Quel charme l'attirait sur ces bords redoutables·

Σήμερα όμως κι ακόμη σε κείνα τα χρόνια, δεν έχει και δεν είχε η

λέξη charmer την ίδια δύναμη. Νομίζω το λοιπόν πως μόλον τούτο

μπορούμε να της δώσουμε μια τέτοια σημασία ακόμη και τώρα, αν το

φέρουμε με τρόπο, π. χ. αν παρατηρήσουμε πρώτα πως υπάρχει κάποια

διαφορά μεταξύ του charmer και ravir. Αφτό το ravir είναι όλους

διόλου αντίθετο, και σημαίνει ένα πράμα που έρχεται και σε

συνεπαίρνει, ενώ το charmer κάθεται και σε τραβά.

Δεν πειράζει και δεν έχει να πη, που λίγοι σε καταλαβαίνουν και

ξέρουνε να νοιώσουν τέτοια ψιλοψιλούτσικα πράματα, σαν τα προσέχεις

και τα βάζεις στα βιβλία σου. Η γλώσσα που γράφει κανείς πρέπει να

είναι σαν το νερό της λίμνης, που όλος ο κόσμος αμέσως μπορεί να δη

τον ουρανό που την έχει καθρέφτη, μα που λίγοι, πολλοί λίγοι

γνωρίζουν και ξεδιαλίσανε με τι στοιχεία, με τι κύματα, κι από πού

παρμένα, είναι καμωμένο το ήσυχο εκείνο της λίμνης το νερό. Έτσι και

μεις, πρέπει στη στιγμή να βλέπη ο καθένας τι θέλουμε να πούμε, να

μας έχη καθρέφτη του ο καθένας, ακόμη και σα δεν είναι άξιος ο

καθένας να καταλάβη, να ξεσκαλίση τι κρύφτουμε μέσα μας και μεις.

Κάθε αναγνώστης δε θα παρατηρήση με τι σκοπό βάλαμε σ' ένα μέρος

charmer και στάλλο ravir. Εμείς όμως το βάζουμε, και το ύφος μας

τότες έχει μια κάποια μυστικιά δύναμη που τη νοιώθει και κείνος που

δεν μπορεί να την αναλύση. Με τον ίδιο τρόπο μου φαίνεται πως και

ρωμαίικα έχουμε το δικαίωμα να _ετυμολογούμε_ γράφοντας, κι όπως το

charme σημαίνει carmen εδώ και κει, εδώ και κει πάλε και μεις να

λέμε κάτι λέξες πολύ κοινές, μα που σήμερις άλλαξε πια το νόημά

τους, να τις λέμε όμως άξαφνα με το νόημα που είχαν πρώτα, λ χ. τη

λέξη νόστιμος και μερικές άλλες.

Τέτοια αρχή παραδέχουνται πολλοί από τους συβολιστάδες.

Ένας μάλιστα μεταχερίζεται πάντα το συνηθισμένο το λεχτικό και δεν

ξετρυπώνει αρχαϊκά. Ως εδώ πάει καλά. Ο λόγος είναι τώρα να δούμε αν

μπορούμε, σαν που το λέτε, να κάμουμε και κάτι παραπάνω. Όταν κανείς

γράφει γαλλικά, είναι έφκολο να δανείζεται λατινικά. Αντίς

tremblant, λέει, σα θέλει, trémulant, αντίς d'ivoire, λέει éburnéen,

κ' έγινε η δουλειά.

Βλέπετε όμως πως είναι πάντα γαλλικά. Θέλω να πω, μ' άλλα λόγια, πως

δεν αλλάζει η γραμματική, δε χαλνά το σημερνό γλωσσικό σύστημα.

Με τα ελληνικά όμως έχουμε άλλους μπελάδες. Να πάρουμε μιαν αρχαία

λέξη όπου κι όπως τύχη, κάποτε θα τύχη ναναγκαστούμε να πάρουμε μαζί

της και την αρχαία γραμματική, γιατί δε γίνεται και πάντα ναλλάξουμε

πολύ πολύ τον τύπο. Αδύνατο, λ χ., να πούμε _ κοπεύς _ και να το

κάνουμε _ κοπιάς _ · σα να μην πολυταιριάζη. _ Κοπέας _ ίσως.

Τέτοια είναι η δυσκολία κ' έτσι ό τι γίνεται σε μια γλώσσα, δε

γίνεται σε μιαν άλλη. Ό τι γίνεται σ' έναν τόπο, δε γίνεται πάλε σε

κάθε τόπο.

Να συλλογιστήτε πως οι συβολιστάδες ή συμπολιστάδες φαίνουνται

σήμερα μόνο στη Γαλλία, ύστερις από τόσους αιώνες, που κάθε χρόνο,

κάθε ώρα, μπορεί να πη κανείς, η γαλλική φιλολογία βγάζει μυριάδες

καρπούς, ύστερις, πολύ πιο ύστερις από την κλασσική της εποχή.

Μου φαίνεται πολύ πιο σωστό, πολύ πιο αναγκαίο, πρώτα να

ταχτοποιηθούνε τα πράματα για τη γλώσσα. Κατόπι βλέπουμε.

Εγώ νομίζω πως βρίσκεται η γλώσσα μας η φιλολογική στην εποχή που

βρίσκουνταν η γλώσσα του Rabelais και του Ronsard, μόνο με τη

διαφορά που δεν έχουμε μήτε Ronsard μήτε Rabelais.

Κατάλαβα όμως πως του Ronsard τη δόξα κυνηγάτε. Και του Ronsard τη

δόξα πρέπει να κυνηγήσετε. Αφτός είναι πολύ σωστός σκοπός.

Ίσως απορήσετε, και δεν τολμώ να το πω δυνατά, να μη μ' ακούσουν,

αλήθεια όμως, ποίηση δεν έχουμε ακόμη, δηλαδή έχουμε ποιητάδες,

έχουμε και ποίηση, μα η ποίηση πολλή τέχνη ακόμη δεν έχει. Οι πιο

ωραίοι μας στίχοι είναι οι δημοτικοί με τις αιώνιες δεκαπέντε

συλλαβές τους ο καθένας. Τέχνη στιχουργική δεν υπάρχει ως τώρα,

τέχνη σπουδαία που άξυστη συλλαβή δε θαφήση, και που θα δώση κάποια

σημασία ως και σ' ένα φωνήεντο. Είναι χρόνια που το είπα ενός νέου

ποιητή και νόμιζα τότες πως κάτι θα κατάφερνε κι αφτός. Η ιδέα μου

είναι πως μπορεί ο στίχος ο δεκαπεντοσύλλαβας να μείνη, μα λιγάκι να

κοπή, όπως έκαμαν κ' οι φίλοι του V. Hugo κι ο Hugo ο ίδιος με τον

παλιό μονότονο και μονόχορδο στίχο του Boileau. Έπειτα μπορεί κανείς

να κάμη χίλια καινούρια πράματα, να κονταίνη, να βραδύνη, να ταχύνη,

άξαφνα και να σπάση το μέτρο. Έχετε μερικά τέτοια που μου φαίνουνται

πολύ πιτυχημένα.

Αν μπορείτε να το κάμετε έργο ζωής, έργο σπουδής, αν έχετε τη

θέληση, θα το καταφέρετε, γιατί απ' όπου κι αν πιάση κανείς τη

δουλειά, φτάνει να την πιάση σοβαρά και ξανανιώνει ότι κι αν πιάση.

Μου φάνηκε πως τέτοια ιδέα έχετε, και για τούτο μου άρεσαν οι στίχοι

σας και για τούτο σας φωνάζω· Ομπρός! Τους διάβασα τρεις φορές, μα

πρέπει να σας πω πως το νόημα παστρικά ακόμη δε βγήκε. Αφτό καλό

πράμα δεν είναι, και δω χρειάζεται προσοχή. Και τα δύσκολα κανείς

έφκολα πρέπει να τα λέη, και τα σκοτεινά καθαρά.

Προσοχή, παρακαλώ, και στη γλώσσα. Τώρα ελπίζω κι άλλα καινούρια να

δούμε.

Ο πρόθυμός σας ΨΥΧΑΡΗΣ

Παρίσι, Δεκέβρη, 29, 1892.

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ {98}

«Πες με ποιος ο γονιός σου, λέγε τόνομά σου και τον άντρα σου, να

μάθω τα χρόνια σου, γυναίκα, κι από ποια πόλη είσαι.- β. Ο Νίκαντρος

είναι πατέρας μου, πατρίδα μου η Πάρο, όνομα είχα Σωκρατέα·

πεθαμμένη, μ' έβαλε ο Παρμενίωνας ο σύζυγός μου στον τάφο· μου έκαμε

και τούτη τη χάρη, ένα μνήμα της τιμημένης μου ζωής και για τους

κατόπι αθρώπους. Και μένα, χωρίς να προσέξη το νεαρό μου βρέφος, η

πικρή Εριννύα της αιμορραγίας χάλασε το γλυκό μου το βίο. Κ' έτσι μ'

όλους μου τους πόνους δεν έβγαλα το μωρό μου στο φως, μα κάτω στην

κοιλιά μου είναι κρυμμένο με τους πεθαμμένους. Μέσα από την τρίτη

δεκάδα της ελικιάς μου, κόντεψα να προφτάξω έξη χρόνια ακόμη· κι

άφησα στον άντρα μου παιδιά αρσενική γενιά. Δυο άφησα στον πατέρα

μου και στον ποθητό μου τον άντρα. Εγώ όμως με το τρίτο μου παιδί

κέρδισα αφτόνα τον τόπο. γ. Εσύ τώρα, θεά που σ' όλους βασιλέβεις,

πολυώνυμη Κόρη, πάρ' την απ' το χέρι, πήγαινέ τηνε στων εβλαβών τον

κάμπο. Στους διαβάτες ας δώση Θεός καμιά χαρά, αφού πουν ένα χαίρε

στη Σωκρατέα κάτω στη γις {99}.

ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ {100}

Είταν αφτά στον καιρό που το _ Άστυ _ έβγαζε τις περίφημες τις

ιντερβιούδες του {101}. Έτρεχε ο ρεπορτιέρης από το ένα σπίτι

στάλλο, άρπαζε ό τι του λέγανε και πολύ πιο συχνά ό τι δεν του

λέγανε, κ' έτσι γιόμιζε κόλλες και κόλλες χαρτί. Ρωτούσε δηλαδή τον

καθένανε τι φρονούσε για τον τάδε πεζογράφο ή ποιητή — και σου

έβγαζε πια το άχτι του ο καθένας, που είτανε χαρά Θεού. Σ' ένα μου

άρθρο στο Παρίσι {102} — L'interview athénienne — έβαλα κάμποσα που

γράφανε ή για τους συναδέρφους ή για μένα — για μένα, πρέπει να πω,

τα περισσότερα και τα πιο κωμικά. Δεν απόρησα διόλου. Είναι πάντα

πολύ νόστιμο να βλέπη κανείς τι καταντάει μια μόδα εβρωπαϊκή σε μια

κοινωνία που δεν έχει... τα χρόνια της Εβρώπης. Άκουσαν πως κάνουνε

οι φημερίδες ιντερβιούδες στην Εβρώπη· βγήκε να κάμη κι ο Μποέμ. Και

γιατί να μην κάμη, αφού είχε κιόλας όνομα φράγκικο, Μποέμ; Πώς να μη

φανή λοιπόν τέλειος παρισιάνος και στις ρεπορταρίες του;

Αλλού, στο Παρίσι, όπως και σ' άλλες πρωτέβουσες, αναμεταξύ τους οι

συνάδερφοι βέβαια που τρώγουνται· γίνεται όμως το πράμα πάντα με

τρόπο· μόλις θα δείξουνε τα δόντια. Εδώ είτανε σα να πήγαινες να

ρωτήξης τη γάτα τι _ φρονεί _ για το ποντίκι. Θανοίξη αμέσως το

στόμα, να το χάψη. Μπορεί πάλε νάχη το γούστο του κι αφτό· την

ειλικρίνεια.

Ο Μποέμ και μένα με ρώτηξε τι _φρονούσα_ κτλ. Ιδέα δεν είχα να δώσω

απάντηση. Έπειτα βρέθηκε αφορμή — και προσπάθησα να δείξω πως οι

γάτες στο Παρίσι βάζουνε τουλάχιστο γυαλιά και διαβάζουνε.

2 του Σταβρού, 1901.

Απάντηση στον Μπoέμ.

_Αξιότιμε κύριε, _

Σήμερα το πρωί έλαβα το γράμμα σας· σήμερα το πρωί ήθελα να σας

στείλω ένα γράμμα μου και γω. Είταν έτοιμο και μου φάνηκε πως τέτοιο

μου ζητήξατε. Το βάζω μέσα στον ίδιο πλίκο.

Σας παρακαλώ να μου στείλετε όσους αριθμούς βγάλατε ως τώρα με

ιντερβιού. Ο πρώτος έλεγε μερικά άτοπα για μένα, κι ο δέφτερος

ακόμη. Θα μου άρεζε να διώ τι λεν κ' οι άλλοι.

Διόρθωση δε γυρέβω· σας παρακαλώ όμως πολύ να κάμετε προσοχή να μην

έχη λάθη τυπογραφικά. Τα καλλιγράφησα όσο μπόρεσα.

Ο πρόθυμός σας.

Απάντηση στο Άστυ {103}.

_Αξιότιμε κύριε Άννινε, _

Έτυχε σήμερα το πρωί να πάω στου ξαδέρφου μου του Βικέλα. Ο Βικέλας

έλειπε. Είταν όμως σπίτι του ένας νέος, ξάδερφός μου φαίνεται κι

αφτός, ανίψι του Βικέλα. Κάθησα μια στιγμή να πούμε τίποτις. Άξαφνα,

εκεί που μου μιλούσε το παιδί για τα μαθήματά του, βλέπω, στο

τραπέζι του Βικέλα απάνω, το Άστυ, και στην πρώτη σελίδα τόνομά μου.

«Τα διπλώματα του κ. Παλαμά και το «εφτός» του κ. Ψυχάρη.» Και

παρακάτω διαβάζω· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _, και ζητεί να

το επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός ο δυστυχής λέγει

και προφέρει πάντοτε _ αυτός _». Τα λόγια που αντιγράφω είναι του κ.

Παράσχου, και τα σημειώνει ο συντάχτης σας, ο _ Μποέμ _.

Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα όταν είδα αφτά τα λόγια!

Εμείς οι γλωσσολόγοι — μα γιατί μόνο τάχατις οι γλωσσολόγοι; — όλοι

μας εμείς που μάθαμε να σπουδάζουμε καμιά επιστήμη, όποια κι αν

είναι, ας πούμε και ψυχολογία, κάπου κάπου τέτοια χαρά μας

περεχύνει. Είδος χαρά ξεχωριστή και που δε μοιάζει με καμιάν άλλη.

Είμαστε και μεις λιγάκι σαν τους αστρονόμους. Ο αστρονόμος παρατηρεί

τον ουρανό, αραδιάζει τους αριθμούς του, και σου λέει — «Την τάδε

μέρα, τάδε ώρα, σε τόσα χρόνια, θανακαλύψης ένα φως εκεί που δε

φαίνεται τώρα, γιατί τότες ένα άστρο θα φέξη, ένας κομήτης θα διαβή

εκειπέρα, στα σκοτεινά.» Έρχεται η ώρα, και λάμπει το φως, τάστρο

φέγγει και διαβαίνει ο κομήτης.

Φαντάσου όμως ο αστρονόμος να πη άξαφνα· «Άβριο θα πέση μια πέτρα

από τον ουρανό ίσια ίσια στο τάδε και τάδε μέρος». Πάει ο αστρονόμος

να διή, πέφτει η πέτρα και του σπάνει ένα κόκκαλο. Ο αστρονόμος τι

θα κάμη; Θα χαρή.

Έτσι τόπαθα και γω σήμερις, αν και δε μου έσπασε η πέτρα κανένα

κόκκαλο. Δεν κάθουμαι στην Αθήνα, μα τους Αθηναίους τους

συλλογιούμαι πάντα. Όταν έβγαλα το _ Ταξίδι μου _ και γράφηκαν τόσα

άρθρα, παρατήρησα κάτι πράματα και γω σαν τον αστρονόμο, που από

μακριά κοιτάζει τον ουρανό, και προσπαθεί να καταλάβη τι τρέχει εκεί

απάνω, γιατί του έρχουνται πρώτα πρώτα σα λιγάκι παράξενα μερικά που

βλέπει, και για να τα ξηγήση, θέλει να βρη τον κρυμμένο λόγο, να

μάθη αν υπάρχει κανένας νόμος άγνωστος ακόμη, που να του δείξη στο

τέλος πώς και με τι τρόπο, η επιστήμη του θα ταιριάξη το ένα με

τάλλο ένα σωρό αλλόκοτα φαινόμενα, που μοιάζουν όλους διόλου

αντίθετα και χωρίς αιτία καμιά. Κάποτες φοβάται μήπως τάχασε κι ο

ουρανός.

Έτσι φοβήθηκα και γω μήπως τάχασε η Αθήνα. Παρατηρούσα κάτι

περιστατικά που δεν τα χωρούσε ο νους μου. Πότε, να τους άκουγες,

έλεγα τάδε πράμα, πότε πάλε το εναντίο. Ο ένας έγραφε ένα, ο άλλος

άλλο, κι όλοι ανάποδα. Πώς να τα ταιριάξω; Άξαφνα φως μου κατέβηκε.

Εκεί που συλλογιούμουνα και γύρεβα, τόννοιωσα πια και φώναξα αμέσως·

— «Δεν το διάβασαν το βιβλίο μου!»

Δεν το διάβασαν και μιλούν. Κ' έτσι για όλα. Μιλούν και δε

διαβάζουνε. Να διαβάζανε και να μιλούσαν κατόπι, δε θα κατάστρωνναν

κάθε μέρα τόσες τρέλλες. Δε λέω πως δεν καταλαβαίνουνε — αφτό πια

εννοείται, γιατί ποιος μπορεί να καταλάβη και να κυλιέται ακόμη στης

καθαρέβουσας τις λάσπες; — λέω πως μήτε διάβασαν. Και για τι ζήτημα

θαρρείτε πως είναι ο λόγος; Για το πιο σοβαρό και το πιο μεγάλο, για

ένα εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό! Δε διαβάζουν τίποτις, δεν ξέρουν

τίποτις, τίποτις δε σπουδάζουν, τίποτις δεν ξετάζουν — και μιλούν.

Ανοησίες βουνά το ένα απάνω στάλλο σου ανεβάζουν, ώςπου και της

Ασίας τα βουνά κουκκί να γίνουν μπροστά σε τέτοιο βουνό, ώςπου από

κάτω από το βουνό τους και τη γλώσσα τους να θάψουν και την πατρίδα

την ίδια.»

Δε διαβάζουν! Αφτά στοχάζουμουν, αφτά έλεγα, και μου φαίνουνταν πως

έτσι καταλάβαινα περίφημα τόσα και τόσα, που χωρίς τέτοια εξήγηση,

αδύνατο να τα καταλάβη κανείς. Δε διαβάζουνε! Δεν είχα όμως την

απόδειξη. Φανταστήτε τώρα πόσο χάρηκα όταν είδα τα λόγια του κ.

Παράσχου· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει _ εφτός _» κτλ. Έβλεπα πως είχα

δίκιο!

Το _ε_ διόλου δεν το καταφρονώ· πολλοί το συνηθίζουν κ' έχει το λόγο

του. Μα στη ζωή μου δεν έγραψα _ εφτός _· πάντα _ αφτός _ το γράφω!

Ωςτόσο τι ακούω; Πως βγαίνω και γράφω _ εφτός _. Το λοιπόν τι θα πη

αφτό; θα πη πως δε διαβάζουνε και μιλούνε.

Και τώρα δε μου λέτε με τι σκοπό σηκώθηκε άξαφνα ο Ψυχάρης στο

ποδάρι; Δε μου λέτε τάχα τι νόημα έχει που κοπιάζει μέρα νύχτα; Πώς

θα την κρίνουμε τη δουλειά που κάνει; Για ποιο λόγο είπε ο Ψυχάρης

πως γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο, πως μόνο από την εθνική γλώσσα

θα βγη εθνική φιλολογία, πως βάρβαρη δεν είναι η γλώσσα, πως αφτή

ξέρει και πως αφτή θα μείνη; Γιατί σπούδαζε χρόνια και χρόνια ο

Ψυχάρης; Να σας το πω το γιατί· για να γράψη _ εφτός _ και «να το

επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός» κτλ.

Τώρα μου φαίνεται πως χωρίς άλλο πρέπει ο κ. Παράσχος να μου δείξη

πού και σε ποιο μέρος, σε ποιο μου βιβλίο, έγραψα _ εφτός _ αντίς _

αφτός _.

Αν ο κ. Παράσχος δεν μπορεί να μου δείξη το μέρος, τότες — τι άλλο

να πω; — τότες φοβούμαι μήπως ο κ. Παράσχος ντροπιαστή λιγάκι.

Κατηγορώ τον κ. Παράσχο που δε διαβάζει. Μα να πούμε την αλήθεια, ο

ίδιος πολύ δε διαβάζω. Προσπαθώ όσο μπορώ να πλουτίσω το νου μου·

δεν το κατορθώνω πάντα όπως θα μου άρεζε και μένα. Τα βιβλία πολλά,

και πού ένας άθρωπος να προφτάξη; Άμα μου στείλη κανείς τίποτις, το

νομίζω χρέος μου να το διαβάσω και να του πω τη γνώμη μου. Συχνά

τυχαίνει ναργήσω ναποκριθώ και δεν πρέπει να θυμώνουν. Έπειτα, είναι

κι άλλος μπελάς. Δύσκολο κανείς σ' ένα γράμμα μέσα να τα βάλη όλα,

όπως τα νοιώθει. Την αλήθεια τη λέω πάντα στα γράμματά μου, μα —

είναι κ' ένα μα — αναγκαίο κάποτες είναι να καταλάβη κανείς και με

τι τρόπο την είπα.

Και για να καταφέρη κανείς να γράψη εκείνο που θέλει να γράψη κι όχι

άλλο, να πη την αλήθεια χωρίς να βρίση έναν άθρωπο που σου χαρίζει

το βιβλίο του, μα και να του δώση να καταλάβη πως το βιβλίο δεν

αξίζει και πολύ, είναι κάμποση δουλειά και κόπος. Κι αφτό θέλει

καιρό. Στο Παρίσι έχουμε να κάμουμε μάλιστα με το παραπάνω. Για

τούτο και γω δεν το κατορθώνω να καταπίνω βιβλιοθήκες. Να μη νομίζη

λοιπόν ο κόσμος πως φυλάω μέσα στο νου μου όσα γράφουνται στην

Αθήνα. Βέβαια όχι, και το λυπούμαι, μα δεν μπορώ να ταλλάξω.

Θα μου άρεζε να τα διάβαζα όλα. Δε θα πη όμως αφτό πως πρέπει κανείς

όλους να τους χωνέβη και να του αρέσουν όλα. Φτάνει ζούλια να μην

είναι στη μέση. Ο νους μπορεί να μισήση όσο θέλει. Να μισήση όμως το

νου κι όχι το πρόσωπο. Δυναμώνει ο νους με τέτοιο μίσος, και

καλήτερα βλέπει τι σκοπό κυνηγά ο ίδιος, άμα πρώτα καταλάβη ποια

είναι η ιδέα του αλλουνού, και διή πως αφτή η ιδέα δεν μπορεί να

ταιριάξη με τη δική του. Ο ένας άξαφνα κάθεται τη νύχτα και

δουλέβει, με τη λάμπα αναμμένη· ο άλλος πάλε σηκώνεται με τα

χαράματα και τραγουδάει όλη μέρα· δεν είναι δυνατό οι δυο αφτοί να

ζήσουνε στην ίδια κάμαρα.

Όταν κανένας δε μου φαίνεται νάχη σωρό σωρό ιδέες ή τουλάχιστο

τέτοιες ιδέες που ναξίζη να ξετάσης τι είπε και τι δεν είπε,

αποφέβγω και γω τα βιβλία του. Τότες μήτε για τα βιβλία του μιλώ στη

ζωή μου, μήτε για τις ιδέες του. Έτσι τόπαθα με τον κ. Παράσχο. Άμα

όμως βρεθή αφορμή, και να μην είδα τι έγραψε, θα γυρέψω να μάθω

ποιος είναι ο τάδε και τι λέει.

Έτσι ακολούθησε και σήμερα το πρωί στου Βικέλα. Ρώτηξα του νέου μου

του ξαδέρφου να μου πη, ο κ. Παράσχος ποιος είναι και τι κάμνει.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.

— Μα, να σας πω, μου λέει, δεν τον πολυδιάβασα (τα ίδια βλέπω

κιαφτός!). Μα φαίνεται πως έχει μέσα του κάτι.

— Γιατί δεν το βαστά εκεί που τόχει; του κάμνω και γω.

Χαμογέλασε το παιδί και μου έδειξε πάλε το Άστυ.

— Τρώγουνται, λέει.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. Μετρημένα τα λόγια του, μα

σωστούτσικα.

Ναι! τρώγουνται πάρα πολύ.

Έτσι μοιάζει πως είναι, και δε γιατρέφτηκε ακόμη το κακό. Ο Ρωμιός

φοβάται τον έπαινο — για τους άλλους εννοείται — μην ο ίδιος φανή

μικρός — Δεν είναι όμορφο πράμα. Ας δροσίση λιγάκι κ' η καλοσύνη την

καρδιά μας. Πρέπει να χαίρεται κανείς, άμα βρίσκει πως έχουν

προτερήματα κ' οι άλλοι, που μπορεί να μας λείπουν εμάς. Βλέπω πως

κι ο κ. Παράσχος όλο τα παλιά χρόνια δοξάζει.

Βέβαια! Και τα παλιά χρόνια για πέταμα δεν είναι. Είχαν και τα παλιά

χρόνια μερικούς που κάτι άξιζαν και κείνοι. Είναι ο Σολωμός — Θεός!

— είναι ο Βηλαράς — αχ! ο Βηλαράς! σήμερα να ζούσε! — είναι ο

Βαλαωρίτης — τι δράμα μοναδικό, τι αριστούργημα η _ Κερά Φροσύνη _

του εκείνη! Σωστά αφτά. Να πω την αλήθεια, όλους τους άλλους στον

Άδη μέσα τους αφίνω· το έθνος θα γλυτώση, την ώρα που θα τους

ξεχάση, και πρώτα απ’ όλους τον Κοραή. Κάτι όμως είναι να φάνηκε

ένας Σολωμός, ένας Βηλαράς, ένας Βαλαωρίτης. Μα κ' οι σημερνοί μας

πάλε για πέταμα όλοι δεν είναι. Έπειτα, τι να σας πω; Πάντα κανείς

τα παλιά χρόνια να δοξάζη, μου έρχεται σαν κάπως παλιωμένο και

τούτο. Το συνηθίζουνε πάρα πολλοί και κατάντησε πρόστυχο. Laudator

temporis acti. Αν άξαφνα ο κ. Παράσχος έβγαινε να μας πη — λέω ο κ.

Παράσχος ή κανένας άλλος, γιατί για τον κ. Παράσχο τι με μέλει;

πόλεμο μαζί του δεν έχω — αν έβγαινε να μας πη·

— «Στα χρόνια τα παλιά, ζούσανε πολλοί που σήμερα τους ξεχνάτε. Το

Σολωμό σα να μην τον ξέρετε πια. Έχετε άδικο. Είταν ίσως ο μόνος μας

ποιητής, αφού πρώτος αφτός φάνηκε ύστερις από τα χρόνια της

σκλαβιάς, ύστερις απ' όλονα το μεσαιώνα. Ο Βηλαράς έννοιωθε τι θα πη

επιστήμη, έννοιωθε και ποίηση. Μπορεί να μην είναι οι μύθοι του

αριστουργήματα μπορεί να μην κατώρθωσε να κάμη όσα ήθελε κι όπως τα

ήθελε· μα πιο μεγάλη, πιο αψηλή ιδέα δε γίνεται από την ιδέα που

είχε ο Βηλαράς για την ελληνική φιλολογία, από το σκοπό που

κυνηγούσε. Ο Βαλαωρίτης είναι μάγος, και της καρδιάς τα μυστήρια και

της γλώσσας έμαθε να τα ξεδιαλίζη. Κανένας ίσως στην τέχνη και στη

γλώσσα δεν τον ξεπερνά. Σέβουνταν το λαό και τούτο φτάνει. Διαβάστε

το Σολωμό, το Βηλαρά και το Βαλαωρίτη, όπως κι ο γέρος εγώ που σας

τα λέω αφτά, σας διαβάζω και βλέπω πόσο προκόψατε από τα χρόνια τα

δικά μας.» !!

Αν κανένας γέρος μας μιλούσε με τέτοιο τρόπο, θα είταν πολύ πιο

νόστιμο από το αιώνιο το κατηγορητό.

Τι τάχατις; Δεν έχουμε και μεις τους δικούς μας; Στην Εβρώπη, και

μάλιστα, στο Παρίσι — αλήθεια όμως! πού να συγκριθή το Παρίσι με την

Αθήνα; — τόσο κακά δεν κρίνουν όσοι ξέρουν. Η τωρινή μας φιλολογία

δεν τους φαίνεται για ρίξιμο. Λεν πως είναι σα λουλούδι που έχει

δικιά του φρέσκα μυρουδιά και που τέτοιο δε φυτρώνει στου Παρισιού

τους δρόμους. Έχει τη χάρη του, έχει την ομορφιά του. Όλους τώρα να

τους αραδιάσω; Ας πάρουμε μόνο μερικούς από κείνους που βλέπω στο _

Άστυ _ τόνομά τους. Πολλοί πολλοί δεν είναι, το ξέρω· μα θα

πληθαίνουν. Αφίνω πια όσους τώρα γράφουν ή γράψανε στίχους στα

τελεφταία τα χρόνια. Οι πεζογράφοι μας τάχατις δεν έχουν αξία καμιά;

Του Δροσίνη τα παραμυθάκια δεν είναι σαν την αβγή δροσάτα; Την _

Αμαρυλλίδα _ τι την κάμνουμε; Αφτός ο Δροσίνης ένα λάττωμα, ένα κακό

έχει. Τίποτις πια δε γράφει, προτιμά να γράφουν οι άλλοι κι ο ίδιος

να σκοτώνεται να τα δημοσιέβη. Μα ένα του στίχο να διής, αμέσως

φαίνεται τα παλληκάρι. Δεν του φτάνει που έχει μέσα του ποίηση·

θέλει και την τέχνη. Διάβασα κάτι μικρά του ποιήματα στην Εστία,

είναι τώρα κανένας μήνας. Να το νύχι, να και το λιοντάρι. Ο Δροσίνης

ένα ρομάντσο να μας κατάφερνε, δε γίνεται, θα είτανε ρομάντσο από

μάστορη καμωμένο.

Μήπως ο Καρκαβίτσας δεν έγραψε και κείνος μερικά, που τόντις απορεί

κανείς πώς μπόρεσε και φάνηκε τέτοιος ψυχολόγος, να μας δείξη την

ψυχή του λαού και να μας τη δείξη τόσο απλά και με τόσο βάθος; Δεν

πιστέβω μήτε στην Αθήνα μήτε αλλού, να το κατορθώση όποιος τύχη να

μας γράψη ένα παραμύθι σαν τον _ Αφορεσμένο _. Άλλη γλώσσα να

συνηθίση, και βλέπετε τότες τι ζωή έχει μέσα του ο καλός αφτός ο

τεχνίτης.

Αμέ ο Παλαμάς; Να τα ξαναπώ πάλε; Και κείνος στη γλώσσα παραπάνω να

πρόσεχε, να την καλλιεργούσε, να την πάστρεβε, θα μας έφτειανε

αριστουργήματα. Μήπως δεν είναι και δυο τρεις άλλοι που πολύ νόστιμα

γράφουν, ο Στεφελίδης κι ο Μήτσος ο Χατζόπουλος; Άλλα πάλε μπορεί

και να μην αξίζουνε. Λόγου χάρη, του Μιτσάκη η _ Φιλολογική σελίδα _

δε μου πολυάρεσε· είναι παιχνίδια. Μια γλώσσα κανείς να ξέρη και του

φτάνει. Η Αλεξάντρα Παππαδοπούλου και κείνη με χάρη τα λέει. Κι ο

Μάνος; Αχ! το κακό το παιδί! Θησαβρούς μέσα του κρύφτει και δεν τους

βγάζει. Είμαι μαζί του θυμωμένος, γιατί μπορεί ό τι θέλει να γράψη

και να καλογράψη — μα δε θέλει.

Τι να πω τώρα για τον Αργύρη, για τον Αργύρη μας το χρυσό; Ήθελα να

ξέρω τι του λείπει. Έχει γλώσσα, τέχνη έχει. Διαβάστε τον Αργύρη, να

διήτε στα παραμύθια του μέσα ζωντανή τη ζωή, ζωντανή τη γλώσσα της

Ρωμιοσύνης. Εκείνος ο Αργύρης! Ποιος από μας τον αξίζει τον Αργύρη;

Μιαν αράδα του Αργύρη μου να διαβάσω, μου έρχεται να ξεσκίσω όσα

έγραψα ως τώρα. Και τι να πω για τις _ Φυλλάδες του Γεροδήμου _;

Πετράδια, μαργαριτάρια και διαμάντια. Άπλωσε τα χέρι και τα

μαζέβεις.

Δεν έχουμε και τον καλό μας τον Πάλλη; Δεν έχουμε και το

Μικρογιάννη; Μικρός είναι, μα θα προκόψη. Μας έδειξαν πως με τη

γλώσσα του λαού γράφει κανείς ό τι θέλει, όχι μόνο παραμύθια και

στίχους, μπορεί κανείς να μιλήση άξαφνα και για ζητήματα της

επιστήμης — κάτι θα πη κι αφτό — και πιο σωστά μάλιστα παρά που το

συνηθίζουν οι δασκάλοι.

Τέτοια, σήμερα το πρωί, συλλογιούμουνα στου Βικέλα. Θυμούμουν και

του Βικέλα τους στίχους, όταν έγραφε ρωμαίικα ο Βικέλας και μας

μετάφραζε τον Όμηρο — κι όχι το Σαικσπήρο. Θυμούμουν τους στίχους

του Βικέλα, θυμούμουν τους Αθηναίους και κοίταζα τον ξάδερφο μου,

του Βικέλα τανίψι, δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, που μοιάζει δεκατεσσάρω.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.

Σπουδάζει, λέει, μηχανικά. Μηχανικά; Ας είναι! Ελπίζω να μάθη, να

διαβάση, και να μιλή μόνο για όσα διάβασε. Εκείνος θα μας διαβάζη

κατόπι και θα μας κρίνη. Ίσως όχι εκείνος ακόμη. Μου φάνηκε σα

λιγάκι δασκαλεμένος. Μα θα καταλάβη κατόπι, και θα μας διαβάζουν τα

παιδιά του. Θέλουμε καιρό να ξεσκουριάση το έθνος. Μας αφάνισαν οι

δασκάλοι. Θαφανιστούν όμως κι αφτοί καμιά μέρα.

Καμιά μέρα τα εγγόνια μας θα γελούν που ακούαμε τους δασκάλους.

Καμιά μέρα του ξαδέρφου μου τα παιδιά θα ξέρουν τη γλώσσα τους και

θα τη γράφουν, όπως ξέρει και γράφει τη γλώσσα του όλος ο κόσμος σ'

όλη την οικουμένη.

Είναι νόστιμο αλήθεια το ξαδερφάκι μου πολύ.

Χάρηκα που το είδα.

Πρέπει νάχουμε θάρρος εμείς που γράφουμε την εθνική τη γλώσσα. Εγώ

συχνά τυχαίνει να γράφω γαλλικά, και βέβαια πως θα τα γράφω όλη τη

ζωή μου και πως θα γράψω ακόμη πολλά. Άρθρα θα κάμω· μυθιστορήματα

θαραδιάσω. Μήπως δεν είναι γλώσσα μου κι αφτή; Δε μου έρχεται

μάλιστα και πιο έφκολα να τη γράφω, παρά να γράφω γλώσσα, που όσο

μητρικιά μου κι αν είναι, ακόμη δε γράφηκε; Κι όμως τι να πω; Όσα

γράφω γαλλικά, μπορεί σήμερα ναρέσουν άβριο θα ξεχαστούνε. Μα και να

μην ξεχαστούν άβριο, πόσο άραγες θα μείνουν; Εκατό χρόνια; Κι αφτά

πολλά. Ας μείνουν και παραπάνω. Ας υποθέσουμε μάλιστα, σα θέλετε,

πως μπορεί άξαφνα και να μείνουνε σαν του Chenier τους στίχους. Τι

κέρδισα; Τόνομά το πιο μεγάλο που μπορεί να βγη σ' έναν αιώνα μέσα,

κι αφτό θα χαθή σε μια θάλασσα, που κάθε κύμα σου φωνάζει άλλα

ονόματα πιο μεγάλα ή μεγάλα σαν κι αφτό. Ωκεανός μια τέτοια

φιλολογία! Κι ο ίδιος ο Chenier τι είναι; Δε βροντά, μουρμουρίζει

μόνο τόνομά του. Απελπισία μας έρχεται να το συλλογιστούμε. Και

πόσοι άλλοι, και κείνοι καλοί, άξιοι και κείνοι, που μήτε θακουστή

τόνομά τους, που τα έργα τους θα καταποντιστούν, που η θάλασσα θα

τους φάη αλάκαιρους! Θολώνεται ο νους, τρουμάζει η καρδιά, δέρνεσαι

και κλαις, σαν το στοχάζεσαι, και λες· Πώς να κάμω;

Άμα πάρω την πέννα μου και γράψω μια μόνη λέξη ρωμαίικη, δε νοιώθω

μέσα μου πια καμιά ταραχή. Ησυχία, γαλήνη με περεχύνει. Γίνουμαι σαν

τους ολύμπιους θεούς. Δεν το λέω για μένα μόνο, και δίχως περηφάνεια

το λέω· το λέω για όλους μας εμάς που γράφουμε τη γλώσσα του λαού

και χτίζουμε στην Ελλάδα την εθνική φιλολογία. Έχουμε _ ολύμπια

δώματα _ σαν τους θεούς. Αιώνια παλάτια. Μάρμαρο η κάθε λέξη. Τη

γράφω κι ανατριχιάζω — Ό τι πω, είναι για τους αιώνες. Ρωμαίικα να

γράψω, λειτουργώ. Σέβουμαι και την αθάνατη γλώσσα και μένα τον ίδιο

που τη γράφω.

Κ' έτσι κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Το θάνατο σκοτώσαμε.

Να σκοτώναμε τώρα λιγάκι και τους δασκάλους, καλό θάτανε. Από κει

βγαίνει ζωή.

_Ο πρόθυμός σας._

Παρίσι, 9 του Απρίλη, μέρα Κεριακή, 1893.

ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ {104}

Όταν έφτασα στην Αθήνα, στα 1893, ερχάμενος από τη Θεσσαλία, μόλις

κατέβηκα στη Βιχτώρια και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα ο Μποέμ, να

μου κάμη ιντερβιού. Συνήθεια δεν είναι να δημοσιέβη κανείς τις

ιντερβιούδες που γράφουν οι άλλοι για σένα. Μα θέλησα να το βάλω κι

αφτό στο βιβλίο μου για κάμποσους λόγους, που θαρρώ κ' έχουνε κάποιο

βάρος. Πρώτη φορά τότες από τα 1886, γύριζα στην Αθήνα. Έμεινα

κάμποσο, την είδα, την αγάπησα πολύ. Όλα τάβλεπα μ' άλλα μάτια παρά

στον καιρό του _ Ταξιδιού _, μου φαίνουνταν πως άνοιγε ο νους μου,

πως άλλαζε η ζωή μου, και νομίζω πως και στο ιντερβιού αφτό ακούει

κανένας σαν αντιλαλιά κρυφή απ' όσα έννοιωθα κι άρχιζα να

ονειρέβουμαι για την Ελλάδα σε κείνη την εποχή. Κάμποσα είπα και για

τη γλώσσα, που θα μου άρεζε να μην πάνε χαμένα όλους διόλου,

τουλάχιστο για να καταλάβουνε πως τάλεγα κι από τότες. Μα υπάρχει κι

άλλος λόγος που τα ξανατυπώνω. Όσο μιλούσα, ο Μποέμ σημείωνε τα

λόγια μου. Δεν το κατώρθωσε όμως, όχι τάχα πως είχε τότες κακή

θέληση, μα γιατί καθότανε σε μιαν καρέγλα κ' έγραφε στα γόνατά του,

κ' έτσι δεν πρόφταινε, αφού πιο γρήγορις από το κοντύλι τρέχει πάντα

η κουβέντα. Έβαλε το λοιπόν κάτι πράματα, που δεν τα είπα στη ζωή

μου, όπως θα το καταλάβη ο καθένας από μερικούς τύπους που θα μου

τους δάνεισε ο Μποέμ, γιατί εγώ δεν τους συνηθίζω. Μα ο Μποέμ

πάσκισε ναπομιμηθή και το ύφος της κουβέντας. Και σ' αφτό δεν

πέτυχε, γιατί δεν μπήκε στο νόημα. Σαν έρχεται κανείς για ιντερβιού,

τυχαίνει συχνά ή να του πης ένα λόγο, για να τον αποσώση εκείνος,

όταν τα στρώση με την ησυχία του στο χαρτί για τον τύπο, ή να πης

και δυο φορές ένα πράμα — για να το νοιώση καλήτερα. Ο Μποέμ, σαν

του τάλεγα δυο φορές, τάβαζε δυο φορές κι αφτός. Τέτοιο σύστημα

έχουνε μερικοί ρεπορτέρηδες, και δεν είναι σωστό, γιατί έτσι δε σου

δίνουν ιδέα σωστή για τον άθρωπο που τους μίλησε· δίνουνε συνάμα

ιδέα λυπητερή και κείνου που άκουγε και που δεν καταλάβαινε, όσο κι

αν του τα κοπάνιζες. Κι αλήθεια πολλά δεν κατάλαβε, είτε γιατί

είτανε γλωσσολογικά, καλλιτεχνικά και δύσκολα, είτε γιατί δεν

πήγαινε ο νους του στα σοβαρά που του ξηγούσα, και τάπαιρνε όλα

παίζοντας και για χωρατά. Έτσι στο ιντερβιού εκείνο με βάζει άξαφνα

και λέω μερικά πράματα, που μοιάζει σα να τάλεγε κανένας τρελλός. Δε

θέλησα λοιπόν, αν το διαβάσουνε κατόπι, να θαρρέψουν πως εγώ είπα

όσα είπε ο Μποέμ. Θυμούμαι και τότες πως ο μακαρίτης ο θειος μου, ο

Μιχαλάκης ο Μελάς, σάστισε που ωνόμασα τον Ηρόδοτο reporter. Το

είπα, ναι, μα... όχι όπως το είπε ο Μποέμ. Το ίδιο και για κάτι

άλλα, που είναι κι άτοπα, γιατί με βάζει και μιλώ για την Ελλάδα και

για τα ταξίδια μου μ' έναν τρόπο που όποιος διάβασε το _ Ταξίδι μου

_ το ίδιο, ξέρει πως δεν μπορεί νάναι ο τρόπος ο δικός μου.

Τα ξαναπέρασα όλα με προσοχή. Άφησα όσο μπόρεσα το ύφος της

κουβέντας. Τα διώρθωσα όμως κ' ελπίζω να φαίνουνται πιο υποφερτά,

και τουλάχιστο να λεν εκείνο που ήθελα να πω, και που το λέω ακόμη

και σήμερις. Τα δικά του έμειναν ανάλλαχτα.

9 του Σταβρού, 1901.

— Είστε ρεπόρτερ, κύριε;

— Μάλιστα.

— Πού γράφετε, στο Άστυ;

— Μάλιστα.

— Εσείς ήρθατε να μου κάνετε ιντερβιού· μα τώρα που σας έχω, θα σας

ιντερβιουβάρω εγώ πρώτα.

— Εις τας διαταγάς σας.

— Ποιες φημερίδες εδωπέρα πουλιούνται περισσότερο;

— Η «Ακρόπολις», η «Ν. Εφημερίς», το «Άστυ»...

— Γράφετε πολλοί σ' αφτό;

— Πολλοί.

— Πώς γράφετε; ο καθένας χωριστά γράφει, ή ο καθένας απ' όλα;

— Ο καθένας χωριστά.

— Εσείς, τι γράφετε;

— Εγώ; ... «συνελήφθη ο διαβόητος λωποδύτης»... «Ο δραστήριος

αστυνόμος κατέσχε χθες»...

— Καλά ... έχουμε και στη Γαλλία και στην Αμερική ρεπορτέρηδες, μα

στην Ελλάδα πρωτοβγήκαν αφτοί.

Η χειρ μου ακουσίως εφέρθη προς τον μύστακά μου, αλλά ο κ. Ψυχάρης

μου έκοψε το... χέρι.

— Και βέβαια! Πρώτος reporter, που λένε σήμερις, στάθηκε στον κόσμο

ο Ηρόδοτος.

— Ο Ηρόδοτος!

— Και τι άλλο είτανε παρά ρεπορταρία η δουλειά που έκανε, να ρωτά

και να γράφη; Για τούτο μάλιστα ωνόμασε τα βιβλία του ιστορία. Ένας

φίλος μου στο Παρίσι έπιασε να μεταφράση τον Ηρόδοτο γαλλικά· του

είπα, σα γυρέβει σωστή μετάφραση, να βάλη τίτλο _Les enquêtes

d'Hérodote_, γιατί αφτό σημαίνει το ρήμα _ ιστορέω _, γυρέβω να μάθω

ξετάζω, ερεβνώ {105}. Βλέπετε, λοιπόν είδος ρεπορταρία.

Πάλιν η χειρ μου υψώθη προς τον μύστακα μου, αφού την φοράν ταύτην

τουλάχιστον, αν δεν εξελαμβανόμην εφευρέτης του ρεπορτάζ, εγινόμην

όμως ίσος με τον Ηρόδοτον, αλλ ο κ. Ψυχάρης εξηκολούθησε.

— Και τώρα τι γυρέβετε από μένα; Πρόθυμος να το κάμω. Θυμούμαι τον

πεθερό μου το μακαρίτη που μας έλεγε πάντα, πως όλοι μας έχουμε το

δικαίωμα να κερδίζουμε και να ζούμε, κ' έτσι σωστό δεν είναι, όπως

καμώνουνται μερικοί, να μη θέλουνε τάχατις να τους ιντερβιουβάρουνε.

Μάλιστα, γιατί στο Παρίσι είναι λογιώ λογιώ ρεπορτόρηδες, έλεγε

χωρατέβοντας πως όταν παρουσιάζουνταν ένας, συλλογιούνταν αν τον

πλερώνανε στη φημερίδα του με το μιστό ή με τη γραμμή, και κανόνιζε

τα λόγια του. Το λοιπόν αν πλερώνεστε με τη γραμμή, να σας τα πω και

πιο μπόλικα.

Εθεώρησα συμφέρον μου να απαντήσω με την γραμμήν και ο κ. Ψυχάρης

ετοποθετήθη παραπλεύρως μου μειδιών, υπομονητικός κτλ. κτλ.

Αι εντυπώσεις του

— Ήρθα, εδώ κ' ένας μήνας, από τη Γαλλία, σταλμένος από τη γαλλική

κυβέρνηση στη Θεσσαλία και στα Κυκλαδικά νησιά. Θα το ήθελα πολύ,

θάπρεπε μάλιστα να μπορούσα να σεργιανίσω όλη την Ελλάδα. Μα μόνο

στη Θεσσαλία κατώρθωσα να πάω· άβριο πάλε φέβγω και πηγαίνω στα

νησιά. Ελπίζω να μείνω κάνα χρόνο στην Ελλάδα, να δω τον κάθε τόπο.

Πρέπει κανείς όλα να τα συνάξη, για να βγη μια ιστορία της γλώσσας

μας, μια ιστορική γραμματική. Πρέπει κανείς να πάη στην Κρήτη — αχ!

τι θησαβρούς δε θα βρη στην Κρήτη! — να πάη στην Κύπρο, στην

Τραπεζούντα, στη Μικρασία.

Στη Θεσσαλία, είδα πολλά και περίεργα. Εκείνο το Πήλιο, τι λαμπρό

που είναι! Αμέ τα βουνά που, όταν είναι κάτω κανένας, μέσα στη

ρεματιά, σου φαίνεται κι ανεβαίνουν από κάθε μέρος σα θεόρατος

τοίχος. Μου θυμίζουν εκείνα τα δημοτικά, τα παραμύθια, που κάθεται

ένας δράκος και φυλάει θησαβρούς. Το ίδιο κ' η Θεσσαλία. Πλούσιος

τόπος χωρίς δρόμους· παλάτι μάλαμα γεμάτο, μα που είναι από μέσα

κλειδωμένο.

Ποίηση και δέντρα όσα θέλετε. Ταξιδέψαμε νύχτα με τη γυναίκα μου·

μεσάνυχτα φύγαμε από τη Ζαγορά, και δεν ξέρετε τι μαγεφτικά που

είτανε με το φεγγάρι. Πουθενά δεν είδα τέτοιο θέαμα μοναδικό· βουνά

και θάλασσα μαζί, πελώρια και τα δυο. Τάχει αφτά μόνο η Θεσσαλία.

Καλός ο τόπος κ' η φιλοξενία χρυσή. Τώρα, σα γυρίσω από τα Νησιά, θα

μείνω ακόμη ένα μήνα στην Αθήνα, και στο μεταξύ θα πάω δεκαπέντε

μέρες στη Ρούμελη, μαζί με το Δροσίνη...

Η δημώδης

— Για την δημώδη τι θα μου πήτε, κ. Ψυχάρη;

— Μήπως δεν τάπαμε πολλές φορές;

— Ας πούμε λίγα και σήμερα...

— Να σας πω κάτι λοιπόν και να το σημειώσετε, γιατί θαρρώ πως έχει

πολύ να κάνη. Να το γράψετε όπως σας το λέω. Το λοιπόν, αφτοί που

κάθουνται ήσυχα στο γραφείο τους και σας φτειάνουνε λέξες, λόγου

χάρη, _ εργοστάσιον των πίλων _ κι άλλα τέτοια, ή που βγήκανε άξαφνα

και μας είπανε _ η οδός, της οδού _, αντίς _ ο δρόμος, του δρόμου _,

που ξέρει ο λαός, αφτοί που μας βγάζουν τάχα ελληνικά ονόματα για το

κάθε πράμα, τι σκοπό είχανε; Είχαν εννοείται το σκοπό να μάθη ο λαός

τις λέξες, τα ονόματα που φτειάνουνε, είχαν το σκοπό να κάμουνε

γλώσσα εθνική. Δεν είναι έτσι; Αφτά που μας κανονίσανε στο γραφείο

τους δεν είναι προσδιορισμένα για τους φιλοσόφους, φιλοσοφία δεν

είναι· εκείνοι που πήγαν και ξεσκάλισαν τη λέξη και την κλίση, την

είπανε _η οδός, της οδού_, για να τη λέη ο αμαξάς, για να τη λέη το

έθνος· όλο το έθνος έχει το δικαίωμα ναρπάξη τη λέξη, να την κάμη

δική του. Βέβαια! Το _ εργοστάσιον των πίλων _ είναι καμωμένο για

τους καπελλάδες, για να το μάθουνε και να το λεν οι καπελλάδες. Δεν

μπορεί να είχαν οι δασκάλοι παρά τέτοιο σκοπό.

Τι κατώρθωσαν όμως; Δυο πράματα μεγάλα, μα την αλήθεια. Χάλασαν την

αρχαία, χάλασαν και τη δημοτική. Πώς χαλνούν τη δημοτική; Τη

χαλνούν, αφού της σηκώνουν τον κανονικό της τύπο, τη λέξη _ δρόμος,

δρόμου _, και παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως είναι αρχαία κ' η λέξη,

αρχαίος κι ο τύπος. Τώρα όμως, αντίς αφτόνα, τι άλλον τύπο της

μαθαίνουν της δημοτικής; _ Η οδός, της οδού _. Νομίζετε ποτέ ο

ελληνικός λαός, νομίζετε το ρωμαίικο να μάθη ποτέ να κλίνη _ η οδός,

της οδού, αι οδοί, τας οδούς _; Αφτό ποτέ. Κ' έτσι χάλασαν και την

αρχαία, γιατί ο αμαξάς, ο βαρκάρης τι θα κάμουνε; Την κλίση _ η

οδός, της οδού _ δεν μπορεί να τη μάθουνε, και τότες ακούτε άξαφνα

καμιά γενική _ της οδούς _ ή καμιά αιτιατική πληθυντική _ τας οδάς _

(Ο Πάλλης άκουσε και _ τους οδούς _) . Τότες όμως τι κερδίσανε οι

δασκάλοι; Τίποτις. Και γιατί τάχα τίποτις; Γιατί, βλέπετε, αφτοί

όλοι που φτειάνουνε γλώσσα με τα βιβλία, κάθουνται στο καμεράκι τους

κ' έχουν ολόγυρα στους τοίχους, μέσα στη βιβλιοθήκη τους,

γραμματικές, λεξικά λογιώ λογιώνε. Και θαρρούνε πως φτάνει. Έχουνε

λάθος μεγάλο. Δε βγήκαν αφτοί όξω στο δρόμο, να δούνε και το φως.

Είναι σωστοί καλαμαράδες. Πραχτικά κεφάλια δεν είναι. Από τίποτις

δεν ξέρουν αφτοί, μήτε από δρόμους, μήτε από ουρανό, μήτε από ζωή.

Νομίζουν ίσως πως όλο το έθνος θα περπατή με τη γραμματική στο χέρι,

θα ψάχνη στα βιβλία πώς λέγεται η γενική _ της οδού! _ Αν είναι όμως

όλο το έθνος να βαδίζη με τη γραμματική στο χέρι, δεν υπάρχει έθνος.

Μήτε αγρονομία τότες υπάρχει, μήτε στρατός, μήτε τίποτις!

_Γραμματισμένο_ έθνος δε φάνηκε ποτέ. Ο άθρωπος πάντα μιλεί φυσικά.

Τώρα θα δήτε τι θα γίνη... γιατί, να το ξέρετε, ο ουρανός να πέση,

αφτός ο όμορφος ουρανός της Αθήνας, η δημοτική θα ζήση· μπορεί να μη

ζήσουμε μεις· αφτή θα ζήση... το λέγαμε σήμερις και με τον Παλαμά...

Λοιπόν, ελάτε τώρα να δήτε τι θα γίνη. Απ' αφτούς τους δασκαλικούς

τύπους που λέγαμε, ο λαός παίρνει μερικούς, μα τους ξεχνάει αμέσως.

Δεν είπαμε _ εργοστάσιον πίλων; _ Μήπως ο λαός, ο αμαξάς, το ξέρει

αφτό; όχι. Καπελλάδικο το ξέρει· στο _ καπελλάδικο _ θα σας πάη. Το

_ εργοστάσιον των πίλων _, είναι γραμμένο στο χαρτί από το δάσκαλο.

Μα ο λαός, τα τέτοια, τα φορτώνει στον πετεινό.

Άλλα πάλε δεν τα ξεχνάει με τον ίδιο τρόπο· τακούει και τα θυμάται.

Τι να κάμη; Ο άθρωπος πεινάει, πεινάει για μάθηση, για γλώσσα· του

φέρνετε άξαφνα εσείς ένα πιάτο φαγί. Πρέπει να το φάη· μα πρέπει και

να το χωνέψη. Και να παρατηρήστε, παρακαλώ, πως είναι κάτι λέξες

που, θέλει δε θέλει, αναγκάζεται να τις καταπιή, ας υποθέσουμε τη

λέξη οδός, αφού κάθε μέρα του την κοπανίζετε — ή τη λέξη ο

βουλεφτής, που την έχει ανάγκη. Του κάκου, _ πρέπει _ να τη μάθη

όλος ο λαός, αφού ο καθένας, ως κι ο αγράμματος ο χωρικός, άμα γίνη

είκοσι ενός χρονώ, άμα πάρη ψήφο, χρειάζεται τη λέξη. Ως εδώ, καλά.

Μα τι του κάμνετε του χωρικού; Του μαθαίνετε, μαζί με τη λέξη, μια

κατάληξη που μπορούμε να την πούμε ξένη, την κατάληξη _ - αι,

βουλευταί _. Ο λαός δεν την ξέρει· την ξέρει _ -ες _, αφού σήμερις η

ονομαστική _ ώραι _ πολύ ταχτικά κ' αιώνα τον αιώνα, έγινε _ ώρες

_.Το ίδιο, δεν ξέρει ο λαός και καμιά κατάληξη _ -ου _ της γενικής,

στα θηλυκά, _ της οδού _. Ο λαός το λοιπόν τι θα κάμη; Τη γενική _

οδού _ θα την ταιριάξη με τη γραμματική τη δική του και θα σας την

πη _ της οδός _, όπως τακούμε κάθε μέρα. Να δούμε τώρα και την

ονομαστική _ βουλευταί _, τι γίνεται αφτή. Ο λαός σας το κάνει _

βουλευταί-οι _, γιατί κατάληξη _ -οι _ ξέρει πολύ καλά. Το _

βουλευταί- οι _, που σας λέω, τάκουσα στη Θεσσαλία. Θα μου πήτε,

τάκουσα σε κανένα χωριό. Και τι έχει να κάνη; Μήπως το χωριό δεν

είναι κι αφτό λαός; Μήπως το χωριό δεν ψηφίζει; Μήπως, αφού θέλουν

εθνική γλώσσα, το χωριό, έθνος δεν είναι; Ας ταφήσουμε όμως, σα δε

θέλετε· την ονομαστική _ βουλευταί _ παντού τη διορθώνει ο λαός και

την κάνει πότε _ βουλευτές _, πότε _ βουλευταίοι _, πότε _

βουλευτάδες _. Το λεν ακόμη κ' οι γραμματισμένοι, σα μιλούνε φυσικά

και τους ξεφέβγει. Πολύ σωστά το λέει ο λαός, γιατί ξένη δεν του

είναι η κατάληξη _ -άδες _· την έχει κλερονορημένη από τους

αρχαίους, _ αι λαμπάδες _ {106}. Είναι κατάληξη αρχαία, γιατί τώρα

που ταξιδέβω, ακούω συχνά ένα πράμα, που κάθε φορά που θα τακούσω,

θα θυμώσω. «Να πας στο τάδε νησί, στο τάδε βουνό, στο τάδε το χωριό,

μου λέει ο ένας κι ο άλλος. Εκεί θακούσης αρχαία γλώσσα.» Εγώ του

λέω· Το στόμα σου νανοίξης, κι ό τι πης είναι αρχαίο. Ό τι κι αν

πης, αρχαίο είναι! Το _ δεν _, που κάθε μέρα το συνηθίζεις, αρχαίο,

πολύ αρχαίο κι αφτό. Τόχει κάπου ο Όμηρος αντίς _ ουκ _, εκεί που

λέει· «άριστον Αχαιών ουδέν έτισε», πάει να πη _ ουκ έτισε _.

Πηγαίνουνε μερικοί στην Τραπεζούντα κι ακούνε πως λένε στην

Τραπεζούντα, _ κ' έχω _, δηλαδή _ ουκ έχω _. Φωνάζουνε αμέσως· Εκεί

πια είναι αρχαία γλώσσα! Μα τι αρχαία γλώσσα; Πιο αρχαίο είναι

τάχατις το _ ουκ _ από το _ ουδέν; _ Καλέ, δεν προσέχουνε στη

γλώσσα, και τα λεν. Τώρα, πώς χάθηκε το _ ουκ _ στην κοινή και γιατί

χάθηκε, έχει το λόγο του· κάθε πράμα, που χάνεται σ' αφτό τον κόσμο,

δε χάνεται χωρίς το λόγο του· εμείς συχνοτυχαίνει να μην τον

ξέρουμε· μα τι πειράζει; Αφτός υπάρχει. Όλα στη γλώσσα μας έχουνε

τον ιστορικό τους το λόγο, έχουνε τη σειρά τους. Δεν είπαμε πως ο

λαός ξεχνάει τόσα και τόσα που του μαθαίνουν οι δασκάλοι; Θαρρείτε

πως δεν έχει το λόγο του κι αφτό; Έχει το λόγο του, και σαν τα

ξεχνούνε και σαν τα διορθώνουνε. Κ' έτσι πάντα και πάντα θα είναι,

και δε γίνεται, δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται!

Δεν πρέπει να νομίζουμε και να λέμε πως μόνο στην Ελλάδα ακολουθούνε

αφτά. Αφτά παντού ακολουθούνε, και το ξέρει όλος ο κόσμος πως

αλλάζουνε οι γλώσσες· κρυφό δεν είναι, δεν είναι δω κανένας μάγος,

μαγική καμιά δε θέλει, να τα μάθη ο καθένας. Όπως η αστρονομία θα

ξετάση πώς τρέχουν και γυρίζουν ταστέρια, έτσι κ' η γλωσσολογία

κοιτάζει πώς αλλάζουνε, πώς μορφώνουνται οι γλώσσες. Αφτά το λοιπόν

που μαθαίνουνε στο λαό, _ εργοστάσιον των πίλων, η οδός _, όχι μόνο

δεν αξίζουνε, μα είναι κακό μεγάλο, γιατί χαλνούνε το νόμο το

γλωσσολογικό. — Άλλο κακό είναι που δε διαβάζουνε, δεν προσέχουνε κ'

έτσι αδύνατο να καταλάβουνε. Βλέπω εδώ κάτι πολύ μπόσικα πράματα...

Και μου έδειξε την υπό ημερομηνίαν 24 Αυγούστου 1893 «Ακρόπολιν» εν

η περιείχετο μία ανταπόκρισις εκ Παρισίων κάποιου κ. Φραγκούδη.

— Διέτε τώρα τι λέει αφτός· «Πρέπει κατά τον κ. Ψυχάρην να λέγωμεν

το _ δωμάτι _ αντί το _ δωμάτιον _ {107}». Εγώ ποτέ μου δεν είπα το

δωμάτι, μήτε μπόρεσα να πω στη ζωή μου πώς πρέπει να το λέμε! Αν

έλεγα τη λέξη, θα την έλεγα δωμάτιο, καθώς θα την πη όποιος τη

συνηθίζει. Για να πιστέψη κανείς πως ένας γλωσσολόγος τόβαλε με το

νου του να θελήση τέτοιο ανόητο πράμα, θα πη πως από τίποτα δε

νοιώθει· δεν κατάλαβε και το ζήτημα ποιο είναι. Μα πώς το λέει αφτό,

αφού μήτε δωμάτι, μήτε δωμάτιον, μα μήτε και δωμάτιο δε γράφω· εγώ

έγραψα πάντα κάμαρα. Κι αφτό είναι το σωστό· είναι το σωστό, αφού

έτσι το λένε, και σώνει. Είναι όμως και πολύ αρχαίο. Ταρχαίο είτανε

καμάρα το πήραν οι Ρωμαίοι και τόκαμαν κάμερα (camera)· από κει το

ξαναπήραμε εμείς — γι' αφτό είναι και παροξύτονο.

— Και είναι σωστό, κ. Ψυχάρη;

— Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια!

Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος

του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που

πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω;

Και γιατί και πώς είναι σωστό;» Τα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα

βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει. Μόνο στην Ελλάδα μιλούνε πάντα

με τη γραμματική στο χέρι. «Είναι το τάδε σωστό; Όχι! Είναι ξένο.

Λοιπόν, πώς πρέπει να το λέμε;» Αφήστε το λαό να μιλήση όπως θέλει·

αγκαλά, ούτε προσέχει σ' αφτά, ούτε τα ξέρει. Όσα του μαθαίνουν οι

δασκάλοι, τα κανονίζει και πάει, γιατί έχει μέσα του τον κανόνα.

Εμείς όμως που γράφουμε, που κάνουμε ρομάντσα, πρέπει να

συλλογιστούμε καλά τη δουλειά, να την πιάσουμε αλλιώς, γιατί εμείς

δασκάλοι δεν είμαστε· δε ζούμε στο γραφείο μας, περπατούμε στους

δρόμους, γράφουμε για όλους, γράφουμε για τη ζωή, κ' έτσι πρέπει

νακολουθούμε το λαό, το λαό και μόνο. Γι' αφτό είπα, και γω κι άλλοι

μαζί μας, πως από τη φιλολογία θα βγη φως...

Αισθητικαί θεωρίαι

— Επί ποίων φιλολογικών βάσεων στηρίζεται το νέον σας ρομάντζο το

«Δώρον του Γάμου;» Ημπορείτε να μου ειπήτε συντόμως την αισθητικήν

σας;

— Το ζήτημα θα σας το πω με δυο λόγια. Θαρρώ πως δεν πρέπει κανείς,

σα βάζει πρόσωπα σ' ένα ρομάντζο, να προσέχη μόνο στον τόπο που

βρίσκουνται τα πρόσωπα, στα σπίτια, στις κάμαρες, στους μπερντέδες,

στα χαλιά, μα να προσέξη πολύ περισσότερο στην ψυχή, τόσο μάλιστα να

προσέξη που να ξεχάση τον τόπο και να βλέπη την ψυχή μονάχα. Τι

πειράζει πού και σε τι μέρος βρίσκεται κανένας, άμα βρίσκεις την

ψυχή; Αντίς άξαφνα κανένας να πάη στη Νάξο, νανεβή απάνω στο βουνό,

να κοιτάζη από κει πέρα τη θάλασσα, τον κάμπο, και να τα περιγράψη

όλα, κάλλια να καθήση κανείς, που να πούμε, μέσα στην ψυχή του

αθρώπου κι από κει, από την ψυχή του, να κοιτάζη θάλασσα, κάμπο,

βουνά, κι αφτά να περιγράφη. Έτσι μπορεί κανείς πολύ καλά να κάμη

ρομάντζο, δίχως να σας πη όχι μόνο σε τι σπίτι, μα μήτε και σε τι

μέρος του κόσμου βρίσκουνται τα πρόσωπα. Τι να σας πω; Μου φαίνεται

πως γίνεται τότες το μυθιστόρημα πιο γενικό, με πιο γενική

ψυχολογία, με πιο γενικό νόημα, που μπορεί αμέσως πιο έφκολα να το

καταλάβη κι ο Άγγλος κι ο Γάλλος κι ο Ρωμιός, γιατί παντού το κάτω

κάτω είναι ίδια η ψυχή, δε μοιάζουν όμως οι τόποι, δε αρέσουνε σ'

όλους, δε διαβάζουν όλοι τις περιγραφές, μα η αθρώπινη ψυχή, στους

θυμούς της, στην αγάπη της, στους καημούς της, στα πάθια της, που

όλους το ίδιο μας τυραννούνε, όλους θα μας συναρπάξη, κι αφτά τα

διαβάζουνε όλοι. Τι θαρρείτε; Σήμερις στο Παρίσι, ως και του Λοτή,

ως και του Ζολά τις πολλές τις περιγραφές, αρχίζουμε λιγάκι και τις

βαριούνται. Αφτό που σας λέω δε θα πη, όπως μπορεί κανένας ίσως να

το πιστέψη στην Ελλάδα, πως μιλώ από μίσος ή πως τάχω κακά με το

Ζολά. Διόλου. Δεν είμαι και τίποτις, για να τάχω ή καλά ή κακά μαζί

του. Έγραψα μάλιστα, καθώς και πολλοί άλλοι, ένα μικρό άρθρο για το

υστερνό του το μυθιστόρημα — Docteur Pascal — και τα μισοείπα κι

αφτά. Φαίνεται πως άδικο δεν είχα, αφού ο ίδιος ο Ζολάς μου έστειλε

γραμματάκι, να μου μηνήση πως μίλησα για το βιβλίο του ίσα ίσα όπως

του άρεζε και πως βρέθηκε να είμαι ο μόνος που είπε όσα κι αυτός

ήθελε νακούση, γιατί έλεγα πως στον Πασκάλ περιγραφές έχει πολύ πιο

λίγες, κ' είναι σωστός συβολισμός όλο του το βιβλίο. Πάει να πη πως

το πρόσωπο μπορούσε να ζήση και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, πάντα

θα πάθαινε τα ίδια. Δεν είναι πρόσωπα πια, είναι ιδέες, είναι ψυχές.

Κ' έτσι μου φαίνεται πως αχαμνό διόλου δε θάτανε νάγραφε κανείς, που

να πούμε, τη γεωγραφία της ψυχής. Αφτό να κάνουμε ρωμαίικα. Ο Ρωμιός

έχει μέσα του ζωή, πολλή ζωή, λαμπρό είναι το έθνος, και ποιος

μυθιστοριογράφος βγήκε να μας δείξη την ψυχή της Ρωμιοσύνης; Αφτά

και στο Παρίσι τα θέλουνε, γιατί κανείς δεν τα ξέρει, και κει

αρέσουν τα καινούρια, όσα δεν είπε κανείς ακόμη, όχι να καταφρονούμε

άδικα και μπόσικα τα ρωμαίικα και τους Ρωμιούς. Αφτά πρέπει να

γίνουνε και στην Ελλάδα, γιατί αφτά είναι κι ο σκοπός ο μεγάλος,

αφτή κ' η μεγάλη μας η δουλειά.

Το «Κρινάκι της Αμμουδιάς»

— Τόρα θα γράψετε τίποτε άλλο;

— Ναι! Έχω στο νου μου πολλά, ένα μάλιστα που του βρήκα τόνομά του,

μα που ακόμη δεν τόγραψα. Το λέω· _ Το Κρινάκι της Αμμουδιάς _.

Κάπου στη Θεσσαλία, σε μιαν αμμουδιά, φυτρώνουνε κάτι άσπρα κι

αδύναμα κρινάκια. Είναι πολύ νόστιμα. Συλλογιούμαι να το κάμω

ρομάντσο, και θα το κάμω με πόθο, γιατί μου αρέσει ο τίτλος. Ό τι

κάνει κανείς, πρέπει να το κάνη με πόθο, με αγάπη {108}

— Πώς θα το γράψετε;

— θα το γράψω ρωμαίικα κ' ύστερα θα το μεταφράσω.

— Ούτω γράφετε πάντοτε;

— Πολύ συχνά έτσι το κάνω. Κάποτε μάλιστα, σα δυσκολέβουμαι να πω

τίποτις γαλλικά, σα δε μου φαίνεται να το είπα με την ταιριαζούμενη

τέχνη, το λέω πρώτα ρωμαίικα, και να δήτε πως από το ρωμαίικο στο

γαλλικό έρχεται καλούτσικα, γιατί σαν προσπαθήση κανένας να το φέρη

με τρόπο, και το ύφος το γαλλικό άξαφνα ξανανιώνει, μοιάζει σαν πιο

καινούριο, σαν πρωτόφαντο· έχει κάποια μυρουδιά ρωμαίικη, που έχει

το γούστο της. Τα ρωμαίικα είναι λαμπρή γλώσσα, πλούσια, καθάρια και

δροσάτη σαν το κρύο το νερό. Θυμηθήτε πως ο Chenier τέτοιο σύστημα

είχε· μα εκείνος μετάφραζε από ταρχαία τα ελληνικά· εμείς θαρρώ κάτι

θα κατορθώσουμε μεταφράζοντας, ή παραφράζοντας από τα σημερνά μας.

Και τώρα τι άλλο να σας πω;

Ο βίος εν Παρισίοις

— Ό τι θέλετε. Πώς περνάτε στο Παρίσι;

— Στο Παρίσι; Μα πολύ καλά, και βέβαια! Είμαι, καθώς θα ξέρετε,

καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, είμαι πολίτης Γάλλος και τόχω για τιμή

μου. Αφτά και στο _ Ταξίδι μου _ τα είπα {109}. Τη Γαλλία την αγαπώ

και την έχω σαν πατρίδα μου. Πολλά της χρωστώ, πολλά της χρωστάει κ'

η Ελλάδα, και καλά θα κάμουνε να μην το ξεχνούνε με το παραπάνω. Δεν

είμαι όμως από κείνους που φέβγουν και ξαπολνούν την Ελλάδα· δε

θέλησα ποτέ μου να της πω· «έχε γεια και σώνει!», αφού γι' αφτήνα

δουλέβω πάντα και πολεμώ. Το θάρρεψα χρέος μου να κάμω για την

Ελλάδα όσο μπορώ κ' είναι στη δύναμη μου· γι' αφτό βγήκα και γω να

γράφω ρωμαίικα. Μα κι αφτά τα είπα πολλές φορές{110}. Μερικοί εδώ σα

να το πήραν όμως πολύ άσκημα που βρέθηκε στο τέλος ένας να γράψη και

τα ρωμαίικα. Δεν ξέρουνε και φωνάζουνε.

— Δημοσιογραφείτε τακτικώς ή εκτάκτως στο Παρίσι;

— Κάποτε ταχτικά, κάποτες όχι· έτσι κ' έτσι.

— Πού γράφετε;

— Σαν κάμη κανείς τάρθρο του, όπου ταιριάζη, εκεί το βάζει. Για τον

Καρκαβίτσα έγραψα στο Χρόνο. Γράφω και στο Φιγκαρό, στο Βολταίρο.

Αι φιλολογικαί Συνεντεύξεις

— Τώρα, δια τους συγχρόνους Έλληνας συγγραφείς δεν θα μου πήτε την

γνώμην σας;

— Α! όχι — όσα είχα να πω, τα είπα· έστειλα κιόλας γράμμα στο Άστυ.

Εσείς δεν είσαστε ο Μποέμ;

— Μάλιστα!

— Κάματε πολύ κακά να τις γράψετε τις ιντερβιούδες σας, έτσι. Ό τι

σας έλεγαν, το γράφατε. Μα πήγατε και κρυφά σε μερικούς. Όσα όμως

λέει κανείς ενός φίλου του, δεν τα καταστρώννει και στο χαρτί. Εγώ

στο γράμμα μου εκείνο που μπήκε στο Άστυ, είπα κάτι και για σας,

δηλαδή για το Χατζόπουλο· σαν έμαθα πως ο Χατζόπουλος κι ο Μποέμ,

είναι το ίδιο, θύμωσα κ' είπα να σβήσω το μέρος που μιλούσα για τα

δηγήματά σας. Μα θα πούνε, συλλογίστηκα, πως τόσβησα ίσως από πάθος,

κ' έτσι τάφησα. Δε μου αρέσανε διόλου οι ιντερβιούδες όλες αφτές. Τι

διάβολο! Πρέπει κανείς νάχη μέσα του και λίγη δύναμη, να δείχνη και

κάποιο θαμασμό για κείνα που γράφουνε κ' οι άλλοι, όχι να βρίζη, να

χτυπά, όπως έκαμαν τότες όλοι μας οι πεζογράφοι και ποιητάδες. Δε

λέω πια τι είπανε και τι δεν είπανε για μένα, πως δεν ξέρω τη γλώσσα

κτλ. Μερικοί βλέπουνε στα βιβλία μου δυο τρεις τύπους που δεν τους

παρατήρησαν ίδιοι τους στο λαό — γιατί ποιος προσέχει στου λαού τη

γλώσσα; — κ'έπειτα βγαίνουνε κι αποφασίζουνε πως ο λαός δεν το λέει!

Το κάτω κάτω, δεν τους μέλει και πολύ, φτάνει να βρουν τίποτις, ό τι

κι αν είναι, να κατηγορούνε. Θαρρώ πως πρέπει ξεναντίας να χαίρεται

κανένας για ό τι καλό γράφεται. Σα δω τίποτις τέτοιο, καμαρώνω και

λέω· «Μπράβο του! Να που ο τάδες έβγαλε κ' ένα καλό βιβλίο. Προτιμώ

μάλιστα να βρέθηκε κανένας άλλος να το γράψη, κι ο ίδιος να γλυτώσω

από τον κόπο.»

Διά τας κυρίας

— Και πώς την ευρήκατε την Αθήνα;

— Όμορφη — όμορφη!

— Τι σας ήρεσε περισσότερον;

— Όλα· ο ουρανός, οι δρόμοι, τα σπίτια. Μα δεν είναι κ' η Ακρόπολη;

Αφτό πια θα έφτανε και μόνο του. Εγώ και στους δρόμους σεργιανίζω,

πηγαίνω, τρέχω, τώρα μάλιστα που είναι και λίγη δροσιά. Πολύ μ'

αρέσει. Δε διαβάζουν όμως εδώ. Το κακό αφτό είναι. Διαβάζουνε

τίποτις βιβλία, ρομάντζες;

— Διαβάζουν σατυρικάς εφημερίδας πολύ.

— Δε διαβάζουνε λοιπόν και ρομάντζες; Έχουν άδικο. Εμείς για τις

κυρίες γράφουμε. Πρέπει εκείνες να μας διαβάζουνε. Δεν το λέω για

μένα μονάχα· το λέω για όλους μας. Την _ Αμαρυλλίδα _ του Δροσίνη,

μήπως δεν έπρεπε όλος ο κόσμος να τη διαβάζη, όπως κι όλα τάλλα τα

ρωμαίικα τα έργα; Για ποιους δουλέβει, και κοπιάζει κανείς; Για τις

γυναίκες. Το είπε αφτό κι ο μεγάλος ο Gœthe. Γράφουμε, για να

διαβάζουν οι κυρίες. Δε λέω· είναι μερικές που κάπως διαβάζουνε· μα

ίσως καλό θάτανε να διάβαζαν περισσότερα, να είταν και περισσότερες.

Στη Γαλλία, διαβάζει, δουλέβει ο κόσμος. Στη Γαλλία, παίρνει

κατάκαρδα κανένας ό τι δουλειά κι αν πιάση· ό τι γράψη, ρομάντζα,

στίχους, θα χύση μέσα την ψυχή του. Δε θα καθήση να γράψη κανείς για

ό τι του κατέβη, για όλα τα μπόσικα, μάνι μάνι. Εκεί, το να γράφη

κανείς, τόχουνε δουλειά και τέχνη. Άθρωπος εκεί δεν είναι που να μη

δουλέβη και πολύ μάλιστα. Έτσι και το σωστό. Για να γράψη κανείς

ρομάντζο, καθώς και να βγη άξαφνα γλωσσολόγος, χρειάζεται πρώτα να

προετοιμαστή, να μάθη, να ιδρώση. Άμα πιάση κανείς κοντύλι στο χέρι,

θα πη πως τόκαμε απόφαση πια να βάλη τα δυνατά του όλα, όχι μισά

μισά να τα φτειάνη κι όπως τύχη. Για τούτο και γω σας λέω, αφήστε

τις μισοδουλειές και δε θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί μισή τέχνη δεν

υπάρχει, δεν υπάρχει μισή ψυχή — δεν υπάρχει και μισή γλώσσα{111}.

ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ

I

Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ {112}

Από μακριά την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη, το βράδυ, όσο έτρεχε το

τραίνο και κατέβαινα στον Περαιά, να με πάρη το βαπόρι που με πήγε

στην Τήνο. Την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη και λυπούμουν. Ανοίγει η

καρδιά μου, άμα τα πατήσω τα χώματα εκείνα, τάγια χώματα της Αθήνας.

Έλεγα μέσα μου· «Πού αλλού στην Ελλάδα θα βρω τέτοιους ρεπορτέρηδες;

Πού τόσους φίλους και φημερίδες τόσες; Πού θα γελούν οι δρόμοι όπως

γελούνε στην Αθήνα;»

Μ' άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής,

που τάβλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω,

πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος

βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το

ένα πίσω από τάλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο

το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, τόχει ψιλή καταχνιά

κουκκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβης αν είναι σύννεφο, αν

είναι βουνό. Πήγαινε να το διής και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσης

μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το

βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Δες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και

στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί.

Τέτοια θυμούμουν όταν ανέβηκα στο βαπόρι, κ' είμουν πολύ

συλλογισμένος. Είχα μεγάλο καημό. Την καινούρια την Ακρόπολη,

στοχάζουμουν τώρα, ποιος και πού θα μας τη χτίση; Τους καινούριους

μας τους θεούς σε τι βουνό, σε τι μέρος θα τους διούμε!

Ταξίδεψα μ' έναν παππά. Πολύ άξιος, προκομμένος παππάς,

σπουδασμένος, με τρόπους ωραίους, δάσκαλος στη Σαντορίνη, ήξερε κι

από δημοτική. Γνώρισα κ' έναν άλλο παππά σ' ένα χωριό της Τήνος·

είναι φιλόξενα ανοιχτόκαρδα της Τήνος τα χωριά (της χώρας τη

φιλοξενία άλλη μέρα πρέπει να την πούμε). Το πρόσωπο εκείνου του

παππά έλαμπε από ξυπνητάδα· τα μάτια του γλυκά γλυκά και γελαστά·

είχαν όμως και την πονηριά τους. Περιοδικά, φημερίδες, εβρωπαϊκά

βιβλία, τα παρακολουθούσε, τα διάβαζε όλα. Τον είδα και τον αγάπησα

εκείνο τον παππά. Τι περιποίηση που μου έκαμε! Δε μ' άφινε να φύγω·

πρώτα να μου χαρίση και το κομπολόγι του.

Το κομπολόγι σου, παππά μου, θα το φυλάξω και μη σε μέλη. Θα σε

συχνοθυμούμαι. Βγήκα στο ταξίδι με την ιδέα πως στην Ελλάδα όλα θα

μου φανούν όμορφα κι ωραία. Μα μη νομίζης πως σου κάνω τον έπαινο,

μόνο και μόνο, γιατί αποφάσισα να παινέσω τον καθέναν και το καθετί.

Όχι! Εσύ τιμάς τον ελληνισμό. Και δεν πρέπει αμέσως κι απαρχής να το

πούμε; Θρησκεία και πατριωτισμός το ίδιο είναι στην Ελλάδα. Τη

θρησκεία την αφίνω ήσυχη· ήσυχους και τους παππάδες. Μόνο οι

δεισιδαιμονίες με πειράζουν και δεν τις θέλω. Για τούτο μ' αρέσει

πολύ να ταξιδέβω με παππάδες. Τόχουν άλλοι για κακό, εγώ τόχω για

καλό, όταν είναι καλός ο παππάς και ξέρει να κουβεντιάση, που να

περάση η ώρα.

Οι δεισιδαιμονίες αφτές δε ρωτώ πότε θα τελειώσουνε, ρωτώ μόνο πότε

θα λιγοστέψουν; Ο Ρωμιός, τώρα που τον είδα σε κάμποσα μέρη της

Ελλάδας, σα να είναι παντού ο ίδιος· ο ελληνικός λαός — μαζί

λογαριάζω και τους πλουσίους και τους προκομμένους — μου φαίνεται

σαν ένα λαμπρό παλληκάρι, που κάτι άφαντες αρίφνητες μικρούτσικες

κλωστίτσες τον έχουν από παντού σφιχτοδεμένο, και δεν μπορεί να

κουνήση. Δεν μπορεί να κουνήση, γιατί πρώτα πρέπει να συλλογιστή τι

μέρα θα φύγη· αν τύχη να είναι τρίτη, χάθηκε ο κόσμος. Αν άξαφνα το

πρωί, εκεί που τρέχει στη δουλειά του, ανταμώση στο δρόμο έναν

παππά, γυρίζει πίσω. Κάθεται και πάει να σηκωθή· στέκεται και πάει

να καθήση· λέει — Τι θέλει ο Θεός, να σηκωθώ ή να καθήσω; Κάνει

βίζιτα ενός φίλου του· μα σκουντάφτει στη σκάλα· θα πη πως κάτι θα

πάθη. Πέφτει κι αρρωστά· φωνάζει το γιατρό· μέσα του όμως φωνάζει κ'

έναν άγιο. Όλη του η ζωή είναι σαν ένα θάμα παντοτεινό. Μοναχός του

τίποτα δεν κατορθώνει. Τις κλωστίτσες εκείνες θαρρεί πως κάποιος

κάπου τις βαστά και πότε τη μια τραβά, πότε την άλλη· έτσι κι ο

Ρωμιός πότε καλά, πότε κακά, πότε χαίρεται, πότε λυπάται. Μόνο την

έννοια του έχει ο ουρανός.

Οι δασκαλισμοί τώρα και κείνοι μου φαίνουνται πως είναι ένα σωρό

κλωστίτσες. Κάθε δασκαλισμός και δεισιδαιμονία. Γιατί να διήτε τι

τρέχει. Ο Ρωμιός που ταξιδέβει με παππά, τι νομίζει; Λέει πως θάχη

φουρτούνα. Τη φουρτούνα ο παππάς θα τη φέρη. Θαρρεί δηλαδή πως

φουρτούνα και μπουνάτσα δεν είναι δουλειά της μετεωρολογίας, δεν

είναι πράματα φυσικά, μα πως ένας άθρωπος μπορεί ναλλάξη και μάλιστα

να χαλάση τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο. Κι ο δάσκαλος πάλε τι

λέει; Λέει πως εκείνος μπορεί ναλλάξη και να χαλάση τη γλώσσα του

λαού, που πήρε δικό της δρόμο και που έχει νόμους δικούς της.

Έπειτα, όλο να φωνάζουμε πως είναι πρόστυχη η γλώσσα, μήπως δεν

είναι και τούτο δεισιδαιμονία και πρόληψη; Πρέπει να λέμε το

εναντίο. Αχ! πόσο θα μ' άρεζε να τόλεγαν πρώτα πρώτα οι κυρίες! Για

κείνες πολεμούμε, για να μας διαβάζουν εκείνες, πότε να γελούν, πότε

και να δακρίζουν. Την ψυχή μας βγάζουμε για να διασκεδάσουνε μια ώρα

και να μη βαρεθούν τα δύστυχά μας τα βιβλία. Στα βιβλία μας μέσα,

και το νου μας θα χύσουμε και την καρδιά μας, ώςπου να γίνη ζωή το

χαρτί μας. Οι κυρίες πρέπει μαζί μας να είναι. Δεν το είπαμε κι

αλλού; Από τη μάννα θα μάθη το παιδί, και για κείνες θα γράφουν τα

χρυσά βιβλία της αγάπης, που σαν της άνοιξης τα ρόδα θα μυρίζουν. Η

φιλολογία μας θα είναι δική τους και να το ξέρουν. Τι ωραία που

φιλονικούν οι κυρίες! Μα γιατί να φιλονικούν; Είδα μια πολύ νόστιμη

στην Αθήνα, που ήθελε και καλά την καθαρέβουσα. Τάκουσα και πόνεσε η

καρδιά μου. Τι θα κάμουμε τώρα εμείς; Θαρχίσουμε να συζητούμε κάθε

τόσο με τις κυρίες, να τις μιλούμε για επιστήμη και γλωσσολογία, να

τις δώσουμε να καταλάβουν πως η γλωσσολογία κ' η επιστήμη

καθαρέβουσα δεν ξέρουν και πως μόνο εθνική γλώσσα γνωρίζουν; Όχι!

Δεν ταιριάζει να τις το λέμε. Εγώ ντρέπομαι να μιλώ για γλωσσολογία

και γραμματική με τις κυρίες, γιατί θα μοιάζω δάσκαλος και δεν είναι

και δουλειά τους. Παιδιά, άλλο πρέπει να τις πούμε.

Να τις πούμε πως γράφουμε τη δημοτική, γιατί έτσι μας αρέσει. Και

γιατί τάχατις έτσι να μας αρέση; Μας αρέσει έτσι, γιατί πολύ πιο

δύσκολο είναι να γράφουμε τη δημοτική. Την καθαρέβουσα ο καθένας

μπορεί να τη γράψη, και κατάντησε τόσο πρόστυχη γλώσσα, που είναι

αηδία. Εμείς όμως είμαστε λίγοι. Κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Ποια

είναι αφτά; Τούτα δα, που γράφουμε την εθνική γλώσσα, εκείνη τη

γλώσσα που ο λαός όλος την ξέρει και τη μιλεί δίχως λάθος, κι όμως

γενήκαμε ένα είδος αριστοκρατία. Τώρα μάλιστα βγήκαμε και της μόδας.

Μαζί μας το λοιπόν πρέπει να είναι οι κυρίες, οι καλές, οι

προκομμένες, που δε θέλουνε να είναι σαν τους άλλους, να μοιάζουνε

με όλο τον κόσμο, που τόχουν καημό και στενοχωριούνται, άμα διούν

πως η καθεμιά φορεί το φουστάνι και το καπέλλο που φόρεσαν πρώτες

εκείνες. Έτσι και το δικό μας το δημοτικό το καπελλάκι, ο καθένας

δεν μπορεί να το φορέση.

Και σαν πώς να είναι αφτό μας το καπελλάκι; Όμορφο πολύ και πολύ

απλό, γιατί πρέπει να πούμε κι άλλο ένα στις κυρίες· όσο πιο

πολιτισμένος, όσο πιο καλλιεργημένος είναι κανείς, όσο πιο

ξεβγενισμένος ο νους του, τόσο περισσότερο θέλει απλή γλώσσα και

τέχνη απλή.

Νύχτωσε και τρέχει το βαποράκι. Κάθουμαι στο κατάστρωμα κι

αποχαιρετώ την Αθήνα. Αποκοιμήθηκα ή όχι, ποιος το ξέρει; Μου

φαίνεται τώρα πως βλέπω μιαν Ακρόπολη καινούρια, πως βλέπω

καινούριους θεούς. Στου Παρθενώνα μας τα σκαλοπάτια κάθουνται

γυναίκες πολλές αραδιασμένες· τις προσκυνούν οι καινούριοι θεοί και

τις φέρνουν κάτι λουλούδια, που μοιάζει πως αναποδογυρίζει ο ουρανός

από μοσκοβολιά.

ΙΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ {113}

Όταν είμουνα στη Ζαγορά της Θεσσαλίας, παραπονιούμουν κάθε τόσο για

τα _ καλντερίμια _. Ο Δροσίνης κάμποσες φορές άκουσε τα παράπονά μου

και θα τα θυμάται. Τάκουσαν όμως και τα καλντερίμια — τάκουσαν και

τα θυμούνται. Αχ! εκείνοι οι δρόμοι που ανεβοκατεβαίνουνε σαν τα

κύματα, μα σαν κάτι κύματα πέτρινα και κοφτερά! Τα καλντερίμια με

κυνηγούν. Τώρα που βγήκα πάλε στο ταξίδι, και κείνα κατόπι μαζί μου.

Καλντερίμια βρίσκω και στην Τήνο. Δε λέω για τους δρόμους, γιατί σε

κάτι χωριά που πήγα, δεν ήταν και τόση κακοτοπιά. Τα καλντερίμια εδώ

έγιναν κρεββάτι, και σε τέτοιο κρεββάτι έπεσα να κοιμηθώ στις

τέσσερεις ήμισυ το πρωί, που έφτασα στην Τήνο, αφανισμένος από το

ταξίδι. Δεν είτανε στρώμα· είταν ανήφορος και κατήφορος όλο πέτρα.

Ας είναι! δεν πειράζει· κοιμούμαι και σε πέτρα — φτάνει να είμαι

μόνος. Έλα δα που στο κρεββάτι που πλάγιασα είταν ένα σωρό κόσμος

μαζί μου. Πολέμησα τρεις ώρες. Σκότωσα μερικούς και μερικές, όσους

κι όσες μπόρεσα. Οι άλλοι κ' οι άλλες μ' έφαγαν. Οι πέτρες είταν από

μέσα κούφιες και κατοικημένες. Νόστιμοι μικρούτσικοι κάτοικοι, με

του μελιού το χρώμα. Το αίμα μου στην Τήνο απόμεινε όλο.

Για να προκόψη η επιστήμη, για να μάθη χωριανές γλώσσες, τι δεν

κάνει ο γλωσσολόγος; Αφίνει το σπιτικό του, ως και στης Τήνος τα

ξενοδοχεία πάει να καθήση. Δυο νύχτες με την αράδα κοιμήθηκα λαμπρά

στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, απάνω σ' ένα ξύλινο τραπέζι,

μάλιστα απάνω σε δυο, γιατί έχω και μπόι. Μεσημέρι και βράδυ με

σερβίριζε ο ξενοδόχος το ξακουστό το τηνιακό το κρέας. Αλήθεια, πιο

μαλακό, πολύ πιο τρυφερό από το κρέας είταν το ξύλο του τραπεζιού.

Κρασί έπινα ξύδι. Όταν έφυγα, πλέρωσα και _ δωμάτιον _. Έτσι έγραφε

ο λογαριασμός του ξενοδόχου. Ο ξενοδόχος εκείνος δεν μπορούσε να

καταλάβη γιατί δε θέλησα να πλαγιάσω στο _ δωμάτιον _. Του φάνηκε

πολύ παράξενο. Είναι, φαίνεται, συνηθισμένος· πιο παστρικό κρεββάτι,

λέει, δεν υπάρχει. Θύμωσε, φώναξε, μ' έβρισε στο δρόμο,

λυσσιασμένος, φρενιασμένος· μου είπε πως είμουν κ' ιδιότροπος.

Τους Τηνιακούς για τέτοια πράματα δεν τους μέλει. Τι καλότυχοι που

είναι οι Τηνιακοί! Έχουν την Παναγια που τους γιατρέβει. Άκουσα

μάλιστα πως γιατρέβει και τους τρελλούς. Ησύχασα και γω μ' αφτό.

Εκεί που κόντεβα να τρελλαθώ από τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα

φαγιά, ήξερα πως η Παναγια θα με γιατρέψη.

Τι καλό πράμα να τα γιατρέβη όλα η Παναγιά! Ρώτησα δυο Τηνιακούς,

δυο χαριτωμένα παιδιά, αν είναι στην Τήνο γιατροί και τι ανάγκη τους

έχουν. Αφού έγινε γιατρός η Παναγιά, στη θάλασσα αμέσως να πετάξουμε

τα γιατρικά και τους γιατρούς μαζί.

Πολύ φρόνιμα μου είπαν οι δυο μου Τηνιακοί πως η Παναγια δυο φορές

μόνο το χρόνο γιατρέβει, Άβγουστο στις δεκαπέντε και Μάρτη στις

είκοσι πέντε. Λοιπόν έχουν τους γιατρούς για όλο τάλλο διάστημα. Η

Παναγια δε θέλει να κάνη θάματα κάθε μέρα. Για τούτο τους είδα σα

λίγο συλλογισμένους τους Τηνιακούς· τα λόγια τους μετρημένα,

κατεβασμένα τα προσώπατά τους. Μόλις τους βλέπεις. Ή πολύ σοφοί θα

είναι ή θα τους καίη τόντις την καρδιά η τεμπελιά της Παναγιάς.

Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ

μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η

Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους

ντόπιους τους αφίνει κατά πως είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο.

Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν είμουν Παναγιά, άλλη

δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον

κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο

φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα

δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την

έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου.

Αχ! παιδάκια μου, να είμουν Παναγιά, τι καλό θα σας έκαμνα όλους!

Και τους ντόπιους θα γιάτρεβα και τους ξένους. Και δε θα γιάτρεβα

μόνο τους τρελλούς, τους στραβούς και τους παράλυτους. Αμέ τι; Να

είμαι Παναγιά και να φέρνουμαι σαν τους γιατρούς, που ο ένας είναι

για τα δόντια, ο άλλος για ταφτιά, ο άλλος πάλε για κάτι άλλα! Δεν

ταιριάζει. Ποιος θα με βαστούσε εμένα, αν είμουνα Παναγιά; Και τι

τάχα; Τέτοιες αρρώστιες θα γιάτρεβα μόνο; Θα γιάτρεβα, παιδιά μου,

και τις αρρώστιες της ψυχής.

Θα γιάτρεβα πρώτα πρώτα την καημένη μας την ψυχή, την ψυχή του

αθρώπου που το βράδυ, όταν ο ήλιος βασιλέβει, λύπη γιομίζει και

θάνατο συλλογιέται, τη δύστυχή μας την ψυχή που όλο θέλει κι όλο δεν

μπορεί, την ψυχή μας που έχει χάλια, γιατί είναι καλή και γενναία

ψυχή κι όμως είναι περιωρισμένη. Αν είμουν Παναγιά, δε θα μπορούσε

κανείς να μετρήση τα θάματά μου. Αφού θα είχα τη δύναμη να κάνω το

ένα, θα είχα τη δύναμη να κάνω κι όλα τάλλα. Έπειτα, χάρισμα θα

τάκαμνα, παιδιά. Θα είμουν Παναγιά, θα είμουν όμως και ποιητής. Για

να γιατρέψω, δε θα γύρεβα πρώτα να με πιστέβη ο άρρωστος ή να

πιστέβη πως θα γιατρεφτή. Ο ποιητής τέτοιες έννοιες δεν έχει.

Σκορπάει τα διαμάντια του απάνω στη γις, πιστέβεις ή δεν πιστέβεις,

κ' έτσι καμιά μέρα, και στραβός να είσαι, θα καταλάβης πως εκεί

μπροστά σου κάτι λάμπει, κ' ίσως ανοίξουν τα μάτια σου μοναχά τους,

για να διής και το φως.

Κρίμας, αλήθεια, να μην είμαι Παναγιά. Σας το λέω, παιδιά μου, θα

τάπαιρνα όλα ένα ένα και θα τα γιάτρεβα όλα. Θα γιάτρεβα τα

καλντερίμια, θα γιάτρεβα τα τηνιακά ξενοδοχεία, τους τηνιακούς

ξενοδόχους, τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά. Θα γιάτρεβα

όλους τους Τηνιακούς — θα γιάτρεβα και την Παναγια την ίδια που δεν

μπορεί όλα να τα γιατρέψη.

Τέτοια έλεγα τους Τηνιακούς, μα σα να μην τους πολύ άρεζαν τα λόγια

μου. Έχουνε δίκιο οι Τηνιακοί. Δε μιλούμε την ίδια γλώσσα. Ίσως για

τούτο και τα λόγια μου δεν τους αρέσουν.

Εμένα πάλε μ' αρέσει η Τήνο με το παραπάνω, όταν κάθουμαι ήσυχα στην

Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της «Εστίας», με τον καλό τον Κασδόνη, που

είναι και κείνος Τηνιακός, και μου λέει για την Τήνο. Στου Κασδόνη

μαζέβουνται ταπόγεμα κάθε μέρα όσοι γράφουν ή στίχους ή παραμύθια.

Βιβλία κανείς δεν αγοράζει. Τι να τα κάμη, αφού διαβάζει ο καθείς τα

δικά του και τα δικά του μόνο, κάποτε και μόνος; Έχω ιδέα που καμιά

ώρα αφτό το βιβλιοπωλείο θα γίνη Ακαδημία. Γιατί οι Ακαδημίες έτσι

γίνουνται. Γίνουνται μοναχές τους, και κει που δεν ξέρεις πως θα

γίνουν. Είναι σαν τα λουλουδάκια του κάμπου· άξαφνα φυτρώνουν και

μεγαλώνουνε, φτάνει να είναι και το χώμα. Κάτι θα κατορθώσουν όλα

αφτά τα παλληκάρια. Για κάθε πράμα θα σου μιλήσουνε, για γλώσσα, για

ποίηση, για ρομάντζα, για φιλολογία· μόνο Ακαδημία δε βάνουνε στο

νου τους, κ' ίσια ίσια για τούτο παίρνει δρόμο λίγο λίγο η μικρή

Ακαδημία του Κασδόνη.

Δημοτική, εθνική Ακαδημία! Άμα φανερωθή, δίχως να είναι και Παναγιά,

θα γιατρέψη πια και τους δασκάλους.

III

ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ {114}

Να μην είταν οι παππάδες, τι θα γίνουμουν και γω δεν τοξέρω. Όπου

πήγα, πρώτος φίλος μου κι ο παππάς. Πολύ τους αγαπώ τους παππάδες.

Είναι προκομμένοι, είναι καλοί, είναι κ' έξυπνοι, είναι έξυπνοι κι

αθώοι. Τους βλέπω και καμαρώνω. Αφτοί βάσταξαν τον ελληνισμό και

σήμερις ακόμη, σε μέρη πολλά, αφτούς έχει πατρίδα η Ρωμιοσύνη. Τι

περίεργο πράμα! Και μένα μ' αγαπούν οι παππάδες. Αλήθεια, δεν

ταξίζω. Στο Παρίσι, που λέω πια την ιδέα μου παστρικά, και μιλώ για

τα θρησκεφτικά ζητήματα μ'όλο το θάρρος, δεν μπορείτε να φανταστήτε

τι ωραία που τα πηγαίνουμε με τους παππάδες. Τι να πω τώρα για τους

δικούς μας; Βέβαια θα διάβασαν _ το Ταξίδι μου _ και θα είδαν πως τη

θρησκεία, δεν την πειράζω, μάλιστα πως λέω και τα καλά της. Για κάτι

άλλα θυμώνω, για κάτι δεισιδαιμονίες, για κάτι συνήθειες, ίσως για

τα τηνιακά Καταστήματα, γιατί έτσι λεν εκεί την εκκλησιά, όχι όμως

για την Παναγιά, που δε μου έκαμε και κανένα κακό.

Οι παππάδες το κατάλαβαν και για τούτο παντού με φιλοξένισαν και θα

με φιλοξενίσουν ακόμη. Και γω πάλε, άμα διώ παππά, ξανοίγει η καρδιά

μου. Και κει που βλέπω παππάδες, αμέσως ξέρω πως θα καλοπεράσω. Στη

Σύρα ως τόσο δεν είδα παππά· καλοπέρασα όμως και στη Σύρα. Τωραίο,

ταγαπημένο το νησί! Τόβαλα στην καρδιά μου. Είναι το πρώτο ελληνικό

χώμα, ή, να το πούμε πιο σωστά, η πρώτη ελληνική πέτρα που πάτησα

τότες, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Και τώρα πόσο πιο όμορφη μου φάνηκε

ακόμη! Έφτασε νύχτα το βαπόρι. Με τα φέσια της όλα έμοιαζε η Σύρα,

από μακριά που την είδα, σαν ένας μικρούτσικος στρογγυλός

χρυσοκεντημένος ουρανός, γεμάτος άστρα πηχτοκαρφωμένα. Τι θαρρείτε;

Έχει κ' η Σύρα αστερουδάκια δικά της. Ξέρουν εκεί τι θα πη επιστήμη,

σου φτειάνουν κάτι λαμπρούς γεωγραφικούς χάρτες, γράφουν ιστορικά

σπουδαία βιβλία και χτυπούν ένα χάζι τον Περραιβό, σου κάμνουν και

κωμωδίες. Κι από το πρωί ως το βράδυ φιλονικούνε για ό τι θέλεις,

και για τον Ίπσεν και για μένα.

Στη Σύρα πολύ μ' άρεσε κι ο ξενοδόχος. Δε μοιάζει διόλου του

ξενοδόχου της Τήνος. (Αχ! Τήνο, Τήνο, δυστυχισμένο μου νησί, πού να

το ξέρης σε ποιανού γλώσσα θα πέσης!) Ο ξενοδόχος της Σύρας δεν

είναι ξενοδόχος· είναι φίλος. Είναι μάλιστα πατέρας· έχει την έννοια

σου· ρωτά πώς είσαι. Αν άξαφνα σου πονεί το στομάχι, θα σου

παραγγείλη ο ίδιος το φαγί που σου χρειάζεται. — «Εγώ, λέει, αφτό

νομίζω καλό, εσύ τώρα να διατάξης. Σαράντα χρόνια ξενοδόχος, είμαι

και γιατρός. Να διώ τη γλώσσα σου!». Απαράλλαχτος ο γέρος ο

Bressant, όποιος τον πρόφταξε. Κ' η πετσέττα που βαστά στο χέρι να

σε σερβίρη, έχει αξιοπρέπεια και κείνη. Να πάτε δίχως άλλο στη Σύρα,

μόνο και μόνο για το γέρο Μάτση. Ακούτε με κι αξίζει.

Πολύ όμως δυσαρεστήθηκα στη Σύρα, όταν κατέβηκα στην πλατέα και δεν

είδα παρά τάγαλμα του Μιαούλη. Πρόσμενα πως θα είταν και του Βικέλα.

Του έπρεπε, αφού είναι Συριανός. Κάμποσο θα μ' άρεζε νάβλεπα το

Βικέλα μαρμαρένιο, με τα μεγάλα τα πανωβράκκια σαν του Μιαούλη, με

το καππότο, με το γελέκι και το καζακί, με το ζουνάρι, τις κάρτσες

και τα παππούτσια, να βαστά το κανοκιάλι στο ένα του το χέρι και με

τάλλο να βαστά τη λαγουδέρα. Θα μου θύμιζε τον πρώτο μου το Βικέλα,

που χτυπούσε τους δασκάλους, που έγραφε στίχους δημοτικούς και δεν

ήξερε παρά δημοτική. Δεν είχε ακόμη δασκαλέψει το Σαικσπείρο και

φόρτωνε στον πετεινό όλα τα τελικά τα _ν_. Αφού ξέχασε τα βρακκάδικα

και δεν τα θέλει, ελάτε να του κάμουμε άγαλμα εμείς με τα βρακκιά,

να τα φορέση.

Τώρα που τάγραψα αφτά, κάθουμαι και συλλογιούμαι· «Λέτε να

πειραχτή;» Και τι να πειραχτή; Δε με ξέρει; Για να γελάσω μια

στιγμή, τι δε γράφω; Γράφω όμως δίχως κακία. Το κάτω κάτω, πώς να

θυμώση, αφού κι άγαλμα θέλω να του κάμω;

Ωραία ταγάλματα κ' η τέχνη ωραία. Σαν την ωραιότητα της φύσης τίποτε

όμως δεν είναι. Κ' η τέχνη, για ναξίζη, τη φύση πρώτα πρέπει να

μιμηθή. Δεν πιστέβω ποτέ στη ζωή μου να είδα ό τι είδα στη Σύρα,

μήτε να το είδε κανένας. Τη νύχτα, με το φεγγάρι, δεν υπάρχει πράμα

στον κόσμο που νάχη της Σύρας την ομορφιά. Για να το καταλάβης,

πρέπει νανεβής απάνω τη στράτα, ώςπου να διής έναν καφενέ που έχει

όνομα «Ορφεύς»... Εκεί, σε κείνον τον καφενέ, εννόησα πρώτη φορά,

κοντέβουν τώρα εφτά χρόνια, με τι τρόπο και με τι σύστημα, ήσυχα και

κανονικά, ο λαός διορθώνει τους δασκαλισμούς, γιατί ο λαός ή «Ορφές»

θα το κάνη πολύ σωστά, όπως ένας μου το είπε, ή θα το λέη νέττα

σκέττα καφενές. Εσένα μη σε μέλη για τους δασκαλισμούς· πήγαινε ίσια

το δρόμο σου. Άμα είναι ησυχία κι αγεράκι δε φυσά, θώρειε τη θάλασσα

πέρα πέρα που γιαλίζει σα γιάλινος απέραντος κάμπος. Κοίταξε και

τους βράχους που γκρεμνούνε και παν κάτου ως το γιαλό, ολόλαμποι

βράχοι που στράφτουνε σαν τασήμι. Ανέβα ακόμη πιο αψηλά· άξαφνα

στρίβει ο δρόμος και λες πως μπαίνει μέσα στα βουνά, στη ρεματιά

μέσα. Τα βουνά μοιάζουνε σα να είταν από ατσάλι καμωμένα κι

αχτινοβολούνε. Κάτασπρη η στράτα. Περπατείς και το βήμα σου δεν

τακούς. Σωπασιά μεγάλη παντού μεριά. Πού είσαι, και συ πια δεν το

ξέρεις· ξεχνάς πως υπάρχει ζωή, θαρρείς πως είσαι φάντασμα, και που

βαδίζεις μέσα στο φεγγάρι, στα βουνά του και τους γκρεμνούς του,

μέσα στο φως του.

Και ποιο νησί στην Ελλάδα δε σε μαγέβει; Η Άντρο πάλι έχει και τη

θάλασσα μαγεμένη. Πρέπει να διής τις αμμουδιές εκείνες, βαθιά μέσα

στο λιμάνι, με τα βουνά γύρω γύρω. Έρχουνται τα κύματα, φαρδιά

φαρδιά με τον αφρό τους, έρχουνται και απλώνουνται, ξαπλώνουνται και

φωνάζουν της αμμουδιάς· «Έλα, έλα μαζί μας, εσύ που μας μαγέβεις και

μας τραβάς, έλα να σε τραβήξουμε και μεις, έλα να σε πάμε πέρα

στανοιχτά.» Μου φάνηκε σα να είταν το τραγούδι της αγάπης. Εσύ που

κοιμάσαι στην ακρογιαλιά, έλα, φωνάζει κ' η αγάπη, έλα νανοίξη ο

ουρανός, νανοίξη κ' η ψυχή σου.

Η Άντρο έχει πανώρια βουνά. Τα βλέπεις δεξιά και σου γελούνε· είναι

γιομάτα πρασινάδες, λουλούδια γιομάτα· τα βλέπεις αριστερά και

τρομάζεις· είναι σαν ντουβάρια από γιγάντους χτισμένα· πέτρες και

γκρεμνά· μήτε φύλλα, μήτε κλαδί. Η Άντρο τέτοια είναι, ταντρειωμένο,

τόμορφο νησί· έχει δύναμη και χάρη. Οι αμμουδιές της είναι

χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι _ ανερούσες _ εκείνες που σε

παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ' αφίνουνε πια. Κ' η αγάπη

τέτοια είναι· έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλω κ' η ποίηση να είναι

τέτοια, θέλω να μοιάζη της Άντρος, να είναι χαρά και τρομάρα.

Άλλη πάλε είναι της Πάρος μου η νοστιμιά. Η Πάρο βουνά δεν έχει·

έχει ραχούλες. Μήτε κρύο πολύ κάνει στην Πάρο, μήτε πολύ ζέστη· τα

σοκάκια της είναι μικρά, όπως και τα σπιτάκια. Όλα της είναι ήσυχα,

φρόνιμα, καλούτσικα, γελαστά, όλα της έχουν κάποιο μέτρο και κάποιο

γούστο. Κ' η θάλασσα στην Πάρο δεν ξέρει από φουρτούνες· εκεί, κάθε

χρόνο, το καλοκαίρι, έρχουνται τα σφουγγαράδικα και ψαρέβουνε δίχως

φόβο. Κατεβαίνει ο βουτηχτής κάτω στης θάλασσας τον πάτο· μέσα σ'

ένα λάστιχο κατεβαίνει μαζί του κι ο γλυκός ο Παρειανός αέρας·

κάποτες βλέπεις μια φούσκα, μιαν ασπράδα που ανεβαίνει· θα πη πως ο

βουτηχτής πήρε την αναπνοή του, κ' έτσι μπορείς να καταλάβης σε τι

μέρος βρίσκεται ο βουτηχτής. Τα ίδια και μεις όλοι· γυρέβουμε,

ψάχνουμε, πολεμούμε, καμιά αλήθεια να φανή, να πάρουμε την αναπνοή

μας, να διή ο κόσμος από τι μέρος βγαίνει ασπράδα. Όλα τάλλα η

θάλασσα τα σκεπάζει.

Από την Πάρο βαστώ και γω. Παρκιώτης είταν της μητέρας μου ο

πατέρας. Από την Πάρο βαστώ κι ας πα να λεν οι δασκάλοι. Το μέτρο μ’

αρέσει και πολύ μέτριος είμαι. Νομίζουν πως στη γλώσσα που γράφω τα

τόλμησα πια όλα. Δεν τόλμησα όσα τολμά ο λαός· όχι γιατί τα

φοβούμαι, μα γιατί δεν είναι καιρός ακόμα· όσα σήκωνε ο καιρός ο

δικός μας, τόλμησα μόνο και θα το καταλάβουν κατόπι οι άλλες γενεές.

Από την Πάρο στην Αξιά πήγα με καΐκι κι από τη Χώρα πήγα ίσια στα

χωριά. Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του

βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα διής κάμπους δεντροφορεμένους και

θαπορήσης όσο θαπορούσες, αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη

μέση του νησιού. Θα μάθης τόνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το

Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ

Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και

καμαρώνουν τ' Απεράθου, τωραιότερο απ' όλα τα χωριά. Η φύση όλη το

καμαρώνει· ο ήλιος το γλυκοφιλά κ' οι αχτίδες του, σαν ερωτεμένες,

χαδέβουν ταμπέλια τ' Απεραθιού. Λες πως πλαγιάζουν και χουζουρέβουν

και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν· «Εδώ μ' αρέσει, αχτίδες μου

χρυσές, εδώ μ' αρέσει να σας βλέπω· αφανίζεστε όλη μέρα απάνω στις

κορφές, στα καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες· εδώ κάτω να

ξεκουραστήτε· έχετε στρώμα κι απακκούμπι.»

Ένα πρωί, από τ' Απεράθου, είδα και την Αμοργό. Είταν ψιλούτσικη

καταχνιά, μια περίεργη καταχνιά, σα φωτολουσμένη. Πού και πού

άσπριζε μια χαραμάδα, πολύ μακριά, — συννεφούδι, κυματάκι, ποιος

ξέρει; Δεν ξεχώριζες θάλασσα κι ουρανό· σα ροδάκινο μεγάλο, στο

χνούδι του τυλιμένο, έμοιαζε πως κρέμουνταν η Αμοργό στάπειρο μέσα.

Θα του κάμουμε ένα άγαλμα λαμπρό Εκεινού που θα βγη να μας πρωτοπή

την ομορφιά της Ελλάδας, γιατί μου φάνηκε πως έχουν τέτοιο παράπονο

τα νησιά. Ποιος γυρίζει να τα διή; Αντίς να διαβάζετε ξένα και να

γράφετε ξένα, τρεχάτε, παιδιά, στα νησιά, τρέχατε και στη στεριά.

Ρωμαίικα ρομάντζα προσμένουμε από σας όλους, προσμένουμε ρομάντζα

που ρωμαίικο χώμα να μυρίζουν. Από σας όλους να μάθουμε θέμε τα

κάλλη κάθε χώρας, το μυστικό κάθε ψυχής. Πολύ θα μ' άρεζε και μένα,

παιδιά, να μπορούσα κάτι να καταφέρω. Μα δεν αδειάζω· έχω άλλες

δουλειές. Κάποιος τώρα πρέπει να φανή. Το ροδάκινο που κρέμεται στον

αέρα ψηλά, ποιος θα το κόψη; Ποιος θα ξεχωρίση θάλασσα κι ουρανό;

Ποιος θα ζωντανέψη και τις πέτρες; Εκείνος θα γίνη «άλλος Ορφές».

Ομπρός το λοιπόν, και μη φοβάστε. Άγαλμα θα του φτειάσουμε, σας λέω.

Φέρνουμε και μάρμαρο από την Πάρο.

IV

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ {115}

Γιατί βγήκα στο ταξίδι και τι γυρέβω, δεν το κατάλαβα ακόμη.

Κοριτσάκι μου, εσύ που προβαίνεις στο παράθυρό σου, αντίκρυ στην

κάμερή μου, και με κοιτάζεις κι απορείς και δεν ξέρεις γιατί άξαφνα

σηκώνουμαι και περπατώ, άξαφνα κάθουμαι και γράφω, γιατί ξεσκίζω

κάθε τόσο μια κόλλα χαρτί και ξαναρχίζω, γιατί κάποτε χαμογελώ και

κάποτε πάλε στέκουμαι ώρες και συλλογιούμαι, κοριτσάκι μου εσύ, να

σου πω τα ιστορικά μου· δυο πράματα σιχαίνουμαι στον κόσμο, δυο

είναι που μου φέρνουν αηδία, να ταξιδέβω και να γράφω. Να γράφω και

να ταξιδέβω στην Ελλάδα έγινε τώρα η δουλειά μου. Από κει να

καταλάβης.

Αν τύχη και διαβάζεις το Άστυ, μη βλέπης που λέω τόσα για τα νησιά

και που τρελλάθηκα για την ομορφιά τους. Θέλεις να μάθης την

αλήθεια; Βλαστημώ την ώρα που ήρθα. Εμένα μ' αρέσει να μην το κουνώ

από το σπιτικό μου, το χειμώνα ήσυχα να δουλέβω, το καλοκαίρι να

σκυλοχουζουρέβω. Το μουλάρι, με σκοτώνει· το κεντιστήρι δεν το

νοιώθει το μουλάρι· το στομάχι μου το νοιώθει και γίνεται τρύπα.

Τρέχα απάνω στα βουνά, τρέχα με τον ήλιο και το βοριά μαζί, τρέχα

στα μονοπάτια, που ξεφέβγουν τα πόδια σου από τις σκάλες στις

αγκίστρες του βουνού, τρέχα σε δρόμους στενούς, ντουβάρια αριστερά,

και δεξιά ντουβάρια, που χτυπάς, ξεγδέρνεις και πηγαίνεις· βάστα την

ομπρέλλα με το ένα χέρι, βάστα με τάλλο το καπέλλο σου, με τάλλο

βάστα το καπίστρι, με το τέταρτο βάστα την ψυχή σου. Ανάθεμάν τα!

Και για τι σκοπό, για τι όφελος τα βάσανα κι ο κόπος; Για νακούσης

την προφορά, για να σου πουν παραμύθια, και κει που σου τα λένε να

τους φέβγη η ομιλία, να τρέχουν τα λόγια μάνι μάνι και συ να

ταρπάζης. Και μήπως έφκολο είναι να το καταφέρης; Καλήτερα ψήφους να

μαζώνης παρά να μαζώνης παραμύθια! Πρέπει σαν το βουλεφτή να

ρητορέβης, όλο τα ίδια να κοπανίζης και να μην κουράζεσαι ποτέ. Σε

μερικά χωριά ντρέπουνται και τραβιούνται· κάποτε μ' ένα φράγκο ή και

με μια δεκάρα πάει η ντροπή και τότες πια δε γλυτώνεις. Σ' άλλα

χωριά πάλε άλλες ιστορίες. Με πονοκέφαλο, με θέρμη, με βήχα και με

συνάχι, κατεβαίνεις από τ' Απεράθου στους Βόθρους· όχι! δεν

κατεβαίνεις· κατρακυλάς· το μουλάρι λέει να πατήση και φοβάται· φυσά

βοριάς, παλληκάρι, και σου σπάνει τη μούρη· από την άκρη του βουνού,

μπροστά σου, απάνω από τα βράχια και τους γκρεμνούς, σαν άσπρες

φοράδες, μπρούμυτα κάτι σύννεφα πετιούνται και θαρρείς πως θα σε

πλακώσουν. Ας είναι! Δεν πειράζει. Οι Βόθροι δεν είναι μακριά· ας

διούμε και κει πώς μιλούνε. Νύχτωσε. Πρέπει ακόμη να κάμης κουράγιο,

ώςπου να φτάσης κάτω στη ρεματιά, γιατί εκεί κάτω είναι οι Βόθροι,

ανάμεσα σε δυο βουνά. Άξαφνα, το ένα βουνό ζωντανέβει και στη μέση

του βουνού βλέπεις φώτα αναμμένα, σα να είχε μάτια, χίλια μάτια το

βουνό, σα να είτανε σπηλιές κ' η κάθε σπηλιά φλόγα — είναι τα

παράθυρα του χωριού που λάμπουν ένα ένα· χαίρεσαι και συλλογιέσαι·

Εδώ θα λεν παραμύθια πολλά, θα λεν παραμύθια και στους Βόθρους. Να

κ' η ρεματιά, να κ' οι Βόθροι!

Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε

καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος

να κάμη ό τι θέλεις. Θα μείνης λίγες ώρες, απόψε πρέπει να γίνη η

δουλειά κι άβριο το πρωί. — Μάλιστα, θα γίνη! — Εκεί που το

πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης

έφυγε· ο μεγαλήτερός του γιός έπεσε απάνω σε δυο σάκκους πίτερα και

ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεββάτι και κοιμάται, είκοσι

χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει.

Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθή

κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και

για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ' έφερε ως

εκειδά. Ναγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι.

Θέλεις να φύγης, να πας σ' άλλο νησί. Βαπόρι δεν έχει. Οι ώρες σου

είναι μετρημένες· ο σκοπός σου είναι να διής πολλά νησιά, να τα

πάρης ένα ένα· θα είταν καλό, θα είταν ωραίο να τάβλεπες όλα.

Αδύνατο! Βαπόρι δεν έχει. Κι ας μην έχη! Τι πειράζει; Να μη σου

κακοφανή, να μην πικραθής, να μη σου κάψη ο πόνος την καρδιά. Το

κάτω κάτω γιατί ήρθες; Για να σπουδάσης τη γλώσσα ενός τόπου, παιδί

μου, που για τέτοια σπουδή έχει περισσότερη αδιαφορία κι από τους

Βόθρους· και γνωστός να είσαι, δε φαίνεται να ξέρη καλά καλά σε τι

καταγίνεσαι τόσα χρόνια. Για τέτοια πράματα φροντίζουμε καλήτερα

αλλού. Παραίτα λοιπόν ήσυχα τη μελέτη και γράφε να ξεθυμάνης. Γράφε,

και πού; Όπου τύχη κι όπου βρεθής. Με την πέννα και το καλαμάρι στην

τζέπη, τράβα, εσύ από το ένα στάλλο χωριό, και στο δρόμο, κάθου

απάνω στο μουλάρι, να συλλογιέσαι για επιστήμη και για τέχνη!

Εφτυχισμένο κοριτσάκι που δε γράφεις, πόσο σε ζουλέβω! Όσες ανοησίες

κι αν ακούσης, ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, εσένα δε σε νοιάζει. Και

γω θα γίνω τώρα σαν και σένα. Να χολοσκάνη κανείς, δεν αξίζει. Τι

λέει το τραγούδι; Σου κρένω, δε μου κρένεις. Έτσι να κάμουνε είναι

και πιο σωστό. Να μην τους δίνουμε απάντηση τους δασκάλους. Τι

βγαίνει από τα πολλά τα λόγια; Οι δασκάλοι κάθε τόσο φωνάζουν πως

άλλη γλώσσα μιλούνε στη Θεσσαλία, άλλη γλώσσα στα νησιά, στο Μοριά

άλλη γλώσσα, πως δεν ξέρει κανείς ποια απ' αφτές να πρωτογράψη, πως

δεν μπορεί ο ένας να καταλάβη τον άλλονα, και πως για τούτο πρέπει

να γράφουμε την καθαρέβουσα, που ο καθένας την καταλαβαίνει! Είναι

τάχατις ανάγκη να τους δείξουμε πως ίδιοι τους δεν καταλαβαίνουν τι

τρέχει, δε βλέπουν και δεν ακούνε; Φτάνει κανείς να πάη σε δυο χωριά

ή σε τρία, και να θελήση να μάθη την ντόπια γλώσσα του χωριού, τα

βέρα χωριάτικα, που λεν, τα _ χοντρά _, για να του φανερωθή η

αλήθεια. Πολύ δύσκολα θα μάθη τα χωριάτικα αφτά, γιατί χάνουνται και

πάνε. Παντού η κοινή γλώσσα βασιλέβει· δεν τη μιλούνε πάντα

αναμεταξύ τους, μα την καταλαβαίνουν όλοι, και με τους ξένους αφτήνα

μιλούν, την κοινή, την πανελλήνια γλώσσα, την πανελλήνια δημοτική.

Την άκουσα παντού και παντού τη μίλησα και γω· με καταλάβαιναν πολύ

καλά και τους καταλάβαινα. Έπρεπε να τους παρακαλέσω, για να μου

πουν τα χοντρά. Δε θα κάμουν οι δασκάλοι, αφτή η γλώσσα να μην

υπάρχη, αφού υπάρχει, ακόμη κι αν τους αρέσει να φωνάξουν πως δεν

υπάρχει γλώσσα. Και τώρα που την έχει ο λαός, θέλουνε να του τη

σηκώσουν και να του καθίσουνε μιαν άλλη με το ζόρι, που μήτε ίδιοι

τους δεν τη μιλούνε, μήτε ο λαός μπορεί να την καταλάβη.

Αφτή τη γλώσσα, κοριτσάκι μου, ναγαπάς — αφτή τη γλώσσα να γράφουμε,

για να μας διαβάζης.

Γρήγορα θα γλυτώσω κι απ' αφτόνα τον μπελά, κι από τα γραψίματα κι

από τα ταξίδια· ακόμη ένα γραμματάκι, και σώνει πια. Ας είναι οι

φίλοι καλά που παντού και σ' όλη την Ελλάδα με περιποιήθηκαν, και με

είχανε σαν παιδί του σπιτιού. Να πω τώρα για τη Ζαγορά; Εκεί δεν

είτανε σπίτι, μα παλάτι, παλάτι και φιλοξένια βασιλική. Και πόσα

άλλα θέλω να πω! Δεν έχω λόγια. Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά, που

κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές ταπόγεμα, η ώρα μια· πήγα στου

βουλεφτή· δε με γνώριζε διόλου· του είπα τι γυρέβω. Αμέσως, στην

ίδια στιγμή, γέμισε το σπίτι παιδιά, παραμύθια — και φαγιά.

Όλοι, όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους, να μ'

εφκολύνουν τη δουλειά· ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η

σπουδή, σε τι καταγίνουμαι τόσα χρόνια. Έκαμα και δυο τρεις

γλωσσολόγους. Γλωσσολογικές κουβέντες — κουβέντες κι όχι φιλονικίες

— είχαμε κάτω στα χώρα της Αξιάς, κάθε βράδυ στο τραπέζι, με τον

καλήτερο απ' όλους τους Χωρεσιανούς. Γνωριστήκαμε στη Σύρα, στο

ξενοδοχείο. Πήγαινα στην Πάρο, εκείνος στην Αξιά. Κοίταζε από το

παράθυρο και πρόσμενε όλη μέρα να με φέρη το καΐκι, μην τύχη κ' έρθω

και δεν πάω στο σπίτι του.

Πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος -όχι της Χώρας -

του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ, στις εννιά, του παρουσιάστηκα,

πρόσταξε κρεββάτι και τραπέζι, προτού να του πω και τόνομά μου! Να

μην ξεχάσω τους παππάδες! Τι δε μου έκαμε ο Νάξιος ο Δεσπότης! Τι δε

μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ, ένας φτωχός παππάς! Ξεπέζεψα μια στιγμή

και κάθησα στον καφενέ· ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάση κι αμέσως

να μου δώση ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι

ναγαπώ τους αθρώπους.

Να μην ξεχάσω και τις γριές. Από την Παρκιά έφυγα πολύ πρωί για τη

Σάντα Μαρίνα· πείνασα στο δρόμο. Μπήκα σ' ένα χαμηλό πρόστυχο

σπιτάκι. Μου σερβίρισε η γριά ό τι είχε, ψωμί, τυρί, σταφύλι και

καφέ. Κάθησα σ' ένα σκαμνί· είταν και δυο γατίτσες· είταν κ' ένα

σκυλάκι· τους έρριχτα μια ψίχα πού και πού· έρχουνταν και τρεις

όρνιθες και τσιμπούσαν, πολύ φιλικά, πολύ συντροφικά, όλα τους μαζί.

Η πόρτα είταν ανοιχτή· έβλεπα μπροστά μου την Αξιά, τη θάλασσα και

τον ουρανό· ησυχία μεγάλη· σα νανουρίσματα έμοιαζαν τα λόγια της

γριάς, και μια στιγμή κόντεψα ναλησμονήσω πως ταξιδέβω και πως

γράφω.

V

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ {116}

Από τη Σαντορίνη.

Το παράπονό μου το παλιό θέλω πάλε να τακούσης. Μοναχό γιατί να μ'

αφίνης; Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Τα

λόγια που σου έλεγα τότες, πες μου, χρυσό μου, και σήμερις ακόμη και

την ώρα αφτή που σου γράφω, δεν κελαδούνε μέσα στην καρδιά σου, σαν

πουλάκια γλυκά; Το χάρηκαν της Χιός τα βουνά, το χάρηκε ο κόσμος, το

τραγούδι της αγάπης που έκαμα, φως μου, για σένα. Μήπως το ξεχνάς;

Όταν είσαι μακριά, παρηγοριά δεν έχω. Αναστέναζα και σε ζητούσα στο

Πυργί· αναστενάζω και σε ζητώ στη Σαντορίνη. Από το Μεροβίγλι, ψηλά

ψηλά, απάνω στα γκρεμνά, που κάθουμαι και σου μιλώ, βλέπω κάτω στη

θάλασσα τα νησάκια που μέσα τους έχουνε φλόγα κρυμμένη, το Βουλκάνο

που δεν κοιμάται ποτέ, κι ας μοιάζη σαν αποκοιμισμένος. Καημένες τα

λεν εδώ τα νησάκια που είναι όλο φωτιά, τη Μεγάλη Καημένη και τη

Μικρή. Είμαι σαν τα νησάκια καίω· είμαι ο Μεγάλος ο Καημένος.

Όπου πάω, εσένα ποθώ. Εσένα συλλογιούμαι σ' όλο μου το ταξίδι. Στη

Σύρα, που περπατούσα με το φεγγάρι, εσένα είχα στο νου μου, και

θαρρούσα πως δεν έβλεπα ζωή πουθενά και πως σέρνουμουν και γω σ'

έναν κόσμο πεθαμμένο. Άξαφνα κατέβαινα στο γιαλό, μήτε τον κατήφορο

φοβούμουνα μήτε το σκοτάδι μήτε τους βράχους. Με θωρούσαν και

κρυφολαλούσαν. Ποιος είναι τούτος ο τρελλός; -Όχι! δεν είμαι

τρελλός. Κατέβαινα κάτω στο γιαλό, κάτω στη μοναξιά, για να φωνάζω

τόνομά σου, για να πιστέβω πως είσαι κοντά μου, για να ξέρω πως

υπάρχεις.

Σ' ό τι νησί κι αν είμουν, είχα πάντα βία να φύγω. Γρήγορα γρήγορα

να πάω! Ίσως στάλλο το νησί καλήτερα θα είναι· ίσως θα κάμω καλήτερη

δουλειά. Πήγαινα και πάλι έλεγα τα ίδια κ' ήθελα πάλε να τρέξω

αμέσως αλλού. Είτανε πλήξη, δεν είτανε βία, και πάντοτε νόμιζα πως

θα βρεθή κανένα νησί, το νησί της Ησυχίας, η κούνια που θα βάλω τον

πόνο μου να πλαγιάση, ο ουρανός που θα νταντέψη το βάσανό μου. Τι με

μέλει για την επιστήμη, τη γλωσσολογία και τα παραμύθια που συνάζω;

Η Ιδέα μου είσαι Εσύ, η Ιδέα που με φωτίζει στο δρόμο που βαδίζω,

που μου δίνει και το θάρρος. Εσύ ξέρεις πάντα το σκοπό μου. Για σένα

πολεμώ και δουλέβω. Φτωχός είμουν και μ' έκαμες πλούσιο, γιατί δικό

μου τίποτις δεν έχω· δυο πράματα μόνο γύρεβα στον κόσμο, μια γλώσσα

και λίγη ποίηση. Τη γλώσσα την πήρα από το στόμα του λαού· την

ποίησή μου από σένα την πήρα.

Την ποίησή μου από σένα την πήρα και του κάκου παραπονιούμαι.

Θυμάσαι, ψυχή μου, θυμάσαι; Έξη χρόνια τώρα και παραπάνω! Σε

συλλογιούμουνα στο Πυργί κ' έχυνα δάκρια πικρά. Δεν μπορούσα, δεν

ήθελα να πιστέψω πως ο Χάρος μια μέρα θα πη της αγάπης μας· Έλα,

έλα, και δω θα τελειώσης! Δεν το πίστεβα πως ο κόσμος μια μέρα θα σε

ξεχάση. Σήμερα πια δε φοβούμαι το Χάρο· η αγάπη μας δεν έχει τέλος

κι ο κόσμος δε σε ξεχνά.

Είταν αδύνατο, άδικο είταν ένα πλάσμα σαν και σένα, τόση χάρη και

τόσος νους, τόση χάρη παιδιακήσια και νους τόσο γερός, τόση ψυχή,

τόσο φως να χαθούν, κι άμα πεθάνης να μην ξέρη κανείς πως είσουν της

πλάσης το στολίδι, το καμάρι τουρανού. Για τούτο έκλαια κι

απελπίζουμουν και ζητούσα κάτι να κάμω για σένα, κανένα ποίημα να

σου χαρίσω, που να σε δοξάζη, που να μείνη παντοτεινά. Και διές

τώρα! Το κατάφερα κ' έχω χαρά. Κρίμα που δεν είσαι πλάγι μου να σε

δείξω μια βάρκα βαρκούλα μικρή που αρμενίζει αλάργα στο γιαλό. Τι

νόστιμη, τι χαριτωμένη, τι μικρούτσικη μικρουλή που φαίνεται αλήθεια

από δω απάνω στο βουνό! Μόλις τα μάτια σου την ξανοίγουν και μοιάζει

σαν τιποτένια. Κι όμως, παιδάκι μου, μη φοβάσαι.

Έφτειαξα μια βάρκα για σένα που δεν μπορεί φουρτούνα να τη χαλάση.

Έβαλα μέσα την ομορφιά σου, έβαλα την ψυχή και τους λογισμούς σου,

έβαλα τη ζωή σου, έβαλα και την αγάπη μας μέσα. Τότες είπα της

βαρκούλας να τρέχη, να τρέχη στα αιώνια τα νερά.

Έτσι θα γλυτώσης Εσύ κι από το Χάρο κι από τον Άδη. Όσο η θάλασσα

δεν ξεραθή, θα φουσκώνη η βαρκούλα τα παννιά της· όσο ζήση αφτός ο

λαός, θα ζήσης και συ. Και κοίταξε τι ωραία! Πρώτη φορά στην

περίφημη την Ελλάδα, προσπάθησε ένας ποιητής να φτειάξη τέτοια

βαρκούλα, πρώτη φορά πολεμάς για χατίρι Μιανής και Μιανής δόξα.

Πολλοί κάμνουνε και κάμανε στίχους, πότε για τη μια, πότε για την

άλλη. Εγώ για σένα μόνο μιλώ, και δίχως να πω τόνομά σου, ο κόσμος

ξέρει ποια είσαι. Λοιπόν ήσυχη να μείνης. Εσένα θα σε ζουλέβουν όλες

οι γυναίκες, γιατί πλούτη κι αρχοντιά η καθεμιά μπορεί νάχη· μπορεί

νάχη η καθεμιά καρδιά μεγάλη και μεγάλο νου· η καθεμιά δεν μπορεί

νάχη αθάνατη δόξα σαν και σένα. Νόστιμα κι αθώα σαν τη βαρκούλα που

σου λέω, κάμε το ταξιδάκι σου τώρα, σιγά σιγά, με τα γλυκά σου τα

χαμογέλοια, με την πανάγαθή σου ψυχή, κάμε το ταξιδάκι σου και

χαίρου άτρεμα τον Ωκεανό· είναι καλός ο καπετάνιος.

Και τι μας μέλει εμάς για τη δόξα; Και μήπως έχει νόημα κανένα; Η

δόξα τίποτις δεν είναι· η αγάπη όλα τα κατορθώνει. Γιατί θέλω τη

δόξα για σένα; γιατί σ' αγαπώ. Γιατί γυρέβω ποίηση και γλώσσα; Μήπως

για μένα τις γυρέβω; Την ποίηση και τη γλώσσα τις γυρέβω για τους

άλλους, για τους άλλους πονώ και δουλέβω. Έλα, μικρό μου, το λοιπόν,

ας αφήσουμε τη δόξα κι ας συλλογιστούμε μόνο την αγάπη. Την αγάπη να

βάλουμε τώρα με το νου μας.

Ο κόσμος αγάπη διψά. Είναι τόσοι δυστυχισμένοι, είναι τόσοι φτωχοί,

είναι τόσες καρδιές πικραμένες. Έλα ναγαπήσουμε τον κόσμο. Δεν μπορώ

ένα δάκρι να διώ κ' η ψυχή μου να μη βραχή. Ο πόθος μου, ο μόνος,

είναι να παρηγορηθούν οι πικραμένοι. Δεν αγαπώ εσένα μονάχα· αγαπώ

τον κόσμο όλο. Μ' έκαψαν τα βάσανά του. Δε σου το είπα πως είμαι ο

Μεγάλος ο Καημένος;

Έλα, πουλί μου, να καούμε κ' οι δυο, ναγαπήσουμε και τον καημό μας.

Ο καημός μας είναι καλός, αφού είναι έλεος γεμάτος. Ποιο είναι το

γιατρικό που μπορεί να γιατρέψη τον κόσμο; Η αγάπη, κανένα άλλο. Για

να γιατρέψης τους αρρώστους, πρέπει πρώτα να τους αγαπήσης. Πρέπει

εκείνους να συλλογιέσαι κι όχι εσένα. Η επιστήμη μονάχη δε φτάνει. Η

αγάπη θα της δώση ύπαρξη και ζωή. Η περιέργεια είναι μια αγάπη,

αγάπη για να μάθης, αγάπη που σα μαγνήτης σε τραβά, που σε κάμνει

τάγνωστα να γυρέβης, αγάπη που γεννά την επιστήμη.

Αγάπη είναι κ' η τέχνη. Για να καταλάβης τους αθρώπους, πρέπει να

τους αγαπήσης. Και πώς είναι δυνατό να μπης μέσα στην ψυχή τους, τα

πάθη τους όλα να ξεδιαλίσης και να τα γράψης, αν πρώτα δεν τους

αγαπήσης; Πρέπει ναγαπήσης και τη φύση, για να πης την ομορφιά της·

αλλιώς δε νοιώθεις και τη φύση. Πρέπει να λωλαθής για τα βουνά,

πρέπει η θάλασσα να σε τρελλάνη, πρέπει ο νους σου να χαθή για ένα

χρυσολούλουδο του κάμπου. Κ' η τέχνη τι άλλο είναι παρά ένα λουλούδι

που θα κόψης, παρά μια ψυχή που θα μυρίσης;

Έλα, βάρκα βαρκούλα μικρή, έλα ναρμενίσουμε τώρα στον Ωκεανό της

αγάπης. Έλα πάντα να βαστάς ανοιχτά το γιαλό, πέρα και πέρα να πάμε.

Να μην αγαπήσουμε εκείνους μονάχα που είναι πονεμένη η καρδιά τους·

ας αγαπήσουμε τους εφτυχισμένους, τους καλότυχους, τους μεγάλους· ας

αγαπήσουμε όσους έχουν και δόξα και πλούτο και νου. Γιατί να τάχουν

αφτά, σα δεν τους αγαπούμε; Έλα να τα χαρούμε μαζί τους, άμα τους

αγαπήσουμε σαν αδέρφια· έλα να δροσιστή η ψυχή τους, κ' η αγάπη μας

να τους μάθη πως πλούτος μεγαλήτερος απ' αφτήνα δεν είναι, πως δεν

έχει εφτυχία πιο μεγάλη.

Πρέπει, όταν ο κόσμος κοιμάται, εμείς να ξαγρυπνούμε, να δουλέβουμε

για τον κόσμο. Ας δουλέψουμε για όλους, ας δουλέψουμε και για τους

ζαβούς, τους ζουλιάρηδες, τους κουφούς και τους στραβωμένους. Ας

τους αγαπήσουμε, να μας αγαπήσουν ίσως και κείνοι. Η καλοσύνη μας να

γίνη βουνό, που να μη βλέπουν οι κακοί την κορφή της. Ποτέ να μη μας

κουράζουνε, να μη μας χαλνούν το κουράγιο η ανοησία και το μίσος, το

μίσος το σιχαμερό που όλο γιομίζει το στόμα του ψεφτιές, που το

ξέρει και που δεν έχει ντροπή.

Και τι να δώσουμε, οι δυο μας εμείς οι μικροί, τι να δώσουμε τους

κακούς, τους πλούσιους και τους πονεμένους; Πρέπει να δώσουμε στον

κόσμο ποίηση όση μπορούμε. Έλα να την κάμουμε ποτάμι, να ποτίση τη

γις, στους κάμπους να ξεπλημμυρίση, κ' ύστερα μαζί μας αλάργα ναρθή,

να μας πάρη στον Ωκεανό της δόξας και της αγάπης.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης.. 166.167.169.170.171. 172. 178.

Άννινος (Θ.)................................................ 249.

Αργύρης Εφταλιώτης ................. 28. 29. 39. 40. 44. 48. 257.

Βαλαωρίτης.............................................. 254.255.

Βερναρδάκης (Δ.)......................................... 104, 1.

Βηλαράς ....................................... 102, 1. 254. 255.

Βικέλας (Δ.) .............................. 249.250.257.286. 287.

Βλαστός (Π.)............................................. 15. 16.

Βλαχογιάννης............................................. 100, 1.

Βώκος..................................................... 13.23.

Γαβριηλίδης............................................. 36. 241.

Γεωργιάδης (Α.)........................................... 25, 1.

Δεστούνης (Γ.)........................................... 100, 2.

Διόνυσος.................................................. 13.14.

Δροσίνης............................ 181.220.239.256.264.275.281.

Καμπάνης..................................................... 13.

Κακλαμάνος (Δ.).......................................... 249, 1.

Καρκαβίτσας ..................... 20. 21. 22. 23.256.273.284.285.

Κολοκοτρώνης......................................... 3.10.12.13.

Κόντος.................................................. 202.218.

Κοραής......................... 101.102.102, 1.135.218. 223. 255.

Κουρτίδης................................................ 13. 23.

Λαμπρίδης (I.)................................................48.

Λάμπρος (Σ.)................................................ 100.

Μάνος (Κ.)............................................. 180. 257.

Μελάς (Μ.).................................................. 261.

Μηλιαράκης (Α.).......................................... 100, 2.

Μιαούλης................................................ 286.287.

Μικρογιάννης................................................ 257.

Μιτσάκης.................................................... 257.

Μποέμ................................ 248.249.250.260.273.275, 1.

Ξενόπουλος (Γρ.) ....................................25.25, 1.26.

Παλαμάς ................................ 22.23.24.48.250.256.266.

Πάλλης...................................................... 257.

Παππαδοπούλου (Α.) ......................................... 257.

Παππαδόπουλος (Κεραμέας) ....................................101.

Παράσχος. ....................................250. 252. 254. 255.

Περραιβός................................................... 286.

Πολίτης (Ν. Γ.).............................................. 48.

Ροντάκης (Ν.)................................................ 13.

Σάθας (Κ.).................................................. 100.

Σολωμός........................................... 173. 254. 255.

Στέφανος Στεφάνου............................................241.

Στεφελίδης.................................................. 257.

Σωτηριάδης (Γ.) 28. 29. 30.31. 32.33.34.35. 36.37.38.39.40.42.44.

45.46.

Τρικούπης (Χ.) ......................................238.239.240.

Φραγκούδης(Γ. Σ.)........................................... 268.

Χατζηδάκης (Γ. Ν.)................................ 12.102. 1.133.

Χατζόπουλος (Μ.) ...................................... 257. 273.

Χρυσόστομος............................................. 42. 159.

Anatole France.............................................. 180.

Benoist (Ε.)................................................. 34.

Krumbacher (Κ.) ....................................100. 2.128.1.

Pernot (Η.).............................................. 246. 1.

Solomos.................................................. 66. 70.

Sotiriadis .................................................. 38.

Taine....................................................... 180.

ΠΙΝΑΚΑΣ Σελ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ................................ 1

ΠΡΟΛΟΓΟΣ............................. 3-51

Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ...................3-10

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.......... 10-14

ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΗΔΙΑ............. 15-16

ΤΕΧΝΗΤΗ........................16-22

ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ:........ 22-28

ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ........28-37

ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ......................37-39

ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.......... 39-51

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ....... 53-165

Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ......166-179

ΖΟΥΛΙΑ..........................180-221

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ......................222-223

Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ....................224-230

Ο ΜΑΓΟΣ.........................231-237

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ .........238-240

OΝEΙΡΕΒΟΥΝΤAΙ ΤΑ ΡΟΔΑ...........241-245

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ..............246-247

ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ....248-259

ΑΘΗΝΑΙΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ.............260-275

ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ...........276-301

Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ..................276-280

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ............... 281-285

ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ............. 285-291

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ................291-295

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ..............296-301

ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ 302

ΠΑΡΑΤΥΠΩΜΑΤΑ, ΔΙΟΡΘΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΠΟΣΩΜΑΤΑ 303

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α' · 第 8 / 9 题