Produced by Sophia Canoni (txt file) and Andrew Sly (html
file). Book provided by Iason Konstantinides.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
A table of errors at the end of the 2nd volume has been taken into
account.The spelling of the book has not been changed otherwise.
Footnotes have been converted to endnotes. Bold words are included
in &. Powers are designated by ^, e.g. 1 raised to the second power
is shown as 1^2. Two geometrical shapes referred to in the endnotes
of this book, can be seen only in the html version of the text. Their
place is indicated by []
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Ο Πίνακας Παροραμάτων στο τέλος του 2ου τόμου έχει ληφθεί
υπ' όψη. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι
υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες, περικλείονται σε &. Οι δυνάμεις
παρουσιάζονται με το σήμα ^, π.χ. 1 εις την δευτέρα φαίνεται σαν 1^2.
Δύο γεωμετρικά σχήματα τα οποία αναφέρονται στις σημειώσεις στο τέλος
του βιβλίου μπορεί να τα δει κανείς μόνο στην Html εκδοχή του κειμένου.
Το μέρος όπου βρίσκονται σημειώνεται με [].
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΤΙΜΑΙΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ Α
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ Α
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1911
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Α'. ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Κατά την εορτήν των Βενδιδείων, τελουμένην προς τιμήν της Θρακικής
θεότητος Βένδιδος, την οποίαν οι Αθηναίοι εταύτιζον με την Άρτεμιν, κατέβη
ο Σωκράτης εις Πειραιά εις την οικίαν του Κεφάλου, ένθα συνδιελέχθη περί
Πολιτείας με τον Πολέμαρχον, υιόν του Κεφάλου, τον Γλαύκωνα και
Αδείμαντον, αδελφούς του Πλάτωνος, και τον σοφιστήν Θρασύμαχον. Την
επαύριον ο Σωκράτης τα της εν Πειραιεί συνδιαλέξεως διηγήθη είς τινας
φίλους εν Αθήναις. Η διήγησις δ' αύτη του Σωκράτους, συνεχής και αδιάκοπος
απ' αρχής άχρι τέλους, αποτελεί τον όλον διάλογον εν τη «Πολιτεία», όπου
όμως δεν αναφέρονται τα ονόματα των ακροατών. Ούτοι, τέσσαρες όντες,
συνεφώνησαν, ίνα την αμέσως ακόλουθον ημέραν εις νέαν συνδιάλεξιν
αποδώσωσιν εις τον Σωκράτην το υπό τούτου παρατεθέν αυτοίς συμπόσιον
λόγων. Η συνέχεια δ' αύτη της συνδιαλέξεως εκτίθεται εις άλλον διάλογον,
όστις επιγράφεται «Τίμαιος» εκ του ονόματος ενός των εστιατόρων του
Σωκράτους. Οι άλλοι ήσαν Κριτίας, ο Αθηναίος πολιτευτής, και Ερμοκράτης, ο
Συρακόσιος στρατηγός. Του τετάρτου το όνομα δεν μνημονεύεται εν τω Τιμαίω·
αλλά λέγεται ότι ούτος ασθενήσας δεν έλαβε μέρος εις τον διάλογον,
αναπληρωθείς υπό των άλλων. Κατά τον νεοπλατωνικόν φιλόσοφον Πρόκλον,
όστις συνέγραψε «Γλαφυρά υπομνήματα εις τον Τίμαιον», ο μεν Δερκυλλίδης
επίστευεν ότι ο ανώνυμος ήτο αυτός ο Πλάτων, ο δε Αττικός έλεγεν ότι ήτο
ξένος τις, φίλος του Τιμαίου. Αλλά και των νεωτέρων τινές δέχονται ότι ήτο
αυτός ο Πλάτων.
Ο «Τίμαιος», πολύ μεταγενέστερος της «Πολιτείας» και διαφέρων αυτής κατά
το ύφος και κατά τινας θεμελιώδεις αρχάς, είναι συνέχεια της «Πολιτείας»,
όπως ο «Κριτίας» είναι εξακολούθησις του «Τιμαίου». Αντικείμενον της
«Πολιτείας», ως δηλούται εν τω Α' και Β' βιβλίω αυτής, είναι η Δικαιοσύνη,
ως επεισόδιον δε εισάγεται η περί Πολιτείας διάλεξις διά τον λόγον, ότι
είναι ευκολώτερον να νοήσωμεν τι είναι η Δικαιοσύνη, εάν επισκοπήσωμεν την
Πολιτείαν μάλλον παρά το μεμονωμένον άτομον. Αλλ' ούτως η συζήτησις περί
Πολιτείας κατέστη κύριον θέμα του διαλόγου. Διατυπώσας δε ήδη την ιδεώδη
Πολιτείαν του ο Πλατωνικός Σωκράτης επεθύμησε να ίδη την απόδειξιν αυτής,
πώς δηλ. θα ηδύνατο αύτη να ενεργή και υπερασπίζη εαυτήν εν πολέμω και εν
ειρήνη. Και προς τούτο εξέλεξε τους ειρημένους συνομιλητάς, άνδρας
πολιτικούς άμα και σοφίας εραστάς. Εν τω «Τιμαίω» λοιπόν μετά συνοπτικήν
ανακεφαλαίωσιν των σπουδαιοτέρων πορισμάτων της «Πολιτείας», γενομένην υπό
του Σωκράτους, πρώτος ο Κριτίας αναλαμβάνει να ικανοποιήση την αξίωσιν
αυτού, και λέγει ότι πολίτευμα όμοιον προς το περιγραφέν υπό του Σωκράτους
υπήρξεν εν Αθήναις προ 9,000 ετών κατά την διήγησιν, την οποίαν ο Σόλων
έμαθεν εν Αιγύπτω παρά των ιερέων. Η Αθηναϊκή αύτη Πολιτεία επετέλεσε τότε
λαμπρότατον κατόρθωμα κατανικήσασα τους στρατούς, οίτινες ώρμησαν κατά της
Ευρώπης εκ της εν τω Ωκεανώ μεγάλης νήσου Ατλαντίδος, θέλων όμως έπειτα ο
Κριτίας να εκθέση και τα καθέκαστα αυτής λέγει, ότι συνεφωνήθη με τον
Τίμαιον, όπως ούτος, ειδήμων της αστρονομίας και της φυσικής, εκθέση
πρώτον την σύστασιν του Κόσμου και του Ανθρώπου, έργα αμφότερα του θεού
πατρός και δημιουργού, έπειτα δε μεταβώσιν εις την εξέτασιν της Πολιτείας,
διότι αύτη βεβαίως είναι ανάλογος προς την διακόσμησιν του Παντός. Εκ
τούτου αντικείμενον του «Τιμαίου» γίνεται η κοσμογονία. Το τέλειον δε
Κράτος, την πεπραγματωμένην Πολιτείαν παραλαμβάνει ως θέμα τρίτος
διάλογος, ο «Κριτίας», όστις δυστυχώς έμεινεν ατελής, ένεκα του θανάτου
του Πλάτωνος. Τον «Τίμαιον» συνέγραψε κατά το 358 - 357 π. Χ. Έπειτα
επεχείρησε να συγγράψη τον «Κριτίαν». Αλλ' εν τω μεταξύ ησχολήθη συγγράφων
τους «Νόμους», δι' ους εδαπάνησε τα τελευταία δέκα έτη του βίου του.
Τίμαιος ο Λοκρός, εκ της Μεγάλης Ελλάδος εν Ιταλία, ήτο αστρονόμος και
φιλόσοφος Πυθαγόρειος, εις τον όποιον αποδίδεται συγγραμμάτιον σωζόμενον
εις Δωρικήν διάλεκτον «Περί ψυχής κόσμου και φύσεως». Και ο μεν Πρόκλος
λέγει ότι ο Πλάτων λαβών το βιβλίον τούτο επεχείρησε να γράψη τον
«Τίμαιον». Αλλ' οι νεώτεροι κριτικοί θεωρούσιν αυτό νόθον. Διότι προς τοις
άλλοις το βιβλίον τούτο υποθέτει, ότι αι ιδέαι υπήρχον προ του κόσμου, η
υπόθεσις δ' αύτη είναι διδασκαλία καθαρώς Πλατωνική και ουχί Πυθαγορική.
Είναι λοιπόν ουχί πρότυπον, αλλ' απλή συνοπτική μετάφρασις του Πλατωνικού
«Τιμαίου». Ότι όμως ο Πλάτων ήντλησεν εκ Πυθαγορικού συγγράμματος μαρτυρεί
η κακή γλώσσα Τίμωνος του σιλλογράφου, όστις εις τρεις σωζομένους στίχους
λέγει:
«Και συ, Πλάτων, διότι και σε κατέλαβε πόθος να μάθης — με πολλά δε
αργύρια μικρόν ηγόρασες βιβλίον — και εκ τούτου έμαθες να Τιμαιογραφής».
Διογένης ο Λαέρτιος λέγει εις τους βίους Φιλολάου, Πυθαγόρου και Πλάτωνος
ότι το αγορασθέν βιβλιάριον ήτο του Φιλολάου, όπερ όμως δεν σώζεται. Αλλά
και τούτου δεκτού γενομένου, ο Πλάτων βεβαίως μεν δεν αντέγραψε τον
Φιλόλαον, αλλά παρέλαβε πολλά δόγματα των Πυθαγορείων. Τούτου ένεκα και
Πυθαγόρειος, οίος ο Τίμαιος, εκθέτει εν τω ομωνύμω διαλόγω την κοσμογονίαν
εις λόγον συνεχή, ουχί δραματικώς και διαλογικώς, αλλά δογματικώς και
συνθετικώς, ως ήρμοζεν εις πραγματείαν στηριζομένην επί πιθανότητος και
αναλογίας, ανεπίδεκτον δε διαλεκτικής και επιστημονικής αποδείξεως τότε
δι' έλλειψιν επαρκών φυσικών γνώσεων.
Ο «Τίμαιος» είναι κατά την κοινήν ομολογίαν των σοφών μία εκ των υψίστων
και σπανίων πτήσεων, τας οποίας επιχειρεί ευτόλμως το ανθρώπινον πνεύμα,
όταν αισθάνηται ότι έχει ισχυράς πτέρυγας, ίνα αναβή εις την πηγήν αυτού,
ίνα συλλάβη την ενότητα του Παντός και ίνα εύρη την λύσιν των βασανιζόντων
αυτό μεγάλων ζητημάτων. Ο θαυμάσιος ούτος διάλογος είναι οργανική σύνθεσις
περιλαμβάνουσα πάντα τα αντικείμενα της γνώσεως και πάντα τα ζητήματα περί
της φύσεως και του πνεύματος. Αιτία πάντων και αρχή κηρύττει ότι είναι ο
είς Θεός, και ότι, επειδή ούτος είναι αγαθός, αγαθά είναι και τα πλάσματα
αυτού, ο δε άνθρωπος είναι ο μικρός κόσμος, όστις οφείλει κατά τo δυνατόν
να ομοιώται με τον μέγαν κόσμον και διά τούτου με τον Δημιουργόν. Ούτως ο
«Τίμαιος» συνοψίζων την όλην Πλατωνικήν φιλοσοφίαν συναρμολογεί εις έν
όλον πάσαν την φυσικήν και την μεταφυσικήν, την επιστήμην και την ηθικήν
και την θεολογίαν. Αμυδράν εικόνα τούτων πάντων θα δώσωμεν διά συντόμου
περιλήψεως του περιεχομένου του «Τιμαίου», παραλείποντες την περί
Πολιτείας μακράν εισαγωγήν, περί της οποίας είπομεν ανωτέρω. Αι
αναφερόμεναι σελίδες και παράγραφοι είναι αι της εκδόσεως του Ερρίκου
Στεφάνου, τας οποίας σημειούμεν εις τo περιθώριον της μεταφράσεως.
Β. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ
Προς κατανόησιν των διδασκαλιών του «Τιμαίου» και εν γένει πάντων των
Ελλήνων φιλοσόφων πρέπει να έχωμεν πάντοτε προ οφθαλμών, ότι η έννοια ή η
άποψις η δεσπόζουσα επί του πνεύματος αυτών είναι η της Τέχνης.
Αντελαμβάνοντο τα πράγματα, και διενοούντο πάντες ως καλλιτέχναι. Διότι το
θαυμάσιον αρχαίον Ελληνικόν πνεύμα ήτο κατά την φύσιν και την ουσίαν αυτού
κυριολεκτικώς καλλιτέχνης. Προς παραγωγήν δε του &καλλιτεχνήματος& πλην
του Καλλιτέχνου ή του &Δημιουργού& αναγκαίως συντρέχουσι πρώτον η &Ιδέα& ή
το Παράδειγμα, καθ' ο γίνεται το έργον, και έπειτα η Ύλη, ήτις δέχεται και
εμφανίζει την Ιδέαν αισθητώς. Ούτω και όλος ο αισθητός ούτος κόσμος είναι
κατά τον Πλάτωνα καλλιτέχνημα, το οποίον έπλασεν ο θείος Δημιουργός κατά
τας ιδέας, κατά τα εν αυτώ θεία, αυτοτελή και αιώνια νοήματα. Έκαστον ον
εν τη φύσει είναι εμφάνισις και πραγμάτωσις αισθητή μιας ιδέας, ενός όντος
νοητού. Και η μεν ιδέα είναι το πραγματικόν (όντως) ον, αιώνιον (αεί ον),
αμετάβλητον, ακίνητον, το αυτό προς εαυτό (κατά τα αυτά ον) και διά της
νοήσεως μόνης αντιληπτόν (νοητόν). Η επιστήμη την ιδέαν έχει ως
αντικείμενον. Την ετέραν αρχήν του παντός, την Ύλην, ο Πλάτων υπολαμβάνει
αΐδιον μεν, ουχί όμως ακίνητον, αλλά άμορφον καθ' εαυτήν και ασχημάτιστον,
δεχομένην δε πάσαν μορφήν, απλούν χώρον. Η ιδέα ή το σύνολον των ιδεών, ο
δημιουργός Νους είναι ως ο Πατήρ, η δε Ύλη ως η Μήτηρ, Τέκνον δ' αυτών
είναι ο ορατός ούτος κόσμος. Τα φαινόμενα αυτού, τα αισθητά όντα, ρέοντα
και μεταβαλλόμενα απαύστως και αφανιζόμενα, δεν έχουσιν αληθή ύπαρξιν, δεν
είναι όντα, αλλά γινόμενα. Η αισθητή ύπαρξις δεν είναι όντως ον, αλλά το
διάμεσον μεταξύ όντος και μη όντος, το οποίον πάντοτε γίνεται και ουδέποτε
αληθώς είναι, αλλά μεταβάλλεται, γίνεται άλλο, &είναι έτερον&. Ταύτα δε
είναι αντιληπτά μόνον υπό της αισθήσεως και της δόξης. Η γνώσις αυτών και
της όλης φύσεως είναι λοιπόν αναγκαίως αβεβαία, είναι γνώσις κατ' εικασίαν
(εικότα λόγον) και αναλογίαν, ενώ η επιστήμη των νοητών είναι βεβαία
γνώσις. Διά τούτο ο Πλάτων δεν επραγματεύθη την Φυσικήν μεθ' όσης
επιμελείας και ακριβείας τα άλλα μέρη της φιλοσοφίας. Κατ' εκείνον τον
χρόνον η ατέλεια των φυσικών γνώσεων εγέννα αβεβαιότητα, ήτις την
αναλογίαν και πιθανότητα καθίστα κύριον όργανον της φιλοσοφίας της φύσεως
(σελ. 27).
Αλλ' αν ο Πλάτων κατεχόμενος υπό της καλλιτεχνικής επόψεως του Ελληνικού
πνεύματος, του οποίου είναι τελεία ενσάρκωσις, παραλαμβάνει όρους και
φράσεις εκ της τέχνης προς σαφεστέραν δήλωσιν των νοημάτων αυτού, όμως δεν
πρέπει να δεχώμεθα παθητικώς το γράμμα, ουδέ τας υλικάς εικόνας να
εκλαμβάνωμεν ως αυτόν τον νουν του φιλοσόφου. Ο Δημιουργός του λ. χ. δεν
είναι τεράστιόν τι πρόσωπον διαπλάττον δεδομένα υλικά κατά τι πρότυπον,
κατά τας ιδέας. Τοιαύται υλικαί παραστάσεις είναι ανάξιαι Θεού όλως νοητού
και νοερού. Το άυλον πνεύμα, ίνα δημιουργήση, ίνα αποκαλυφθή ως πνεύμα,
μόνον υλικόν έχει τον λόγον. Διά τούτο και η θρησκεία του Ύψους παριστά
τον Θεόν δημιουργούντα τον κόσμον διά μόνου του λόγου.
«Και είπε· Γενηθήτω φως, και εγένετο φως». Αλλ' η δημιουργία είναι
αναγκαία και αιώνιος, καθ' ότι ο Θεός αιωνίως καταλείπει την ερημίαν και
απειρίαν αυτού, δημιουργεί, προσλαμβάνει διορισμούς, πέρατα, και
εμφανίζεται εν τη φύσει, εν τω Υιώ — ίνα πάλιν επιστρέψη εις εαυτόν. Η
επιστροφή αυτή, το Πνεύμα, είναι βέβαια ο τέλειος τρόπος της υπάρξεως της
ιδέας. Το Ελληνικόν όμως πνεύμα ως ύψιστον τρόπον υπάρξεως του θείου
συνέλαβε μόνον την εμφάνισιν, την φανέρωσιν αυτού διά της ύλης
τελειουμένην εν τη καλλιτεχνία. Τοιούτου λοιπόν πνεύματος κατ' εξοχήν
ερμηνευτής είναι ο Πλάτων, και εκ τούτου εξηγείται διατί και ούτος και ο
Αριστοτέλης δεν ηδυνήθησαν να διαλλάξωσιν εντελώς τας δύο αρχάς, το πνεύμα
και την ύλην.
Κατά τα ειρημένα λοιπόν έχομεν το ον και το γινόμενον. Το ον είναι
ακίνητον, ταυτόν και νοητόν. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, άλλο και
αισθητόν. Αλλ' ό,τι γίνεται γίνεται υπό τινος· άρα ο κόσμος έχει αιτίαν,
διό εδημιουργήθη υπό του Θεού. Και επειδή ο Δημιουργός είναι αγαθός, διά
τούτο και τον κόσμον έπλασεν αγαθόν, άριστον, κατά παράδειγμα αιώνιον και
αναλλοίωτον (σελ. 29 Α). Ούτως η δημιουργία είναι κυρίως διακόσμησις (σ.
30 Α). Το πρότυπον, καθ' ο επλάσθη και διεκοσμήθη το παν, ήτο το τέλειον
νοητόν ζώον, περιλαμβάνον πάντα τα νοητά ζώα. Διό, όπως ο δημιουργός είναι
είς και το παράδειγμα έν, ούτως είς είναι και ο κόσμος πάντα περιλαμβάνων,
έν μόνον ζώον αισθητόν λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα (σ. 31
Β).
Ο κόσμος λαβών ύπαρξιν είναι κατ' ανάγκην ορατός και αισθητός, διό συνέστη
εκ πυρός και εκ γης. Αλλά δύο τινά δεν δύνανται να ενώνται ειμή διά
τρίτου, διά τινος μέσου όρου, και ίνα αποτελέσωσιν έν στερεόν, πρέπει να
ενώνται διά δύο μέσων όρων. Μεταξύ λοιπόν του πυρός και της γης ετέθησαν ο
αήρ και το ύδωρ. Και ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων στοιχείου,
διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν· περιέλαβε δε αυτά ολόκληρα, ώστε
ουδέν να υπάρχη εκτός αυτού. Ο κόσμος άρα έγινε τέλειος και δεν υπόκειται
εις νόσους, εις γήρας και εις θάνατον, διότι και ουδέν υπάρχει εκτός
αυτού, όπερ θα ηδύνατο να επιδράση ολεθρίως επ' αυτού. (33 Α). Έλαβε δε
σφαιρικόν σχήμα, όπερ είναι το τελειότατον και το κάλλιστον των σχημάτων,
και ούτω κινείται ομοιομόρφως, στρεφόμενος κυκλικώς περί εαυτόν, εις τον
αυτόν τόπον πάντοτε χωρίς να μεταβάλλη θέσιν. (33 Β - 34 Α).
Πρώτη όμως εδημιουργήθη η ψυχή του κόσμου, ήτις διεπέρασε το σώμα αυτού
πανταχού (34 Β. C.). Ο δημιουργός αναμίξας πρώτον την αμετάβλητον και την
μεταβλητήν ουσίαν (την φύσιν του αυτού και του ετέρου) έπλασε τρίτην
ουσίαν. Έπειτα την διάμεσον ταύτην ουσίαν ανέμιξε με τας δύο πρώτας, και
το όλον μίγμα διήρεσεν εις μέρη, τα οποία συνέδεσε κατά αριθμητικάς
αναλογίας (35)· έπειτα διέταξε το όλον εις δύο συγκεντρικάς σφαίρας, των
οποίων η εξωτερική είναι ο Ουρανός των απλανών αστέρων, εις τον οποίον
έδωκε την κίνησιν του αυτού (αμεταβλήτου), την από δεξιών προς αριστερά.
Εις δε την εσωτερικήν σφαίραν, ήτις αναλογεί προς τους ουρανούς των
πλανητών, έδωκε την κίνησιν του ετέρου (μεταβλητού), από των αριστερών
προς τα δεξιά, και υπέταξεν αυτήν εις το κράτος της εξωτερικής σφαίρας
(36 Β - Δ). Η ψυχή του κόσμου ούτω μορφωθείσα και διπλήν έχουσα κίνησιν
είναι ικανή να αντιλαμβάνηται τα μεταβλητά και αμετάβλητα, και να έχη
δόξας αληθείς και τελείαν επιστήμην (36 - D 37 C).
Ο κόσμος δημιουργηθείς υπό του Θεού δεν δύναται να καταστραφή ειμή υπ'
αυτού του Θεού. Αλλ' επειδή επλάσθη αγαθός και επειδή ο δημιουργός αυτού
είναι αγαθός, δεν είναι δυνατόν να θέλη ούτος να τον καταστρέψη. Είναι άρα
αΐδιος ο κόσμος, όπως και το αρχέτυπον αυτού (37 C - D.). Και διά τούτο, ίνα
δηλ. ο κόσμος ούτος μετάσχη της αϊδιότητος, ο Θεός εδημιούργησε τον
χρόνον, όστις είναι κινητή εικών της ακινήτου αιωνιότητος, διότι, αν και
ουδέποτε &είναι&, ούχ ήττον &γίνεται& πάντοτε· υπηρέτας δε του χρόνου
έθεσεν εις τον ουρανόν τον Ήλιον, την Σελήνην και τους πέντε άλλους
πλανήτας, οίτινες ορίζουσι και φυλάττουσι τους αριθμούς, δι' ων μετρείται
ο χρόνος (38 C - 39 Ε).
Ο Θεός έπειτα εποίησε κατά τα τέσσαρα στοιχεία του κόσμου τέσσαρα είδη
ζώων, τους ουρανίους θεούς, ήτοι τους αστέρας, τα πτηνά, τα ένυδρα και τα
χερσαία. Πρώτους έπλασε τους αστέρας προ πάντων εκ πυρός, διά να είναι
λαμπροί και ωραίοι. Τα θεία ταύτα ζώα, στρογγυλά όντα, έχουσι διπλήν
κίνησιν, περιστρεφόμενα και προχωρούντα, και διακρίνονται των άλλων
αστέρων διά την κανονικότητα των πορειών αυτών (39 Ε - 40 D). Οι θεοί της
μυθολογίας είναι παραδόσεις, τας οποίας καλόν είναι να αποδεχώμεθα, αλλά
είναι ανεπίδεκτοι συζητήσεως (40 D 41 Α).
Τα θνητά όμως είδη ζώων δεν ήτο δυνατόν να πλάση αυτός ο Δημιουργός, διότι
ούτω θα εγίνοντο και αυτά θεοί, διό ανέθηκε την δημιουργίαν του θνητού
αυτών μέρους εις τους δημιουργηθέντας θεούς, αυτός δε ο αιώνιος Θεός
έπλασε το αθάνατον και θείον μέρος αυτών (41 Α - D). Εδημιούργησε λοιπόν τας
λογικάς ψυχάς και διέσπειρεν αυτάς εις τους διαφόρους αστέρας, ίνα εκείθεν
γνωρίσωσι την φύσιν των πραγμάτων, την οποίαν έπειτα θα αναμιμνήσκωνται,
όταν θα κατέλθωσιν εις τα γήινα σώματα (41D - Ε). Και όσαι μεν ζήσωσι με
δικαιοσύνην, αύται θα επανέλθωσιν εις τον ίδιον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι
θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων (42 Α - C). Το σώμα τουναντίον επλάσθη υπό των
άλλων θεών και απετελέσθη εκ πυρός, αέρος, ύδατος και γης. Η εισαγωγή όμως
και η έξοδος της τροφής γεννά μεταβολάς και ούτως εμποδίζει τας λογικάς
κινήσεις της ψυχής. Εκ τούτου πηγάζει η ανάγκη της αγωγής (42Γ - 44Δ). Οι
θεοί εποίησαν την κεφαλήν στρογγύλην, διά να είναι κατοικία του νου, και
έθεσαν αυτήν εις την κορυφήν του σώματος, το οποίον είναι το όχημα της
κεφαλής. Εις το έμπροσθεν μέρος αυτής, εις το πρόσωπον, προσήρμοσαν τα
όργανα των αισθήσεων (44 Δ - 45 Α) και ιδίως τα όμματα, τα οποία φέρουσι
το φως (φωσφόρα). Η όρασις είναι η σπουδαιοτέρα των αισθήσεων, διότι δι'
αυτής δυνάμεθα να γνωρίζωμεν την τάξιν του παντός και την βάσιν αυτής, τον
αριθμόν, ούτω δε να ρυθμίζωμεν τας κινήσεις της διανοίας ημών, και να
υψώμεθα εις την φιλοσοφικήν θεωρίαν και εις την ηθικήν τελείωσιν ημών
αυτών (45 Β - 47 C). Και η ακοή δε, διά της οποίας αισθανόμεθα την
αρμονίαν, συντελεί εις τον αυτόν σκοπόν (47 C. - Ε).
Ταύτα είναι τα διά του νου δημιουργηθέντα. Αλλ' εις την γένεσιν του κόσμου
πλην του νου συνεργεί και η ανάγκη, ήτοι το στοιχείον, εις το οποίον
πραγματοποιείται η δημιουργία, το οποίον δέχεται αυτήν, ως η ύλη δέχεται
την ιδέαν του τεχνίτου (47 Ε - 48 Β). Τούτο είναι ο χώρος (η χώρα), όστις,
δεν είναι ούτε πυρ, ούτε αήρ, ούτε ύδωρ, ούτε γη, διότι ταύτα δεν είναι
ούτε πρώτα ούτε δεύτερα στοιχεία του παντός, αλλά απλώς καταστάσεις της
ύλης (48 Β - 50 C), είναι τέσσαρα φαινόμενα είδη, εις τα οποία
αντιστοιχούσι τα τέσσαρα νοητά είδη ή ιδέαι, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, τα οποία
είναι αιώνια. Τα αισθητά είδη μεταβάλλονται διηνεκώς εις άλληλα· αι
μεταμορφώσεις δε γίνονται αναγκαίως έν τινι, το οποίον μένει το αυτό,
δύναται να γίνηται πάντα τα σώματα, δεν έχει καμμίαν ποιότητα και δύναται
να δέχηται πάσας, είναι αόρατον, άμορφον, πανδεχές, και δεν δύναται να
γίνηται αντιληπτόν διά της νοήσεως ως η ιδέα, ούτε διά της αισθήσεως, ως
τα αισθητά, αλλά διά λογισμού νόθου, ήτοι διά συλλογισμού εξ αναλογίας. Εκ
της δεξαμενής ή χώρας ταύτης, ήτις ύστερον εκλήθη ύλη, έξήλθον πάντα τα
μερικά πράγματα, ως εκτίθεται εν τοις εξής.
Αλλά τα νοητά είδη υπάρχουσι πραγματικώς, ή είναι κενοί λόγοι; Ο Πλάτων
αποκρίνεται ότι όντως υπάρχουσι, διότι είναι το αντικείμενον της νοήσεως,
όπως τα αισθητά είναι το αντικείμενον της δόξης. Και επειδή η επιστήμη και
η δόξα διαφέρουσιν, άρα διαφέρουσι και τα αντικείμενα αυτών (51 C.— 52 C).
Προ του κόσμου λοιπόν υπήρχον τα τρία ταύτα, το ον, η γένεσις και ο χώρος
(52 Δ). Αλλ' εν τω χώρω ήσαν πανταχού τα τέσσαρα στοιχεία (λογικώς, ει μη
χρονικώς) άνευ μορφής και αριθμητικών σχέσεων, και έπειτα έλαβον σχήμα και
διάταξιν (53 Β). Αλλά και τα τέσσαρα εκείνα είδη είναι σύνθετα εξ άλλων
στοιχείων, τα οποία είναι τρίγωνα απείρως σμικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά
ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά, την πυραμίδα
(πυρ), το οκτάεδρον (αήρ) και το εικοσάεδρον (ύδωρ). Τα ισοσκελή γεννώσι
μόνον τον κύβον (γην). Ούτω τα στερεά ταύτα συνδυαζόμενα, γεννώσι τα
τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, εκ των οποίων έπειτα αποτελούνται τα μερικά
σώματα (53 C.— 56 C). Ο Πλάτων ακολούθως εξετάζει τα όρια, εντός των
οποίων γίνεται η μεταμόρφωσις της ύλης (56 C.— 57 Δ), τας εκ ταύτης
προερχομένας μεταβολάς θέσεως και τας κινήσεις, αι οποίαι είναι
αποτελέσματα ή αίτια των μεταβολών (57 Δ - 58 C), και τας ιδιότητας του
πυρός, αέρος, ύδατος και γης (58 C.— 61 C).
Τα αισθήματα γεννώνται εκ της ενεργείας των μερικών σωμάτων επί του
αισθανομένου υποκειμένου. Εξετάζονται λοιπόν πρώτον αι εντυπώσεις αι
κοιναί εις όλον το σώμα (αι της αφής 61 C). Ούτω λ. χ. η βαρύτης ορίζεται
ως η ιδιότης ην έχουσιν η γη, το ύδωρ, ο αήρ, το πυρ να έλκωσι προς εαυτά
το όμοιον αυτών, η ιδιότης δε αύτη ενεργεί κατ' ευθύν λόγον της μάζης (62
C - 63 Ε).
Τινές των απτικών (σωματικών) εντυπώσεων συνοδεύονται υπό των αισθημάτων
της ηδονής και του άλγους, των οποίων εξετάζονται τα αίτια (εν σελ. 64 Α -
65 Β). Έπειτα έρχονται αι άλλαι αισθήσεις, γεύσις, όσφρησις, ακοή και
τελευταία η όρασις. Αι εντυπώσεις της γεύσεως, ως αι πλείσται των άλλων,
γεννώνται διά συστολών και διαστολών, καθ' ας επικρατεί μάλιστα το τραχύ
και το λείον. Αι της οσφρήσεως εντυπώσεις δεν έχουσι διωρισμένα είδη,
διότι η οσμή είναι ατελές τι· οσμάς εκπέμπουσι μόνον σώματα σηπόμενα,
διαλυόμενα ή εξατμιζόμενα. Ο ήχος είναι κίνησις μεταδιδομένη εις την ψυχήν
υπό του αέρος, διά των ώτων, του εγκεφάλου και του αίματος. Ο ήχος είναι
βαρύς, αν η κίνησις είναι βαρεία, οξύς, αν ταχεία, ομαλός και λείος, αν
είναι ομοιόμορφος, τουναντίον δε τραχύς κ. λ. Το χρώμα είναι το εκ των
σωμάτων απορρέον πυρ, του οποίου τα μόρια ενούνται με το πυρ των οφθαλμών·
εκ της αριθμητικής αναφοράς των δύο πυρών γεννώνται τα διάφορα χρώματα (65
Β - 68 Δ). Τοιούτον είναι το σύμπαν υπό την έποψιν της ανάγκης. Αλλ' η
πρώτη και αληθής αιτία πάντων είναι ο Θεός και διά τούτο πρέπει εις πάντα
να ζητώμεν την γνώσιν αυτού (68 Ε - 69 Α).
Ο Πλάτων νυν επανέρχεται εις την γένεσιν της ψυχής του ανθρώπου. Το
λογικόν και αθάνατον μέρος αυτής επλάσθη υπό του θεού πατρός και ετέθη εις
την κεφαλήν, το δε θνητόν εποιήθη υπό των κατωτέρων θεών και ετέθη εις τον
κορμόν, χωριζόμενον από της κεφαλής διά του λαιμού. Επειδή δε η θνητή ψυχή
είχε δύο μέρη, τα μεν θυμικόν έθεσαν εις τον θώρακα, το δε επιθυμητικόν
εις την γαστέρα, χωριζομένην από του θώρακος διά του διαφράγματος. Το
θυμικόν ετέθη πλησίον της κεφαλής, διά να δύναται να βοηθή τον εν τη
κεφαλή λόγον κατά των επιθυμιών και ορέξεων. Η καρδία, ο δεσμός των φλεβών
και η πηγή του αίματος, ετέθη πλησίον, διά να μεταφέρη τα διατάγματα του
λόγου και τα αισθήματα πανταχού του σώματος· πλησίον δε της καρδίας
εφύτευσαν τον πνεύμονα, ίνα δροσίζη και ανακουφίζη αυτήν. Το μέρος δε το
επιθυμούν τροφάς και ποτά και άλλα αναγκαία ετέθη μεταξύ του διαφράγματος
και του ομφαλού ωσεί φάτνη, όπου δύναται να τρέφηται το άγριον τούτο
θρέμμα και να τρέφη το όλον σώμα. Μετά ταύτα ακολουθεί η μελέτη του ήπατος
και της χολής και των εντέρων. (69 Α - 72 Δ). Έπειτα έρχεται η της
συστάσεως των άλλων μελών του σώματος. (72 Δ - 79 Ε).
Άλλα ζώα έπλασαν οι θεοί προς τροφήν των πρώτων, με άλλα σχήματα και με
μόνον το τρίτον είδος ψυχής (θρεπτικόν), τα φυτά, τα οποία ζώσιν ακίνητα,
ερριζωμένα εις το έδαφος (77 Α - C).
Ο «Τίμαιος» έπειτα περιγράφει πώς τα καθ' έκαστα συστατικά του σώματος
διετάχθησαν και συνηρμόσθησαν, πώς διετέθησαν οι οχετοί αυτού προς
άρδευσιν, πέψιν και θρέψιν του όλου. Οι οχετοί ούτοι είναι αι φλέβες
εκτεινόμεναι καθ' όλον το σώμα. Το υγρόν το ρέον δι' αυτών, το αίμα,
αποτελείται εκ των τροφών κοπτομένων εις μόρια εν τη κοιλία και φερομένων
υπό του ρεύματος της αναπνοής εις τας φλέβας, όπου γίνονται θρεπτικός
χυμός. Το σώμα, υπό την επίδρασιν των εξωτερικών πραγμάτων, υφίσταται
διηνεκείς φθοράς· αύται όμως διηνεκώς επανορθούνται υπό του αίματος, του
οποίου τα μέρη πληρούσι τα εν τω σώματι σχηματιζόμενα κενά. Αν αι φθοραί
υπερβαίνωσι την επανόρθωσιν, το ζώον καταστρέφεται, αν τανάπαλιν,
αυξάνεται. Διά της αρχής ότι το όμοιον έλκει το όμοιον εξηγείται ευχερώς η
αύξησις κατά την νεότητα, ότε τα εισερχόμενα υπερβαίνουσι τα εξερχόμενα, η
εξασθένησις κατά το γήρας, αι νόσοι και ο θάνατος (77 G. 81 Ε).
Εκ των νοσημάτων πρώτα περιγράφει τα του σώματος (82 Α - 86 Α). Έπειτα
εξετάζει τα της ψυχής, ων μέγιστα είναι η αμαθία και η αφροσύνη και η
υπερβολή ηδονής και λύπης (86 Β - 87 Β). Και τέλος διδάσκει τα της
θεραπείας αυτών, ήτις επιτυγχάνεται, αν διά της γυμναστικής διατηρώμεν
αρμονίαν μεταξύ σώματος και ψυχής, και μεταξύ των τριών μερών της ψυχής.
Τιμώντες την αθάνατον ψυχήν, ήτις εδρεύουσα εν τη κεφαλή είναι ως θείος
δαίμων εντός ημών, θα φθάσωμεν εις το άκρον αγαθόν (87 C.—90C).
Εν τέλει γίνεται λόγος περί της γενέσεως των γυναικών και των άλλων ζώων.
Όσοι εκ των ανδρών ήσαν δειλοί και διέπραξαν αδικίας, ούτοι κατά την
δευτέραν γέννησιν μεταμορφούνται εις γυναίκας, οι κούφοι και οι φλύαροι
εις πτηνά, και οι άλλοι ωσαύτως καταβιβάζονται εις ταπεινοτέρας υπάρξεις
αναλόγως προς τας κακίας αυτών. Καταλήγει δε ο «Τίμαιος» επαναλαμβάνων τα
εξής, εν οις συνοψίζεται το θέμα, η ουσία του όλου διαλόγου· «Απεδείχθη
ότι ο κόσμος ούτος περιλαβών ζώα θνητά και αθάνατα και εξ αυτών πληρωθείς
έγινε ζώον ορατόν περιέχον πάντα τα ορατά, εικών του νοητού Θεού, Θεός
αισθητός μέγιστος και άριστος, κάλλιστος και τελειότατος, είς ων και
μονογενής ο κόσμος ούτος».
Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Ίνα νοήση τις τας βαθείας διδασκαλίας του «Τιμαίου», πρέπει να μελετήση
αυτάς ως εκτίθενται υπό του συγγραφέως με την δύναμιν, την γοητευτικήν
χάριν και την αβίαστον φυσικότητα, εις τας οποίας ο Πλάτων ήτο τεχνίτης
απαράμιλλος. Ο «Τίμαιος» είναι φιλοσόφημα άμα και ποίημα, είναι
αποκάλυψις, εν τη οποία ο μεταφυσικός κρύπτεται υπό τας εικόνας και τα
σχήματα του ποιητού. Ο μύθος και τα καθαρά νοήματα συγχέονται πολλαχού
ούτως, ώστε αποβαίνει δυσχερής η κατανόησις των δογμάτων του φιλοσόφου.
Αλλά και πλάνας και ατελείας ύφους αντισταθμίζουσι λαμπρώς θεωρήματα
μεγάλης διανοίας, προλαμβάνοντα πολλά συμπεράσματα, εις ά βαθμηδόν έφθασεν
η επιστήμη μετά χρόνον μακρόν.
Το όλως νέον θέμα του «Τιμαίου», ου μέρη, οία η Φυσική και η Φυσιολογία,
ήσαν εντελώς ξένα προς την λοιπήν Πλατωνικήν Φιλοσοφίαν, απήτει βεβαίως
γλώσσαν, σύνταξιν και ύφος διάφορον των άλλων διαλόγων. Αλλ' είναι τόσον
πολλαί αι διαφοραί, ώστε και αύται αι ελλείψεις άλλως δεν δύνανται να
εξηγηθώσιν ειμή εκ του ότι το έργον δεν έλαβε νέαν και οριστικήν
επεξεργασίαν υπό του συγγραφέως. Η εισαγωγή π. χ. είναι δυσανάλογος προς
το λοιπόν μέρος του διαλόγου, αρμόζει δε μάλλον ως εισαγωγή εις έτερον
διάλογον, τον «Κριτίαν». Πρόδηλος είναι και έλλειψίς τις τάξεως, αι
επαναλήψεις των αυτών, αι ανακολουθίαι, αι ασυνταξίαι και επανορθώσεις, εξ
ων πολλαχού επισκοτίζεται η έννοια. Αναντιρρήτως τα γνωρίσματα του
Πλατωνικού ύφους αναγνωρίζονται και εν τω «Τιμαίω», αλλά φαίνονται ωσεί
άνευ μέτρου. Είναι δε γνωστόν εκ της μαρτυρίας Διονυσίου του Αλικαρνασσός
ότι ο Πλάτων «τους εαυτού διαλόγους κτενίζων και βοστρυχίζων και πάντα
τρόπον αναπλέκων ου διέλιπεν ογδοήκοντα γεγονώς έτη». Διά ταύτα ο Ουόλφιος
και άλλοι κριτικοί υπέλαβον ότι ο «Τίμαιος» είναι συνονθύλευμα διαφόρων
αποσπασμάτων ή έργα διάφορα χαλαρώς συνδεδεμένα. Αλλά, παρατηρεί ο Έγελος,
«καίτοι η σύνδεσις φαίνεται γινομένη άνευ μεθόδου, καίτοι αυτός ο Πλάτων
πολλάκις απολογείται διά ταύτα, το όλον διαιρείται αναγκαίως, και ένεκα
βαθέος εσωτερικού λόγου είναι αναγκαία η επάνοδος εις τα πρώτα και τας
αρχάς.»
Εις τον «Τίμαιον» προ πάντων αναφέρεται η εξής γενική κρίσις του αυτού
βαθυσόφου Γερμανού περί της Πλατωνικής Φιλοσοφίας· «Ο Πλάτων είναι εκ των
κοσμοϊστορικών ατομικότητων. Η φιλοσοφία αυτού ήσκησε σημαντικωτάτην
επιρροήν εις την μόρφωσιν και την ανάπτυξιν του ανθρωπίνου πνεύματος από
της εμφανίσεως αυτής κατά πάντας τους έπειτα χρόνους. Το ιδιάζον προσόν
αυτής είναι η κατεύθυνσις εις τον νοερόν, τον υπεραίσθητον κόσμον, η
ανύψωσις της συνειδήσεως εις την βασιλείαν του Πνεύματος... Η Χριστιανική
θρησκεία βεβαίως ησπάσθη την υψηλήν ταύτην αρχήν, ότι η εσωτερική, η
πνευματική φύσις του ανθρώπου είναι η αληθής φύσις αυτού και κατέστησεν
αυτήν αρχήν καθολικήν κατά τον ιδιάζοντα εις αυτήν (παραστατικόν) τρόπον,
αλλ' η θρησκεία αύτη διά της υπό του Πλάτωνος δοθείσης ήδη αρχής εγένετο
είτα η οργάνωσις του λόγου, η βασιλεία του υπεραισθήτου (των ουρανών). Η
πνευματική αρχή διά του Χριστιανισμού διωργανώθη εις πνευματικόν κόσμον
επί της γης, αλλ' εις το έργον τούτο την μεγίστην μερίδα συνεβάλετο ο
Πλάτων και η φιλοσοφία αυτού ». (Εγέλ. Ιστορ. Φιλοσοφ.).
Τας σχέσεις ταύτας του «Τιμαίου» και γενικώς της Πλατωνικής φιλοσοφίας
προς τον Χριστιανισμόν αποδεικνύει η μελέτη αμφοτέρων. Διότι μη λησμονώμεν
ότι έκαστον κοσμοϊστορικόν γεγονός κατά τοσούτον είναι μέγα και έξοχον,
καθ' όσον δι' υψηλοτέρας αρχής συγκεντρώνει εν εαυτώ και ανυψώνει πάσας
τας αληθείας, ας έφερεν εις φως η προηγηθείσα ιστορική κίνησις. Τούτο
λοιπόν έπραξεν ο Χριστιανισμός· και αυτή δε η Πλατωνική φιλοσοφία, διά των
νέων αρχών, ας εδίδαξε και ιδία διά της &θεωρίας των καθόλου, των ιδεών&
και της &διαλεκτικής& συνεχώνευσεν εις εαυτήν και ανύψωσε τα προ αυτής
μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Ηρακλείτου, του Παρμενίδου, του Πυθαγόρου,
του Αναξαγόρου και του Σωκράτους. Ούτω μόνον ο μαθητής του Πλάτωνος, ο
Αριστοτέλης, ηδυνήθη να στρέψη τα βλέμματα εις τα εμπρός και διά της νέας
αρχής της Ατομικότητος [τόδε] να ανοίξη την νέαν φιλοσοφίαν και εν γένει
τον νέον πολιτισμόν. — Όσοι δεν δύνανται να παρακολουθώσι την αλληλουχίαν
των ιστορικών συμβάντων φαντάζονται, ότι αι διδασκαλίαι των εξόχων
φιλοσόφων είναι αργολογίαι μηδεμίαν ασκούσαι επίδρασιν επί των πραγμάτων,
θεωρίαι ξέναι και άσχετοι προς την ιστορικήν εξέλιξιν. Και όμως οι
φιλόσοφοι ούτοι, τα εκλεκτά δηλ. όργανα της απολύτου αληθείας, της
πνευματικής ελευθερίας και της ιδανικής τελειότητος, είναι οι αφανείς
δημιουργοί της ιστορικής κινήσεως των εθνών, οι πραγματικοί σκαπανείς της
προόδου, δηλητηριάζοντες εκάστοτε το παρόν και παρασκευάζοντες μακρόθεν το
μέλλον. Ούτω τας συγχρόνους κοινωνίας, τον νεώτερον θαυμάσιον πολιτισμόν
ίδρυσεν η αρχαία φιλοσοφία, μεγαλυνθείσα και εκλαϊκευθείσα διά του
Χριστιανισμού.
Ανωτέρω είπομεν ότι ο φιλόσοφος Πρόκλος έγραψεν υπομνήματα ή σχόλια εις
τον «Τίμαιον». Αλλά τα υπομνήματα ταύτα φθάνουσι μόνον μέχρι της σελ. 44
Δ, (Ed. Ε. Diehls 1 - II Lipsiae 1904). Μεγάλην συμβολήν εις εξήγησιν των
θεωριών του «Τιμαίου» παρέχει ο Πλούταρχος, διά της συγγραφής «Περί της εν
Τιμαίω ψυχολογίας», της οποίας αξιόλογον μετά σχολίων έκδοσιν εδημοσίευσε
και ο Κερκυραίος Καθηγητής Ανδρ. Μαυρομμάτης (1845). Θέων ο Σμυρναίος
συνέγραψε «Περί των κατά το μαθηματικόν χρησίμων εις την Πλάτωνος
ανάγνωσιν». (Έκδ. υπό Hiller 1878). Ήκμασε δε ούτος επί Αυγούστου. Και ο
Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ή Γραμματικός Χαλκίδιος (Chalcidius) συνέταξε
λατινικήν μετάφρασιν και σχόλια εις τον «Τίμαιον» μέχρι της σελίδος 53 Δ,
αφιερώσας είς τινα Osius, όστις υποτίθεται ότι ήτο επίσκοπος Κορδούης
μετασχών της εν Νικαία Συνόδου (325 μ. Χ.). Παραλείποντες άλλους αρχαίους
σχολιαστάς και μεταφραστάς αναφέρομεν εκ των νεωτέρων τους Γερμανούς
Böckh, Stallbaum, Mueller, Zeller, και Kiefer (1909), τους Γάλλους
Martin, Gousin, Saisset, τους Άγγλους Jowett, και Archer-Hind, και τον
Ιταλόν G. Fraccaroli. Πολλούς των σχολιαστών και μεταφραστών τούτων
είχομεν υπ' όψει εν τη μεταφράσει ημών και εν τοις σχολίοις αυτής.
Εν Αθήναις εν 1 Ιουλίου 1911
Παύλος Γρατσιάτος
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΤΙΜΑΙΟΣ
[Ή περί φύσεως]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ΚΡΙΤΙΑΣ
ΤΙΜΑΙΟΣ
ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ
Ε I Σ Α Γ Ω Γ Η
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&(Συγκεφαλαίωσις της Πλατωνικής πολιτείας).&
Σωκράτης
17. | Είς, δύο, τρεις· και ο τέταρτος των ομοτραπέζων, τους
οποίους χθες εφιλοξένησα εγώ (με λόγους), σήμερον δε θα
προσφέρωσιν εις εμέ γεύμα, πού είναι, φίλε Τίμαιε;
Τίμαιος
Κάποια ασθένεια συνέβη, ω Σώκρατες, εις αυτόν, διότι άλλως
δεν θα έλειπεν εκουσίως από την συνομιλίαν ταύτην.
Σωκράτης
Λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σου και τούτων εδώ αντί του απόντος
να αναπληρώσητε και το μέρος αυτού.
Τίμαιος
Β. | Βεβαιότατα· και όσον δυνάμεθα δεν θα λείψωμεν εις τί-
ποτε, διότι δεν θα ήτο και δίκαιον, αφού χθες εφιλοξενήθημεν
υπό σου με την πρέπουσαν φιλοξενίαν, να μη σοι ανταποδώσωμεν
το γεύμα προθύμως ημείς οι λοιποί.
Σωκράτης
Άρα γε ενθυμείσθε όσα και περί ποίων σας παρεκάλεσα να
ομιλήσωμεν;
Τίμαιος
Μερικά ενθυμούμεθα, όσα δε δεν ενθυμούμεθα συ παρών εδώ
θα μας τα υπενθυμίσης. Αλλά καλύτερα, εάν δεν σου είναι οχληρόν,
επανάλαβε αυτά πάλιν εξ αρχής με ολίγους λόγους, διά να
μας εντυπωθώσι βεβαιότερα.
Σωκράτης
Αυτό θα γίνη. Το αντικείμενον των λόγων, τους οποίους είπον
C. | χθες περί πολιτείας, ήτο τούτο: ποία πολιτεία και από ποίους
άνδρας αποτελουμένη θα μοι εφαίνετο ότι είναι η αρίστη (1).
Τίμαιος
Και πολύ σύμφωνα με την γνώμην όλων ημών, ω Σώκρατες,
ήσαν όσα είπες περί αυτής.
Σωκράτης
Άρα γε εις την πολιτείαν ταύτην δεν διεκρίναμεν χωριστά
πρώτον την τάξιν των γεωργών και πάσας τας άλλας τέχνας από
την τάξιν των μελλόντων να πολεμώσιν υπέρ αυτής; (2)
Τίμαιος
Ναι.
Σωκράτης
Και αφού σύμφωνα με την φυσικήν του διάθεσιν εδώκαμεν εις
ένα έκαστον το αρμόζον εις αυτόν, έν μόνον επιτήδευμα και μίαν
Δ. | τέχνην εις έκαστον, περί τούτων, οίτινες πρέπει να πολεμώσιν
υπέρ πάντων, είπομεν ότι πρέπει να είναι μόνον φύλακες της
πόλεως, να προσέχωσιν αν τις έρχεται έξωθεν ή και εκ των εντός
της πόλεως, ίνα πράξη κακόν, και να δικάζωσι με ημερότητα τους
υπ' αυτών εξουσιαζομένους και όντας φυσικούς φίλους αυτών, και
18. | να γίνωνται σκληροί εις τας μάχας εναντίον των εχθρών,
οποιοιδήποτε τύχωσιν ούτοι.
Τίμαιος
Ακριβέστατα.
Σωκράτης
Διότι, νομίζω, ελέγομεν περί τινος φυσικής διαθέσεως της
ψυχής των φυλάκων (3), ότι πρέπει αύτη να είναι θυμοειδής
συνάμα και φιλόσοφος εις μέγαν βαθμόν, διά να δύνανται να
γίνωνται δικαίως ήμεροι προς τους συμπολίτας των και σκληροί
προς τους εχθρούς.
Τίμαιος
Ναι.
Σωκράτης
Περί δε της ανατροφής αυτών; Άρα γε δεν είπομεν, ότι πρέπει
να είναι ανατεθραμμένοι με γυμναστικήν και μουσικήν και
με όλα εκείνα τα άλλα μαθήματα, τα οποία αρμόζουσιν εις
αυτούς;
Τίμαιος
Βεβαίως.
Σωκράτης
Β. | Είπομεν προσέτι, ότι οι λαβόντες τοιαύτην ανατροφήν
δεν πρέπει να νομίζωσιν ως αποκλειστικήν ιδιοκτησίαν των ούτε
χρυσόν, ούτε άργυρον, ούτε άλλο οιονδήποτε πράγμα· αλλά ως
επίκουροι, λαμβάνοντες από εκείνους, τους οποίους υπερασπίζουσι,
μισθόν διά την φύλαξιν, όσος αρκεί εις σώφρονας ανθρώπους, να
δαπανώσιν αυτόν κοινώς, και ούτω συντρώγοντες να
ζώσιν ομού μεταξύ των, μόνην φροντίδα έχοντες την αρετήν εις
πάντα και από πάσας τας άλλας ασχολίας απέχοντες.
Τίμαιος
Ελέχθησαν ούτω και αυτά.
Σωκράτης
C. |Ακόμη και περί της αγωγής των γυναικών είπομεν, ότι
πρέπει να συναρμόζωμεν τας φυσικάς διαθέσεις αυτών ομοίως
προς τας των ανδρών, και να δίδωμεν εις πάσας τας αυτάς
επασχολήσεις (τας οποίας και εις τους άνδρας δίδομεν) και ως προς
τον πόλεμον και ως προς τους άλλους τρόπους της ζωής.
Τίμαιος
Ούτως ελέγοντο και ταύτα.
Σωκράτης
Και τι ελέγομεν περί παιδοποιίας; Ίσως τα λεχθέντα περί
τούτου είναι ευκολοθύμητα, επειδή δεν είναι συνήθη, δηλ. εδέχθημεν
να είναι κοινά εις πάντας πάντα, και γάμοι και παίδες
Δ. | και να μηχανευώμεθα πώς να μη γνωρίση κανείς ποτέ το
ίδιον αυτού τέκνον, πάντες δε να νομίζωσιν όλους τους άλλους
ως συγγενείς, ήτοι ως αδελφάς και αδελφούς εκείνους, όσοι ήθελον
είναι εντός της αρμοζούσης ηλικίας, ως γονείς δε και
προγόνους τους γεννημένους προ της ηλικίας ταύτης και ακόμη πρότερον,
παίδας δε και εκγόνους τους γεννωμένους υστερώτερον.
Τίμαιος
Ναι. Και ταύτα είναι, ως λέγεις, ευκολομνημόνευτα.
Σωκράτης
Και διά να γεννώνται οι παίδες ευθύς όσον το δυνατόν με
τας αρίστας φυσικάς διαθέσεις(4), άρα γε δεν ενθυμούμεθα, ότι
Ε. | είπομεν, ότι οι άρχοντες και αι άρχουσαι οφείλουσι κρυφά να
μηχανεύωνται διά τινων κληρώσεων πώς εις την σύναψιν των
γάμων οι κακοί οφ' ενός και οι αγαθοί εξ άλλου, κεχωρισμένοι
όντες, να ενώνται με γυναίκας ομοίας των, και ούτω να μη
συλλαμβάνωσιν έπειτα διά ταύτα έχθραν μεταξύ των, διότι θα
νομίζωσιν ότι η τύχη υπήρξεν αιτία του γάμου των;
Τίμαιος
Ενθυμούμεθα.
Σωκράτης
19. | Και προσέτι είπομεν, ότι τα τέκνα των αγαθών (5) πρέπει
να ανατρέφωνται (6), τα δε των κακών να διασκορπίζωνται κρυφά
εις τας άλλας τάξεις των πολιτών; Και καθ' όσον ταύτα αυξάνονται,
πρέπει να προσέχωσιν οι άρχοντες πάντοτε τους αποδεικνυομένους
άξιους να επαναφέρωσι πάλιν εις την προτέραν τάξιν
των, εκείνους δε, όσοι εις την τάξιν των ταύτην εδείχθησαν
ανάξιοι, να μεταφέρωσιν εις τον τόπον των επανερχομένων;
Τίμαιος
Ούτως είπομεν.
Σωκράτης
Άρα λοιπόν έχομεν ούτω διέλθει ήδη όσα είπομεν χθες,
εφ' όσον είναι δυνατόν να επαναλάβωμεν πάλιν τα κεφαλαιώδη,
ή επιθυμούμεν ακόμη, αγαπητέ Τίμαιε, κάτι εκ των ρηθέντων,
το οποίον έχομεν παραλείψει;
Τίμαιος
Β. | Ουδόλως, αλλ' αυτά είναι ακριβώς, ω Σώκρατες, εκείνα
τα οποία ελέχθησαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&(Συνέχεια περί πολιτείας).&
Σωκράτης
Δύνασθε τώρα να ακούσητε τα επακόλουθα της πολιτείας,
την οποίαν έχομεν εκθέσει, τι δηλ. έχω πάθει ως προς αυτήν.
Το πάθημά μου τούτο ομοιάζει σχεδόν με το πάθημα εκείνου,
όστις ιδών πού ωραία ζώα, είτε απεικονισμένα εις ζωγραφίαν
είτε και αληθινώς ζωντανά, αλλά ήσυχα μένοντα, ήθελεν αισθανθή
την επιθυμίαν να τα ίδη να κινώνται και να εκτελώσι
καμμίαν άσκησιν εξ εκείνων, αι οποίαι πιστεύεται ότι αρμόζουσιν
εις τα σώματα αυτών κατά την πάλην (7). Το αυτό λοιπόν και
C. | εγώ έπαθον ως προς την πολιτείαν, την οποίαν περιεγράψαμεν.
Ευχαρίστως δηλαδή θα ήκουόν τινα να εκθέση διά λόγου,
ότι τους αγώνας τους οποίους πόλις τις αναγκάζεται να αγωνίζηται,
τούτους η πολιτεία ημών δύναται ν' αγωνίζηται εντίμως
εναντίον άλλων πολιτειών και να επιχειρή τον πόλεμον καθώς
πρέπει, και εν ώ πολεμεί, να αποδίδη την προσήκουσαν τιμήν
εις την παιδείαν και την ανατροφήν είτε κατά τας πράξεις τας
αναγκαίας εις τα πολεμικά έργα, είτε κατά τους λόγους, όταν
γίνωνται διαπραγματεύσεις προς εκάστην των άλλων πόλεων. Ως
Δ. | προς ταύτα όμως, ω Κριτία (8) και Ερμόκρατες (9), εγώ αυτός
έκρινα περί του εαυτού μου ότι δεν θα ήμην ποτέ ικανός να εγκωμιάσω
προσηκόντως τους άνδρας και την πόλιν. Και ό,τι αφορά
εμέ αυτόν, δεν είναι θαυμαστόν τούτο· αλλά την αυτήν γνώμην
έχω και περί των προγενεστέρων και περί των συγχρόνων ποιητών
(10), όχι διότι περιφρονώ το γένος αυτών, αλλά διότι είναι
φανερόν εις πάντας, ότι η τάξις των επιτηδευομένων την μίμησιν
μιμείται ευκολώτατα και κάλλιστα τα πράγματα εις τα οποία
έχει ανατραφή, εκείνο δε το οποίον είναι έξω της ανατροφής και
Ε. | των έξεων εκάστου, είναι δύσκολον να το μιμήται με έργα,
και ακόμη δυσκολώτερον με λόγους. Εξ άλλου οι σοφισταί νομίζω
ότι είναι εμπειρότατοι εις πολλούς και ωραίους λόγους,
αλλά φοβούμαι μήπως, επειδή περιφέρονται από πόλεως εις πόλιν
και δεν έχουσιν ουδαμού ιδιαιτέρας μονίμους κατοικίας, είναι
ανίκανοι να καταλάβωσί τι περί των φιλοσόφων και των πολιτικών
ανδρών, πόσα δηλ. και ποία ούτοι δέον να πράττωσι και
λέγωσι κατά τον πόλεμον και τας μάχας αυτοί ούτοι ενεργούντες
πραγματικώς και ομιλούντες προς ένα έκαστον διά λόγων.
20. | Υπολείπονται λοιπόν οι άνθρωποι της τάξεως υμών, οίτινες
εκ φύσεως και εξ ανατροφής μετέχουσι και των δύο (της
επιστήμης και της πολιτικής). Τω όντι και ο Τίμαιος εδώ,
καταγόμενος εκ πόλεως ευνομωτάτης, της εν Ιταλία Λοκρίδος, ουδενός
των συμπολιτών του κατώτερος κατά την περιουσίαν και το
γένος, διεχειρίσθη τα ανώτατα αξιώματα και έλαβε τας μεγίστας
τιμάς εν τη πόλει του και, κατά την γνώμην μου, έφθασε συνάμα
εις την κορυφήν όλων των μερών της φιλοσοφίας. Τον Κριτίαν
πάλιν γνωρίζομεν όλοι όσοι είμεθα εδώ, ότι δεν είναι αμαθής
ουδενός εκ των αντικειμένων, τα οποία συζητούμεν. Και τέλος περί
της φύσεως και της ανατροφής του Ερμοκράτους πρέπει να
Β.| πιστεύσωμεν ότι είναι ικανός προς όλα ταύτα, επειδή πολλά
το μαρτυρούσι. Ταύτα εγώ και χθες συλλογιζόμενος, επειδή με
παρεκαλείτε να εκθέσω την ουσίαν της πολιτείας, με προθυμίαν
σας ευχαρίστησα, διότι εγνώριζον ότι την συνέχειαν των συλλογισμών
ουδείς άλλος θα ήτο ικανώτερος υμών, εάν θελήσητε, να
αποδώση. Διότι μόνοι υμείς εκ των συγχρόνων δύνασθε, παριστώντες
την πολιτείαν ως διεξάγουσαν ένα πόλεμον, όποιος εμπρέπει,
να αποδώσητε εις αυτήν πάντα όσα προσήκουσιν εις αυτήν
(11). Αφού λοιπόν είπον όσα μοι ανετέθησαν να είπω, ώρισα
εις υμάς να ανταποδώσητε εκείνα τα οποία τώρα σας υπενθυμίζω.
Συνεφωνήσατε δε, αφού συνεσκέφθητε μεταξύ σας, να μοι
C. | ανταποδώσητε σήμερον την φιλοξενίαν των λόγων μου. Λοιπόν
είμαι παρών εδώ παρεσκευασμένος δι' αυτά και ετοιμότατος υπέρ
πάντα άλλον να δεχθώ το φιλοξένημα.
Ερμοκράτης
Και αληθώς, καθώς είπεν ο Τίμαιος εδώ, ω Σώκρατες, δεν
θα δείξωμεν καμμίαν έλλειψιν προθυμίας, ούτε έχομεν πρόφασίν
τινα να μη πράξωμεν τούτο. Και μάλιστα χθες ευθύς άμα
εξήλθομεν εδώθεν, μόλις εφθάσαμεν εις τον ξενώνά μας πλησίον
του Κριτίου, όπου έχομεν το κατάλυμά μας, και ακόμη πρότερον
Δ. | καθ' οδόν ταύτα ακριβώς εσκεπτόμεθα. Ούτος δε μας διηγήθη
μίαν ιστορίαν, την οποίαν γνωρίζει από παλαιάν παράδοσιν,
και την οποίαν είπε, ω Κριτία, και τώρα εις τον Σωκράτην,
ίνα και αυτός μεθ' ημών κρίνη αν είναι κατάλληλος ή όχι εις
το θέμα της συνδιαλέξεως ημών.
Κριτίας
Ταύτα πρέπει να πράξωμεν, αν συμφωνή και ο τρίτος σύντροφος,
ο Τίμαιος.
Τίμαιος
Συμφωνώ.
Κριτίας
Άκουσε λοιπόν, ω Σώκρατες, λόγον παραδοξότατον, αλλά και
αληθέστατον, ως διηγήθη αυτόν ποτε ο Σόλων, ο σοφώτατος των
Ε. | επτά σοφών. Ήτο βέβαια ούτος συγγενής ημών και φίλτατος
του προπάππου μου Δρωπίδου, καθώς λέγει αυτός ούτος εις
πολλά μέρη των στίχων του· εις δε τον πάππον μου Κριτίαν
διηγήθη (όπως ο γέρων ενθυμούμενος έλεγε και αυτός εις ημάς),
ότι μεγάλα και θαυμαστά ήσαν τα παλαιά κατορθώματα της
πόλεως ταύτης (12) τα οποία ηφανίσθησαν από την μνήμην (ελησμο-
νήθησαν) ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των ανθρώ-
πων, αλλά εξ όλων τούτων έν ήτο το μέγιστον. Και πρέπον θα
21. | ήτο εις ημάς ενθυμηθέντες τώρα αυτό, και εις σε να απο-
δώσωμεν την χάριν, και συνάμα την θεάν εις την σημερινήν πα-
νήγυρίν της(13) δικαίως και αληθώς να εγκωμιάσωμεν, τοιουτο-
τρόπως υμνούντες αυτήν.
Σωκράτης
Καλά λέγεις. Αλλά ποίον είναι το κατόρθωμα τούτο, το
οποίον ο Κριτίας διηγείτο όχι ως λεγόμενον απλώς (14), αλλ' ως
τω όντι πραχθέν τον παλαιόν καιρόν υπό της πόλεως ταύτης,
όπως το ήκουσεν από τον Σόλωνα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Η πανάρχαιος πολιτεία των Αθηναίων και η νίκη αυτών
κατά των Ατλαντίνων.&
Κριτίας
Εγώ θα είπω το παλαιόν τούτο διήγημα, το οποίον ήκουσα
από άνδρα ουχί νέον· διότι ο Κριτίας ήτο, ως έλεγε, σχεδόν πλη-
σίον εις τα ενενήκοντα έτη, εγώ δε θα ήμην το πολύ δεκαετής.
Β. | Έτυχε τότε η Κουρεώτις (η τρίτη ημέρα) της εορτής των
Απατουρίων (15), και ό,τι είναι σύνηθες εις τοιαύτην εορτήν να κά-
μνωσιν οι παίδες, συνέβη και τότε. Δηλαδή οι πατέρες μας επρό-
τειναν βραβεία (απαγγελίας) ραψωδιών. Απηγγέλθησαν λοιπόν
πολλά ποιήματα πολλών ποιητών, πολλοί δε εκ των παίδων εψάλ-
λομεν ποιήματα του Σόλωνος, επειδή ήσαν νέα κατ' εκείνον τον
χρόνον. Είς δε εκ της φρατρίας ημών, είτε διότι τότε ούτως εσκέ-
φθη, είτε και διά να κάμη ευχαρίστησιν εις τον Κριτίαν, είπεν
C. | ότι νομίζει, ότι ο Σόλων υπήρξε και εις τα άλλα σοφώτα-
τος και εις την ποίησιν ευγενέστατος (16) πάντων των ποιητών. Ο
δε γέρων (τα ενθυμούμαι πολύ καλά), πολύ εχάρη διά τούτο,
εμειδίασε και είπεν: Εάν, ω Αμύνανδρε, δεν ήθελε μεταχειρι-
σθή την ποίησιν ως τι πάρεργον, αλλ' ήθελεν ασχοληθή σπου-
δαίως εις αυτήν, όπως άλλοι, και αν είχε φέρει εις πέρας την
διήγησιν, την οποίαν από την Αίγυπτον έφερεν εδώ, και αν διά
τας εμφυλίους στάσεις και διά τα άλλα δυστυχήματα, τα οποία
έπαθεν, όταν έφθασεν εδώ, δεν ήθελεν αναγκασθή να την αμε-
Δ. | λήση, κατά την γνώμην μου ούτε ο Ησίοδος, ούτε ο Όμη-
ρος, ούτε άλλος ουδείς εκ των ποιητών θα εγίνετό ποτε περιφη-
μότερος αυτού. — Και ποίον ήτο αυτό το διήγημα, ω Κριτία;
ηρώτησεν ο Αμύνανδρος. — Ήτο διήγησις πράξεως όντως μεγί-
στης, και ήτις δικαιότατα θα ήτο η περιφημοτάτη από όλας, όσας
διέπραξεν η πόλις αύτη, αλλ' ένεκα του πολλού χρόνου και του
θανάτου των εκτελεσάντων αυτήν δεν διήρκεσε μέχρι σήμερον
μνήμη αυτής. — Λέγε λοιπόν εξ αρχής, είπεν ούτος, τι και
πώς και από ποίους διηγείτο ο Σόλων ότι είχεν ακούσει ως
αληθές.
Ε. | Υπάρχει, είπεν ο Κριτίας, κατά την Αίγυπτον, εις το
Δέλτα, εις την κορυφήν του οποίου σχίζεται το ρεύμα του Νεί-
λου, είς νομός ονομαζόμενος Σαϊτικός. Τούτου δε του νομού η
μεγίστη πόλις είναι η Σάις, οπόθεν ακριβώς ήτο και ο Άμασις ο
βασιλεύς. Ως ιδρυτήν της πόλεως οι κάτοικοι έχουσι θεάν, ήτις
Αιγυπτιστί ονομάζεται Νηίθ, Ελληνιστί δε Αθηνά (17), ως λέγου-
σιν εκείνοι. Είναι δε πολύ φιλαθήναιοι και λέγουσιν ότι κατά
τινα τρόπον είναι συγγενείς των Αθηναίων. Εκεί λοιπόν πο-
ρευθείς ο Σόλων διηγείτο ότι έλαβε μεγάλας τιμάς παρ' αυτών,
22.| και ότι, ενώ ηρώτα περί των παλαιών γεγονότων τους εις
ταύτα εμπειροτάτους των ιερέων, ανεκάλυψεν, ότι ούτε αυτός
ούτε άλλος ουδείς Έλλην εγνώριζεν, ούτως ειπείν, ουδέν περί
αυτών. Και θελήσας ποτέ να σύρη αυτούς εις λόγους περί των
αρχαίων ήρξατο να ομιλή περί των πραγμάτων, τα οποία εδώ
εν Ελλάδι θεωρούνται αρχαιότατα, περί του Φορωνέως (18) εκεί-
νου, όστις εκλήθη πρώτος, και περί της Νιόβης, και μετά τον κα-
Β. | τακλυσμόν(19) να μυθολογή περί Δευκαλίωνος και Πύρρας,
πώς διεσώθησαν, και να κάμνη την γενεαλογίαν των απογόνων
των, και ν' αναφέρη περί των ετών αυτών πόσα ήσαν, διά των
οποίων έλεγεν ότι επειράτο να κάμη την χρονολογίαν των συμβάν-
των. Είς δε των ιερέων (20) πολύ γέρων, είπε τότε· Ω Σόλων, Σό-
λων, οι Έλληνες είσθε πάντοτε παίδες και Έλλην γέρων δεν
υπάρχει. Ακούσας ταύτα ο Σόλων, πώς είπε, πώς εννοείς τούτο;
Είσθε νέοι, απεκρίθη, όλοι κατά τας ψυχάς. Διότι δεν έχετε εις
αυτάς εξ αρχαίας παραδόσεως καμμίαν παλαιάν γνώμην και καμ-
μίαν γνώσιν, ήτις να έχη γίνη με τον χρόνον παλιά. Αίτιον δε
C. | τούτων είναι το εξής: Πολλαί και κατά πολλούς τρόπους
συνέβησαν καταστροφαί ανθρώπων και θα συμβαίνωσι, διά πυ-
ρός μεν και ύδατος αι μέγισται, διά μυρίων δε άλλων μέσων άλ-
λαι μικρότεραι. Τω όντι εκείνο, όπερ και παρ' υμίν λέγεται,
ότι ποτέ ο Φαέθων ο παις του Ηλίου, ζεύξας το άρμα του πα-
τρός, επειδή δεν ήτο ικανός να αμαξηλατή επί της οδού του πα-
τρός, κατέκαυσεν ό,τι ήτο επί της γης, και αυτός ούτος κεραυνω-
θείς κατεστράφη, τούτο λέγεται μεν υπό μορφήν μύθου, αλλά
Δ.| η εν αυτώ αλήθεια είναι η παραλλαγή(21) κινήσεως των όν-
των, τα οποία περιφέρονται πέριξ της γης κατά τον ουρανόν, και
η κατά μακράς χρονικάς περιόδους γινομένη διά μεγάλου πυρός
καταστροφή των επί γης πραγμάτων. Τότε λοιπόν όσοι εξ υμών
κατοικούσι κατά τα όρη και εις τόπους υψηλούς και ξηρούς κα-
ταστρέφονται περισσότερον παρά τους κατοικούντας πλησίον εις
τους ποταμούς και την θάλασσαν. Ημάς όμως ο Νείλος, ο οποίος
είναι σωτήρ ημών και κατά τα άλλα, σώζει και τότε εκ της αμη-
χανίας ταύτης, ερχόμενος έξω (πλημμυρών). Όταν δε πάλιν οι
Ε. | θεοί, ίνα καθαρίσωσι την γην διά των υδάτων, κατακλύζου-
σιν αυτήν, όσοι μεν είναι εις τα όρη, βουκόλοι και βοσκοί, δια-
σώζονται, όσοι δε είναι εις τας πόλεις υμών, παρασύρονται εις
την θάλασσαν υπό των ποταμών. Αλλά εις ταύτην εδώ την χώ-
ραν ούτε τότε, ούτε άλλοτε ποτέ επιρρέει το ύδωρ άνωθεν
επί του εδάφους, αλλά απ' εναντίας εκ φύσεως ανυψούται κάτω-
θεν. Εκ τούτου και διά τας αιτίας ταύτας όσα διασώζονται παρ'
ημίν λέγονται ότι είναι αρχαιότατα. Η αλήθεια όμως είναι ότι
εις πάντας τους τόπους, όπου χειμών υπερβολικός ή καύσων δεν
23. | εμποδίζει, άλλοτε μεν περισσότερον, άλλοτε δε ολιγώτερον
υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων (22). Όσα δε συμβαίνου-
σιν ή εις υμάς, ή εις ταύτην την χώραν ή εις άλλον τόπον, περί
των οποίων λαμβάνομεν γνώσιν, εάν έγινε καλόν τι ή μέγα ή και
άλλο τι αξιοσημείωτον, πάντα είναι γεγραμμένα ενταύθα πα-
λαιόθεν και διατηρούνται εις τους ναούς. Τα της ιδικής σας όμως
πολιτείας και τα των άλλων, πάντοτε μόλις ταύτα τύχωσι να ανα-
πτυχθώσι με γράμματα και με όλους εκείνους τους θεσμούς των
οποίων έχουσι χρείαν αι πόλεις, και ιδού πάλιν μετά τον συνήθη
αριθμόν των ετών, ως μία νόσος έρχεται επ' αυτών με ορμήν το
Β. | ρεύμα του ουρανού, και εξ υμών αφίνει μόνους τους μη γι-
νώσκοντας γραφήν και αμούσους, ώστε πάλιν γίνεσθε νέοι εξ
αρχής, χωρίς να γνωρίζητε τίποτε ούτε περί των εν τη χώρα
ταύτη ούτε περί των παρ' υμίν συμβάντων, όσα έγιναν εις τους
παλαιούς χρόνους.
Αι γενεαλογίαι τουλάχιστον, ω Σόλων, περί των παρ' υμίν συμ-
βάντων, τας οποίας τώρα εξέθεσες, ολίγον διαφέρουσιν από τους
μύθους των παίδων. Και πρώτον πάντων υμείς ενθυμείσθε ένα
μόνον κατακλυσμόν της γης, ενώ συνέβησαν πολλοί πρότερον.
Προσέτι δεν γνωρίζετε, ότι εις την χώραν υμών εγεννήθη το
C. | ωραιότατον και κάλλιστον γένος, το οποίον ποτε υπήρξε με-
ταξύ των ανθρώπων· εξ αυτού και συ και πάντες οι σημερινοί πο-
λίται κατάγονται, διότι διεσώθη ποτέ ολίγον σπέρμα. Αλλά υμείς
δεν το εμάθετε, διότι οι σωθέντες πρόγονοι υμών απέθνησκον επί
πολλάς γενεάς χωρίς να ομιλήσωσι διά γραμμάτων. Διότι ήτο
ποτε, ω Σόλων, προ της μεγάλης διά των υδάτων καταστροφής,
αύτη, ήτις είναι τώρα η πολιτεία των Αθηναίων, πολιτεία αρί-
στη, και προς πόλεμον και κατά πάντα τα άλλα πράγματα κα-
λώς συντεταγμένη περισσότερον πάσης άλλης, και υπ' αυτής
έγιναν, ως λέγεται, τα κάλλιστα κατορθώματα και αι κάλλι-
σται πολιτειακαί διατάξεις εξ όλων, όσων την γνώσιν υπό τον ου-
ρανόν ημείς έχομεν παραλάβει.