τας Σπέτσας. Συνήλθαν συγχρόνως κατά διαταγήν του εις Χέλι
αντικρύ των Σπετσών αι μοίραι των τριών ναυτικών νήσων. Η
ψαριανή δεν είχε την φοράν ταύτην τον αρχηγόν της Νικολήν
Αποστόλη, υφ' όν πολλάκις εδοξάσθη. Ο αξιότιμος ούτος και
αρχαϊκός ανήρ επλήρωσε το κοινόν χρέος την 6 απριλίου εν
Αιγίνη, όπου μετώκησε καταστραφείσης της πατρίδος του. Έτοιμοι
ήσαν αι ελληνικαί μοίραι να εκπλεύσωσιν· αλλ' ο Κοχράνης,
μαθών ότι ο Ιβραήμης διέμενεν εντός τινος εν τω λιμένι της
Γλαρέντσας βρικίου, διαρκούσης της πολιορκίας του
Χλουμουτσίου, έβαλε κατά νουν να τον αφαρπάση, και αφήσας όλον
τον στόλον απέπλευσεν επί της φρεγάτας επαγόμενος και την
Καρτερίαν. Την 10 μαΐου προς το εσπέρας επλησίασεν η Ελλάς την
Γλαρέντσαν υπ' αυστριακήν σημαίαν· αλλ' ο Ιβραήμης, είτε εξ
υποψίας είτε εκ περιστάσεως, προλαβών απέβη εις την ξηράν· ο
δε Κοχράνης, μη ευρών το θήραμά του προσέβαλε δύο αιγυπτίας
κορβέττας, έβλαψε την μίαν και εσκότωσε πολλούς του
πληρώματος, αλλ' ουδεμίαν συνέλαβε. Καθ' ήν δε ημέραν έπλευσεν
η Ελλάς προς την Γλαρέντσαν, έπλευσε και η Καρτερία προς τας
Πάτρας· αλλά, παθούσης της μηχανής της, επόδισε, και εν ώ
παρήλλαττε τον Μαλέαν, σφοδρός ανεμοστρόβιλος έρριψε τα δύο
της κατάρτια. Δέκα δε ημέρας περιπλεύσας ο Κοχράνης το ιόνιον
πέλαγος συνέλαβε πλοίον φέρον πολεμεφόδια και αιχμαλώτους
Έλληνας μετακομιζομένους εις Νεόκαστρον προς μεταβίβασιν εις
Αίγυπτον και το απέστειλεν εις Πόρον αποβιβάσας αβλαβείς εις
το Λοιμοκαθαρτήριον της Ζακύνθου δέκα Τούρκους ευρεθέντας εν
αυτώ· την δε 25 απήντησεν εκτός των Κυθήρων τον ελληνικόν
στολίσκον αναμένοντα αυτόν εκεί κατά δευτέραν διαταγήν του και
συγκείμενον εξ ενός τρικατάρτου, δεκατεσσάρων βρικίων και οκτώ
πυρπολικών, και συναπέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν επί σκοπώ να
πέση αίφνης εις τον λιμένα και καύση διά των πυρπολικών τον εν
αυτώ στόλον του Μεχμέτ-Αλή ανέτοιμον εις αντίστασιν και εις
έκπλουν.
Ιούνιος Την 4 Ιουνίου, μετά μεσημβρίαν, εφάνησαν τα ελληνικά πλοία
έμπροσθεν της Αλεξανδρείας υπό αυστριακήν σημαίαν· και εν
πρώτοις μεν υπελήφθησαν ως αυστριακά εμπορικά υπό συνοδίαν
φρεγάτας· αλλά πλησιάσαντα εγνωρίσθησαν, και αι προφυλακίδες
του στόλου του Μεχμέτ-Αλή φοβηθείσαι έδραμαν εις τον λιμένα,
και μία αυτών εκάθησεν επί του στόματος. Η Ελλάς ηγκυροβόλησε
δύο μίλια μακράν της ξηράς, και ο Κοχράνης διέταξε τα οκτώ
πυρπολικά να εισπλεύσωσιν· εισέπλευσαν δύο και έκαυσαν την επί
του στόματος προφυλακίδα 22 κανονίων. Κατεταράχθησαν οι
Αιγύπτιοι ιδόντες τον εχθρόν προ των θυρών, ηγωνίσθησαν δι'
όλης της νυκτός να ετοιμάσωσι τα πλοία των, και, πρωίας
γενομένης, ο Μεχμέτ-Αλής έπλευσεν ως παρατηρητής προς το στόμα
του λιμένος επί τινος πολεμικού βρικίου νεωστί
κατασκευασθέντος εν Μασσαλία· εξέπλευσαν μετ' ολίγον καί τινες
κανονοφόροι επί σκοπώ να κυριεύσωσι πυρπολικόν ελληνικόν
κείμενον υπό την ξηράν εν άκρα νηνεμία, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν.
Τα ελληνικά πλοία διέμειναν όλην την ημέραν έμπροσθεν του
λιμένος και προς το εσπέρας εστράφησαν αρκτοδυτικώς· την δε
επαύριον εξέπλευσαν έξ φρεγάται, έξ κορβέτται και δέκα βρίκια
εις καταδίωξιν αυτών υπό την οδηγίαν του Μεχμέτ-Αλή. Ο στόλος
ούτος ηκολούθησε τα ελληνικά μέχρι της Ρόδου μακρόθεν, έως ου
έγειναν άφαντα· την δε 20 επανήλθαν εις τα ίδια, και η Ελλάς
ηγκυροβόλησεν εν Πόρω.
Μετά δε την πτώσιν του Χλουμουτσίου μετέβη ο Ιβραήμης εις
Πάτρας, δουλαγωγήσας καθ' οδόν επτακοσίας ψυχάς καταφυγούσας
εις την λίμνην της Καλογραίας κατά τον Πάπαν και μετέβη την 25
μαΐου εις Ρίον, όπου παρέλαβε τους τρισχιλίους ίππους του. Την
δε 2 Ιουνίου εξαπέστειλεν εις χρήσιν της εν Τριπολιτσά φρουράς
δισχίλια τροφοφόρα ζώα υπό την συνοδίαν του Δελή-Αχμέτη.
Δύο ήμισυ έτη παρήλθαν αφ' ού επάτησε την Πελοπόννησον ο
Ιβραήμης και μεγάλα τα εντεύθεν παθήματα των Πελοποννησίων. Τα
ζοφερά σπήλαια, αι δυσανάβατοι ακρώρειαι, τα δυσπρόσιτα έλη,
οι κρημνοί και οι απότομοι βράχοι ήσαν τα μόνα ασφαλή
κατοικητήριά των, το χώμα δε πολλάκις στρωμνή και τροφή τα
άγρια χόρτα· εφονεύοντο, ηχμαλωτίζοντο, ελαφυραγωγούντο,
κατεστρέφετο η πατρίς των, αλλά δεν επροσκύνουν. Επί των
ημερών όμως τούτων οι κάτοικοί τινων επαρχιών απηρνήθησαν τον
εθνικόν αγώνα. Πρό τινος καιρού είχε μυστικάς σχέσεις προς τον
Ιβραήμην είς των υποπλαρχηγών της επαρχίας των Πατρών, ο εκ
Ζουμπάτης Δημήτρης Νενέκος. Ούτος απέρριψεν επί της
εκστρατείας ταύτης το προσωπείον, εστράτευσε μετά του Ιβραήμη
κατά των συμπολιτών του, και συμβουλεύσας αυτόν να ανεξικακή
και να πολιτεύεται τους Έλληνας επιεικώς, εδείχθη θερμός
απόστολός του. Το παράδειγμα και η φωνή του αρνησιπάτριδος
Νενέκου, η πλαστή εξημέρωσις του αγρίου Ιβραήμη, αι ευτυχείς
εκστρατείαι του, η απελπισία των λαών από πάσης αντιλήψεως και
η γενική παράλυσις των ελληνικών πραγμάτων τόσον επηρέασαν τα
πνεύματα των ανθρώπων, ώστε τα πλείστα χωρία των επαρχιών
Πύργου, Γαστούνης, Πατρών, Βοστίτσης και Καλαβρύτων
επροσκύνησαν, και το μόλυσμα φόβος μέγας ήτο μη διεδίδετο και
αλλού· θεραπείαν το κακόν δεν είχεν ειμή την εμψύχωσιν των
λαών διά της εν Πελοποννήσω συστάσεως στρατοπέδων. Ακάματος
εδείχθη ο Κολοκοτρώνης εν τη δεινή ταύτη ώρα· έγραψε παντού
απειλών και συμβουλεύων, εκίνησε στρατιωτικά σώματα εις
διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, προητοίμασε το εν τω ομφαλώ
αυτής φρούριον της Καρυταίνης εις αντίστασιν και καταφύγιον
των περιοικούντων, και έστειλεν ικανούς εις υπεράσπισιν του
μεγάλου Σπηλαίου, καταφυγίου των γειτονικών επαρχιών, διότι
εμελέτα ο Ιβραήμης να το πατήση είτε ως εχθρός είτε ως φίλος.
Την δε 13 επανήλθεν ο Δελή-Αχμέτης εκ Τριπολιτσάς εις Πάτρας,
αφ' ού εξετέλεσεν ευτυχώς το έργον του, και την 17 εστράτευσεν
ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων μηδεμίαν προξενήσας
καθ' οδόν επί τη συμβουλή του Νενέκου βλάβην, και εσκήνωσε
κατά το μετόχιον του μεγάλου Σπηλαίου, Σάλμενα, δύο ώρας
μακράν της πόλεως των Καλαβρύτων και δύο ήμισυ του
μοναστηρίου, και έγραψε προς τους πατέρας περιποιητικώ τω
τρόπω προσκαλών αυτούς εις το στρατόπεδόν του ίνα λάβωσι τα
αμνηστήρια και συμβουλεύσωσιν, ως υπηρέται του Θεού του ελέους
και της ειρήνης, τους προκρίτους της Πελοποννήσου να μη
γίνωνται αφορμή της φθοράς του τόπου και της αιματοχυσίας των
αδελφών των. Φοβηθέντες οι πατέρες υπεκρίθησαν υποταγήν, αλλ'
απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις το στρατόπεδόν του. Απήτησε και
εκ δευτέρου ο Ιβραήμης την παρουσίαν των ενώπιον του ως
αναγκαίαν, αλλά παρήκουσαν και εκ δευτέρου, επαναλαμβάνοντες
πάντοτε την προς την υψηλήν Πύλην πίστιν και υποταγήν των.
Τοις έγραψεν ο Ιβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και
επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση. Την
νύκτα της 23 ανέβησαν τρισχίλιοι εχθροί υπό την οδηγίαν των
περί τον Νενέκον διά δυσβάτων μερών και δι' αγνώστων
μονοπατίων εις τον υπερκείμενον του μοναστηρίου υψηλόν
σταυρόν, και εξημερώθησαν ενώπιον των απειθών πατέρων·
εξακόσιοι ήσαν οι υπερασπισταί του μοναστηρίου, κληρικοί και
λαϊκοί, κατέχοντες νεοδμήτους τινάς πύργους δυναμωθέντας προ
ολίγου διά κανονίων. Μετά την ανατολήν του ηλίου ήρχισεν η
μάχη και διήρκεσε μέχρι του δειλινού. Οι Τούρκοι απέτυχαν και
ωπισθοδρόμησαν αυθημερόν εις το στρατόπεδόν των, εφονεύθησαν
και επληγώθησαν ικανοί εξ αυτών ως πολλάκις ορμήσαντες, ένδεκα
δ' εκ των Ελλήνων· εφονεύθη και ο Ανδρέας Σαρδελιάνος.
Τοιουτοτρόπως διετηρήθη και την φοράν ταύτην το μοναστήριον
απάτητον.
Τούτων γενομένων, ο μεν Ιβραήμης εστράτευσε πανστρατιά εις
Τριπολιτσάν· ο δε Νενέκος, όστις δεν έπαυε δίδων τρανά
δείγματα πίστεως προς τους καταστροφείς της πατρίδος του και
τους δημίους και ανδραποδιστάς των συμπολιτών του, μετέβη μετά
των περί αυτόν εις Πάτρας, συνηνώθησαν πολλοί των εκεί
Τούρκων,
Ιούλιος και την 3 Ιουλίου προσέβαλαν τους περί τον Βασίλην Πετμεζάν
κατά τον Άγιον Βλάσην και τους διεσκόρπισαν· προσέβαλαν την 17
και τους περί τον Χελιώτην και Φεϊζόπουλον κατά την εν τη
επαρχία Βοστίτσης μονήν του αγίου Ιωάννου, και κυριεύσαντες
δι' επανειλημμένων εφόδων το έξωθεν οχύρωμα, και
καταστρέψαντες όλους σχεδόν τους εν αυτώ, ως 60, ανεχώρησαν
αυθημερόν πολλά και αυτοί παθόντες.
Δεν εχάρη επί πολύ ο ανοσιουργός Νενέκος τας τιμάς της
προδοσίας του, δολοφονηθείς μετά τα συμβάντα ταύτα ενεργεία
του Κολοκοτρώνη.
Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Κατσάναν, διήρεσε το στράτευμα, και
τους μεν απέστειλεν εις Λαγκάδια διά της γεφύρας της Κυράς
προς αφανισμόν και αυτού και των λοιπών χωρίων της επαρχίας
Καρυταίνης, ως μη δεχομένων τα αμνηστήρια (α), αυτός δε και οι
λοιποί ώδευσαν κατ' ευθείαν, όπως συνενωθώσιν εν τη πεδιάδι
της Καρυταίνης.
Ταις ημέραις εκείναις ευρίσκοντο δισχίλιοι Έλληνες εν
Λιβαρτσίω υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον προς εμψύχωσιν
των λαών. Ούτοι μετέβησαν εις Καρνέσι, όπου ήτον οχύρωμα
εχθρικόν, απεδίωξαν τους Τούρκους και το εκυρίευσαν.
Ανεφάνησαν αίφνης οι περί τον Ιβραήμην και εφώρμησαν. Οι
Έλληνες αντεστάθησαν μέχρι τινός, άφησαν μετά ταύτα το οχύρωμα
και απεμακρύνθησαν· επέστρεψαν μετ' ολίγον και ηκροβολίσθησαν,
αλλ' επιφανέντος άλλου εχθρικού σώματος ανεχώρησαν· 20 Τούρκοι
και 7 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν. Μετά τον
ακροβολισμόν τούτον εισήλθε το εχθρικόν στράτευμα όλον εις
Τριπολιτσάν, και, αρχομένου του ιουλίου, κατέβη εις Μεσσηνίαν,
όπου κατέβη και ο Ιβραήμης.
Την δε 26 εφάνησαν έμπροσθεν των Κυτριών και της Σκαρδαμούλας
δεκατέσσαρα πλοία εχθρικά εκπλεύσαντα του Νεοκάστρου, τα
πλείστα φρεγάται και κορβέτται, και έρριψαν αυθημερόν 1700
κανονίας, αλλ' αντισταθέντων γενναίως των Μανιατών ανέπλευσαν
άπρακτα. Προσέβαλαν την αυτήν ημέραν οι εχθροί διά ξηράς και
τους εν Φρουτσάλα υπό τον Νικήταν, αλλ' ουδ' εκεί ευδοκίμησαν.
Ανεχώρησαν μετ' ολίγον εκ Νεοκάστρου εις Τριπολιτσάν
τετρακισχίλιοι εχθροί συνοδεύοντες μέγα πλήθος τροφοφόρων
ζώων. Ο Νικήτας, προκαταλαβών το στενόν του Λεονταρίου,
ενέδρευσε, και εφόνευσεν ικανούς, αλλά δεν εμπόδισε την
πορείαν των εχθρών· επληγώθησαν δ' εν τη μάχη ταύτη και δέκα
Έλληνες.
Ο δ' επανελθών εις Πάτρας Δελή-Αχμέτης εξεστράτευσε λήγοντος
του ιουλίου, διέβη ατουφέκιστος τα Σελλά, διεσκόρπισε τους εν
τω χωρίω Κουνινά υπό τον Φεϊζόπουλον και τον Λεχουρίτην
φονεύσας τινάς αυτών, εν οίς και τον Γεώργιον Μωραΐτην, και
προχωρήσας εις το ξενοδοχείον της Ακράτας επανήλθεν εις
Πάτρας· εστράτευσε μετ' ολίγας ημέρας και προς το μέρος της
Καφικαριάς πλησίον των Λαπαναγών, χωρίου των Καλαβρύτων, όπου
έμαθεν ότι συνήλθεν ελληνικόν στράτευμα. Η θέσις αύτη έχει δύο
πορείας, την μεν προς το μέρος των Πατρών βατήν, την δε προς
το των Καλαβρύτων και της Βοστίτσης σχεδόν άβατον. Εν ταύτη
ετοποθετήθησαν 1500 Έλληνες υπό τον Πλαπούταν, τον
Μελετόπουλον, τον Ροδόπουλον, τον Χρήστον Φωτομάραν και
άλλους. Την 26 αυγούστου πρωί εσκήνωσαν τετρακισχίλιοι εχθροί
τακτικοί και άτακτοι, ιππείς και πεζοί, υπό την θέσιν εκείνην,
και την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου ανέβησάν τινες
αυτών και επολέμησαν τους Έλληνας· αλλά, μη δυνηθέντες να
προχωρήσωσι διά το κατωφερές και κρημνώδες του μέρους εκείνου,
επανήλθαν αυθεσπερί εις τας σκηνάς των. Την επαύριον εκίνησαν
πανστρατιά κατά το αυτό μέρος στήσαντες απέναντι των Ελλήνων
δύο κανόνια· αλλ' οι Έλληνες τους αντέκρουσαν κυλίοντες
λίθους, και τους ηνάγκασαν να στρέψωσι τα νώτα· εφώρμησαν οι
εχθροί και μετά την μεσημβρίαν, αλλ' έπαθαν και τότε όσα και
την πρωίαν. Ιδόντες δε ότι ορμώντες εβλάπτοντο και δεν
έβλαπταν, απεχώρησαν κανονοβολούντες, και, σκότους γενομένου,
ανεχώρησαν. Πολλοί επί της διημέρου μάχης εχθροί τακτικοί και
άτακτοι εφονεύθησαν και επληγώθησαν, καί τινες ηχμαλωτίσθησαν,
εν οίς και δύο σημαιοφόροι· τρεις δε Έλληνες εφονεύθησαν και
δέκα επληγώθησαν. Μετά την μάχην ταύτην, οι μεν Έλληνες
κατέβησαν εις Πετσάκους δύο ώρας μακράν της Καφικαριάς, οι δ'
εχθροί, διασκορπισθέντες εις τα χωρία, τα ελεηλάτησαν και
συνενωθέντες πάλιν εις Βοστίτσαν εστράτευσαν προς το
Διακοπτόν, όπως προχωρήσωσι κατά την Ακράταν· αλλ' ευρόντες
αντίστασιν, προκαταλαβόντων αυτό των εν Πετσάκοις Ελλήνων,
ωπισθοδρόμησαν εις Βοστίτσαν.
Επικειμένης δε της συγκομιδής της σταφίδος, αμφιβάλλετο αν θα
ήσαν συγκομισταί οι Τούρκοι ή οι Χριστιανοί. Οι πατέρες του
Σπηλαίου εκάλεσαν τους περί τον Κολοκοτρώνην εις υπεράσπισιν
της ιδιοκτησίας των επί αντιμισθία. Ήλθαν οι κληθέντες, αλλ'
ούτε των πατέρων ούτε των άλλων την ιδιοκτησίαν εδυνήθησαν να
προστατεύσωσιν ως κειμένην επί πεδιάδος· οι δε εχθροί
μετεκόμισαν την σταφίδα εις τα πλοία των, επανήλθαν εις Πάτρας
και ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις Νεόκαστρον υπό τον Δελή-
Αχμέτην διά Γαστούνης και Πύργου.
Απάρας δε ο Κοχράνης του Πόρου τα τέλη Ιουνίου, περιήλθε το
Αιγαίον επί εισπράξει των εθνικών προσόδων εις κίνησιν της
ναυτικής δυνάμεως, και επέβαλεν είκοσι χιλιάδων διστήλων φόρον
επί τους εμπόρους της Σύρας· επεσκέφθη μετά ταύτα το Ναύπλιον,
διαρκούντων των εμφυλίων δεινών,
Ιούλιος επανήλθεν εις Πόρον και απέπλευσε την 15 ιουλίου προς τα
μεσημβρινά παράλια της Πελοποννήσου, ουδενός άλλου πλοίου
συνοδεύοντος την Ελλάδα. Την επαύριον απήντησε τον Σωτήρα,
δικάταρτον δωρηθέν παρά της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας
και διοικούμενον παρά του Άγγλου Θωμά, και τα συμπαρέλαβε· την
δε 18, καθ' ήν έπλεαν τα δύο ταύτα πλοία έξωθεν του
Νεοκάστρου, εφάνησαν 16 οθωμανικά ερχόμενα απ' άρκτου εις
Νεόκαστρον υπό εναντίον άνεμον· εξ αυτών μία κορβέττα, δύο
βρίκια και δύο γολέτται απεκόπησαν ένεκα της αντιπνοίας και
έπλεαν παρά την παραλίαν της Ζακύνθου· επέπλευσαν η Ελλάς και
ο Σωτήρ, και περί την μεσημβρίαν της 20 τα κατέφθασαν
έμπροσθεν της Γλαρέντσας και τα προσέβαλαν· και η μεν Ελλάς
εκυρίευσε την κορβέτταν μετά γενναίαν αντίστασιν, καθ' ήν
εφονεύθησαν εκ του πληρώματος ταύτης, εις 300 συμπληρουμένου,
25, εν οίς και ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος, και επληγώθησαν
35· επληγώθησαν και 2 του πληρώματος της φρεγάτας· ο δε Σωτήρ
εκυρίευσε μίαν των γολεττών, φονευθέντων και πληγωθέντων, εκ
του πληρώματος αυτής 15, τα δε άλλα τρία πλοία κατέφυγαν εις
Πάτρας. Η γολέττα ήτο τουνεζική 10 κανονίων, η δε κορβέττα 28
και εφημίζετο ως η ταχυπλουστέρα του εχθρικού στόλου·
ευρέθησαν δε εν αυτή 20 αιχμαλωτίδες.
Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου κατέπλευσαν η Ελλάς, ο Σωτήρ και αι δύο
λείαι εις Πόρον, αποβιβασθέντων των παραδοθέντων Τούρκων σώων
και αβλαβών εις Κρήτην. Ο δε Κοχράνης διέταξε να συναχθή εκ
νέου ο στόλος εις Σπέτσας, όπου έπλευσε και αυτός την 24· την
δε επαύριον είς των υιών του Λουκιανού Βοναπάρτου, συμπλέων
επί της Ελλάδος, επληγώθη κατά περίστασιν εις την κοιλίαν υπό
της πιστόλας του, εν ώ την εξεκρέμα, και απέθανεν αυθωρί. Ο
Κοχράνης, διατάξας να ταριχεύσωσι και αποκομίσωσι τον νεκρόν
εις το μοναστήριον των Σπετσών μέχρι δευτέρας διαταγής του,
απέπλευσε παραγγείλας να μεταπλεύσωσι τα πλοία εις Βάτικα, αφ'
ού συναχθώσιν όλα, και να τον προσμείνωσιν.
Σεπτέμβριος Συνήχθησαν τα πλοία, μετέπλευσαν όπου παρήγγειλε, και την 1
σεπτεμβρίου ανέπλευσαν υπό την οδηγίαν του· ήσαν δε όλα 23, ό
εστιν η Ελλάς, η Καρτερία, ο Σωτήρ, 2 τρικάταρτα, 11 βρίκια, 4
πυρπολικά και 3 κανονοφόροι. Την 6 πρωί, ηγκυροβόλησεν όλος ο
στόλος απέναντι του Μεσολογγίου, αι δε τρεις κανονοφόροι όσον
εδύναντο πλησιέστερον του Βασιλαδίου. Επειδή δε τα πλοία ήσαν
υπό άλλην σημαίαν, οι επί του Βασιλαδίου Τούρκοι δεν
υπώπτευσαν κατ' αρχάς ότι ήσαν ελληνικά. Την α' δε ώραν μετά
την ανατολήν του ηλίου εμβήκεν ο Κοχράνης εις πλοιάριον,
επλησίασε το Βασιλάδι και έρριψε πυροσίφωνας, αλλ' ουδείς
εισέπεσεν· εκανονοβόλησαν και αι κανονοφόροι, αλλά και αύται
ανωφελώς. Εξύπνησαν τότε οι Τούρκοι και αντεκανονοβόλησαν,
αλλά και ούτοι εις μάτην. Επανελήφθη και την επαύριον ο
κανονοβολισμός, καθ' όν επληγώθησαν βαρέως δύο ναύται μιας των
κανονοφόρων, οίτινες μετεκομίσθησαν χάριν θεραπείας εις την
Ελλάδα· οι δε λοιποί της αυτής κανονοφόρου, μη πεισθέντες να
πλησιάσωσιν εκ νέου ως διετάχθησαν, ετέθησαν κατά διαταγήν του
στολάρχου έν τινι λέμβω και περιεφέροντο εν τω μέσω του στόλου
υπό τον ήχον του τυμπάνου προς καταισχύνην και ποινήν ως
απειθείς και φυγόμαχοι. Εν τοσούτω ητοιμάσθη επί της Ελλάδος
εις βομβολισμόν σχεδία, ερρίφθη εις την θάλασσαν και
εβομβοβολήθη εκείθεν το Βασιλάδι, αλλ' ουδεμίαν έπαθεν ουδέ
τότε ζημίαν. Ιδών δε ο Κοχράνης, ότι διά των τρόπων τούτων δεν
κατωρθούτο η κυρίευσις του Βασιλαδίου, διέταξε τας λέμβους των
πλοίων επί τη συμβουλή του Μιαούλη να έμβωσι διά του στενού
αύλακος του Προκοπανίστου και να το αποκλείσωσιν. Η διαταγή
του επιτυχώς εξετελέσθη υπό την οδηγίαν τινών Μεσολογγιτών
ειδότων τον είσπλουν, αλλά δεν ετελεσφόρησε, προλαβόντων των
εν τη πόλει Τούρκων και εφοδιασάντων την προτεραίαν το
Βασιλάδι παντός αναγκαίου. Μετά την ανωφελή ταύτην δοκιμήν
ανήχθη ο στόλος· εναπέμειναν δε ο Σωτήρ δύο κανονοφόροι, δύο
γολέτται και η Καρτερία, ήτις ανάψασι εξ απροσεξίας
εκινδύνευσε να καή. Εκείναις ταις ημέραις έφθασεν εις Ελλάδα
και το προ καιρού κατασκευαζόμενον εν Αγγλία δεύτερον
ατμόπλουν η Επιχείρησις.
Επειδή δ' εγνώσθη ότι εντός του κορινθιακού κόλπου ήσαν πλοία
τινα τουρκικά, διέπλευσαν την 9 εν πλήρει μεσημβρία εις άλωσιν
ή καταστροφήν αυτών αι δύο γολέτται και ο Σωτήρ ρυμουλκών μίαν
κανονοφόρον υπό τον κανονοβολισμόν των επί του στόματος
φρουρίων. Την επαύριον, πνέοντος σφοδρού ανέμου, εδοκίμασε να
διαπλεύση και η Καρτερία ιστιοφορούσα δι' έλλειψιν
γαιανθράκων· αλλά προχωρήσασα έπεσεν εις γαλήνην και έμεινεν
έξωθεν μέχρι της 11, καθ' ήν ρυμουλκουμένη παρ' άλλης
κανονοφόρου διέπλευσε και αύτη αβλαβής. Ήσαν εν τω λιμένι των
Σαλώνων 3 εμπορικά αυστριακά και 9 τουρκικά, τουτέστι μία
γολέττα 14 κανονίων, έν βρίκι 16, τρεις μικρότεραι γολέτται,
δύο ένοπλα φορτηγά, και δύο κανονοφόροι· επροστατεύοντο δε τα
πλοία ταύτα υπό τινος επί της ξηράς κανονοστασίου.
Πριν δε διαπλεύση η Καρτερία, εκινήθησαν επί τα εχθρικά πλοία
ο Σωτήρ και αι δύο γολέτται· αλλά, πνέοντος βιαίου ανέμου,
απέτυχαν και κατέφυγαν εις τον λιμένα του Λουτρακίου. Την δε
14 έπλευσεν η Καρτερία μετά της παρακολουθούσης κανονοφόρου
προς τον λιμένα των Σαλώνων και φθάσασα εις το στενότερον
αυτού μέρος ηναγκάσθη εξ αιτίας εναντίου ανέμου να ποδίση. Την
δε 18 επανέπλευσεν ευτυχώς εις τον αυτόν λιμένα και
συνεπανέπλευσαν και ο Σωτήρ και τα λοιπά ελληνικά πλοία,
επήραν τα 3 αυστριακά ως παραβιάσαντα τον αποκλεισμόν,
κατέστρεψαν 7 εκ των 9 τουρκικών, και εφόνευσαν πολλούς
εχθρούς· επληγώθησαν δε επί της ναυμαχίας ταύτης ελαφρώς μεν ο
πλοίαρχος του Σωτήρος Θωμάς εις τον πόδα, βαρέως δε ο
υποπλοίαρχός του Σκάνλανος Ιρλανδός.
Ο δε Ιβραήμης, ασχοληθείς παντοίοις τρόποις μετά την εις τα
φρούρια επάνοδόν του να εφελκύση τους Μεσσηνίους, όπως
εφείλκυσε τους Αχαιούς, απέστειλε την 20 τα στρατεύματά του
υπό τον Κεχαγιάμπεην, τα μεν εις την άνω, τα δε εις την κάτω
Μεσσηνίαν, προς ερήμωσιν του τόπου, αν οι κάτοικοι δεν
επροσκύνουν. Εκάλεσεν ο Κεχαγιάμπεης τους κατοίκους εις
υποταγήν και μη εισακουσθείς (β) διέταξε την πελέκησιν όλων
των καρπίμων δένδρων και την πυρπόλησιν των χωρίων. Ουδέποτε
τα εχθρικά στρατεύματα εφάνησαν τόσον φθοροποιά όσον εν τη
παρούση εκστρατεία. 60,000 ελογίσθησαν αι κατακοπείσαι συκαί,
και 95.000 αι ελαίαι και αι συκαμινέαι· καπνοί δε και φλόγες
πολυήμεροι εσκέπαζαν τον ορίζοντα.
1827
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.
&Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 Ιουνίου. — Ναυμαχία
Νεοκάστρου. — Αναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ
Κωνσταντινουπόλεως.&
ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ έτος παρήλθεν αφ' ού ο εν Κωνσταντινουπόλει Κάννιγγ
ανεδέχθη τον συμβιβασμόν Ελλάδος και Τουρκίας και δεν ίσχυσαν
παντάπασιν οι λόγοι του. Αγέρωχος πάντοτε η Πύλη, αγερωχοτέρα
εδείχθη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου και την στενήν
πολιορκίαν των Αθηνών, θεωρούσα επικειμένην την παντελή
καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. Ο Κάννιγγ, μη θέλων να
παρεμβάλη εις την διαπραγμάτευσιν νέα προσκόμματα, δεν
επρόσφερεν εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του ειμή την 24
Ιανουαρίου του έτους τούτου. Τον αυτόν δε μήνα η εχθρωδώς
πάντοτε προς την Ελλάδα διακειμένη αυλή της Αυστρίας,
προθεμένη να διασκεδάση τας υπέρ αυτής σωτηρίους ταύτας
προσπαθείας, έστειλεν εις Ελλάδα αξιωματικόν της και
ανήγγειλεν, ότι περί πολλού ποιουμένη τα συμφέροντα των
Ελλήνων, ετοίμη ήτο να έλθη εις αντίληψίν των και μεσιτεύση
παρά τω σουλτάνω, αν επεκαλούντο την συνδρομήν της· ήλπιζε δε
να εισακουσθή διά την έως τότε αποτυχίαν της μεσιτείας της
Αγγλίας και την εντεύθεν απελπισίαν των Ελλήνων. Αλλ' η
κυβέρνησις της Ελλάδος, έχουσα υπ' όψιν τα κακά όσα έπασχεν η
Ελλάς αδιακόπως και εκ της πολιτικής της αυλής ταύτης και εκ
της αισχράς διαγωγής του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της
και υποπτεύουσα επιβουλήν, απεποιήθη την προσφοράν της.