Δία δεν καταβάλλεται ευκόλως από το άχθος του πτερωνύμου θεού· αλλ'
όσοι ήσαν θεράποντες του Άρεως και συνοδεύοντες αυτόν περιεφέροντο
εις τον ουρανόν, όταν κυριευθώσιν υπό του έρωτος και νομίσωσιν ότι
αδικούνται κατά τι υπό του αγαπωμένου, αισθάνονται τάσιν προς φόνον
και είναι έτοιμοι να θυσιάσωσι και τους εαυτούς των και τον παίδα·
και τοιουτοτρόπως έκαστος κατά την πρώτην εις την γην γένεσίν του
ζη, ενόσω είναι αδιάφθορος, τιμών και κατά την δύναμιν του
μιμούμενος εκείνον τον θεόν ιδιαιτέρως του οποίου υπήρξεν άλλοτε
θιασώτης, και συμφώνως με ταύτην την μίμησιν συναναστρέφεται και
συμπεριφέρεται προς τους αγαπωμένους και προς τους άλλους. Και τον
Έρωτα λοιπόν των καλών εκλέγει δι' εαυτόν έκαστος αναλόγως του
χαρακτήρος του και θεοποιεί αυτόν και φαίνεται ως να κατασκευάζη το
άγαλμά του εντός της καρδίας του, το οποίον καταστολίζει ως διά να
προσφέρη λατρείαν εις αυτόν και τελέση μυστήρια. Οι μεν λοιπόν
οπαδοί του Διός ζητούσιν όπως ο υπ' αυτών αγαπώμενος έχη ψυχήν κατά
τινα τρόπον Δίαν· εξετάζουσι λοιπόν εάν αυτός είναι κατά την
φυσικήν τάσιν φιλόσοφος και ηγεμονικός και όταν εύρωσι τοιούτον και
τον αγαπήσωσι, καταβάλλουν πάσαν φροντίδα όπως διατηρηθή τοιούτος.
Εάν λοιπόν δεν έχουν εισέλθει πρότερον εις τας ασχολίας τας
σχετιζομένας με τον τοιούτον ερωτά των, τότε επιδίδονται
μανθάνοντες ό,τι δύνανται από τους άλλους και ιδικάς των δυνάμεις
μεταχειριζόμενοι, αναζητούντες ν' ανευρίσκωσι μόνοι των τας φυσικάς
ιδιότητας του ιδικού των θεού, λαμβάνουσιν εν τέλει σαφή γνώσιν,
διότι αναγκάζονται να έχωσιν αδιακόπως τα βλέμματά των προς τον
θεόν, και εγγίζοντες τον θεόν διά της αναμνήσεως λαμβάνουσιν
ενθουσιώντες τα ήθη και τας συνηθείας, καθ' όσον είναι δυνατόν εις
τον άνθρωπον να μετάσχη της θείας φύσεως· και την αιτίαν τούτων των
ευτυχών μεταβολών αποδίδοντες εις τον ερώμενον έτι περισσότερον τον
αγαπώσι, και, εάν ο Ζευς είναι η θεία πηγή, εξ ης αντλούσι την
έμπνευσίν των, διαχύνοντες αυτήν, καθώς αι Βάκχαι (40), επάνω εις
την ψυχήν του ερωμένου, αφομοιούσιν αυτήν όσον το δυνατόν
τελειότερον με την θεότητα την ιδικήν των. Όσοι δε πάλιν
ηκολούθησαν την Ήραν εις τον ουρανόν, ζητούσιν ερωμένον έχοντα
βασιλικόν χαρακτήρα, και όταν τον εύρωσι, περιβάλλουσιν αυτόν δι'
όλων των παρομοίων πράξεων [και τιμών]· τέλος οι ακολουθήσαντες τον
Απόλλωνα ή ένα εκ των άλλων θεών, κανονίσαντες εαυτούς συμφώνως
προς τας ιδιότητας του θεού τούτου, ζητούσι τον αυτόν φυσικόν
χαρακτήρα και από τον αγαπώμενον παίδα, και όταν τον αποκτήσωσι,
μιμούμενοι και οι ίδιοι το θείον πρότυπόν των και προσπαθούντες να
πείσωσι τον παίδα, φέρουσιν αυτόν, ώστε να ρυθμισθή προς τας
συνηθείας και τον τέλειον τύπον του θεού, καθόσον δύναται έκαστος,
μη μεταχειριζόμενοι προς τον αγαπώμενον φθόνον και χαμερπείς
δυσμενείας, εργάζονται ούτως, ώστε όλαι αι προσπάθειαι να τείνωσι
να φέρωσιν αυτόν εις τελείαν ομοιότητα προς τους εαυτούς των και
τον θεόν, τον οποίον τιμώσι. Τόση μεν λοιπόν προθεσμία και ζήλος
προς τελειοποίησιν καταβάλλεται υπό των αληθώς ερώντων, εάν
επιτύχωσι να συμμερισθώσι τον ερωτά των, και τόσον ωραία και
ευδαιμονική η μύησις αύτη γίνεται εις τον αγαπώμενον, εάν κατακτηθή
υπό του τρελλού από έρωτα φίλου· ο δε κατακτηθείς κυριεύεται κατά
τούτον τον τρόπον.
Θα επιμείνωμεν και τώρα ακόμη εις την παρομοίωσιν, την οποίαν
εκάμομεν εις την αρχήν τούτου του λόγου, διαιρέσαντες εκάστην ψυχήν
εις τρία, δηλαδή εις τα δύο ιππόμορφα μέρη και εις το τρίτον το
ηνιοχικόν εκ των δύο λοιπόν ίππων είπομεν ότι ο είς είναι αγαθός ο
δε άλλος όχι· δεν ερμηνεύσαμεν όμως ποία η αρετή του αγαθού και
ποία η κακία του κακού, τώρα δε πρέπει να είπωμεν [περί τούτου]. Ο
μεν λοιπόν εξ αυτών έχει σχήμα πλέον ευγενές, ευθυτενής κατά το
σώμα και στερεός κατά τα μέλη, υψαύχην, κατά τους μυκτήρας
επίγρυπος, λευκόχρους, μελανόμματος, φίλος της τιμής μετά
σωφροσύνης και εντροπής, οπαδός της αληθινής δόξης, μη έχων ανάγκην
κτυπημάτων, αλλ' οδηγούμενος διά των κελευσμάτων και του λόγου του
ηνιόχου· ο δε άλλος επίκυρτος, παχύς, κακοσχημάτιστος,
σκληροτράχηλος, βραχύλαιμος, πλατυπρόσωπος, μελανόχρωμος,
γλαυκόμματος, αιματώδης, γεμάτος από θυμόν και αλαζονείαν,
δασύτριχος πέριξ των αυτιών, κωφός, μόλις υποχωρών εις το μαστίγιον
και εις το κεντρί. Όταν λοιπόν ο ηνίοχος, ιδών το ερωτικόν πρόσωπον
και πάσαν την ψυχήν του διαθερμάνας διά της θέας ταύτης, αισθανθή
τον εαυτόν του πλήρη από κεντήματα γαργαλισμού και πόθου, ο μεν εκ
των ίππων ευπειθής εις τον ηνίοχον και πάντοτε και τότε υπό το
κράτος της εντροπής συγκρατεί εαυτόν, ώστε να μη επιπηδήση εις τον
ερώμενον· ο δε άλλος ίππος ούτε εις το κεντρί του ηνιόχου ούτε εις
το μαστίγιον προσέχει πλέον, αλλά σκιρτά και αφηνιάζει και πολλάς
ταραχάς παρέχων εις τον ομόζυγον ίππον και τον ηνίοχον τους
παρασύρει προς τον ερώμενον και τους υπενθυμίζει τας ηδονάς των
αφροδισίων· ο δε έτερος ίππος και ο ηνίοχος κατ' αρχάς ανθίστανται
αγανακτούντες διότι παρασύρονται εις φοβεράς και παρανόμους
πράξεις· τέλος δε, όταν το κακόν δεν έχη όρια, πηγαίνουν φερόμενοι
από τον ακόλαστον ίππον, υποχωρήσαντες και αναγκασθέντες εις
ομολογίαν ότι θα πράξωσι παν το υπ' εκείνου διατασσόμενον. Όταν δε
πλησιάσωσι τον αγαπώμενον βλέπουσι την όψιν αυτού απαστράπτουσαν.
Όταν δε ίδη την όψιν του παιδός ο ηνίοχος διά της μνήμης ανάγεται
προς αυτήν την ουσίαν του κάλλους και πάλιν βλέπει αυτήν βαίνουσαν
μετά σωφροσύνης επάνω εις την αγνήν έκτασιν του ουρανού. Τούτο το
όραμα ιδούσα η μνήμη του ηνιόχου, πληρούται φόβου και σεβασμού, και
πίπτει οπίσω ύπτια, συνάμα δε αναγκάζεται να ελκύση προς τα οπίσω
και τα ηνία μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε καθίζουσι στηριχθέντες εις
τα ισχία των και οι δύο ίπποι, ο μεν εκουσίως διότι δεν ανθίσταται,
ο δε ακόλαστος εντελώς ακουσίως· εν ώ δε ευρίσκονται εις
απομάκρυνσιν, ο μεν είς ίππος από εντροπήν και θάμβος διαβρέχει την
ψυχήν του με ιδρώτα αγωνίας, ο δε άλλος μόλις έπαυσε να πονή ένεκα
του χαλινού και της πτώσεως, και μόλις ανέλαβεν άνεσίν τινα, από
την οργήν του ονειδίζει και κακολογεί πολλά και τον ηνίοχον και τον
ομόζυγον ίππον ως δειλούς και ανάνδρους λιποτάκτας και παραβάτας
των υποσχέσεών των· και αναγκάζει αυτούς χωρίς την θέλησίν των να
επαναλάβωσι την έφοδον, και μόλις κατόπιν των παρακλήσεών των
συναινεί εις αναβολήν τινα. Όταν δε φθάση ο καιρός που συνεφώνησαν,
τον οποίον αυτοί προποιούνται ότι ελησμόνησαν, τότε υπενθυμίζει την
συμφωνίαν και διά της βίας μετά χρεμετισμών και έλξεων τους
αναγκάζει πάλιν να προσέρχωνται εις τον παίδα διά τους αυτούς
λόγους, και όταν πλησιάσωσι, συγκύπτει, εκτείνει την ουράν,
δαγκώνει τον χαλινόν και μετ' αναιδείας σύρει· ο δε ηνίοχος ακόμη
περισσότερον καταληφθείς υπό φόβου και σεβασμού, ως όταν εξορμά τις
από την αφετηρίαν των αγώνων και πίπτη προς τα οπίσω, ακόμη
βιαιότερον σύρει οπίσω τον χαλινόν διά των οδόντων του αγρίου ίππου
κ' αιματώνει την αυθάδη γλώσσαν και τας σιαγόνας, και τα σκέλη και
τα ισχία του πληγώνει οδυνηρώς στηρίξας αποτόμως εις την γην. Όταν
δε πολλάκις το ίδιον πάθημα υποφέρων ο πονηρός ίππος παύση από την
υβριστικήν επιθυμίαν του, ταπεινωμένος ακολουθεί πλέον την
διεύθυνσιν του ηνιόχου, και όταν ίδη πάλιν τον ωραίον, χάνεται από
φόβον· ώστε τότε μόνον συμβαίνει η ψυχή του εραστού ν' ακολουθήση
τον αγαπώμενον εντροπαλή και δειλή!
Ο αγαπώμενος λοιπόν, επειδή λατρεύεται ως άλλος Θεός υπό του
εραστού του έχοντος ειλικρινή και όχι υποκριτικήν αγάπην, είναι και
αυτός φυσικά φίλος προς τον λάτρην του, αν και προηγουμένως υπό των
συμμαθητών του και των άλλων είχεν ακούσει διαβολάς ότι είναι
αισχρά πράξις να πλησιάζη εραστήν, και αν και ένεκα των λόγων αυτών
απώθησε τον εραστήν τούτον· αλλά με την παρέλευσιν του χρόνου η
ηλικία και το μοιραίον τον φέρουν εις το σημείον ώστε να δεχθή την
συναναστροφήν του. Διότι δεν είναι βεβαίως πεπρωμένον δύο κακοί να
γίνωσί ποτε φίλοι, ουδέ δύο αγαθοί να μη ανταγαπώνται. Όταν δε ο
αγαπώμενος σχετισθή και δεχθή την συνομιλίαν και συναναστροφήν του
ερώντος, λαμβάνων εκ του πλησίον πείραν της ευνοίας εκπλήσσεται
διαισθανόμενος ότι ουδ' όλοι μαζί οι άλλοι φίλοι και συγγενείς
παρέχουν φιλίαν ίσης μοίρας με την φιλίαν του ενθέου εραστού. Όταν
δε παρατείνεται η σχέσις αύτη, και ο αγαπώμενος έρχεται εις επαφήν
εις τα γυμναστήρια και εις τας άλλας συναναστροφάς με εκείνον, τότε
πλέον η πηγή εκείνη του ρεύματος, το οποίον ο Ζευς αγαπών τον
Γανυμήδην (41) ωνόμασεν ίμερον, αθρόα φερομένη προς τον εραστήν,
εισρέει εις την ψυχήν αυτού, και όταν γεμίση εξ αυτής, η λοιπή
εκχύνεται προς τα έξω· και καθώς πνοή ανέμου ή κάποια αντήχησις από
τα λεία και στερεά σώματα, τα οποία προσβάλλει, αναπηδά πάλιν
φερομένη προς το σώμα, εξ ού εξήλθεν, έτσι και το ρεύμα του κάλλους
πάλιν επιστρέφει εις τον ωραίον παίδα διά των ομμάτων, διά των
οποίων φύσει φθάνει εις την ψυχήν, και αφού αναπτερώση τους πόρους
των πτερών, τρέφει και παρορμά εις πτεροφυίαν, και την ψυχήν του
αγαπωμένου εξ άλλου γεμίζει με έρωτα. Αγαπά μεν λοιπόν και αυτός
χωρίς να γνωρίζη τίνα· και ούτε συνείδησιν του πάθους του έχει ούτε
δύναται να το εξηγήση, αλλ' ωσάν από άλλον να έχη αποκτήσει
πονόμματον, δεν δύναται να εξηγήση την αιτίαν της ασθενείας του,
του διαφεύγει δε ότι τον εαυτόν του βλέπει εντός του εραστού του ως
εντός καθρέπτου. Και όταν εκείνος είναι παρών παύει η οδύνη του
καθώς ομοίως παύει και εις εκείνον· όταν δε είναι μακράν του κατά
τον αυτόν τρόπον πάλιν ποθεί και ποθείται, αποδίδων ως αντέρωτα την
εντός της ψυχής του αντανάκλασιν της αγάπης του εραστού του·
ονομάζει δε τον έρωτά του, και νομίζει αυτόν, φιλίαν και ουχί
έρωτα· επιθυμεί δε σχεδόν ομοίως ως ο εραστής, αν και κάπως
ασθενέστερον, να τον βλέπη, να τον εγγίζη, να τον ασπάζεται, να
συγκοιμάται με αυτόν· και μάλιστα κατόπιν, ως είναι επόμενον,
γρήγορα κάμνει ταύτα. Κατά την συγκοίμησιν λοιπόν ο ακόλαστος ίππος
του ερώντος έχει τι να είπη εις τον ηνίοχον και απαιτεί ν' απολαύση
στιγμιαίαν ηδονήν αντί των πολλών κόπων του· ο δε [όμοιος] ίππος
του παιδός ουδέν μεν έχει να είπη, αλλ' οργών από επιθυμίαν, ην
αγνοεί, περιβάλλει και ασπάζεται τον εραστήν ως τον αγαπητότατον·
ενώ δε αναπαύονται πλησίον αλλήλων, αυτός μεν δεν δύναται εκ μέρους
του ν' αρνηθή καμμίαν χάριν να κάμη, εάν παρακληθή παρά του
εραστού, αλλ' ο ομόζυγος ίππος και ο ηνίοχος ανθίστανται εις αυτόν
από εντροπήν και από ορθάς σκέψεις.
Εάν μεν λοιπόν το ευγενέστερον μέρος της διανοίας νικήση και
οδηγήση εις σώφρονα τρόπον ζωής και εις φιλοσοφίαν αυτούς, τότε με
μεγάλην ευτυχίαν και ομόνοιαν διέρχονται τον ενταύθα βίον
συγκρατούντες τους εαυτούς των εις κοσμιότητα, υποδουλώσαντες το
μέρος της ψυχής εξ ου η κακία εγεννάτο και ελευθερώσαντες εκείνο εξ
ου η αρετή· μετά δε το τέλος πλέον της ζωής των αναλαμβάνουσι τα
πτερά των και γίνονται ελαφροί νικήσαντες το έν των τριών
παλαισμάτων των [δυναμένων να κληθώσιν] αληθώς Ολυμπιακών (42), και
του οποίου μεγαλύτερον αγαθόν δεν δύναται να χορηγήση εις τον
άνθρωπον ούτε η θεία μανία. Εάν τουναντίον μεταχειρίζωνται τρόπον
ζωής κάπως αγοραίον και αντίθετον προς την φιλοσοφίαν, αν και
έντιμον, είναι ενδεχόμενον εν καιρώ μέθης ή άλλης τινός αμελείας οι
ακόλαστοι ίπποι και των δύο, καταλαβόντες τας ψυχάς απροφυλάκτους,
να συνάψωσιν αυτάς εις έν, και να προτιμήσωσι την υπό του όχλου
μακαριζομένην εκλογήν, και να επιδοθώσιν εις την απόλαυσιν· και
μετά την εκπλήρωσιν ακολουθούσι κατόπιν την αυτήν οδόν, αλλά
σπανίως, επειδή η πράξις των δεν επιδοκιμάζεται από όλην την
διάνοιαν. Φίλοι μεν λοιπόν εξακολουθούσι να είναι και αυτοί μεταξύ
των, αλλ' ολιγώτερον από τους αγνώς αγαπωμένους εκείνους, και καθ'
όλον τον χρόνον καθ' ον διαρκεί ο έρως και όταν παύση, επειδή
νομίζουσιν ότι έχουσι δώσει και έχουσι λάβει τας μεγίστας
διαβεβαιώσεις φιλίας, τας οποίας δεν είναι θεμιτόν να παραβώσιν
ελθόντες ποτέ εις έχθραν. Όταν δε τελευτήσωσι ναι μεν άπτεροι
εξέρχονται του σώματος, αλλά τείνοντες όμως προς πτέρωσιν, ώστε δεν
κερδίζουν μικρόν βραβείον διά την ερωτικήν των μανίαν· διότι νόμος
δεν επιτρέπει εις εκείνους, οι οποίοι έχουσιν αρχίσει την
επουράνιον πορείαν να καταβώσιν εις το σκότος και υπό την γην, αλλά
παρέχει εις αυτούς να συνδιάγωσι ζωήν λαμπράν και να πορεύωνται
μαζί ευδαίμονες, και όταν αποκτήσωσι πτερά ν' αποκτήσωσι και οι δύο
μαζί χάριν του έρωτος όστις τους συνέδεσε.
Ταύτα, παιδί μου, τα τόσον μεγάλα και θεία θα σου δωρίση η από
εραστήν προερχομένη ερωτική φιλία· η δε φιλική σχέσις μετά του μη
ερώντος, επειδή είναι ανάμικτος με θνητήν σωφροσύνην, δώρα θνητά
και γλίσχρα παρέχει και γεννά εντός της αγαπητής ψυχής
ανελευθερίαν, η οποία επαινείται υπό μόνου του πλήθους ως αρετή,
και γίνεται αιτία εις αυτήν άνους να κυλίεται πλανωμένη πέριξ της
γης και υπό την γην επί εννέα χιλιάδας έτη (43).
Ταύτην την παλινωδίαν, αγαπητέ Έρωτα, όσον το δυνατόν ωραιοτάτην
και αρίστην σου αφιέρωσα και επλήρωσα εις σε ίνα εξιλεωθώ, διότι σε
προσέβαλα προηγουμένως, εάν δε και αι έννοιαι και αι εκφράσεις
έχουσι λεχθή επί το ποιητικώτερον, τούτο ηναγκάσθην να κάμω εξ
αιτίας του Φαίδρου. Αλλά συγχώρησέ με διά τον πρώτον λόγον και
δέξου τούτον εδώ τον δεύτερον ευχαρίστως, ευμενής και ίλεως μη μου
αφαιρέσης την ερωτικήν τέχνην, την οποίαν μου έδωκες, μήτε να την
εξασθενήσης και δίδε εις εμέ την χάριν να είμαι ακόμη περισσότερον
ή τώρα άξιος της τιμής και υπολήψεως των ωραίων. Εάν δε εις τον
προηγούμενον λόγον είπομεν, και ο Φαίδρος και εγώ, βαρύ τι εναντίον
της θεότητός σου, αποδίδων την αιτίαν εις τον Λυσίαν, τον πατέρα
του λόγου τούτου, παύσε αυτόν από τας τοιαύτας βλασφήμους
συνθέσεις, και τρέψε αυτόν εις την φιλοσοφίαν, καθώς έχει τραπή εις
αυτήν ο αδελφός του Πολέμαρχος, ίνα μη και αυτός ο εραστής του [ο
Φαίδρος] αμφιταλαντεύεται, όπως τώρα, μεταξύ των κενών ρητορικών
λόγων, αλλ' εντελώς ν' αφιερώση τον βίον του εις τον μετά
φιλοσοφίας Έρωτα (44).
Φαίδρος
Εύχομαι μαζί σου, Σωκράτη, εις τους θεούς να πραγματοποιήσωσι
ταύτα, εάν είναι εις ημάς τα καλύτερα· τον λόγον σου δε τούτον προ
πολλού εθαύμασα καθ' όσον τον εφιλοτέχνησες ωραιότερον του πρώτου·
ώστε φοβούμαι μήπως ο Λυσίας φανή ταπεινός εάν θελήση ν'
ανταγωνισθή παρουσιάζων άλλον λόγον επί του αυτού θέματος.
Και μάλιστα, αγαπητέ μου, προ ολίγου κάποιος πολιτικός επείραζε τον
Λυσίαν περιπαίζων αυτόν δι' αυτήν ακριβώς την ασθένειάν του εις το
γράφειν και μέσα εις όλους τους ονειδισμούς τον απεκάλει και
λογογράφον (45), ενδέχεται λοιπόν από φιλοτιμίαν να συγκρατηθή από
του να μας γράψη απάντησιν.
Σωκράτης
Η ιδέα την οποίαν εκθέτεις, νέε μου, είναι αστεία και δεικνύει ότι
τον φίλον σου Λυσίαν κρίνεις πολύ εσφαλμένως, εάν τον υποθέτης ότι
είναι τόσον ψοφοδεής· επίσης ίσως νομίζεις ότι και ο περιπαίζων
αυτόν πολιτικός επίστευεν εις όσα του απέδιδεν.
Φαίδρος
Εφαίνετο βεβαίως ότι επίστευε, Σωκράτη· και γνωρίζεις κάπως καλά
και συ, ότι οι ισχυροί και διάσημοι εις τας πόλεις μας εντρέπονται
να γράφωσι λόγους και ν' αφήνωσι τα συγγράμματά των, επειδή
φοβούνται την γνώμην των μεταγενεστέρων μήπως τους καλέσωσι
σοφιστάς.
Σωκράτης
Γλυκεία περιστροφή! (46) Φαίδρε· σου διαφεύγει ότι οι φιλοδοξότεροι
των πολιτικών αγαπώσι πάρα πολύ να λογογραφώσι και ν' αφήνωσι
συγγράμματα· αυτοί ακριβώς, όταν γράφωσι λόγον τινά, τόσον αγαπώσι
τους επαινέτας, ώστε σημειώνουσι παρά την πρώτην παράγραφον του
έργου των τους τυχόν εις κάθε μέρος επαινέσαντας αυτούς.
Φαίδρος
Πώς λέγεις τούτο; Δεν το εννοώ.
Σωκράτης
Δεν εννοείς ότι εις την αρχήν του συγγράμματος του πολιτικού ανδρός
έχει γραφή ο επαινετής πρώτος.
Φαίδρος
Πώς;
Σωκράτης
«Έδοξε τη βουλή και τω δήμω ή αμφοτέροις» λέγει «και ος είπε...,»
(47) και εδώ αναφέρει το όνομά του μετά μεγάλης σοβαρότητος
αυτοεπαινούμενος ο συγγραφεύς, έπειτα δα εξακολουθεί, μετά την
πρόταξιν επαινετών του (48), επιδεικνύων εις αυτούς την ιδικήν του
σοφίαν και ενίοτε γράφει πολύ διεξοδικόν σύγγραμμα· ή μήπως σου
φαίνεται το τοιούτον [ψήφισμα] άλλο τι ή λόγος συγγεγραμμένος;
Φαίδρος
Δεν φαίνεται εις εμέ τουλάχιστον.
Σωκράτης
Λοιπόν εάν μεν ο λόγος ούτος γίνη δεκτός, ο συγγραφεύς απέρχεται εκ
της εκκλησίας χαίρων· εάν δε αποδοκιμασθή και χάση την τιμήν ότι
είναι άξιος λογογράφος και συγγραφεύς, τότε πενθεί και ο ίδιος και
οι φίλοι του.
Φαίδρος
Χωρίς αμφιβολίαν.
Σωκράτης
Εκ τούτων γίνεται φανερόν ότι δεν πρέπει να περιφρονή τις το
επάγγελμα του λογογράφου, αλλά να το εκτιμά μέχρι θαυμασμού.
Φαίδρος
Είμαι σύμφωνος.
Σωκράτης
Αλλά τι; όταν ρήτωρ τις ή βασιλεύς γίνη ικανός ώστε αναλαβών
δύναμιν ενός Λυκούργου ή Σόλωνος ή Δαρείου ν' απαθανατισθή εις την
πόλιν ως Χορογράφος, αρά γε δεν θα θεωρή τον εαυτόν του ο ίδιος,
ενόσω ζη, ως άλλον θεόν και οι μεταγενέστεροι βλέποντες τα
συγγράμματά του δεν θα έχωσι τας αυτάς ακριβώς ιδέας περί τούτου;
Φαίδρος
Και βεβαιότατα.
Σωκράτης
Νομίζεις λοιπόν ότι κανείς εκ των πολιτικών, οποιουδήποτε
χαρακτήρος και αν είναι και οπωσδήποτε δυσμενής προς τον Λυσίαν, θα
τον ονειδίση διά τούτο, ότι δηλαδή συγγράφει;
Φαίδρος
Όχι βεβαίως, δεν εξάγεται τούτο τουλάχιστον εκ των λόγων σου· διότι
την ιδικήν των επιθυμίαν, ως είναι επόμενον, θα ωνείδιζεν.
Σωκράτης
Άρα είναι φανερόν ότι δεν φέρει αισχύνην αυτό το γράφειν λόγους.
Φαίδρος
Συμφωνώ.
Σωκράτης
Αλλά τούτο νομίζω ότι είναι αισχρόν πλέον, το να μη λέγη δηλαδή
κανείς και γράφη καλά αλλά αισχρά και κακά.
Φαίδρος
Είναι φανερόν βεβαίως.
Σωκράτης
Ποίος λοιπόν είναι ο τρόπος του καλώς ή κακώς συγγράφειν;
Αισθανόμεθα ανάγκην τινά, Φαίδρε, να εξετάσωμεν τον Λυσίαν ή
κάποιον άλλον, εξ όσων έχουσι γράψει τι έως τώρα ή θα γράψωσιν,
είτε πολιτικής υποθέσεως είτε ιδιωτικής, είτε έμμετρον ως ποιηταί,
είτε άνευ μέτρου ως κοινοί συγγραφείς.
Φαίδρος
Ερωτάς εάν έχωμεν ανάγκην; Αλλά θα ήξιζε κανείς να ζη δι' άλλην
αιτίαν παρά διά τας τοιαύτας ηδονάς του πνεύματος; Διότι βεβαίως
δεν αξίζει να ζη κανείς δι' εκείνας τας σωματικάς ηδονάς, αι οποίαι
περιέχουν όλαι κατ' ανάγκην λύπην εις την αρχήν ή και καμμίαν
χαράν, δι' ο και δικαίως έχουσιν ονομασθή δουλικαί.
Σωκράτης
Έχομεν καιρόν ως φαίνεται· και μάλιστα μέσα εις την πνιγηράν ζέστην
επάνω από τα κεφάλια μας μου φαίνονται ότι οι τέττιγες ψάλλοντες
και συνομιλούντες μας παρατηρούν. Εάν λοιπόν ίδωσι και ημάς όπως
τους κοινούς ανθρώπους να μη συνδιαλεγώμεθα, αλλά να νυστάζωμεν
νανουριζόμενοι από το τραγούδι των ένεκα αδρανείας της διανοίας
μας, δικαίως θα μας καταγελάσωσι, θεωρούντες ημάς ως μερικούς
δούλους οι οποίοι εύρον καταφύγιον να κοιμηθώσι, όπως τα
αναπαυόμενα το μεσημέρι πρόβατα κοιμώνται παρά την βρύσιν· εάν δε
μας βλέπωσιν ότι εξακολουθούμεν συνομιλούντες, και ότι παρερχόμεθα
αυτούς καθώς Σειρήνας χωρίς να γοητευθώμεν [από τα άσματά των],
τότε θαυμάσαντες ταχέως θα μας έδιδον το δώρον, το οποίον έχουσιν
από τους θεούς διά να χαρίζωσιν εις τους ανθρώπους.
Φαίδρος
Ποίον είναι λοιπόν τούτο το δώρον; διότι εγώ, καθώς μου φαίνεται
δεν έτυχε να το ακούσω.
Σωκράτης
Δεν αρμόζει βέβαια εις φιλόμουσον άνδρα να μην έχη ακούσει τέτοιο
πράγμα· λέγουν δε ότι οι τέττιγες ήσαν άνθρωποι πριν να γεννηθούν
αι Μούσαι, αλλ' όταν με την γέννησιν των Μουσών εφανερώθη και το
άσμα, τόσον πολύ μερικοί εκ των τότε ανθρώπων εξεπλάγησαν από
ηδονήν, ώστε τραγουδούντες ημέλησαν να τρώγωσι και να πίνωσι και
χωρίς να το εννοήσωσιν έδωκαν τέλος εις την ζωήν των· εκ των
ανθρώπων αυτών εφύτρωσε κατόπιν το γένος των τεττίγων, το οποίον
έλαβε παρά των Μουσών τούτο το δώρον, να μην έχη καθόλου ανάγκην
τροφής από της γεννήσεως του, αλλ' αμέσως να ψάλλη χωρίς φαγητόν
και ποτόν μέχρι της τελευτής του, και μετά την τελευτήν να έρχεται
ν' αναγγέλλη εις τας Μούσας τις εκ των θνητών ποίαν εκάστην από
αυτάς τιμά. Εις την Τερψιχόρην λοιπόν αναγγέλλουσιν εκείνους οι
οποίοι την τιμώσι διά χορών και τους καθιστούν προσφιλεστέρους εις
αυτήν, εις δε την Ερατώ τους τιμώντας αυτήν διά των ερωτικών ωδών
και καθ' όμοιον τρόπον εις τας άλλας τους απονέμοντας την
αρμόζουσαν εις εκάστην τιμήν· εις δε την πρεσβυτάτην Καλλιόπην και
εις την δευτερότοκον Ουρανίαν αναγγέλλουσι τους φιλοσοφούντας και
τους τιμώντας την μουσικήν τέχνην των, διότι αι δυο αύται υπέρ τας
άλλας Μούσας επιστατούσαι εις τας κινήσεις των ουρανίων σωμάτων και
εις τους ανθρωπίνους και θείους λόγους αφήνουσιν άσμα
μελωδικώτατον. Ένεκα λοιπόν των πολλών τούτων αιτίων πρέπει να
είπωμεν κάτι και να μη κοιμηθώμεν κατά την μεσημβρίαν.
Φαίδρος
Βεβαίως πρέπει να είπωμεν.
Σωκράτης
Ας εξετάσωμεν λοιπόν την σκέψιν, την οποίαν τώρα ελάβομεν ως
προϋπόθεσιν, τι δηλαδή κάμνει ένα λόγον προφορικόν ή γραπτόν καλόν
και τι όχι.
Φαίδρος
Πολύ καλά.
Σωκράτης
Αρά γε δεν πρέπει διά να ομιλήση καλά ο ρήτωρ να έχη εις την
διάνοιάν του την γνώσιν της αληθείας περί όσων μέλλει να είπη;
Φαίδρος
Φίλε Σωκράτη, περί αυτού του ζητήματος τέτοια εδώ έχω ακούσει, ότι
δηλαδή δεν είναι ανάγκη ο μέλλων να είναι ρήτωρ να γνωρίζη τα
αληθινά δίκαια, αλλά τα φαινόμενα δίκαια εις το πλήθος, το οποίον
ίσα ίσα μέλλει να δικάση, ουδέ τα αληθινά αγαθά ή ωραία, αλλ' όσα
θα φανώσι τοιαύτα· διότι η πειθώ παράγεται μάλλον εκ των δοξασιών
τούτων και όχι εκ της αληθείας.
Σωκράτης
Δεν πρέπει βεβαίως ν' αποβληθώσιν οι λόγοι (49) του σοφού, αλλά να
εξετάζωνται εάν λέγωσι τι· και μάλιστα και το τώρα λεχθέν δεν
πρέπει ν' αφήσωμεν ανεξέταστον.
Φαίδρος
Ορθώς λέγεις.
Σωκράτης
Ας το εξετάσωμεν λοιπόν ως εξής.
Φαίδρος
Πώς;
Σωκράτης
Εάν σε συνεβούλευον εγώ ν' αποκρούσης τους εχθρούς αποκτήσας ίππον,
εάν δε και οι δύο δεν εγνωρίζομεν ίππον, αλλά μόνον τυχαίως
εγνώριζον περί σου, ότι ο Φαίδρος νομίζει ως ίππον εκείνον των
ημέρων ζώων το οποίον έχει μέγιστα ώτα.......
Φαίδρος
Γελοίον θα ήτο, Σωκράτη.
Σωκράτης
Ακόμη δεν ετελείωσα· και ότι σοβαρώς διά να σε πείσω συνέτασσον
εγκώμιον του όνου, αποκαλών αυτόν ίππον και λέγων περί αυτού, ότι
είναι ζώον ανεκτίμητον διά να το έχη κανείς εις την πατρίδα του και
έξω εις τον πόλεμον, και χρήσιμον ώστε να πολεμά κανείς απ' αυτού,
και δυνατόν να μεταφέρη προσέτι σκεύη και ωφέλιμον εις άλλας πολλάς
εργασίας....
Φαίδρος
Γελοιωδέστατον πλέον θα ήτο αυτό.
Σωκράτης
Άρα λοιπόν δεν είναι προτιμότερον να είναι γελοίον αλλ' αβλαβές,
παρά επικίνδυνον και βλαβερόν;
Φαίδρος
Φαίνεται.
Σωκράτης
Όταν λοιπόν ο ρήτωρ, ενώ αυτός δεν γνωρίζει την φύσιν του αγαθού
και του κακού, εύρη τους συμπολίτας του ευρισκομένους εις την αυτήν
άγνοιαν και τους συμβουλεύη, εγκώμια πλέκων, όχι περί όνου σκιάς
(50) ότι είναι ίππος, αλλά περί του κακού ότι είναι αγαθόν, και
όταν, μελετήσας τας δοξασίας του κοινού λαού, τον πείση να πράττη
κακά αντί αγαθών, ωσάν ποίον καρπόν νομίζεις ότι η ρητορική κατόπιν
θα θερίση εκ των ιδεών τας οποίας έσπειρε;
Φαίδρος
Βεβαίως όχι παρά πολύ καλόν καρπόν.
Σωκράτης
Αλλά μήπως, καλέ μου φίλε, έχομεν εμπαίξει αγροικότερον του δέοντος
την ρητορικήν; Ίσως ηδύνατο να μας είπη αύτη· τι είναι αυτά, ω
θαυμαστοί, τα οποία φλυαρείτε; Εγώ βεβαίως καθόλου δεν αναγκάζω τον
αγνοούντα την αλήθειαν να μανθάνη ρητορικήν, αλλά κατά την ιδικήν
μου τουλάχιστον συμβουλήν, τοιουτοτρόπως θα με καταλάβη τις, όταν
αποκτήση την γνώσιν της αληθείας· εν τούτοις τούτο εδώ το μέγα
λέγω, ότι, χωρίς την βοήθειάν μου, δεν δύναται ουδέ κατά τι
περισσότερον να πείση με τέχνην τους ακροατάς του ο κατέχων την
γνώσιν της αληθείας.
Φαίδρος
Δεν έχει λοιπόν δίκαιον η ρητορική λέγουσα ταύτα;
Σωκράτης
Το παραδέχομαι, εάν βεβαίως οι προστρέχοντες πέριξ αυτής λόγοι
παρέχουν την μαρτυρίαν, ότι η ρητορική είναι μία τέχνη· διότι,
καθώς μου φαίνεται, ακούω μερικούς λόγους προσερχομένους να
διαμαρτύρωνται ότι η ρητορική ψεύδεται και δεν είναι τέχνη, αλλ'
άτεχνος μηχανική άσκησις· «δεν υπάρχει δε ούτε θα υπάρξη ποτέ,
λέγει ο Λάκων (51), αληθής τέχνη του λέγειν χωρίς να είναι κάτοχος
της αληθείας».
Φαίδρος
Αλλά χρειαζόμεθα τους λόγους τούτους, Σωκράτη. Κάμε τους να
προσέλθωσι κ' εξέταζέ τους τι και πώς λέγουν.
Σωκράτης.
Παρουσιασθήτε λοιπόν, &ω λόγοι&, ευγενικά ανατεθραμμένα ωραία
παιδιά, και πείθετε τον Φαίδρον ότι, εάν δεν φιλοσοφήση ικανώς,
ουδέ θα γίνη ποτέ ικανός να ομιλή διά κανέν ζήτημα. Ας αποκρίνεται
λοιπόν ο Φαίδρος.
Φαίδρος
Ερωτάτε.
Σωκράτης
Άρα λοιπόν η ρητορική δεν είναι τέχνη του ψυχαγωγείν (52) διά
λόγων, όχι μόνον εις τα δικαστήρια και εις τας δημοσίας
συναθροίσεις, αλλά και εις τας ιδιωτικάς ομηγύρεις, η ιδία και όταν
πρόκειται περί μικρών ζητημάτων και όταν περί μεγάλων, και δεν
είναι αρά γε πολυτιμότερον να λέγεται το ορθόν πράγμα και εις τα
σπουδαία και εις τα μικρά; Ή μήπως αυτά τα έχεις ακούσει συ κατ'
άλλον τρόπον;
Φαίδρος
Όχι, μα τον Δία, όχι καθόλου παρομοίως, αλλά προ πάντων η ρητορική
η ασχολουμένη εις τας δίκας λέγεται και γράφεται τέχνη, λέγεται δε
ομοίως και η περί τας δημηγορίας ασχολουμένη· περισσότερον από αυτά
δεν έχω ακούσει.
Σωκράτης
Αλλ' αληθώς έχεις ακούσει μόνον τα ρητορικά κατασκευάσματα του
Νέστορος και του Οδυσσέως, τα οποία συνέθεσαν όταν ησύχαζον κατά
την πολιορκίαν του Ιλίου, τας δε συνθέσεις του Παλαμήδους δεν έχεις
ακούσει;
Φαίδρος
Ναι, μα τον Δία, εγώ τουλάχιστον δεν έχω ακούσει άλλα από τα του
Νέστορος [και Οδυσσέως], εκτός εάν παριστάνης τον Γοργίαν ως
κάποιον Νέστορα ή κάποιον Θρασύμαχον και Θεόδωρον ως Οδυσσέα (53).
Σωκράτης
Ίσως. Αλλ' ας αφήσωμεν τούτους· συ δε ειπέ μου, εις τα δικαστήρια
τι πράττουσιν οι αντίδικοι; βεβαίως δεν άντιλέγουσιν ή τι θα
είπωμεν ότι κάμνουν;
Φαίδρος
Αυτό τούτο.
Σωκράτης
Δεν αντιλέγουσι και περί δικαίου και αδίκου;
Φαίδρος
Ναι.
Σωκράτης
Λοιπόν ο πράττων τούτο με τέχνην θα κάμη να φανή το ίδιον πράγμα
εις τα ίδια πρόσωπα άλλοτε μεν δίκαιον, όταν θέλη δε άδικον;
Φαίδρος
Διατί όχι;
Σωκράτης
Και κατά την δημηγορίαν λοιπόν θα φανώσιν εις τους πολίτας τα ίδια
πράγματα άλλοτε μεν αγαθά, άλλοτε δε πάλιν τα εναντία;
Φαίδρος
Έτσι.
Σωκράτης
Δεν γνωρίζομεν λοιπόν ότι ο Ελεατικός Παλαμήδης (54) διά της τέχνης
των λόγων του έκαμεν ώστε τα ίδια πράγματα να φαίνωνται ως όμοια
και ανόμοια, και ως έν και ως πολλά, και εξ άλλου ηρεμούντα και
κινούμενα;