Όμως τίποτα. Το γιούσουρι σφιχτοδεμένο ακολουθούσε τ' απονέρια

που έστρωνε δρόμο, νομίζεις η πρύμη της σκάφης μας. Το άκουα να

δέρνεται κάποτε και να ρουχνίζη, σαν ζωντανό που παίρνει ανήφορο.

Ντροπή το είχε πως ενικήθη κ' επάσχιζε με κάθε τρόπο ν' απαλλαγή.

Μα ποίος το άφινε; Τ' όνειρο της ζωής μου εκατόρθωσα να το κρατώ

πράγμα τόρα στα χέρια μου και δεν τα απαρατούσα αν δεν με άφινε

πρώτα η ψυχή. Έβλεπα να με ακολουθή ταπεινό το ανυπόταχτο κ'

ελάγκευε μέσα η καρδιά μου, θρόνος εγινόταν το σαπιοκάικο και

αρματοδρομούσα στα δαφνόφυλλα θριαμβευτής αυτοκράτορας. Μέσα στα

άγριο πέλαγο μια εξεχώριζα ταρναριστή φωνή, τη φωνή του

διαλαλητή· ένα εγνώριζα αίσθημα τον θαυμασμό των γερόντων μας·

έναν πόθο την ευχή των ·

— Να λεβεντονιός για να γίνη άντρας μας!

Με το χάραμα είδα κατάπλωρα συγνεφοσκεπασμένο το νησί μας. Τρία

μίλια ηθέλαμε ακόμη. Μα τρία μίλια γερά. Τα μπράτσα ελύθηκαν όλη

νύχτα επάνω στο κουπί, τα πρόσωπα εσούρωσαν τα μάτια εθόλωσαν.

Ζάρες έκαμε το πλατύ μέτωπο· άσπρισαν τα κατάμαυρα μαλλιά, σαν να

εκύλισαν στογός τα χρόνια επάνω μας. Ο καπετάνιος ξαπλωμένος τ'

ανάσκελα στον πάγκο έμοιαζε πτώμα. Οι άλλοι λαμνοκώποι σκυθρωποί

και αμίλητοι εκινούσαν ράθυμα τα κουπιά, σαν μηχανές που κάνουν

αναίσθητα τα έργον τους. Μόνος εγώ εξακολουθούσα ν' αγωνίζωμαι

σωστά. Ήρθε μάλιστα πολλές φορές που τους επήρα. Μα τι να κάμω κ'

εγώ; Περισσότερος ήταν ο πόθος παρά η δύναμίς μου. Το κύμα

επίμενε να ψηλώνη ακόμα, να λιχνίζη το καΐκι, να μας βρέχη και να

μας κλυδωνίζη επίφοβα.

Τέλος ερόδισεν η ανατολή, έφεξεν ο ήλιος, διώχτης αμείλιχτος των

μυστικών της φύσεως και των ονείρων του ανθρώπου. Εφάνηκαν

βουρκωμένες οι στεριές, θολό το πέλαγο, φιλόξενο το νησί μας

αντίκρυ.

— Άλα, παιδιά κ' εφθάσαμε· ολόχαρος εφώναξα.

Και πηδώ στην πλώρη ν' αγναντέψω καλά το λιμάνι, να ιδώ την

αμμουδιά που θα δεχθή ακλόνητο βάθρο το λαμπρό μου κατόρθωμα.

Ανάλαφρα το καΐκι επίταξε μέσα, εγλύστρησε στα νερά, δυο χάλαρα

επήδησε, άρραξεν απάνω στον άμμο. Τρέχω στην πρύμη και αδράζω τη

γούμενα. Ωιμέ το πλάνο τ' όνειρο! Σχοινί κομματιασμένο κρατώ

μόνον στα χέρια μου!

Πώς έφυγε το άθλο μου· τι έγινε το άκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται

στον κόρφο του Βόλου, απάνω στον θεόχτιστον πάγκο του με τις

λεπιδωτές ρίζες, αρκουδοντυμένον τον κορμό, κλαδιά και παρακλάδια

του περαδώθε, λέγεις και πάσχει ν' αποκλείση όλα στο δίχτυ του.

Ακόμη το παραδίνουν γενιά σε γενιά οι ναύτες και πάει από πατέρα

σε παιδί, από παιδί σε αγκόνι πάντα μεγάλο, θαυμαστό πάντα,

σκληρό σαν σίδερο, δυνατό σαν λέοντας, ψυχωμένο και αθάνατο σαν

στοιχειό.

Κ' εγώ Γιάννος ο Γκάμαρος, νέος Άγιος Γιώργης του νησιού,

εβδομηντάρης κ' ετοιμόρροπος τόρα δεν θαλασσοδέρνομαι παρά για το

καρβέλι!

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελ.

Θάλασσα..................7

Οι φρεγάδες.............38

Η δικαιοσύνη της........49

Το βασιλόπουλο..........95

Βιοπαλαιστής...........103

Ο εκδικητής............116

Οι σφουγγαράδες........123

Καβομαλιάς.............149

Η καπετάνισα...........162

Θείον όραμα............179

Κακότυχος .............192

Κάτω Κόσμος............214

Πειράγματα.............226

Γέρακας................243

Κακοσημαδιά............253

Η Γοργόνα..............278

Ναυάγια................286

Οι Κουρσάροι ..........294

Τελώνια................304

Γιούσουρι..............317

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Διηγήματα.......... Δρ. 2.50

Λυγερή................» 2. —

Ο Ζητιάνος............» 2.50

End of Project Gutenberg's Words from the Prow, by Andreas Karkavitsas

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα · 第 15 / 15 段