Η αυτή ομιλία, αλλά πληρεστέρα και τρομερωτέρα, εξηνέχθη ύστερον υπό

του Ιησού εν τω Ναώ της Ιερουσαλήμ κατά την τελευταίαν και μεγίστην

εβδομάδα της επιγείου ζωής Του. Αλλά τώρα, εν τη Γαλιλαία, το γεύμα

εν συγχύσει διεκόπη. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι απέβαλον το

προσωπείον. Από προσποιητών φίλων και ενδιαφερομένων εξεταστών

αιφνιδίως ανεπήδησαν υπό το αληθές σχήμα των, ως θανάσιμοι αντίπαλοι.

Περιεκύκλωσαν τον Ιησούν, τον εστενοχώρησαν βιαίως, επιμόνως, σχεδόν

απειλητικώς. Ήρχισαν να επιχύνωσιν επ' Αυτόν πλήμμυραν ερωτήσεων, να

εξετάζωσι, να Τον κατηχώσι, να προσπαθώσιν όπως αποσπάσωσι λόγους απ'

Αυτού, ελλοχώντες εις ενέδραν ως θηρευταί άπληστοι, ιχνηλατούντες

μήπως ανακαλύψωσι παρ' Αυτώ και μικρόν αιρέσεως κόκκον, επί του

οποίου να στηρίξωσι κατηγορίαν, όπως ποιήσωσιν Αυτόν εκποδών.

Εν τω μεταξύ μυριάδες λαού είχεν συναθροισθή έξω, και ίσως οργίλοι

ψιθυρισμοί έδωκαν είδησιν εις τους Φαρισαίους εν καιρώ ότι

επικίνδυνον θα ήτο να προβώσι πολύ μακράν, και ο Ιησούς εξήλθε προς

το πλήθος, και απευθυνόμενος πρωτίστως προς τους μαθητάς Του, είτα

δι' αυτών εις τας χιλιάδας των ακροατών ήρχισε: «Φυλάττεσθε από της

ζύμης των Φαρισαίων, ήτις εστιν υποκρισία». Επληροφόρησεν αυτούς ότι

υπήρχεν Είς, εις του οποίου το όμμα, μυρίων ηλίων λαμπρότερον, ουδέν

μυστικόν υπάρχει. Παρήνεσεν αυτούς να μη φοβώνται άνθρωπον, αλλά να

φοβώνται Εκείνον όστις ου μόνον ηδύνατο ν' αφανήση το σώμα, αλλά να

εμβάλη την ψυχήν εις την Γέεναν του πυρός. Ο Θεός ο αγαπών αυτούς θα

εμερίμνα προ αυτών· και ο Υιός του Ανθρώπου, ενώπιον των Αγγέλων του

Θεού, θα ομολογήση εκείνους οίτινες Τον ομολογούσιν έμπροσθεν των

ανθρώπων.

Ενώ ούτως ωμίλει, άνθρωπός τις κοινός εκ του πλήθους, απηύθυνε τον

λόγον προς τον Ιησούν και είπε:

«Διδάσκαλε, είπε τω αδελφώ μου όπως διαμερίσηται την κληρονομίαν προς

με».

Σχεδόν αυστηρά υπήρξεν η απάντησις του Ιησού. Ο άνθρωπος εκείνος

φαίνεται, ότι ήτο είς εκ των πολλών χυδαίων και περιωρισμένων

ανθρώπων, και εφαντάζετο ότι ο κύριος σκοπός της ελεύσεως του Μεσσίου

θα ήτο όπως εξασφαλίση δι' αυτόν την μερίδα της κληρονομίας του, και

δαμάση την δύστροπον γνώμην του αδελφού του. Ο Ιησούς παρευθύς

διεσκέδασε τας παχυλάς προσδοκίας του, και είτα ενουθέτησεν αυτόν και

όλους τους ακούοντας να μη προσκολλώνται τόσον εις τα επίγεια αγαθά.

Πόσον βραχεία, και όμως πλήρης εννοίας, είνε η μικρά εκείνη παραβολή

την οποίαν είπε προς αυτούς, περί του άφρονος πλουσίου όστις, εν τη

απλήστω και επιλήσμονι του Θεού ιδιοτελεία του, εμελέτα να κατεδαφίση

τας αποθήκας του και να τας κτίση μεγαλειτέρας, και, ως να μην υπήρχε

θάνατος, εσκέπτετο μόνον τους καρπούς του, και τα αγαθά του, «και ερώ

τη ψυχή μου· φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλ' εξ ουρανού, ως τρομερά ηχώ

εις τους λόγους του, ήλθεν η φοβερά απόφασις. «Άφρον, άφρον, ταύτη τη

νυκτί!....»

Είτα ο Κύριος και πάλιν τους ανέμνησε πως ο Θεός ενδύει, λαμπρότερον

ή εν πάση τη δόξη του Σολομώντος, τα κρίνα του αγρού, και τρέφει τα

πετεινά του ουρανού, τα οποία δεν σπείρουν ουδέ θερίζουν, και τους

συνεβούλευσε να μη μετεωρίζωνται επί της τεταραγμένης θαλάσσης των

μεριμνών και της τύρβης του βίου. Αι παρατηρήσεις απηυθύνοντο κυρίως

προς τους μαθητάς, αλλά και το πλήθος τας ήκουεν. Ενταύθα η περιεργία

εκυρίευσε τον Πέτρον, και έσπευσεν ούτος να ερωτήση αν η παραβολή

απηυθύνετο προς αυτούς ή προς πάντας.

Εις την ερώτησιν ταύτην ο Κύριος δεν απήντησε, και η σιωπή Του ήτο η

αρίστη απάντησις. Ευθύς δε τότε, εις την ιδέαν της φοβεράς κρίσεως

της αναμενούσης τους ανθρώπους, ταραχή και αγωνία διήλθεν εις το

πνεύμα του Χριστού. Ανελογίσθη την απορριπτομένην ειρήνην, την οποίαν

Αυτός ήλθε να κτίση, οι δε υιοί του αιώνος τούτου την απέρριπτον και

τότε φοβερός πόλεμος έμελλε να επέλθη. Ενταύθα αναμιμνησκόμεθα ενός

των λογίων, των μη αναφερομένων εν τοις Ευαγγελίοις, όσα αποδίδονται

εις τον Χριστόν, και το οποίον αναφέρει ο Δίδυμος εν τη ερμηνεία των

Ψαλμών: «Ο εγγύς μου εγγύς του πυρός· ο δε μακράν απ' εμού μακράν από

της βασιλείας».

Αλλ' από των θλιβερών τούτων σκέψεων και πάλιν συγκατέβη εις τας

αμέσους ανάγκας του πλήθους. Από τους πυρακτουμένους και

ερυθραίνοντας ουρανούς και από τα συναγόμενα νέφη ηδύναντο να

προείπωσιν ότι βροχή θα πέση ή ότι θα πνεύση καυστικός άνεμος. Πώς

δεν διέκρινον τα σημεία των καιρών; Ας επιληφθώσι της παρούσης

ευκαιρίας όπως ποιήσωσιν ειρήνην προς τον Θεόν. Διά τους ανθρώπους

και διά τα έθνη έρχεται ώρα, και είνε πολύ αργά.

Κ' εδώ φαίνεται να ετελείωσεν ο λόγος Του. Ήτο η τελευταία φορά διά

πολλάς ημέρας καθ' ην θα ήκουον τους λόγους Του. Περικυκλούμενος υπό

εχθρών οίτινες ου μόνον ισχυροί ήσαν, αλλά σφόδρα παρωργισμένοι ήδη,

ύποπτος και δυσάρεστος εις τους αυλικούς του τετράρχου της Γαλιλαίας

εις την κυριότητα του οποίου έζη, καταδιωκόμενος υπό του φανερού

μίσους και των κρυφίων σκευωριών κατασκόπων τους οποίους το πλήθος

είχε μάθη να σέβηται, αισθανόμενος ότι ο λαός δεν τον ενόει, και ότι

εις τα πνεύματα των αρχηγών και των διδασκάλων του απόφασις θανάτου

και καταδίκης είχεν ήδη εκδοθή κατ' Αυτού, έστρεψε προς καιρόν τα

νώτα εις την γενέθλιον χώραν Του, και απήλθε να ζητήση εις

ειδωλολατρικάς και αλλοτρίας πόλεις την ειρήνην και την ανάπαυσιν την

οποίαν ηρνούντο Αυτώ εν τη πατρίδι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.

Μεταξύ των εθνικών

Αι χώραι Τύρου και Σιδώνος. — Η Συροφοίνισσα. — Η πίστις αυτής. — Αι

χώραι των εθνικών. — Επιστροφή εις Δεκάπολιν. — Ο κωφάλαλος. —

Υποδοχή υπό του πλήθους. — Ο χορτασμός των τετρακισχιλίων.

«Οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως επέλαμψεν αυτοίς».

(Ησαΐας).

«Τότε ο Ιησούς απήλθεν εκείθεν και ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και

Σιδώνος». Τοιαύτη η βραχεία είδησις ήτις προλογίζει τας βραχείας

εκθέσεις περί μιας περιόδου της ζωής Του, περί ης θα είχομεν βαθύ

ενδιαφέρον όπως πλέον τι μάθωμεν. Αλλά μόνον έν απλούν συμβεβηκός της

επισκέψεως ταύτης εις τους εθνικούς αναγράφεται. Ήθελε φανή ίσως ότι

εις την μακρινήν εκείνην χώραν θα υπήρχε βεβαιότης, όχι ασφαλείας

μόνον, αλλά και αναπαύσεως· αλλά δεν συνέβη ούτω. Είδομεν ήδη

ενδείξεις ότι η φήμη των θαυμάτων Του είχε διαδοθή και μέχρι των

παλαιών πόλεων της Φοινίκης, και μόλις έφθασεν εις τα σύνορά των,

κατέστη γνωστόν ότι δεν ηδύνατο να μείνη κρυπτόμενος. Μία γυνή τον

ανεζήτησε, και ηκολούθησε την μικράν συνοδίαν με παθητικάς ικεσίας.

«Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».

θα ηδυνάμεθα να φαντασθώμεν ότι ο Κύριος ημών θ' απήντα εις τοιαύτην

ικεσίαν δι' αμέσου ελέους, όσω μάλλον, παραχωρών αυτή το αίτημά Της,

συμβολικώς θα παρίστα την επέκτασιν της βασιλείας Του εις τους τρεις

μεγίστους κλάδους του ειδωλολατρικού κόσμου. Διότι η γυνή ήτο

Χαναναία την καταγωγήν και Συροφοίνισσα· την θέσιν Ρωμαία υπήκοος·

την δε γλώσσαν και την μόρφωσιν Ελληνίς. Και η επίκλησίς της προς

έλεος εις τον Μεσσίαν του εκλεκτού λαού θα ηδύνατο κάλλιστα να φανή

εις τα πρωτόλεια της συγκομιδής εν η το αγαθόν σπέρμα θα εβλάστανεν

ύστερον εν Τύρω και Σιδώνι και Καρχηδόνι και Ελλάδι και Ρώμη. Αλλ' ο

Ιησούς (και δεν είνε αύτη μία των αναριθμήτων ενδείξεων ότι

ασχολούμεθα εδώ όχι με ψευδή παράδοσιν, αλλά με αληθή γεγονότα;) ο

Ιησούς δεν απήντησεν αυτή λέξιν.

Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δεν βλέπομεν παρομοίαν φαινομένην

ψυχρότητα εκ μέρους του Χριστού. Ουδέ πληροφορούμεθα εδώ περί των

αιτίων. Δύο δε αίτια φαίνονται πιθανά. Δυνατόν να ηθέλησε να δοκιμάση

τα αισθήματα των μαθητών Του, οίτινες, εν τω στενώ πνεύματι της

Ιουδαϊκής αποκλειστικότητος δυνατόν να ήσαν απαράσκευοι όπως Τον

ίδωσι παρέχοντα τας ευεργεσίας Του, ου μόνον εις εθνικήν, αλλ' εις

Χαναναίαν, και απόγονον της επαράτου φυλής. Είνε αληθές ότι είχε

θεραπεύσει τον δούλον του εκατοντάρχου, αλλ' ούτος ήτο ίσως Ρωμαίος,

βεβαίως δε ευεργέτης των Ιουδαίων, και κατά πάσαν πιθανότητα

προσήλυτος. Αλλ' είνε πιθανώτερον ότι, γνωρίζων τι έμελλε να συμβή,

επεθύμει να δοκιμάση περισσότερον την πίστιν της γυναικός. Και

περιπλέον, δυνατόν να ήθελεν εις πάντε χρόνον να ενθαρρύνη ημάς εις

τας προσευχάς και τας ελπίδας μας, και να μας διδάξη να

προσκαρτερώμεν, και όταν θα εφαίνετο ότι το προσωπόν Του είνε

αυστηρόν προς ημάς, ή ότι το ους Του είνε επιστραμμένον.

Βεβαρημένοι από την ενόχλησιν των κραυγών της, οι μαθηταί Τον

παρεκάλεσαν να την αποπέμψη· Εκείνος δε είπε προς αυτούς, «Ουκ

απεστάλην ειμή επί τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ».

Τότε η γυνή ήλθε και έπεσε παρά τους πόδας Του, και ήρχισε να Τον

προσκυνή λέγουσα, «Κύριε, βοήθησόν μοι». Ηδύνατο να μένη αμάλακτος

εις την λύπην εκείνην; Ηδύνατο ν' απορρίψη την ικεσίαν αυτήν; Και θα

την άφηνε να επιστρέψη εις την ισόβιον αγωνίαν του να παρίσταται εις

τους παροξυσμούς της δαιμονιζομένης παιδίσκης της; Γαληνίως και

ψυχρώς εξήλθεν εκ των χειλέων εκείνων, τα οποία δεν απήντησαν ειμή

λόγους ελέους και ευσπλαγχνίας εις την παράκλησιν παντός ικέτου, η

απάντησις; «Ου καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις

κυναρίοις».

Τοιαύτη απάντησις θα ηδύνατο βεβαίως να ψυχράνη την καρδίαν της· και

αν Εκείνος δεν προέβλεπεν ότη αυτή είχε την σπανίαν πίστιν, ήτις

ηδύνατο να ίδη έλεος και αποδοχήν ακόμη και εν τη φαινομένη αρνήσει,

δεν θα απήντα ούτω προς αυτήν. Πλην ουδέ όλαι αι χιόνες του Λιβάνου,

του όρους της πατρίδος της, ηδύναντο να σβύσουν το πυρ της αγάπης, το

οποίον έκαιεν εις το θυσιαστήριον της καρδίας της, και ταχεία ως ηχώ

ήλθεν η λαμπρά απάντησις: — «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει

από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης»·

Τότε εκείνη εθριάμβευσεν. Ουδέ στιγμήν περισσότερον παρέτεινεν ο

Κύριος την αγωνίαν της προσδοκίας της. «Ω γύναι, εφώνησε, μεγάλη σου

η πίστις, γενέσθω σοι ως θέλεις». Και με την συνήθη γραφικήν απλότητα

του, ο Ευαγγελιστής Μάρκος περαίνει την διήγησιν διά των συγκινητικών

λέξεων: Και ότε ήλθεν εις την οικίαν, εύρεν εξεληλυθός το δαιμόνιον,

και την παιδίσκην ανακεκλιμένην.

Πόσον έμεινεν ο Κύριος εις τας χώρας ταύτας, και εις ποίον μέρος

διέτριψε, δεν γνωρίζομεν. Πιθανώς η αναχώρησίς Του επεταχύνθη διά της

δημοσιότητος ήτις παρηκολούθει τας κινήσεις Του κ' εδώ. Εντεύθεν

αναχωρήσας εστράφη ανατολικώς, και φθάσας εις τας πηγάς του Ιορδάνου

οδοιπόρησε προς τας χώρας της Δεκαπόλεως.

Η Δεκάπολις, προς ανατολάς του Ιουρδάνου κειμένη, ήτο ομοσπονδία δέκα

ελευθέρων πόλεων, το μέρος δε κατείχετο υπό εθνικών, αποτελούντων

χωριστόν τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας. Η υποδοχή του Ιησού εις την

ημιεθνικήν ταύτην χώραν φαίνεται να υπήρξεν ευνοϊκή. Όπου και αν

επορεύετο, δεν ηδύνατο ν' απέχη Του να εξασκή τας θαυματουργούς

δυνάμεις Του προς χάριν των πασχόντων, όσοι εζήτουν την βοήθειάν Του.

Και εις μίαν των πόλεων τούτων (τα ονόματα τινών εκ των πόλεων τουτων

είνε κατά τον Πλίνιον, Γερασά, Γάδαρα, Γεργεσά, Ίππος, Πέλλα,

Βεθσηάν, Σκυθόπολις, κτλ) παρεκλήθη να θεραπεύση ένα άνθρωπον κωφόν

και μογίλαλον. Θα ηδύνατο να τον θεραπεύση μόνον δι' ενός λόγου, αλλ'

υπήρχον προφανώς περιστάσεις εις το πάθημα του ανθρώπου, αίτινες

καθίστων ευκταίον να γείνη βαθμιαία η ίασίς του, και δι' ορατών

σημείων να εκτελεσθή. Έλαβε τον άνθρωπον κατά μέρος, έβαλε τους

δακτύλους εις τα ώτα αυτού, και έπτυσε, και έψαυσε την γλώσσαν του·

και είτα ο Μάρκος μας λέγει ότι εστέναξε, και ύψωσεν άνω το όμμα,

και είπεν: «Εφφαθά! Διανοίχθητι!» Κ' εδώ πάλιν δεν μας αποκαλύπτεται

ποία ήσαν τα άμεσα αίτια τα οποία έθλιβον το πνεύμα Του. Δυνατόν να

εστέναξεν εξ οίκτου προς τον άνθρωπον· δυνατόν να εστέναξεν εξ οίκτου

προς την φυλήν· δυνατόν να εστέναξε δι' όλας τας αμαρτίας αίτινες

εξευτελίζουν και δι' όλας τας ταλαιπωρίας όσαι τυραννούν το

ανθρώπινον γένος· αλλά βεβαίως, εστέναξεν εν πνεύματι βαθείας

ευσπλαγχνίας, και βεβαίως ο στεναγμός εκείνος ανέβη ως πανσθενής

μεσολάβησις εις τας ακοάς Κυρίου των Δυνάμεων. «Δεν ήτο στεναγμός

(λέγει ο Λούθηρος) διά την γλώσσαν και τα ώτα εκείνου του πτωχού

ανθρώπου· αλλ' ήτο κοινός στεναγμός δι' όλας τας γλώσσας και τα ώτα,

προς δε, δι' όλας τας καρδίας, τα σώματα, και τας ψυχάς, και δι'

όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ μέχρι του τελευταίου απογόνου

του».

Το συμπέρασμα το οποίον εξήγαγόν τινες ότι ο Κύριος ημών ελληνιστί

ωμίλει συνήθως, και ότι ο Ευαγγελιστής Μάρκος διετήρησε μόνον ολίγας

αραμαϊκάς λέξεις κατά τας σπανίας περιστάσεις καθ' ας ο Χριστός

μετεχειρίζετο την γνησίαν γλώσσαν της πατρίδος Του (καθώς ενταύθα την

λέξιν Ε φ φ α θ ά), είνε λίαν ακροσφαλές. Πλείστοι εκ των Ιουδαίων

του καιρού εκείνου, και μάλιστα οι εν τοις εμπορικοίς κέντροις

οικούντες, ωμίλουν δύο γλώσσας, Ελληνικήν και Αραμαϊκήν· αλλ' ημείς

εύρομεν εν αρχή, του παρόντος βιβλίου λόγους ίνα πιστεύωμεν, ότι ο

Κύριος ωμίλει συνήθως, αραμαϊστί.

Τα πλήθη της μεμακρυσμένης εκείνης χώρας, ασυνείθιστα εις τα θαύματά

Του, υπερμέτρως εξεπλάγησαν. Η περί εχεμυθίας σύστασίς Του ως συνήθως

ωλιγωρήθη, και μεγάλα πλήθη ηκολούθησαν τον Ιησούν εις την κορυφήν

όρους υπεράνω της λίμνης προς τα ανατολικά, σχεδόν αντικρύ των

Μαγδάλων, κ' εκεί φέροντες τους τυφλούς των και τους χωλούς και

πηρούς και αλάλους, τους έθεσαν παρά τους πόδας του Αγαθού Ιατρού,

και όλους τους εθεράπευσεν. Εμπλησθέντες εκπλήξεως, οι άνθρωποι της

Δεκαπόλεως δεν ηδύναντο ν' αποσπασθώσιν από πλησίον Του, και

ημιειδωλολάτραι αυτοί, εδόξαζον τον Θεόν του Ισραήλ.

Τρεις ημέρας ήδη είχον διατρίψει μετ' Αυτού, κ' επειδή πολλοί τούτων

ήρχοντο εξ αποστάσεως, αι τροφαί των εξηντλήθησαν. Ο Ιησούς τους

ώκτειρε, και βλέπων την πίστιν των, πάλιν παρέθηκεν διά τον λαόν Του

τράπεζαν εν τη ερήμω. Ηπόρησάν τινες ότι, εις απάντησιν της εκφράσεως

του οίκτου Του, οι μαθηταί δεν προέβλεψαν ουδέ υπέβαλον γνώμην τι

έπρεπε να πράξη. Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει απόχρωσις λεπτότητος

και αληθείας. Εγνώριζον ότι δεν υπήρχε παρ' Αυτώ σπατάλη του

υπέρφυούς, ουδέ περιττή εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως. Πολλάκις

είχον συνυπάρξει με πλήθη πρότερον, και όμως εις μίαν μόνην

περίστασιν τους είχε θρέψει· και περιπλέον, αφού ούτως έπραξεν, είχεν

επιτιμήσει αυστηρώς εκείνους οίτινες ήρχοντο προς Αυτόν εν προσδοκία

τοιούτων δωρεών, και είχε ποιήσει ομιλίαν τόσον αυστηράν ώστε

απεξένωσεν αφ' Εαυτού και πολλούς των φίλων Του. Διά αυτούς να

προτείνωσιν επανάληψιν της τροφοδοσίας των πεντακισχιλίων θα ήτο

οίησις και κενοδοξία, την οποίαν ο βαθύς σεβασμός των τους απηγόρευε,

και τοσούτω μάλλον όσω ενθυμούντο πόσον επιμόνως είχεν αρνηθή να

ποιήση σημείον κατ' εισήγησιν άλλων. Αλλά μόλις τους έδωκε νύξιν περί

της προθέσεώς Του, και μετ' εντελούς πίστεως κατέστησαν πρόθυμοι

υπουργοί Του. Έβαλαν το πλήθος να καθίση επί του εδάφους, και ήρχισαν

να διανέμωσι προς αυτούς τα τεμάχια των θαυμασίως πολλαπλασιασθέντων

επτά άρτων και των ολίγων ιχθυδίων· και εσήκωσαν τα περισσεύματα επτά

σπυρίδας πλήρεις, αφού το πλήθος, τετρακισχίλιοι άνδρες, χωρίς

γυναικών και παιδίων, έφαγε και εχορτάσθη. Και είτα ο Κύριος και οι

μαθηταί Του απέπεμψαν το πλήθος χαίρον και ευγνωμονούν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.

Η μεγάλη ομολογία

Υποδοχή του Ιησού κατά την επάνοδόν Του εις την Γαλιλαίαν. — Σημείον

επιζητούσιν. — Άρνησις και αποδοκιμασία. — Θλίψις του Ιησού και

απόπλους. — Το προφητικόν Ουαί. — Η ζύμη των Φαρισαίων και του

Ηρώδου. — «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος». — «Μακάριος

ει, Σίμων βαρ-Ιωνά». — Διαστροφαί και παρερμηνείαι. — Προρρήσεις περί

του Πάθους Του. — Τολμηρά επέμβασις του Πέτρου. — «Ύπαγε οπίσω μου,

Σατανά». — Ο Υιός του Ανθρώπου ερχόμενος εν τη βασιλεία Αυτού».

Πολύ διάφορος ήτο η υποδοχή ήτις περιέμενε τον Ιησούν επί της άλλης

όχθης. Οι πτωχοί ειδωλολάτραι της Δεκαπόλεως Τον είχον δεξιωθή μετ'

ευλαβείας και ενθουσιασμού· οι φιλόθρησκοι Φαρισαίοι της Ιερουσαλήμ

το συντήντησαν μετά χλεύης και μίσους. Δυνατόν, μετά την απουσίαν

ταύτην, η ψυχή Του να επόθησε την μόνην γωνίαν της γης, την οποίαν θα

ηδύνατο να ονομάση οικίαν Του. Εισελθών εις το μικρόν πλοιάριόν Του,

διεπορθμεύθη εις Μάγδαλα. Είνε, πιθανόν ότι σκοπίμως απέφυγε να

πλεύση εις Βηθσαϊδά ή εις Καπερναούμ, ολίγω βορειότερον των Μαγδάλων

κειμένας, όπου δε οι Φαρισαίοι είχον ιδρύσει το στραταρχείον των.

Αλλ' οι άνθρωποι ούτοι παρεμόνευον την άφιξίν Του. Ως να είχον στήσει

σκοπιάν επί του πύργου των Μαγδάλων διά ν' ανακαλύψωσι το ιστίον του

πλοιαρίου Του, μόλις επάτησε τον πόδα επί της όχθης, και ήλθον εις

συνάντησίν Του. Ουδέ ήσαν μόνοι· την φοράν ταύτην συνωδεύοντο (ω της

λυκοφιλίας!) από τους ασπόνδους εχθρούς των, τους Σαδδουκαίους, την

δύσπιστον εκείνην αίρεσιν, την ημιθρησκευτικήν και ημιπολιτικήν, εις

την οποίαν τώρα ανήκον οι δύο αρχιερείς ως και ο βασιλεύων οίκος. Όλα

τα κρατούντα στοιχεία της τότε κοινωνίας οι Φαρισαίοι, επίφοβοι εκ

της θρησκευτικής βαρύτητός των παρά τω πλήθει· οι Σαδδουκαίοι,

ολιγάριθμοι, αλλ' ισχυροί επί πλούτω και θέσει· οι Ηρωδιανοί,

αντιπροσωπεύοντες την επιρροήν των Ρωμαίων και των οργάνων των, των

τετραρχών· οι Γραμματείς και οι Νομικοί, εξασκούντες το κύρος των

παραδεδεγμένων δοξασιών και της μαθήσεώς των· όλοι ήσαν ηνωμένοι κατ'

Αυτού εις μίαν πυκνήν φάλαγγα σκευωρίας και αντιδράσεως, και απόφασιν

είχον προ παντός άλλου να παρακωλύωσι το κήρυγμά Του, και ν'

απαλλοτριώσιν απ' Αυτού, όσον το δυνατόν, την στοργήν του λαού,

μεταξύ του οποίου πολλά εκ των κραταιών έργων Του εγένοντο.

Είχον ανακαλύψει εκ της πείρας ότι το ανυσιμώτερον όπλον προς

δυσφήμησιν της αποστολής Του και υπονόμευσιν της επιρροής Του ήτο η

απαίτησις σημείου, προ παντός, σημείου εξ ουρανών. Εάν ήτο ο Μεσσίας,

διατί να μη τους δώση άρτον εξ ουρανού, ως ο Μωυσής; πού η βροντή του

Σαμουήλ και η φλοξ του Ηλία; διατί ο ήλιος να μη σκοτισθή και η

σελήνη να μη τραπή εις αίμα; διατί να μη φανή πύρινος στήλος και να

μη ενσκήψη λαίλαψ και καταιγίς όπως επικυρώση τους λόγους Του;

Εγνώριζον ότι τοιούτον σημείον δεν θα παρεχωρείτο εις αυτούς, κ'

εγνώριζον ότι είχεν εξείπει ήδη τους ισχυροτάτους λόγους της τριπλής

αρνήσεώς Του, όπως χαρισθή εις το αλαζονικόν και προκλητικόν αίτημά

των. Εάν είχον μάθη το μυστικόν του πειρασμού Του εν τη ερήμω, θα

εγνώριζον ότι αι πρώται απαντήσεις Του εις τον πειράζοντα εγένοντο εν

τω πνεύματι τούτω της υψίστης αυταπαρνησίας. Εάν παρεχώρει το αίτημά

των, ποίος σκοπός θα υπηρετείτο;, όχι η επίδρασις των εξωτερικών

δυνάμεων, αλλ' η φυτική αρχή της ζωής έσωθεν, ποιεί το αγαθόν σπέρμα

να βλαστήση. Η σκληρά καρδία δεν δύναται να μετατραπή, ούτε η

ισχυρογνώμων απιστία να εκριζωθή, διά σημείων και τεράτων, αλλά δι'

εσωτερικής ταπεινώσεως, και διά της χάριτος του Θεού ήτις μετέρχεται

ως η δρόσος του ουρανού, εν σιγή και αόρατος. Τι θα επηκολούθει εάν

το σημείον εδίδετο; υπ' αυτών των αυτοπτών θ' απεδίδετο εις

δαιμονικήν ενέργειαν υπό των ακουόντων θα εσχολιάζετο ούτως ή ούτως·

υπό της προσεχούς γενεάς θα ηθετείτο ως επίνοια, ή θα εξητμίζετο εις

μύθον.

Αλλά παρά πάντα ταύτα, οι Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι ησθάνοντο ότι

προς το παρόν η άρνησις αύτη του να παραχωρήση το αίτημά των τους

έδιδε λαβήν κατά του Ιησού, και ήτο τελεσιουργόν μηχάνημα προς

μείωσιν του θαυμασμού του λαού. Και όμως εκείνος ουδ' επί στιγμήν

εδίστασε ν' απορρίψη τον πειρασμόν τούτον. Δεν θα ειργάζετο ποτέ

κανέν επιδεικτικόν θαύμα κατά το κέλευσμά των, όπως ουδέ εις το

κέλευσμα του πειράζοντος θα ενέδιδε ποτέ. Είπεν αυτοίς και πάλιν, ως

πρότερον, ότι σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς ειμή το σημείον του

Ιωνά, τουτέστιν η ιδία έκκλησις προς μετάνοιαν την οποίαν είχεν

απευθύνει προς τους Νινευίτας. Δεικνύων δε προς το δυσμικόν του

ουρανού, είπεν: Υποκριταί! γνωρίζετε να διακρίνετε την όψιν του

ουρανού· δεν δύνασθε να μάθητε τα σημεία των καιρών;

Καθώς ωμίλει εξέπεμψε βαθύν εκ μυχίων στεναγμών· ανεστέναξε τω

πνεύματι Αυτού, λέγει ο Μάρκος. Επί τινα χρόνον είχεν αποδημήσει εκ

των ενταύθα. Τον είχον επιζητήσει μετά πίστεως εις τας χώρας Τύρου

και Σιδώνος. Τον είχον δεξιωθή μετά προθύμου ευγνωμοσύνης εις την

Δεκάπολιν την ειδωλολάτριδα· εδώ, εις την πατρίδα Του, τον προϋπήντα

η πανοπλία θριαμβευούσης αντιδράσεως, υπό το σχήμα του υποκριτικού

ζήλου. Βαδίζει προς την όχθην ανά την ωραίαν πεδιάδα, όπου είχε

ποιήσει τόσα έργα ελέους και αγάπης θαυμαστά, και είχεν ομιλήσει τόσα

αθάνατα λόγια. Επανήλθε διά να εργασθή άπαξ ακόμη εις την μικράν

γωνίαν όπου τα βήματά Του είχον παρακολουθήσει τόσαι χαίρουσαι

χιλιάδες, κρεμάμεναι εν βαθεία σιωπή εις τα αθάνατα χείλη Του. Καθώς

πλησιάζει εις τα Μάγδαλα, το μικρόν χωρίον το προωρισμένον εις πάντα

χρόνον να δανείζη το όνομά Του εις λέξιν εκφραστικήν της θειοτάτης

συμπαθείας Του — καθώς επιθυμεί να εισέλθη και πάλιν εις τας μικράς

πόλεις και τας κώμας όσαι προσέφεραν εις την άστεγον κεφαλήν Του την

μόνην σκιάν οικίας, ευρίσκει όλην την επίσημον υποκρισίαν της

εκπτώσεως και της παρακμής του Ιουδαϊσμού ηκονημένην και πάνοπλον

εναντίον Του!

Δεν επέβαλε τα ελέη Του εις εκείνους οίτινες Τον απέρριπτον. Καθώς

ολίγω ύστερον το έθνος Του κατήντησε να προτιμήση τον Βαραββάν, τον

φονέα και ληστήν, από τον Κύριον της Ζωής, ούτω τώρα οι Γαλιλαίοι

έπεσαν εις παραχώρησιν καταδικασθέντες να κρατήσωσι τους Φαρισαίους

των και να χάσωσι τον Χριστόν των. Αφήκεν αυτούς, καθώς είχεν αφήσει

τους Γαδαρηνούς, απερριμμένος, χωρίς μήτε ν' αναπαυθή εις την οικίαν.

Υπάρχει τι το εμφαντικόν εις το «καταλιπών αυτούς» του Ματθαίου, και

εις το «αφείς αυτούς» του Μάρκου. Με λυπημένην καρδίαν, πανδήμως και

θλιβερώς τους άφησε, τους άφισε διά να επισκεφθή και πάλιν τα

παρακείμενα χωρία, αλλά διά να μη επανέλθη ποτέ πλέον δημοσία, μήτε

θαύματα να κάμη, και να διδάξη ή να κηρύξη.

Πρέπει να ήτο αργά κατά την φθινοπωρινήν εκείνην εσπέραν όταν εισήλθε

και πάλιν εις το πλοιάριον, και διέταξε τους μαθητάς Του να

διευθύνωσι τον πλουν προς την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα, κατά το βόρειον

άκρον της λίμνης. Εις τον δρόμον των πρέπει να παρέπλευσαν παρά την

στιλπνήν άμμον της δυτικής Βηθσαϊδά, επί της οποίας ο Πέτρος και οι

υιοί του Ζεβεδαίου είχον παίξει εις την παιδικήν ηλικίαν των, και

πρέπει να είδαν την λευκήν μαρμαρίνην Συναγωγήν της Καπερναούμ,

ρίπτουσαν την σκιάν της εις τα ύδατα, τα ερυθραινόμενα από τα

ανταυγάζοντα χρώματα της δύσεως. Άρα κατά τοιαύτην στιγμήν, ότε

κατέλειπε την Γαλιλαίαν εν πλήρει γνώσει ότι το έργον Του εκεί είχε

λάβη πέρας, και ότι απέπλεεν απ' αυτής ως αποκήρυκτος και κατάδικος

εις θάνατον, άρα κατά την υπερτάτην ταύτην στιγμήν της λύπης

απήγγειλε τον έρρυθμον εκείνον ταλανισμόν, εν ώ κατεδίκαζε τας

αμετανοήτους πόλεις εν αις πλείστα εκ των κραταιών έργων Του είχον

πραχθή;

«Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! ότι ει αι δυνάμεις αι

γενόμεναι εν υμίν εγένοντο εν Τύρω και Σιδώνι, πάλαι αν μετανοήσατε

εν σάκκω και σποδώ.

«Αλλά λέγω υμίν ότι ανεκτότερον έσται Τύρω και Σιδώνι εν ημέρα

κρίσεως ή υμίν.

«Και συ, Καπερναούμ, η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου

καταβιβασθείση· ότι ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν συ εγένοντο εν

Σοδόμοις, παρέμενον αν έως της ημέρας ταύτης.

«Αλλά λέγω σοι, ότι ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων εν ημέρα κρίσεως ή

σοι.

Αν αι πανδήμως ωραίαι και κατανυκτικαί αύται λέξεις εξηνέχθησαν κατά

την ευκαιρίαν ταύτην, ως αυστηρός και θλιβερός αποχαιρετισμός προς το

δημόσιον κήρυγμά Του εν τη χώρα ην ηγάπα, αδυνατούμεν να είπωμεν·

αλλά βεβαίως η ψυχή Του ήτο ακόμη πλήρης λύπης επί τη απιστία και

σκληροκαρδία, επί ταις εσκοτισμέναις διανοίαις και τη διεφθαρμένη

συνειδήσει εκείνων οίτινες δεν άφινον ούτω δι' Αυτόν την δύναμιν να

πατήση τον πόδα εις την γενέθλιον χώραν Του. Ελέχθη υπό τινος μεγάλου

δικανικού ρήτορος ότι, «ουδείς τρόπος απάτης είνε απεχθέστερος και

βδελυρώτερος ή εκείνος όστις περιβάλλει την πεισμονήν και το ψεύδος

με το σχήμα της ειλικρινείας, και όπισθεν του δόγματος της

θρησκείας». Η απέχθεια κατά της βδελυράς ταύτης κακίας πρέπει να ήτο

εξέχουσα εν τη τεθλιμμένη καρδία του Ιησού, ότε, καθώς το πλοιάριον

παρέπλεε την τερπνήν όχθην κατευθυνόμενον προς βορράν, έλεγε προς

τους μαθητάς Του: «Προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και

Σαδδουκαίων». Ή, «της του Ηρώδου» κατ' άλλον Ευαγγελιστήν. Φαίνεται

δε ότι οι Ηρωδιανοί ήσαν κατά το πλείστον Σαδδουκαίοι.

Ο Βίος του Χριστού · 第 20 / 41 段