καθαρίσθητι».
Όλα τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν άμα και αποκαλύψεις. Ενίοτε, όταν
αι περιστάσεις το απήτουν, ανέβαλλε την απάντησίν Του εις την
παράκλησιν του πάσχοντος. Αλλά δεν εβράδυνε ποτέ όταν λεπρός τις
έκραζε προς Αυτόν. Οι ραββίνοι εδείκνυον, ως λέγεται, μεγάλην
απέχθειαν προς τα δυστυχή πλάσματα, και έρριπτον λίθους κατ' αυτών·
αλλ' ο Ιησούς ποτέ δεν είδε τας ζώσας ταύτας παραβολάς της
καταστροφής άνευ αμέτρου συμπαθείας. Η λέπρα ήτο ανεγνωρισμένος τύπος
της αμαρτίας, και ο Χριστός θα μας εδίδασκεν ότι η εγκάρδιος δέησις
του αμαρτωλού όπως πληθή και καθαρισθή τυγχάνει πάντοτε αμέσου
υποδοχής. Όταν ο Δαυίδ, ο τύπος των αληθώς μετανοούντων, έκραζε μετά
μεγάλης συντριβής, «Ήμαρτον εναντίον Κυρίου», ο Νάθαν ηδυνήθη να
διαβιβάση εν ακαρεί εις αυτόν την παρά του Θεού άφεσιν: «Κύριος
αφείλε την αμαρτίαν σου· ου μη αποθάνης».
Πάραυτα εκτείνας την χείρα, ο Κύριος έψαυσε το λεπρόν, και ούτος
εκαθαρίσθη.
Ήτο λαμπρά αθέτησις του γράμματος του Νόμου, όστις επιτάττει αυστηρόν
αγνισμόν εις πάσαν επαφήν του λεπρού· αλλ' ήτο συγχρόνως λαμπρά
έξαρσις του πνεύματος του Νόμου, το οποίον ήτο ότι ο έλεος είνε
ανώτερος της θυσίας. Η χειρ του Ιησού δεν εμολύνθη διά της επαφής του
λεπρού, αλλά του λεπρού όλον το σώμα εκαθαρίσθη διά της προσψαύσεως
της αχράντου χειρός. Καθ' όμοιον τρόπον ήψατο και της αμαρτωλού
ανθρωπίνης φύσεως, και εκοινώνησεν αυτής, και όμως έμεινεν άνευ
κηλίδος ή αμαρτίας.
Εν τω βάθει και τω αυθορμήτω της ανθρωπίνης συγκινήσεώς Του ο Κύριος
έθιξε τον λεπρόν και κατέστησεν αυτόν υγιή. Αλλ' η επιθυμία του ήτο
νυν να τηρήση τον Μωσαϊκόν νόμον εν πλήρει υπακοή· και άμα προς
απόδειξιν του θαύματος, και εκ προνοίας χάριν του πάσχοντος, και
συμφώνως με την Λευιτικήν διάταξιν, εκέλευσε τον λεπρόν και υπάγη και
δείξη τον εαυτόν του εις τον ιερέα, «εις μαρτύριον αυτοίς», να κάμη
τας συνήθεις προσφοράς, και να λάβη το νόμιμον πιστοποιητικόν ότι
εκαθαρίσθη. Προσέτι το διέταξεν αυστηρώς να μη είπη εις άλλον κανένα
τίποτε. Φαίνεται εκ τούτου ότι το αιφνίδιον μεθ' ου το θαύμα
επετελέσθη ετήρησε τούτο μυστικόν από πάντων πλην ίσως ολίγων εκ των
αμέσων ακολούθων του Κυρίου, καίτοι συνέβη εν μέση ημέρα, και
σύνεγγυς πόλεως και ου μακράν από του ακολουθούντος πλήθους. Αλλά
διατί ο Κύριος εις αυτήν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις συνέστησεν
εις τας αξιουμένους θαυμάτων μυστικότητα την οποίαν σπανίως ετήρουν;
Πλήρη τον λόγον ίσως ουδέποτε θα γνωρίσωμεν. Άπαξ μάλιστα συνέστησεν
εις ένα να δημοσιεύση το έλεος του οποίου ηξιώθη. Πλην ίσως ήθελε να
διδάξη ότι ώφειλον να τον θεωρούν οποίος πράγματι ήτο, όχι απλώς ως
θαυματουργόν και ιατρόν των σωμάτων, αλλ' ως Σωτήρα των ψυχών εξ
αποκαλύψεως και διά της χάριτος.
Οποίοι και αν ήσαν οι γενικοί λόγοι, φαίνεται ότι εις την περίπτωσιν
ταύτην υπήρξε λόγος τις ιδιαζούσης σπουδαιότητας. Ο Μάρκος ο
Ευαγγελιστής, αντανακλών δι' ημάς τας εντόνους και ισχυράς εντυπώσεις
του Πέτρου, μας δεικνύει ότι η αποπομπή του λεπρού εγένετο μετά τινος
σφοδράς συγκινήσεως. Το «εμβριμησάμενος αυτώ» ο Ευθύμιος ο Ζιγαδηνός
ερμηνεύει: «αυστηρώς εμβλέψας και επισείσας την κεφαλήν». Ποίον το
αίτιον της αυστηράς ταύτης διαταγής, της στιγμιαίας ταύτης αποπομπής;
Ίσως ήτο το ότι θίξας τον τυφλόν [λεπρόν ;], καίτοι η επαφή ήτο
ιατήριος, θα εθεωρείτο υπό πολλών ως λειτουργικώς ακάθαρτος. Ότι δε
τούτο συνέβη πράγματι δύναται να υποτεθή εκ του ρητώς μνημονευομένου
γεγονότος, ότι δεν ηδύνατο να εισέλθη εις πόλιν, αλλ' ήτο έξω, εις τας
ερήμους. Παραπλησίαν περίστασιν μνημονεύει ο Λουκάς, καίτοι χωρίς να
δώση ιδιάζοντα λόγον δι' αυτήν, και προσθέτει ότι ο Ιησούς διετέλει
προσευχόμενος. Εάν εν τοσούτω, η διασάλπισις της ιστορίας του λεπρού
συνεπέφερε την ανάγκην βραχείας περιόδου αποκλεισμού, είνε προφανές
ότι το πλήθος μικράν έδωκε προσοχήν εις την κατά Λευίτας ακαθαρσίαν,
διότι, και εις τα ερημικά μέρη όπου κατέφυγεν ο Ιησούς, συνέρρευσαν
προς Αυτόν πανταχόθεν.
Αν η ίασις του δούλου του εκατοντάρχου συνέβη προ ή μετά την
αποχώρησιν ταύτην είνε αβέβαιον· αλλ' εκ του γεγονότος ότι και ο
Ματθαίος και ο Λουκάς το θέτουσιν εν στενή συναφεία με την επί του
Όρους Διδασκαλίαν, δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, όσον και αν απεχώρησεν
εις έρημον τόπον δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση τας απαιτήσεις των άγαν
αυστηρών ζηλωτών του νόμου διά της απομακρύνσεως ταύτης.
Μόλις ο Κύριος έφθασεν εις την πόλιν Καπερναούμ, και τον συνήντησε
πρεσβεία εξ Ιουδαίων πρεσβυτέρων της πρωτίστης Συναγωγής, ερχομένη να
μεσιτεύση πλησίον Του προς χάριν του κεντυρίωνος, του οποίου ο
πιστός και ηγαπημένος οικέτης, έκειτο εν αγωνία και κινδύνω
παράλυτος, Θα ηδύνατο ίσως να φανή παράδοξον ότι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι
έλαβον τόσον ενδιαφέρον δι' άνθρωπον όστις, ρωμαίος ή όχι, ήτο
βεβαίως εθνικός, και δεν ήτο καν ούτε προσήλυτος. Εξήγησαν εν τοσούτω
ότι, όχι μόνον ηγάπα το έθνος των — πράγμα σπανιώτατον παρ' εθνικώ,
διότι οι Εβραίοι εν γένει εμισούντο — αλλά και ιδία δαπάνη είχε
κτίσει Συναγωγήν δι' αυτούς ωραίαν και μεγαλοπρεπή. Απλούν το γεγονός
ότι απηυθύνθησαν προς τον Ιησούν δεικνύει ότι το συμβεβηκός τούτο
ανήκει εις τους πρώτους χρόνους της διδασκαλίας Του, οπότε μυριάδες
απέβλεπον προς Αυτόν μετ' εκπλήξεως και ελπίδος, και πριν αρχίση ο
θανάσιμος διωγμός των ύστερον χρόνων. Ο Χριστός πάραυτα ενέδωκεν εις
το αίτημά των. Αλλά καθ' οδόν τον συνάντησαν άλλοι απεσταλμένοι από
του ταπεινόφρονος και ευλαβούς εκατοντάρχου, και τον ικέτευσαν να μη
ενοχληθή να εισέλθη υπό την αναξίαν και ακάθαρτον στέγην ενός
εθνικού, (ο ίδιος δεν έκρινεν εαυτόν άξιον της τιμής ταύτης — «Κύριε,
ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης»), αλλά να σώση από
του θανάτου τον πάσχοντα δούλον, καθώς είχε σώσει τον υιόν του
βασιλικού, δι' απλού μόνον λόγου. Καθώς ο κεντυρίων ήχεν υπ' αυτόν
ανθρώπους, οίτινες εξετέλουν τας διαταγάς του, ούτω δεν ηδύνατο και ο
Χριστός να πέμψη αοράτους αγγέλους να εκτελέσωσι το θέλημά Του, χωρίς
ο Ίδιος να λάβη τον κόπον; Ο Κύριος εξεπλάγη από την τόσην πίστιν,
μεγαλειτέραν από όσην εύρεν εν τω Ισραήλ. Και εξήγαγεν εκ της
περιστάσεως ταύτης το συμπέρασμα, το οποίον ήχησε τόσον ψυχρόν και
δυσάρεστον εις τα ιουδαϊκά ώτα, ότι, όταν πολλοί εκ των υιών της
βασιλείας θα ριφθώσιν εις το σκότος το εξώτερον, πολλοί θα έλθωσιν
από ανατολών και δυσμών, και θα καθίσωσι μετά του Αβραάμ και Ισαάκ
και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλ' οι απεσταλμένοι Του
εκατοντάρχου εύρον άμα επιστρέψαντες ότι το ιατήριον ρήμα υπήρξε
τελεσφόρον, και ότι ο πιστός δούλος είχε γίνη υγιής.
Δεν είναι παράδοξον ότι, μετά ημέρας τόσον θαυμασίας ως αύται,
αδύνατον υπήρξε διά τον Ιησούν να εύρη ανάπαυσιν. Από όρθρου βαθέος
επί της κορυφής του όρους, μέχρι οψίας νυκτός εις ήντινα οικίαν είχεν
εκλέξει προς διανυκτέρευσιν, τα πλήθη ήρχοντο πυκνά περί Αυτόν, μη
σεβόμενα το άσυλόν Του, μη αναλογιζόμενα τον κάματόν Του, απλήστως
έρχοντα να τον ίδωσι, να μετάσχωσι των θαυμάτων Του, να ακούσωσι τους
λόγους Του. Δεν έμενε καιρός ουδέ όπως φάγη άρτον. Τοιαύτη ζωή είνε
όχι μόνον εις άκρον καματηρά και πολύπονος, αλλά λεπτοφυά και
υψίχορδον φύσιν, χαίρουσαν τη μονώσει, ευρίσκουσαν την καθαρωτάτην
ολβιότητα εν κατά μόνας προσευχή, η αδιάλειπτος αύτη δημοσιότης, η
ανένδοτος εργασία αποβαίνει απλώς φρενοπλήκτις, εκτός αν το πνεύμα
θάλπεται δι' απεριορίστου συμπαθείας και αγάπης. Αλλ' η καρδία του
Σωτήρος ούτως εθάλπετο, κατά το ανθρώπινον.
Είνε πιθανόν ότι εις την περίοδον ταύτην ανήκει το αξιοσημείωτον
ανέκδοτον, το οποίον απεμνημονεύθη δι' ημάς υπό του Ευαγγελιστού
Μάρκου. Οι συγγενείς και οικείοι του Χριστού, μαθόντες όσα έπραττεν,
ήλθον από της οικίας των, ίσως εις Κανά ή εις Καπερναούμ, όπως
«κρατήσωσιν Αυτού» και Τον περιωρίσωσι. Οι πληροφορήσαντες αυτούς
παρενόησαν την έξαψιν την κατάδηλον εις όλους τους λόγους και τας
πράξεις Του, την ισχυράν λάμψιν της συμπαθείας, την καίουσαν φλόγα
της αγάπης· εθεώρησαν ταύτην ως υπερβάλλουσαν έξαψιν, ως υπέρμετρον
ευαισθησίαν, ως αυτόν τον λήρον της ευποιίας και του ζήλου.
Εν τω κόσμω υπήρξε πάντοτε ροπή τις εις το συγχέειν την ζέσιν του
ενθουσιασμού με το έξαλλον ατάκτου μεγαλονοίας. «Παύλε, μέμηνας»,
υπήρξε το μόνον σχόλιον το οποίον το πάθος του Αποστόλου και η
εξηρμένη αυτού ευγλωττία ενέπνευσεν εις τον Ρωμαίον προκουράτορα
«Δαιμόνιον έχει», ετόλμων να συμπεραίνωσί τινες των παχυλών και
σαρκικών ακροατών, ύστερον από μίαν των τρυφερωτάτων και θειοτάτων
ομιλιών του Κυρίου. Παραπλησία, καίτοι ουχί τόσον βάναυσος, ήτο η
σκέψις ήτις ενέπλητε το πνεύμα των διαπορούντων συγγενών του Χριστού,
οπόταν ήκουσαν περί της αιφνιδίας ταύτης και καταπληκτικής
δραστηριότητος μετά την γαλήνιον μόνωσιν τριάκοντα άγνωστων και
αμνημονεύτων ετών. Μέχρι τούδε ήσαν σχεδόν ασυμπαθείς προς Αυτόν· δεν
Τον εγνώριζον, δεν επίστευον εν πλήρει εις Αυτόν· έλεγον ότι ήτο
εκτός Εαυτού. Αναγκαίον δε ήτο να διδαχθώσιν από τούδε διά πολλών
αποφασιστικών αποδείξεων, ότι δεν ήτο ως είς εξ αυτών· ότι δεν ήτο
πλέον ο τέκτων, «ο αδελφός Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος»,
αλλ' ο υιός του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
Ο Ιησούς εις Ναΐν
Πώς ανέστησε τον υιόν της χήρας. — Αποστολή παρά Ιωάννου του
Βαπτιστού. — Απόκρισις του Ιησού. — Λαμπρός έπαινος του Ιωάννου. — «Ο
ελάχιστος εν τη βασιλεία των Ουρανών».
Μετά τα συμβάντα ταύτα, ως διηγείται ο Λουκάς, ο Κύριος ημών απήλθεν
από Καπερναούμ εις Ναΐν. Η Ναΐν, την σήμερον άθλιον χωρίον, απέχει
εικοσιπέντε μίλια από της Καπερναούμ, και κείται επί της βορυοδυτικής
κλιτύος του Ιεβέλ ή μικρού Ερμών. Το όνομα, όπερ διατηρεί εισέτι,
σημαίνει «ωραίος», και η θέσις της παρά το Ενδώρ, απέναντι του
Θαβωρίου όρους και των υψωμάτων της γης Ζαβουλών, δικαιολογεί το
εύφημον του τίτλου. Αναχωρήσας, ως πάντοτε ποιούσιν οι Ανατολίται,
πρωί με την αύραν την δροσεράν, ο Ιησούς έπλευσε, κατά πάσαν
πιθανότητα εις το μεσημβρινόν της λίμνης, και είτα κατήλθε την
κοιλάδα του Ιορδάνου, οπόθεν, αφήσας το Θαβώρ δεξιόθεν, θα έφθασεν
εις το μικρόν χωρίον ολίγον μετά την μεσημβρίαν.
Κατά την λαμπράν ταύτην περίοδον του κηρύγματός Του, συνοδεύετο ου
μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό χαίροντος πλήθους. Και καθώς
η φραιδρά αύτη προπομπή, η τόσω πλήρης υψιφρόνων ελπίδων και
πλανητικών πίστεων περί του ερχομένου Βασιλέως, ανέβαινε την στενήν
και πετρώδη ανωφέρειαν την άγουσαν εις την πύλην της Ναΐν, συνήντησεν
άλλην και θλιβεράν συνοδίαν, εξερχομένην όπως θάψη αποθανόντα νέον
τινά έξω των τειχών. Υπήρχε περιπάθεια βαθυτέρα του συνήθους εις το
θέαμα, και διά τούτο πιθανώς, παρά τη εκπαθεί εκείνη φυλή, πένθος
αγριώτερον και ειλικρινέστερον ή οι συνήθως οδυρμοί. Διότι ο νέος
ήτο, κατά το ύφος το απλούν και παθητικόν, το οποίον ησθάνοντο και
βαθύτερον τα Ιουδαϊκά ώτα, «Μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή χήρα».
Η θέα της τρομεράς ταύτης λύπης συνεκίνησεν ακαθέκτως την
υπερφιλούσαν καρδίαν του Σωτήρος. Σταθείς μόνον διά να είπη εις την
μητέρα, «Μη κλαίε», επλησίασε, και ολιγωρήσας πάλιν των τελετουργικών
διατάξεων, έψαυσε την σωρόν εν ή έκειτο ο νεανίας. Πρέπει να υπήρξε
στιγμή προσδοκίας και συνοχής της πνοής απερίγραπτος. Απρόσκλητοι,
αλλ' έμπλεοι αορίστου φόβου, οι βαστάζοντες την λάρνακα εστάθησαν. Και
τότε διά των καρδιών των εμπλήκτων θρηνολόγων, και διά των καρδιών
του σιωπώντος πλήθους, ήχησε γαλήνιος η φωνή: «Νεανία, έγειραι»!
Άρά γε φοβερόν τούτον μονοσύλλαβον (αραμαϊστί κ ο υ μ) θα διεπέρα και
τας μυστηριώδεις μοναξίας του θανάτου; Διεπέρασε τάχα τα αδιάτρητα
σκότη τα οποία απέκρυψαν πάντοτε από της ανθρωπίνης όψεως τον κόσμον
τον πέραν του τάφου; Ναι, τα διεπέρασεν. Ο νεκρός ηγέρθη, και ήρχισε
να ομιλή· κ' Εκείνος τον παρέδωκεν εις την μητέρα του.
Ουδέν άπορον αν μέγας φόβος επέπεσεν επί πάντας. Δυνατόν ν'
ανελογίσθησαν τον Ηλιού και την χήραν της Σαραφθίας· τον Ελισσαιέ και
την Σουνναμίτιδα. Κ' εκείνοι, οι μέγιστοι των Προφητών, απέδωκαν εις
τας πτωχάς γυναικάς τους αποθανόντας μονογενείς των. Αλλ' εκείνοι το
έπραξαν με αγωνίαν και με κόπους και ικασίας, με προσευχάς και με
εμφυσήσεις και εκτάσεις χειρών και μελών επί του νεκρού· ο δε Ιησούς
έπραξε το θαύμα γαληνίως, περιστατικώς, στιγμιαίως, εν τω ιδίω
ονόματι, διά της ιδίας εξουσίας Αυτού, δι' απλής λέξεως. Ηδύναντο οι
παρεστώτες να κρίνωσιν άλλως ή ότι «ο Θεός επεσκέψατο τον λαόν
Αυτού;»
Ήτο περί τον χρόνον τούτον, ίσως την αυτήν ημέραν, ότε ο Ιησούς
εδέχθη βραχύ αλλά τεταραγμένον μήνυμα από τον μέγαν Πρόδρομόν του,
τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αυτή η βραχύτης του επηύξανε την έννοιαν της
αμφιβολίας και της θλίψεως ήτις τον διέπνεε. «Συ ει ο ερχόμενος,
ηρώτα, ή άλλον προσδοκώμεν;»
Ήτο τούτο μήνυμα από εκείνον όστις πρώτος είχεν αναγνωρίσει και είχε
δείξει τον Αμνόν του Θεού; από εκείνον όστις, εν τη εκστάσει της
οπτασίας, είχεν ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον και το Πνεύμα ωσεί
περιστεράν κατερχόμενον επί τον Ιησούν;
Δυνατόν. Εφαντάσθησάν τινες εντοσούτω ότι η ερώτησις μόνον σκοπόν
είχε να θεραπεύση τας αμφιβολίας των ζηλοτύπων και αποκαρδιωμένων
οπαδών του Βαπτιστού· άλλοι, ότι το ερώτημα εσήμαινε μόνον. «Είσαι τω
όντι ο Ιησούς περί ου εμαρτύρησα; άλλοι ότι το μήνυμα δεν εμπεριείχε
λανθάνοντα δισταγμόν, αλλ' ήτο ως δειλή εισήγησις ότι ο καιρός είχεν
έλθη ήδη διά τον Ιησούν να φανερωθή ως ο Μεσσίας των θεοκραταιών
ελπίδων του έθνους Του· ίσως δε ενείχε και ηπίαν επιτίμησιν προς
Αυτόν διότι επέτρεπεν ώστε ο φίλος και πρόδρομός Του να τήκηται εν
φυλακή, και δεν εξήσκει προς χάριν Του την θαυματουργόν δύναμιν την
οποίαν διασάλπιζεν η φήμη. Πλην όλαι αύται αι υποθέσεις είνε όλως
αστήρικτοι, και αναιρούνται εξ αυτών των εκφράσεων της αφηγήσεως. Ο
Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το ηρωικόν μεγαλείον του, δεν έχει
ανάγκην των οικτηρμόνων συνδιασμών μας· συμπεραίνομεν εκ των ρητών
λόγων Εκείνου, όστις κατ' αυτήν την κρίσιν απήγγειλε περί αυτού τον
λαμπρότατον έπαινον ον προήνεγκόν ποτε ανθρώπινα χείλη, ότι ο μέγας
προφήτης είχεν εύρη πράγματι λίθον προσκόμματος εις την πίστιν του εξ
όσων ήκουε περί του Χριστού.
Και μη τούτο είνε αφύσικον; είνε τι το οποίον ο γνωρίζων την
ανθρωπίνην καρδίαν θα καταδικάση; Το στάδιον του μεγίστου των
προφυτών υπήρξε βραχύ και τραγικόν, θλιβερόν ημερολόγιον συμφοράς και
εκλείψεως. Καίτοι οι λαοί συνέρρεον παμπληθείς ν' ακούσωσι τον
πύρινον κήρυκα της ερημίας, η πραγματική εντύπωσις επί το πνεύμα του
έθνους ούτε βαθεία υπήρξεν ούτε διαρκής. «Τις ήκουσε την φωνήν του
(λέγει Σκώτος ποιητής); Μόνον η ηχώ από τα άντρα των ορέων απήντα:
Μετανοείτε! μετανοείτε!»
Και πριν εξέλθη ο Ιησούς εν τω πληρώματι της εξουσίας Του, η ισχύς
και η δύναμις του Ιωάννου είχεν ωχριάσει ως αστήρ προ της ανατολής.
Πρέπει να ησθάνθη τάχιστα — και τούτο είνε πικρόν διά πάσαν
ανθρωπίνην καρδίαν να το αισθανθή — ότι η αποστολή του εν τη παρούση
ζωή, είχε λήξει· ότι ουδέν αξιόλογον έμενεν αυτώ να πράξη. Παρόμοιαι
στιγμαί καρδιοβόρου μελαγχολίας επήλθον ήδη εις τον βίον των μεγάλων
των προ αυτού, του Μωυσέως και του Ηλία. Αλλά δεινοτέρα ακόμη ήτο η
περίστασις διά τον Βαπτιστήν. Διότι αν και ο φίλος και ο Σωτήρ του
έζη, και δεν απείχε πόρρω απ' αυτού, ήτο δε εν τη ακμή της δυνάμεως
Του, και ετέλει καθ' ημέραν τα θαύματα της αγάπης τα οποία εμαρτύρουν
την αποστολήν Του, όμως ο Ιωάννης δεν είδε πλέον τον φίλον και τον
Σωτήρα τούτον επί της γης. Ο δε Ηρώδης ο Αντίπας, ο ευτελέστατος
ούτος των τυράννων και ασθενέστατος, θυμωθείς διότι ο Ιωάννης τον
ήλεγχε διά τον αθέμιτον γάμον του μετά της Ηρωδιάδος, εκράτησε τον
Ιωάννην και τον έρριψεν εις την φυλακήν.
Ο Ιώσηπος λέγει, ότι η φυλακή αύτη ήτο εις το φρούριον Μακώρ, παρά
την εσχατιάν την γείτονα της έρημου, προς βορράν της Νεκράς Θαλάσσης
και εγγύς των μεθορίων της Αραβίας. Διά πνεύμα ελεύθερον, δι' άνδρα
ζήσαντα εν τη αγριότητι της ερήμου, καθώς ο Ιωάννης, χειροτέρα του
θανάτου ήτο η φυλακή. Και αυτό το όμμα του προφητικού αετού επόμενον
ήτο να θολώση εις τον κλοβόν εκείνον.
Ουχί άπαξ ούτε διά μόνον εν τη ιστορία του κόσμου ο Θεός εφάνη ότι
άφησε τους μεγίστους θεράποντάς Του να πιώσι μέχρι τρυγός την κύλικα
της δοκιμασίας και του μαρτυρίου πριν ή στεφανώσωσι αυτούς οριστικώς
με στέφανον δόξης ακήρατον. Αλλ' εις ουδένα η πειθαρχική αύτη παιδεία
ήλθε κατά τρομερώτερον τρόπον ή εις τον Άγ. Ιωάννην. Διότι εφαίνετο
ολιγωρούμενος ου μόνον υπό του Θεού άνω, αλλά και υπό του ζώντος Υιού
του Θεού επί της γης. Ο Ιωάννης ετήκετο εις την ειρκτήν του Ηρώδου,
και ο Ιησούς εν τη χαρμοσύνω απλότητι της πρώτης εν τη Γαλιλαία
διδασκαλίας Του εκήρυττεν εις φαιδρά πλήθη μεταξύ των κρίνων του
αγρού ή από των κυμάτων της λίμνης της τερπνής. Ω, διατί ο Πατήρ του
εν τω ουρανώ και ο φίλος του επί της γης να τον αφήσουν να τήκηται
ούτω; Μη η ζωή του δεν ήτο οσία; μη η λειτουργία του δεν υπήρξε
πιστή; μη η μαρτυρία του δεν ήτο αληθής; Ω, διατί Εκείνος, ον
εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου, δεν κατετίβαζε πυρ εξ ουρανού να καύση
τα άνομα εκείνα τείχη; Μεταξύ τόσων θαυμάτων δεν Του επερίσσευεν έν
προς χάριν του ταλαιπώρου συγγενούς Του, όστις είχεν έλθη προ
προσώπου Του διά να κατασκευάση την οδόν Του έμπροσθέν Του; Μεταξύ
τόσων λόγων ελέους και συμπαθείας ένα μόνον δεν ηδύνατο να είπη δι'
εκείνον όστις είχεν εκφέρει την φωνήν εκείνην του βοώντος εν τη
ερήμω; Διατί ο νεαρός Υιός του Δαυίδ να μη διασαλεύση διά σεισμού τα
θεμέλια των ειρκτών εκείνων της Ιδουμαίας, ή μίαν μόνον να στείλη εκ
των δώδεκα λεγεώνων των Αγγέλων Του προς απελευθέρωσιν του Προδρόμου
και φίλου Του, έστω και διά να τον επαναφέρη και πάλιν εις την έρημον
μοναξίαν του, ν' αποθάνη εκεί ελεύθερος μεταξύ των θηρίων, μακράν της
ατίμου τυραννίας του Ηρώδου του αιμομίκτου και μοιχού; Τι το άπορον,
επαναλέγομεν, αν το όμμα του εν κλωβώ αετού ήρχισε να θολώνη!
«Συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκώμεν;»
Ο Ιησούς δεν απήντησεν απ' ευθείας εις την ερώτησιν. Επέτρεψεν εις
τους απεσταλμένους να ίδωσι με τους ιδίους οφθαλμούς των τινά εκ των
έργων περί ων μόνον ήκουον μέχρι τούδε, και είτα, κατ' αναφοράν προς
το ΞΑ' κεφάλαιον του Ησαΐου, παρήγγειλεν αυτοίς να είπωσι προς τον
Ιωάννην ότι τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι, και λεπροί
καθαρίζωνται, και κωφοί ακούουσι, και νεκροί εγείρονται· προ πάντων
δε και υπέρ παν άλλο, ότι πτωχοί ευαγγελίζονται· και είτα, δυνάμεθα
να φαντασθώμεν μετά πόσον βαθείας τρυφερότητος προσέθηκε. «Και
μακάριος ος αν μη σκανδαλισθή εν Εμοί». Μακάριος τουτέστιν, εκείνος
όστις πιστεύη εις Εμέ και εν τω διωγμώ και τη θλίψει· όστις πιστεύση
ότι γνωρίζω μέχρι τέλους την θέλησιν του Πέμψαντός Με και πώς και
πότε να τελειώσω το έργον Του.
Ευκόλως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, αν και ουδέν περισσότερον μας
λέγεται, ότι οι μαθηταί δεν απεχώρησαν χωρίς ν' ακούσωσι παρά του
Ιησού και άλλους λόγους ιδιαιτέρας στοργής και παραμυθίας διά τον
μέγαν δεσμώτην· λόγια τα οποία θα ήσαν «ως γλυκέα υπέρ μέλι τω
στόματι» εκείνου όστις υπέφερε την πείναν εις την έρημον, και
πολυτιμότερα πηγής ύδατος εν γη αυχμώση. Και μόλις οι μαθηταί
απεμακρύνθησαν, ότε Εκείνος εξέφερεν εν γλώση ευρύθμου καλλονής τον
αξιομνημόνευτον έπαινον, ότι ο Ιωάννης ήτο όντως η Φωνή εν τη αυγή
της νέας ημέρας, ο μέγιστος των κηρύκων του Θεού, ο Ηλίας όστις, κατά
το τελευταίον ρήμα της αρχικής προφητείας έμελλε να προπορευθή της
ελεύσεως του Μεσσίου και να ετοιμάση την οδόν Αυτού.
«Τι εξήλθετε εις την έρημον θεάσασθαι; Κάλαμον υπό ανέμου
σαλευόμενον; Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις
ημφιεσμένον; Ίδετε, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των
βασιλέων εισίν. Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Προφήτην; Ναι, λέγω υμίν, και
περισσότερον προφήτου. Ότι ούτος εστι περί ου γέγραπται. Ιδού Εγώ
αποστέλλω τον άγγελόν Μου προ προσώπου Σου, ος κατασκευάσει την οδόν
Σου έμπροσθέν Σου».
«Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου
του Βαπτιστού».
Είτα προσέθηκεν ότι, καίτοι ο Ιωάννης είνε ο τελευταίος και ο
μέγιστος εν τη Παλαιά Διαθήκη, «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των
ουρανών μείζων αυτού εστι».
Ο Ιωάννης είχεν έλθη μη εσθίων μήτε πίνων, και έλεγον; Δαιμόνιον
έχει. Ο Υιός του Ανθρώπου είχεν έλθη εσθίων και πίνων, και έλεγον:
Ίδε άνθρωπος φάγος και οινοπότης τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Πλην
εις το τέλος πληρούνται πάντοτε οι λόγοι της Σοφίας: «Ούτος ην ον
έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού, οι άφρονες; Τον
βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. Πώς δε
κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστι;»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
Η αμαρτωλός και ο Φαρισαίος
Σίμων ο Φαρισαίος. — Η κλαίουσα γυνή. — Η παραβολή των οφειλωτών. —
Άφεσις αμαρτιών. — Ήτο αύτη η Μαγδαληνή Μαρία;
«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα, μύρον εκκενωθέν όνομά σου».
Και τα λόγια τούτα του Άσματος των Ασμάτων έμελλον να πληρωθώσι· την
ημέραν εκείνην εν τω Ιησού — όστις είνε το ζων μύρον, και το όνομα
Αυτού, όνομα Μεσσίου κεχρισμένου εν ατιμήτω μύρω, ευωδιάζει
πνευματικώς εις τους αιώνας ευωδίαν άρρητον. Κατά την διήγησιν του
Λουκά, φαίνεται ότι ο Ιησούς την αυτήν ημέραν, ίσως εις Ναΐν ή εις
Μάγδαλα, εδέχθη πρόσκλησιν παρ' ενός των Φαρισαίων, καλουμένου
Σίμωνος.
Μέχρι τούδε ο Ιησούς δεν είχεν έλθη εις φανεράν ρήξιν προς το
Φαρισαϊκόν κόμμα, και ίσως οι οπαδοί τούτου να εφαντάσθησαν, ότι θα
ηδύνατο να φανή ωφέλιμος εις τους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς
των. Φαίνεται ότι ο Σίμων ούτος είχε περισσοτέραν περιέργειαν να ίδη
και ν' ακούση τον Ιησούν ή φιλοφροσύνην να τον δεξιωθή. Όλα τα συνήθη
γνωρίσματα της φιλοξενίας, ψυχρώς παρελείφθησαν. Ούτε ύδωρ υπήρχε
προς πλύσιν των ποδών, ούτε ασπασμός δεξιώσεως επί της παρειάς, ούτε
λιπασμός ελαίου διά την κόμην, ουδέν άλλο ειμή ψυχρά τις αποδοχή είς
τινα κενήν θέσιν παρά την τράπεζαν, ώστε ο κεκλημένος να θεωρήση ότι
λαμβάνει μάλλον τιμήν ή απονέμει.
Κατά τους χρόνους της ενσάρκου Παρουσίας του Κυρίου οι Ιουδαίοι, ίσως
προσλαβόντες το έθιμον από των Περσών, είχον εγκαταλείπει το
σταυροποδητεί καθήσθαι εις το δείπνον, και ανεκλίνοντο, ως οι Έλληνες
και οι Ρωμαίοι, επί κλιντήρων, παρά τραπέζας σχεδόν του αυτού ύψους
με τας εν χρήσει παρ' ημίν σήμερον. Θα ίδωμεν εν τοις ύστερον ότι και
το Πάσχα εβρώθη εν τη στάσει ταύτη. Το δε έθιμον του αποβάλλειν τα
πέδιλα παρά την θύραν, λόγον έχει την μη μίανσιν των ταπήτων, ως
προωρισμένων διά τας γονυκλισίας και τας προσευχάς.
Η ωραία και συγκινητική σκηνή ήτις συνέβη εν τη οικία του Σίμωνος,
δύναται να εννοηθή μόνον αναλογιζομένων ότι, καθώς ανέκειντο οι
δαιτυμόνες επί των κλιτύρων περί τας τραπέζας, οι πόδες των ήσαν
εστραμμένοι προς πάντα θεατήν ιστάμενον έξω του κύκλου των
ομοιοτραπέζων.
Ο καθολικός νόμος της φιλοξενίας υποχρεοί τον ανατολίτην να ζη με
ανοικτάς θύρας, και πας τις δύναται εν πάση ώρα να εισέλθη εις τα
δώματά του. Αλλ' εις την περίστασιν ταύτην υπήρξε πλάσμα τι το οποίον
συνεκέντρωσε θάρρος να εισχωρήση εις την οικίαν ταύτην, απρόσκλητον
άμα και όχι ευπρόσδεκτον. Μία πτωχή, κηλιδωμένη, έκπτωτος γυνή,
γνώριμος εν τω τόπω διά τον κακόν βίον της, μαθούσα ότι ο Ιησούς
εδείπνει εν τη οικία του Φαρισαίου, απετόλμησε να εισέλθη εκεί εν
μέσω πλήθους άλλων επισκεπτών, φέρουσα αλάβαστρον πλήρες μύρου. Εύρεν
Εκείνον ον εζήτει εν τω τρικλινίω του Σίμωνος και καθώς ίστατο
ταπεινώς όπισθεν Του και ήκουε τους λόγους Του, και ανελογίζετο ποίος
ήτο Εκείνος και έως πού είχε πέσει αυτή, ανελογίζετο την άμωμον
καθαρότητα του νέου Προφήτου, και την ιδίαν αυτής επαίσχυντον ζωήν,
ήρχισε να κλαίη, και τα δάκρυά της έπιπτον επί τους γυμνούς πόδας
Του, εφ' ους έκυψεν επί μάλλον και μάλλον όπως κρύψη την αισχύνην
αυτής.
Ο Φαρισαίος θα οπισθοδρόμει μετά φρίκης προς την αφήν, έτι
περισσότερον προς το δάκρυ της τοιαύτης· θα απέμασσε το μόλυσμα και
θα απεδίωκεν την επείσακτον μετ' αράς. Αλλ' η γυνή αύτη ησθάνθη
αυθορμήτως ότι ο Ιησούς δεν θα εφέρετο προς αυτήν ούτω· ησθάνθη ότι το
υψίστως αναμάρτητον είνε άμα και το βαθύτητα συμπαθές. Ίσως είχεν
ακούσει τους χαριτοβρύτους εκείνους λόγους οίτινες δυνατόν να
ελέχθησαν αυθημερόν. «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Και έλαβε θάρρος επειδή δεν
επετιμήθη· και ούτω κατανοήσασα ότι, ό,τι και αν έπραττον οι άλλοι, ο
Κύριος δεν την εμίσει ούτε την απεστρέφετο, επλησίασεν εγγύτερον προς
Αυτόν, και, κλίνασα τα γόνατα, ήρχισε με τους μακρούς λυτούς
βοστρύχους της κόμης της ν' απομάσση τους πόδας τους οποίους είχον
υγράνη τα δάκρυά της, και είτα να καλύπτη αυτούς με ασπασμούς, και
τέλος, θραύουσα το αλάβαστρον, να καταχέη το πολύτιμον νάρδον επί των
ποδών Αυτού.