα αναγγείλη ότι, μη
κανονοβολούμενος, ουδ' αυτός θα εκανονοβόλει· αλλ' οι περί τον
Μουχαρέμπεην, είτε κατά διαταγήν είτε εν αγνοία αυτού, και τον
στελλόμενον εσκότωσαν, προσερχομένης της λέμβου, και πρώτοι
εκανονοβόλησαν την Ασίαν. Ήρχισε τότε η μέχρι τούδε
κανονοβολούσα την βυζαντινήν ναυαρχίδα δεξιόθεν Ασία να
κανονοβολή και την αιγυπτίαν αριστερόθεν και κατεναυμάχησεν
αμφοτέρας· οι δ' εκθρώσκοντες ουρανομήκεις καπνοί τόσον την
περιεκάλυψαν υπό παχείαν νεφέλην, ώστε οι παρεστώτες την
εξέλαβαν ως συναπολεσθείσαν αλλά, διασκεδασθέντος του καπνού,
την εχαιρέτησαν αναφανείσαν αλαλάζοντες. Πολλά δε παθούσα επί
της συμπλοκής ταύτης, πλείστα έπαθεν αρθέντων των πλοίων
τούτων εκ του μέσου από της πυκνής πυροβολής της δευτέρας και
τρίτης γραμμής.
Διεκρίθη και η Γενούη προς έν δίκροτον και μίαν μαχομένη
φρεγάταν· και το μεν δίκροτον κατεπολέμησε, την δε φρεγάταν
αύτανδρον εβύθισεν· αλλ' η καταναυμαχηθείσα τουρκική ναυαρχίς
εξοκείλασα όπισθεν της Γενούης και εκκενώσασα την
κανονοστοινίαν της, καιρίως την έβλαψε και πολλούς των εν αυτή
εφόνευσεν, εν οίς και τον πλοίαρχον Βαθούρστην ιστάμενον επί
της στέγης του πλοίου άφοβον καθ' όλην την πάλην.