όσον και αν κατεβιβρώσκοντο υπό της τυπολατρείας και της επάρσεως,
δεν ηδύναντο να καταδικάσουν μίαν πράξιν, ήτις θα ηδύνατο να
εκτελεσθή υπό τινος Νεεμία ή Ιούδα του Μακκαβαίου, και ήτο σύμφωνος
προς τας αρίστας παραδόσεις των. Αλλ' όταν έμαθον την πράξιν ταύτην,
ή είδον αυτήν, και έλαβον καιρόν να συνέλθωσιν από τον θαυμασμόν και
την έκπληξίν των, ήλθον προς τον Ιησούν, και μη τολμώντες να
καταδικάσωσιν ό,τι έπραξε εν συγκεκαλυμμένη αγανακτήσει, του εζήτησαν
σημείον ότι είχε δικαίωμα να πράττη ούτω.
Η απάντησις του Κυρίου, ακατάληπτος εις αυτούς, τους αφήκεν
εμβροντήτους εν θυμώ και καταπλήξει. «Καταλύσατε, είπε, τον Ναόν
τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».
Καταλύσατε τον Ναόν τούτον! «τον ναόν διά τον οποίον βασιλεύς
υπερέχων εν πλούτω και μεγαλοπρεπεία, οίος ο βασιλεύς Σολομών,
εδαπάνησεν όλους τους θησαυρούς του, και ούτω μόνον κατέστησεν
ανεκτήν εις τους Ιουδαίους την αφόρητον τυραννίαν του· τον Ναόν διά
την οικοδόμησιν του οποίου χίλιαι άμαξαι εχρειάσθησαν και
δεκακισχίλιοι εμισθώθησαν τεχνίται, και χίλιοι ιερείς εν ιερατικαίς
στολαίς ειργάσθησαν διά να καταθέσωσι τους λίθους τους οποίους οι
τεχνίται είχον πελεκήσει ήδη· τον Ναόν, ενί λόγω, όστις ήτο θαύμα του
κόσμου! Ούτος εκτίζετο επί 46 έτη και ακόμα ήτον ατελείωτος· και
αυτός ο άγνωστος Γαλιλαίος νεανίας τους εκάλει να τον κατεδαφίσωσι,
και Αυτός θα ήτον ικανός τον ανεγείρη εις τρεις ημέρας! Τοιαύτην κατά
γράμμα ερμηνείαν έδωκαν, και ουδ' υπώπτευσαν το μυστήριον το
υποκρυπτόμενον εις τους λόγους του νεαρού Γαλιλαίου.
Πόσον ανεξάλειπτος έμεινεν έκτοτε η εντύπωσις των λόγων αποδεικνύεται
εκ του ότι, τρία έτη ύστερον, την μαρτυρίαν ταύτην μάλιστα
επεκαλέσθησαν εναντίον του Ιησού οι κατήγοροί Του, και οι
ψευδομάρτυρες, οι διαστρέψαντες τους λόγους του ως εξής: «Δύναμαι
καταλύσαι τον Ναόν τούτον» ενώ ο Ιησούς ουδέποτε είπεν ότι Αυτός θα
κατέλυε τον Ναόν. Αλλ' η διαστροφή αύτη συνέφερεν εις τους σκοπούς
των εχθρών Του, όπως τον παραστήσωσιν εις τους κρατούντας ως
στασιαστήν. «Εκείνος δε ελάλει (προσθέτει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης)
περί του Ναού του ιδίου σώματος». Και μόνον μετά την ανάστασίν Του
εννόησαν οι μαθηταί την σημασίαν των λόγων Του. Και ουδέν παράδοξον
τούτο, επειδή ήσαν λόγοι βαθυτάτης εννοίας. Μέχρι τούδε υπήρξε μόνον
είς Ναός του αληθούς Θεού, και ούτος χειροποίητος. Από τούδε το
Πνεύμα του Θεού κατώκει εν ναώ ουχί χειροποιήτω, αλλ' εν τω ιερώ
Σώματι του Υιού του Θεού όστις εγένετο σαρξ. Ούτος εσκήνωσεν εν ημίν.
Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Πεντηκοστής, τρία έτη ύστερον,
και από τότε εις τους αιώνας το Άγιον Πνεύμα του Θεού έμελλε να
προτιμά υπέρ πάντα ναόν την ευθείαν και καθαράν καρδίαν. Πας δε
χριστιανός έμελλε να είναι, εις το θνητόν σώμα του, ναός του Αγίου
Πνεύματος.
Ουδέν προσβλητικώτερον εις το παχυλόν, εις το φαρισαϊκόν πνεύμα, το
προσκολλώμενον εις τα υλικά, ουδέν αντιπαθέστερον της υψηλής ταύτης
αληθείας, ότι ο καθηγιασμένος ναός εις τα Ιεροσόλυμα δεν θα ήτο πλέον
του λοιπού ο προνομιούχος τόπος εν ώ οι άνθρωποι θα ελάτρευον τον
Πατέρα. Και όμως θα ηδύναντο, αν ήθελον, να λάβωσιν ασθενή τινα
έννοιαν των υπό του Χριστού λεχθέντων. Πρέπει να εγνώριζον ότι διά
της φωνής του Ιωάννου Αυτός είχε κηρυχθή ο Μεσσίας· πρέπει να
κατενόησαν τι τους είπεν ύστερον ότι εν τω τόπω τούτω υπήρχέ τις
μείζων του Ναού· πρέπει να εμελέτησαν την έκφρασιν ενός των ραββίνων
των, την σχετιζομένην με την προφητικήν γλώσσαν του Δανιήλ ότι ο
Άγιος των Αγίων ήτο Αυτός ο Μεσσίας.
Υπάρχει δε μία βαρυσήμαντος ένδειξις ότι εισέδυσαν κάπως εις την
έννοιαν των λόγων του Ιησού. Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν καθ' ην
ο Ιησούς έκειτο νεκρός εν τω λιθίνω τάφω, αυτοί προσήλθον εις τον
Πιλάτον και είπον αυτώ: «Κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν
έτι ζων, «Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι». Λοιπόν δεν υπάρχει που ίχνος
ότι ο Ιησούς είπε ποτέ τοιούτους λόγους ευκρινώς προς αυτούς· και αν
δεν το ήκουσαν από τον Ιούδαν, ή από την φήμην, τουτέστιν, αν το
«εμνήσθημεν» δεν είνε κατάφωρον ψεύδος, δεν ηδύναντο ν' αναφέρωνται
εις άλλην περίστασιν ειμή εις αυτήν. Και ότι το ήκουσαν παρά τινος
των Αποστόλων ήτο λίαν απίθανον· διότι οι Απόστολοι με τας βραδείας
καρδίας των δεν είχον εννοήσει την ρήσιν του Ιησού. Πώς τότε συνέβη
οι Φαρισαίοι και ιερείς να εννοώσι καλλίτερον από τους ιδίους μαθητάς
Του ό,τι έλεγεν ο Κύριος; Επειδή δεν ήσαν καθώς οι Απόστολοι
απονήρευτοι, άδολοι και απλοϊκοί άνθρωποι, και επειδή, με όλην την
γνώσιν και την διορατικότητά των, αι καρδίαι των ήσαν ήδη πλήρεις του
μίσους και της αποστροφής ήτις απέληξεν εις τον φόνον του Χριστού,
και ήτις απέρριψε την ενοχήν του αίματος Του επ' αυτούς και επί τα
τέκνα αυτών.
Αλλ' υπήρχεν ακόμη και άλλη έννοια την οποίαν ενείχον αι λέξεις, όχι
βεβαίως ολιγώτερον απεχθής εις τας προλήψεις των, αλλ' ουχ' ήττον
πλήρης νουθεσίας, και εναργεστέρα εις την αντίληψίν των. Ο Ναός ήτο η
καρδία του όλου Μωσαϊκού συστήματος, το στραταρχείον, ούτως ειπείν,
της όλης λευιτικής τελετουργίας. Βεβηλούντες τον ναόν εκείνον, και
ανεχόμενοι να βεβηλούται ούτος — ανεχόμενοι Εκείνον τον οποίον ήθελον
απλώς να θεωρούν ως πτωχόν Γαλιλαίον διδάσκαλον να κατορθοί την
αποκάθαρσιν εκείνην του Ναού την οποίαν, είτε εκ νωθρότητος, είτε εξ
ιδιοτελείας, ούτε ο Καϊάφας, ούτε ο Άννας, ούτε ο Ιλλήλ ούτε ο
Σαμμαΐ, ούτε ο Γαμαλιήλ ούτε ο Ηρώδης είχον ριψοκινδυνεύσει
επιχειρήσωσι — δεν κατέστρεφον οιονεί τον Ναόν εκείνον, δεν κατέλυον
το σύστημα, δεν εμαρτύρουν δι' αυτών των πράξεών των ότι δι' αυτούς η
αληθής σημασία του είχε παρέλθη; Τελειώσατε λοιπόν, θα ηδύνατο να
τους είπη, προφητεύων άμα και παρέχων αυτοίς άδειαν, τελειώσατε άνευ
αναβολής το έργον τούτο της διαλύσεως· εις τρεις ημέρας εγώ, ως
Λυτρωτής εγηγερμένος, θ' ανορθώσω κάτι καλλίτερον και μεγαλείτερον
όχι υλικόν Ναόν, αλλά ζώσαν Εκκλησίαν. Τοιαύτην έννοιαν φαίνεται να
ενείδεν εις λόγους τούτους ο Άγ. Στέφανος. Τοιαύτην έννοιαν
αναπτύσσει εις πολλά χωρία των επιστολών η απαράμιλλος λογική του
Παύλου. Αλλ' εις αυτήν την έννοιαν και εις πάσαν άλλην ήσαν κωφοί,
και αμβλείς και τυφλοί. Φαίνεται δε ότι απήλθον από του Ιησού
σιωπηλοί, αλλά σκυθρωποί, φιλύποπτοι και οργίλοι.
Ποία μεγάλα έργα ετέλεσε τότε ο Ιησούς δεν δυνάμεθα να είπωμεν.
Επίστευσάν τινες εις Αυτόν, αλλ' αι καρδίαι των ήσαν ψυχραί και
νωθραί και ψευδείς ακόμη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Ο Νικόδημος
Χαρακτήρ του Νικοδήμου. — Οι μαθηταί του Ιησού βαπτίζουσι. — Τα
παράπονα των μαθητών του Ιωάννου. — Γενναία και θλιβερά απάντησις.
Πάσα αίρεσις ή σύστημα ανθρώπων δυνατόν να συνίσταται κατά το
πλείστον από αλαζόνας φανατικούς και ισχυρογνώμονας ψευδευλαβείς,
αλλά θα είνε παράδοξον αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ αυτών και
εξαιρέσεις· παράδοξον αν δεν υπάρχουσι και ευαίσθητοι ή ειλικρινείς
άνθρωποι μεταξύ αυτών. Και μεταξύ των αρχόντων, των γραμματέων,
Φαρισαίων, και των πλουσίων μελών του Συνεδρίου, ο Χριστός εύρε τους
πιστεύοντας και τους ακολουθούντας. Ο πρωιμώτατος και επισημότατος
τούτων ήτο ο Νικόδημος, πλούσιος άρχων, Φαρισαίος, και μέλος του
Συνεδρίου.
Εντοσούτω φυσική τις δειλία φαίνεται εις παν ό,τι τα Ευαγγέλια
λέγουσι περί του Νικοδήμου· δειλία ήτις δεν δύναται να κατανικηθή εξ
ολοκλήρου ούτε υπό της ειλικρινούς επιθυμίας να γνωρίση και να
φιλιωθή μ' Εκείνον τον οποίον εγνώριζεν ως προφήτην, καί τοι δεν τον
ανεγνώρισε παρευθύς ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Ούτω αι ολίγαι
λέξεις τας οποίας παρενέβαλε διά να περιστείλη την άδικον μανίαν των
συναδέλφων του ερείδονται προφυλακτικώς επί γενικής αρχής, και δεν
ελέγχουσιν ένδειξιν της ιδίας πίστεώς του εις τον Γαλιλαίον, τον
οποίον η αίρεσίς του μισεί και καταδιώκει. Και όταν ακόμη η δύναμις
της αγάπης του Χριστού, η φανερωθείσα επί του Σταυρού, κατέστησε
τολμηρούς τους δειλοτάτους των μαθητών, ο Νικόδημος δεν προέρχεται
εις το μέσον με τα λαμπρά δώρα της ιδίας στοργής Του εωσότου το
παράδειγμα εδόθη υπό άλλου εφαμίλλου του κατά την κοινωνικήν τάξιν
και τον πλούτον.
Ο Νικόδημος ήλθε διά νυκτός προς τον Ιησούν. Επεθύμει να γνωρίση
καλλίτερον τον νεαρόν Γαλιλαίον προφήτην ον ανεγνώριζεν ως διδάσκαλον
θεόπεμπτον· αλλά δεν ήθελε να εκθέση την ιδίαν αξιοπρέπειάν του
επισκεπτόμενος αυτόν δημοσία. Ο δε τρόπος των ερωτήσεών του ήτο
μάλλον πλάγιος, και ωμίλει δι' εισηγήσεων και υποδηλώσεων προς τον
Ιησούν.
Ο κύριος είδε βαθέως εις την καρδίαν αυτού, και αποφεύγων πάσαν
διατύπωσιν και παν προοίμιον, τον εξέπληξε διά της απαντήσεως: «Εάν
μη τις αναγεννηθή, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού». Ο
μαθητής μου οφείλει να είναι ιδικός μου ψυχή και καρδία, άλλως δεν
είναι μαθητής μου παντάπασιν.
Ο Κύριος δεν ωμίλει περί σαρκικής γεννήσεως, αλλά περί της
πνευματικής εκείνης αναγεννήσεως, ήτις οφείλει να είναι γέννησις δι'
ύδατος και πνεύματος, τουτέστι κάθαρσις άμα και ανακαίνισις,
εξωτερικόν σύμβολον και εσωτερική χάρις, θάνατος τη αμαρτία και νέα
γέννησις εις δικαιοσύνην.
Ο Νικόδημος ηδύνατο μόνον ν' απαντήση δι' εκφράσεως δυσπίστου
εκπλήξεως. Εθνικός δυνατόν να είχεν ανάγκην νέας γεννήσεως διά να
γείνη δεκτός εις την Ιουδαϊκήν κοινωνίαν· αλλ' αυτός, τέκνον του
Αβραάμ, Ραββίς και ζηλωτής φύλαξ του νόμου, ηδύνατό ποτε να έχη
τοιαύτην ανάγκην; Πώς γίνεται;
Συ είσαι ο διδάσκαλος του Ισραήλ ηρώτησεν ο Κύριος, και δεν γνωρίζεις
ταύτα; Συ είσαι το τρίτον μέλος του Συνεδρίου, ο σ α κ ά μ, ήτοι ο
σοφός, και όμως δεν γνωρίζεις το πρώτον και απλούστερον μάθημα της
μυήσεως εις την βασιλείαν των ουρανών; Εάν η γνώσις σου είναι τόσον
σαρκική, τόσον περιορισμένη, εάν ούτω προσκόπτεις επί του ουδού, πώς
δύνασαι να εννοήσης τας βαθυτέρας εκείνας αληθείας, τας οποίας
Εκείνος μόνον όστις κατήλθεν εξ ουρανού ήλθε να αποκαλύψη;
Ο Σωτήρ εξηκολούθει ν' αποκαλύπτη εις τον διδάσκαλον τούτον του
Ισραήλ πράγματα μεγαλείτερα και υψηλοτέρα ακόμη. Και το «υψωθήναι δει
τον Υιόν του Ανθρώπου» είναι άμα και κυριολεκτικόν (= σταυρωθήναι)
και μεταφορικόν, ήτοι δοξασθήναι. Και πώς ο Θεός εξεδήλωσε την αγάπην
Αυτού πέμψας τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή, ουχί ίνα κρίνη τον κόσμον,
αλλ' ίνα σώση τον κόσμον· και την απολύτρωσιν πάντων διά της πίστεως
της εις Αυτόν· και την καταδίκην την μέλλουσαν να πέση επί εκείνους
οίτινες οικειοθελώς απορρίπτουσι τας αληθείας τας οποίας ήλθε να
διδάξη.
Ταύτα ήσαν τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, και ταύτα πρέπει να
εισήλθον βαθέως εις την ψυχήν του προληπτικού Φαρισαίου. Μετά
πραότητος δε ήλεγξεν ο Χριστός και τον φόβον όστις έκαμε τον επίσημον
τούτον ραββίνον να ζητή την σκέπην της νυκτός προκειμένου περί
πραγμάτων τα οποία έπρεπεν εις το φως της ημέρας και δημοσία και
αφόβως να κηρυχθώσι.
Ποια άλλα διδάγματα εκηρύχθησαν και πόσα εγένοντο σημεία κατά το
πρώτον τούτο Πάσχα, δεν λέγουν οι Ευαγγελισταί. Ευρών πείσμονα και
τυφλήν αντίστασιν, ο Κύριος απήλθε μετά των μαθητών Του εις την
Ιουδαίαν, ως φαίνεται, παρά τας όχθας του Ιορδάνου, διότι εκεί ο
Ιωάννης ο Ευαγγελιστής μας λέγει, ότι οι μαθηταί Του ήρχησαν να
βαπτίζωσι. Οι θεολόγοι συνεζήτησαν μετά λεπτολογίας οποίον ήτο το
πρώτον τούτο βάπτισμα, το οποίον φαίνεται να υπήρξε προεικόνισμα του
μέλλοντος Μυστηρίου, επιτραπέν, όχι διαταχθέν υπό του Χριστού.
Ιωάννης ο Βαπτιστής εξηκολούθει ακόμη το βάπτισμα της μετανοίας. Μεθ'
όσα και αν ελογομάχησαν οι θεολογούντες, το βάπτισμα του Ιωάννου,
όπως και το των μαθητών του Χριστού, πρέπει να θεωρήται ως σύμβολον
μετανοίας και καθαρότητος. Όστις δε φρονεί ότι η μετάνοια είνε «η
νεωτέρα αδελφή της αθωότητος», και ότι δι' όλους τους αμαρτήσαντας
είνε αύτη ο σκοπός και το έργον της ζωής, δεν θα εκπλαγή ότι το
πρώτον κήρυγμα του Ιησού, ως του Ιωάννου, υπήρξε. «Μετανοείτε, ήγγικε
γαρ η βασιλεία των ουρανών».
Ο αστήρ του Ιωάννου, όστις έλαμψεν εις το λυκαυγές της Ευαγγελικής
αναγεννήσεως, ήρχισε ν' αμαυρούται ήδη. Το πνεύμα του, εν άκρα
ταπεινώσει και πραότητι, υπετάγη εις το θέλημα του Θεού. Είχε μεταβή
εις Αινών, εγγύς της Σαλήμ, περί της θέσεως της οποίας οι γεωγράφοι
δεν συμφωνούσιν. Ολίγοι ακόμη ήρχοντο εις το βάπτισμά του, πολύ δε
περισσότεροι συνέρρεον εις το βάπτισμα των μαθητών Χριστού. Η αγεννής
ζηλοτυπία, ήτις δεν ηδύνατο να επισκοτίση την φωτισμένην ψυχήν του
Βαπτιστού, εύρεν έτοιμον χώρον εις τας καρδίας των οπαδών του.
Κάποιος Ιουδαίος φιλόνικος τους είχεν ενοχλήσει δι' έριδος περί
καθαρισμού, εκείνοι δε είπον προς τον διδάσκαλόν των:
— «Ραββί, ιδού ος ην μετά σου πέραν του Ιορδάνου, περί ου και
εμαρτύρησας, βαπτίζει, και πάντες προς αυτόν, έρχονται».
Η παράλειψις του ονόματος, ο τόνος οργής, όλα εμφαίνουσι την
αντιζηλίαν εις την παρατήρησιν ταύτην. Η απάντησις του Ιωάννου υπήρξε
γενναία και αξία αυτού. «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι».
Δεν ήτον αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου. Δεν ήτον το φως,
αλλ' ο λύχνος. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Υιός του Θεού, είχεν
ανατείλη ήδη, και μόνον όστις πιστεύση εις Αυτόν θα έχη ζωήν αιώνιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Η Σαμαρείτις
Επάνοδος του Ιησού εις Γαλιλαίαν. — Το φρέαρ του Ιακώβ. — Η
συνδιάλεξις μετά της γυναικός. — Ιερουσαλήμ και Γαριζέν. — Αποκάλυψις
του Μεσσίου.
Ο φιλόνικος Ιουδαίος όστις τόσον βαθέως συνεκίνησε τους μαθητάς του
Ιωάννου δυνατόν να ήτο είς των εξοχόντων Φαρισαίων· και ο Κύριος
τάχιστα εγνώρισεν ότι επετήρουν τας κινήσεις του με εχθρικόν όμμα. Η
προς τον Ιωάννην έχθρα των εγένετο βαθυτέρα έχθρα προς Αυτόν. Ακούσας
δε ο Χριστός ότι ο Ιωάννης συνελήφθη υπό Ηρώδου του Αντίπα και εβλήθη
εις την φυλακήν, απήλθεν εκ της Ιουδαίας και ανεχώρησε πάλιν εις την
Γαλιλαίαν.
Εκκινήσας λίαν πρωί, εστάθη μετά πολλάς ώρας εις τα εγγύς της πόλεως
Συχάρ προς αναψυχήν, όπου ήτο το φρέαρ του Ιακώβ. Ήτο μεσημβρία, και
ο Κύριος ημών κεκμηκώς εκάθισε παρά το φρέαρ. Οι μαθηταί Του, ίσως τα
δύο ζεύγη των αδελφών (Πέτρος και Ανδρέας, Ιάκωβος και Ιωάννης), και
μετ' αυτών ο Φίλιππος και Βαρθολομαίος, είχον απέλθη ν' αγοράσωσι
τροφάς εις την πόλιν· και πεινών και διψών, Εκείνος όστις έφερεν όλας
τας ασθενείας μας, εκάθισε κουρασμένος, περιμένων αυτούς. Τότε η
μοναξία Του διεκόπη διά της εμφανίσεως μιας γυναικός. Τον Μάιον κατά
την μεσημβρίαν εν Παλαιστίνη ο καύσων δυνατόν να είνε σφοδρός, αλλά
δεν είνε και τόσον υπερβολικός ώστε να εμποδίζη την έξοδον από της
οικίας και την σύντομον πορείαν· και η γυνή αύτη, ή κατά τύχην, ή
διότι δεν ήτο καλής φήμης, και ήθελε ν' αποφύγη την ώραν καθ' ην αι
γυναίκες όλης της πολίχνης θα συνέρρεον εις το φρέαρ, ήρχετο ν'
αντλήση ύδωρ.
Ο Κύριος ήτο διψασμένος και κουρασμένος, κατά το ανθρώπινον, και η
παρουσία της θα τον ηυχαρίστησε, διότι «άντλημα ουκ είχε, και το
φρέαρ ην βαθύ». Η σκηνογραφία της χλοεράς κοιλάδος με τους αστάχυς
και τα μεγάλα δένδρα, αι μεγάλαι αναμνήσεις του Ιακώβ και του Ιωσήφ,
του οποίου ο τάφος ευρίσκετο εκεί πλησίον, του Ιησού του Ναυή και του
Γεδεών, ενέπνεον και παρείχον αφορμήν εις μελέτας. Η γειτνίασις των
δύο ορέων, δεξιόθεν και αριστερόθεν, του Γαριζίν και του Γεβάλ,
διηγούντο ολόκληρον ιστορίαν. Εις το πρώτον των δύο τούτων ορέων
προσεκύνουν οι Σαμαρείται, καθώς οι Ιουδαίοι εις Ιερουσαλήμ, και επί
των δύο αι φυλαί του Ισραήλ ανά έξ, απήγγειλαν το πάλαι τας
περιφήμους ευλογίας και τας αράς: «Ευλογημένος ει εν πόλει, και
ευλογημένος ει εν αγρώ», κτλ.
Ο Κύριος είπε προς την γυναίκα: «Δος μοι ύδωρ πιείν».
Πας όστις εταξείδευσεν εις την Ανατολήν γνωρίζει πόσον πρόθυμος και
φιλόφρων είνε η απάντησις. Ο ελεεινός Φελλάχος και ο άξεστος
Βεδουίνος φαίνεται αισθανόμενος μεγάλην ευχαρίστησιν να υπακούση εις
την εντολήν του παρ' αυτώ μεγάλου προφήτου, και να δώση ύδωρ εις τον
διψώντα. Και όμως τόσον θανάσιμος ήτο η έχθρα και αντιζηλία μεταξύ
Ιουδαίων και Σαμαρειτών, ώστε η αίτησις έκαμε την γυναίκα να εκπλαγή
μόνον. Η ενδυμασία του Ιησού, ως και ο τρόπος καθ' ον επρόφερε την
φράσιν «Τενί λιστόθ» (δος μοι να πίω), έδειξαν αυτή ότι Εκείνος ήτο
Ιουδαίος, Ιουδαίοι δε και Σαμαρείται «ου συγχρώνται», τουτέστι δεν
συγκοινωνούσι προς αλλήλους.
Μετά πραότητος είπεν αυτή ο Κύριος, ότι, εάν είξευρε την δωρεάν του
Θεού, και τις ήτον ο λέγων αυτή δ ο ς μ ο ι π ι ε ί ν, αυτή θα του
εζητούσε, κ' εκείνος θα της έδιδεν ύδωρ ζων. Εκείνη εκύτταξε το
φρέαρ, εκατόν πόδας βαθύ, και άντλημα Αυτός δεν είχε. Πόθεν λοιπόν
είχε το ύδωρ το ζων; Μήπως Συ είσαι μεγαλείτερος από τον πατέρα ημών
Ιακώβ, όστις έσκαψε το φρέαρ τούτο και έπιεν εξ αυτού;
Ο πατήρ σας Ιακώβ έπιεν εκ του φρέατος τούτου και απέθανε· το ύδωρ,
το οποίον θα δώσω Εγώ, όστις πίη, δεν θα διψήση εις τον αιώνα. —
Κύριε, δος μοι από το ύδωρ αυτό, διά να μη διψώ, και να μην έρχομαι
καθημερινώς εις το φρέαρ.
Ο Κύριος είπεν αυτή: Ύπαγε, φώνησόν σου τον άνδρα. Αυτή ηναγκάσθη
τότε ν' απαντήση ότι δεν είχεν άνδρα. Και ο Κύριος, επιβεβαιών την
εξομολόγησίν της, έδειξεν ότι γνωρίζει ως καρδιογνώστης το μυστικόν
του εκλελυμένου βίου της: «Αληθώς είπας ότι ουκ έχεις άνδρα· πέντε
γαρ έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ».
Είδε τότε εκείνη ότι Προφήτης ήτο ενώπιόν της, αλλά συγχρόνως έδειξε
την κορυφήν του όρους Γαριζέν, και λέγει προς αυτόν: «Οι πατέρες ημών
εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και ημείς λέγετε ότι εν Ιερουσαλήμ
εστιν ο τόπος όπου δει προσκυνεί».
Εν συγκρίσει προς την νόθον λατρείαν των Σαμαρειτών ο Ιουδαϊσμός ήτο
αγνός και αληθής. Αλλ' όμως παρά τούτο εξέφερε προς αυτήν την ισχυράν
και αξιομνημόνευτον πρόρρησιν ότι έρχεται ώρα ότε οι αληθινοί
προσκυνηταί, ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιερουσαλήμ, αλλ' εν παντί
τόπω προσκυνήσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία.
Βαθέως τότε συνεκινήθη εκείνη, και είπεν ότι, όταν έλθη, ο Μεσσίας,
θα διδάξη πάντα ταύτα· και ο Κύριος είπε τότε την απλήν και φοβεράν
αλήθειαν: «Ο λαλών σοι Εγώ ειμι».
Η γέννησίς Του απεκαλύφθη το πρώτον διά νυκτός εις ολίγους ταπεινούς
και αφανείς ποιμένας· η πρώτη πλήρης και σαφής υπ' Αυτού αναγγελία
του αξιώματός Του ως Μεσσίου εγένετο πλησίον ερημικού φρέατος εν
μεσημβρία και προς αφανή εκ Σαμαρείας γυναίκα. Και προς την πτωχήν
ταύτην, την αμαρτωλόν και αμαθή ξένην εξηνέχθησαν λόγοι αθανάτου
σημασίας, προς τους οποίους όλαι αι μέλλουσαι γενεαί έμελλον να
τείνωσι τα ώτα με συνεχομένην πνοήν και γονυκλινείς.
Τις θα επενόει, τις θα εφαντάζετο απλώς πράγματα τόσον ανόμοια με
τους λογισμούς των ανθρώπων όπως αυτά;
Κ' εδώ η συνδιάλεξις διεκόπη· διότι οι μαθηταί, και μεταξύ αυτών κ'
εκείνος όστις τα διηγείται, επέστρεψαν προς τον διδάσκαλόν των.
Μακρόθεν είδον και εσκανδαλίσθησαν. Αυτός ο Ιουδαίος, αυτός ο Ρεββί,
να ομιλή με γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα και αμαρτωλήν! Και όμως
δεν ετόλμησαν τίποτε να είπουν ούτε να Τον ερωτήσουν. Το αίσθημα του
μεγαλείου Του, η αγάπη και η πίστις ην μόνη η παρουσία Του ενέπνευε,
επεσκίαζον πάσαν περιέργειαν.
Εν τω μεταξύ η γυνή έτρεξεν εις την πολίχνην και διηγήθη πάντα όσα
ήκουσε. Δεύτε ίδετε καρδιογνώστην. Μήτοι ούτος εστιν ο Χριστός;
Οι Σαμαρείται έτρεξαν έξω της πόλεως, κ' ενώ ούτοι επλησίαζον, οι
μαθηταί προέτρεπον τον Κύριον να φάγη, διότι παρήλθεν η μεσημβρία,
και είχε κουρασθή πολύ. Αλλ' η πείνα εθεραπεύθη εν τη εξάρσει του
κηρύγματός Του. Έχω βρώμα φαγείν, είπεν, ό υμείς ουκ οίδατε. Τάχα δεν
ενόησαν ότι από παιδός δεν είχε τραφή με άρτον μόνον; Αι Γραφαί των
ήσαν πλήρεις ζωντανών μεταφορών, και όμως δεν ηδύναντο να εξαρθώσιν
εις ανωτέραν έννοιαν, και η μόνη ερμηνεία των ήτο ότι κάποιος Του
έδωκε να φάγη. Πόσον σκληρόν πρέπει να ήτο δι' Αυτόν το να ευρίσκη
συνεχώς μεταξύ των ιδίων εκλεκτών Του τοιαύτην ανικανότητα εις το
κατανοείν! Αλλά δεν είχεν ανυπομονησίαν Αυτός ο πράος και ταπεινός τη
καρδία. «Εμόν βρώμα, είπεν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πέμψαντός Με, και
τελειώσω Αυτού το έργον».
Η συνομιλία των ελθόντων τότε Σαμαρειτών τους έπεισε πολύ βαθύτερον ή
όσον η διήγησις της γυναικός ότι Αυτός ήτον ο Σωτήρ του Κόσμου.
Ευμενώς δεχθείς την αίτησίν των έμεινε παρ' αυτοίς μετά των μαθητών
Του επί δύο ημέρας. Η δε διδασκαλία των δύο τούτων ημερών μεγάλως
συνετέλεσεν εις την ύστερον επιστροφήν των Σαμαρειτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'
Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι
«Οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». — Μία ιουδαϊκή Συναγωγή. — Ο λόγος του
Ιησού. — Η μανία των Ναζαρηνών. — Διαφυγή του Ιησού και αναχώρησις
από την Ναζαρέτ.
Μέχρι τούδε ηκολουθήσαμεν την χρονολογικήν οδηγίαν του κατά Ιωάννην
Ευαγγελίου, εδώ δε διά πρώτην φοράν συναντώμεν το δύσκολον ζήτημα
περί της ορθής χρονολογικής τάξεως τον συμβεβηκότων εν τω κηρύγματι
του Κυρίου.
Πληθύς συγγραφέων εις όλα τα χριστιανικά έθνη αφιέρωσαν έτη, τινές εξ
αυτών όλην την ζωήν των, εις την λύσιν του ζητήματος τούτου, και
ακόμη το ζήτημα μένει άλυτον. Το επ' εμοί, θα προσπαθήσω να διηγηθώ
τα γεγονότα κατά την τάξιν εκείνην ήτις φαίνεται η πιθανωτέρα.
Η θεία έμπνευσις ήτις ωδήγει τους Ευαγγελιστάς εις την διήγησιν του
βίου του Χριστού ήτο οποία ήρχει διά να τους καταστήση ικανούς να
είπωσι παν ό,τι αναγκαίον διά την ειρήνην και την ευεξίαν των ψυχών
μας, αλλά πόρρω απέχουσα του να ευχαριστήση την περιέργειάν μας ή και
το ιστορικόν ενδιαφέρον μας. Ενταύθα δε υπάρχει και άλλη ένδειξις ότι
οι λογισμοί μας πρέπει να προσκολλώνται εις το πνευματικόν μάλλον ή
το υλικόν· εις τον Χριστόν όστις ζη εις τους αιώνας και είναι μαζύ
μας πάντοτε πολλώ μάλλον παρά εις τα εξωτερικά συμβάντα της
ανθρωπίνης εκείνης ζωής ήτις, κατά την θείαν βουλήν, υπήρξε το
όργανον της απολυτρώσεως του ανθρώπου.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι, μετά διήμερον διατριβήν
αναμέσων των ανοικτοκάρδων Σαμαρειτών της Συχάρ, ο Ιησούς απήλθεν εις
την Γαλιλαίαν, διότι Αυτός εμαρτύρησεν ότι προφήτης ου τετίμηται εν
τη πατρίδι αυτού. Προσθέτει δε ότι, ότε ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, οι
Γαλιλαίοι Τον εδέχθησαν, καθό ιδόντες όλα όσα έπραξεν εν Ιερουσαλήμ
κατά την εορτήν. Και λέγει, ευθύς ύστερον, ότι ο Ιησούς ήλθε πάλιν
εις Κανά της Γαλιλαίας όπου εθεράπευσε τον υιόν του άρχοντος.
Ο σκοπός του Ιωάννου δεν ήτο να ενδιατρίψη επί της διδασκαλίας της εν
Γαλιλαία, ήτις ιστορήθη ήδη υπό τον συνοπτικόν, τουτέστι τον τριών
άλλων Ευαγγελιστών. Από το Ευαγγέλιον του Λουκά λαμβάνομεν την
πληρεστέραν γνώσιν περί της περί πρώτης δημοσίας πράξεως του Κυρίου
ημών εις την ιδίαν πατρίδα του.
Φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν διηυθύνθη από Συχάρ εις Ναζαρέτ. Καθ' οδόν
εδίδασκεν συνεχώς, εν μέσω του γενικού θαυμασμού και της αποδοχής,
εις τας Συναγωγάς της Γαλιλαίας. Ούτω έφθασεν εις Ναζαρέτ, και κατά
το σύνηθες αυτώ από της παιδικής ηλικίας, εισήλθεν εις την Συναγωγήν
εν Σαββάτω.
Υπήρχε μόνον μία Συναγωγή εις την πολίχνην, και πιθανώς ωμοίαζε καθ'
όλα, εκτός κατά το πενιχρόν της προσόψεως και της κατασκευής, προς
τας Συναγωγάς των οποίων βλέπομεν τα ερείπια εις Τελ Χουμ και Ιρβίδ.
Ήτο απλώς ορθογώνιος στοά μετά τινος εκ στύλων προπυλαίου, με το
αγιαστήριον βλέπον προς τα Ιεροσόλυμα. Εδώλια υπήρχον από την μίαν
πλευράν διά τους άνδρας, από την άλλην, όπισθεν δρυφάκτου, διά τας
γυναίκας, αίτινες εκάθηντο εκεί βαθύπεπλοι. Εις έν άκρον υπήρχε το
ομοίωμα της κιβωτού, το οποίον περιέκλειε τας Ιεράς Γραφάς· και εις
το πλάγιον υπήρχε το αναλόγιον διά τον αναγνώστην ή κήρυκα. Εις τας
πρώτας έδρας εκάθηντο οι πρεσβύτεροι, προεξήρχε δε αυτών ο
αρχισυνάγωγος, και κατώτεροι τον βαθμόν υπήρχον ο βιβλιοφύλαξ, ο
ιεροφύλαξ και οι διάκονοι της Συναγωγής.
Η ακολουθία και η προσευχή η εν τη Συναγωγή ωμοίαζε με την των
προτισταντικών εκκλησιών των ημερών μας. Μετά τας προσευχάς, δύο
περικοπαί ανεγινώσκοντο πάντοτε, μία από την Πεντάτευχον και μία από
τους Προφήτας. Επειδή δε δεν υπήρχον χειροτονημένοι λειτουργοί όπως
διεξάγωσι τας ακολουθίας, διότι το αξίωμα των ιερέων και των Λευιτών
ήτο όλως διάφορον εν Ιερουσαλήμ, τα αναγνώσματα ταύτα ηδύναντο όχι
μόνον να γείνωσιν από πάντα αρμόδιον όστις θα εζήτει άδειαν από τον
αρχισυνάγωγον, αλλ' ο αναγινώσκων ηδύνατο και να προσθέση το σχόλιόν
του.
Η ανάγνωσις της περικοπής της εκ των βιβλίων του Μωυσέως φαίνεται να
είχε τελειώσει όταν ο Ιησούς ανέβη τας βαθμίδας του αναλογίου. Ο
βιβλιοφύλαξ τότε ενεχείρησεν Αυτώ τον τόμον ή κύλινδρον, εφ' ου ήτο
γεγραμμένη η προφητεία του Ησαΐου, και ο Κύριος ήρχισε ν' αναγινώσκη
το γνωστόν κεφάλαιον.
«Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς
απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τη καρδία, κηρύξαι
αιχμάλωτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν...»
Όλη η Συναγωγή ητένιζεν εις Αυτόν. Ο Χριστός εν πνεύματι τρυφερότητος
εσταμάτησε προ της εκφράσεως, «ημέραν ανταποδόσεως του Θεού ημών»,
και τελευταίας απήγγειλε τας λέξεις, «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου
δεκτόν». Είτα ετύλιξε πάλιν τον κύλινδρον και τον απέδωκεν εις τον
βιβλιοφύλακα, και, ως έθιστο μεταξύ των Ιουδαίων, εκάθισε να εκφωνήση
την διδαχήν Του.