Έπειτα βρισκόταν εκεί κατιτίς άλλο ακόμα. Ένα μικρό κομό βαμένο με

σκούρο βερνίκι· είτανε μια φορά του Σβεν κ' είχε τη μικρή ιστορία

του, γιατί πρωτήτερα είτανε του μπαμπά κ' είχε ανοιχτοκίτρινο χρώμα.

Από τότε όμως, που το πήρε ο Σβεν, βάφηκε με το νέο χρώμα του. Τώρα

στα τρία συρτάρια του κομού βρίσκονταν όλα τα πράματα που θυμίζανε το

μικρόν και δεν έπρεπε να είναι σκορπισμένα. Εκεί είτανε φυλαγμένο το

τελευταίο πουκαμισάκι του και το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες, που

φόρεσε. Εκεί είτανε τα μικρά του τετράδια με τα τραγούδια, η

τελευταία λευκή καλοκαιρινή φορεσιά του με την όμορφη γαλάζια κορδέλα

κι ο φιόγγος με τα ίδιο χρώμα στο λευκό κασκέτο. Εκεί είτανε

φυλαγμένα τα μικρά χρωματιστά παπούτσια και τα βιβλία του μικρού

Σβεν. Εκεί είταν ακόμα και το βιβλίο του μπαμπά για τα μεγάλα

αδέρφια, το αντίτυπο που είχε δώσει της μαμάς κ' έπειτα το πήρε για

δικό του ο Σβεν όταν τον παρακάλεσε να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το

Νέννε.

Αυτή είταν η κάμαρα του Σβεν και δω είτανε το άδυτο της Έλσας. Κάθε

βράδι έμπαινε κει και κάθε πρωί καθότανε κει, πριν μιλήση με κανέναν

άλλον. Ποτέ δεν είταν τόσο ευτυχισμένη παρά όταν πήγαινε κι ο μπαμπάς

εκεί κ' έμενε μαζί της.

Εκεί κατοικούσε κι ο Σβεν και τι ομιλίες γινόντανε κει δεν το ξέρει

κανένας. Κι όταν ακόμα διηγόταν η Έλσα κάτι από αυτές, εκείνο που

έλεγε δεν είτανε τίποτε μπροστά στα λόγια, που άλλαζε κει μέσα με τον

κόσμο του αγνώστου.

— Δεν το πιστεύεις αυτό, μου είπε μια μέρα. Εγώ όμως το αιστάνουμαι.

Με κοίταξε με μεγάλα, ξαφνισμένα μάτια:

— Δεν μπορείς να πιστεύης, όπως πιστεύω εγώ Γιατί έχεις κιόλας

κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό, είπε. Εγώ όμως το ξέρω και δεν έχω

κανένα δισταγμό.

Μια ανάμνηση ξύπνησε μέσα μου, η ανάμνηση της ώρας, που μου

παραπονέθηκε πως την έκαμα να χάση την πίστη, που είχε στην

πραγματικότητα την έξω από το αισθητό. Ένοιωσα πως τώρα χρειαζότανε

την πίστη της, πως τη χρειάστηκε πάντα, πως η πίστη αυτή είτανε τόσο

βαθιά δεμένη με το βαθήτερο είναι της και πως ίσως θα είχε υποφέρει

λιγότερο, αν δεν της κλονιζότανε ποτέ η πίστη αυτή. Το ίδιο ήξερα και

γω πως δεν έχασα ποτέ ολότελα την πίστη προς κάποια συνέχεια μετά το

θάνατο. Προσπάθησα βέβαια να κάμω με τη λογική τη σκέψη αυτή αδύνατη

μπροστά στα μάτια μου. Μα ίσως το έκαμα με την ελπίδα πως ίσια ίσια

αυτή η προσπάθεια θα μ' έφερνε στο τέλος στην πεποίθηση για το

αντίθετο. Η πεποίθηση αυτή δεν ήρθε ποτέ, με το πέρασμα όμως των

χρόνων εκείνο που πίστευα για τη μελλόμενη ζωή έπαθε κάποια αλλαγή. Η

ιδέα της αθανασίας είτανε κ' έμεινε για με εννοείται μονάχα μια

πιθανότητα, όμως λίγο λίγο πήρε τη μορφή ενός κάτι αχνού κι απαλού,

που το πλησίαζα δίχως να γνωρίζω καλά καλά πώς. Βήμα με βήμα ένοιωσα

να μεγαλώνη μέσα μου η πιθανότητα μιας τέτοιας πεποίθησης κι όσα

δοκίμασα τα τελευταία χρόνια θρέψανε στο αίστημά μου την πιθανότητα

αυτή, που το λογικό μου δεν μπορούσε ούτε να την παραδεχτή ούτε να

την αποκρούση.

Ταυτόχρονα μου φαινότανε σα να έμενα μόνος σε όλα αυτά και σαν η

γυναίκα μου να μην ήθελε ή να μην μπορούσε να δη τι γινότανε μέσα μου

σ' αυτό το ζήτημα. Όταν όμως μου είπε αυτά τα λόγια: «έχεις κιόλας

κάποιο δισταγμό αν είναι δυνατό», τότε είδα καθαρά πως με παρανοούσε,

γιατί δεν είχα πει ο ίδιος τίποτε. Πώς μπορούσα να σωπαίνω για όλα

αυτά; Πώς μπορούσα να ξεχάσω πως όσα είχα να πω αληθινά γι' αυτό το

πράμα θα 'της δίνανε δίχως άλλο τη μεγαλήτερη ευτυχία; Θέλησα να

διωρθώσω μεμιάς το σφάλμα μου και γι' αυτό της θύμησα την ημέρα που

είπε πως ήθελε να πιστεύη, να στοχάζεται και να ζη όπως εγώ.

— Θέλω να το μάθης μια φορά, είπα. Περάσανε από τότε χρόνια. Ποτέ

όμως δεν απαίτησα από σε κάτι παρόμοιο. Ποτέ δε θέλησα ναλλάξης κάτι

μέσα σου για χάρη μου. Την ιδέα αυτή σου την έδωσε η αγάπη σου κι όχι

εγώ.

Κοίταξε μπροστά της σα να ψηλαφούσαν οι στοχασμοί της να βρούνε κάτι

στο μακρινό περασμένο.

— Νομίζω πως εσύ ήθελες να γίνω σαν εσένα, είπε.

— Ποτέ, απάντησα, ποτέ δεν πεθύμησα τέτοιο πράμα. Ήθελα να μπορούσα

να μιλώ μαζί σου για όλα όσα στοχαζόμουνα κ' αιστανόμουνα. Μα

πιθυμούσα να έκανες και συ το ίδιο απέναντί μου. Ένοιωσα πάντα λύπη

γιατί δεν το έκανες.

Είδα πως σ' όλα αυτά είτανε κάτι που τη βασάνιζε περσότερο παρότι

μπορούνε να το πούνε λόγια. Μα δε μάντεψα τι είτανε.

— Νόμιζα πάντα πως ήθελες να είμαι όμοια με σένα, είπε. Έτσι νόμιζα

και το είπα και σ' άλλους. Όταν πίστευα πως δεν μπορούσα να μιλώ μαζί

σου, μιλούσα με ξένους.

Το τελευταίο το πρόστεσε μ' έναν τόνο, σα να πρόφερε κάτι που την

αηδίαζε και σα να ντρεπότανε γι' αυτό.

— Πώς μπορούσα να σε παρεξηγήσω τόσο; είπε.

Κ' ενώ αγκάλιασε τον ώμο μου, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε:

— Δε θυμώνεις που με βλέπεις να πηγαίνω μέσα στο Σβεν;

— Να θυμώσω;

Θα την είχα κοιτάξει βέβαια με ξαφνισμένη έκφραση, που δεν μπορούσε

να παρανοηθή. Γιατί δε ρώτησε τίποτε πια. Χωρίς να προφέρη λέξη

γύρισε και πήγε στη μικρή κάμαρα του Σβεν. Έμεινε πολλή ώρα εκεί κι

όταν ξαναγύρισε, είδα πως είχε κλάψει, όχι όμως από θλίψη.

Εκεί όμως που καθόμουνα μόνος και την περίμενα, συλλογίστηκα πως δεν

είχε ανοίξει ποτέ μπροστά μου την πόρτα της μικρής κάμαρας και να μπη

μέσα να κάμη την προσευχή της. Κ' ήξερα κιόλας πως ποτέ άλλη φορά από

την ημέρα που πέθανε ο Σβεν δεν είχα έρθει τόσο κοντά της, όπως τώρα.

8

Γιατί να μην εξακολουθήσουν όλα όπως αρχίσανε; Γιατί ήρθε κείνο που

δεν το φοβόμουνα και μεγάλωσε κ' έγινε για μένα και για τους δικούς

μου μια δύναμη περσότερο επικίντυνη παρά καθετίς άλλο, που είχα

φοβηθεί προτήτερα; Μπορούσε να ρωτήση κανείς ακόμα γιατί δεν

έρχουνται όλα όπως τα θέλει ο άνθρωπος ή γιατί δεν είναι στο χέρι του

να γυρίση την εξέλιξη της ζωής όπως τη θέλει;

Με όλη τη μεταξύ μας τρυφερότητα και συνεννόηση υπήρχε αυτή την εποχή

ανάμεσα εμέ και της γυναίκας μου κάτι που μας χώριζε. Δεν ερχότανε

από θεωρητική διαφορά στις γνώμες. Δεν είταν ακόμα τέτοιας φύσης, που

να μας εμποδίζη να είμαστε πάντα μαζί και να χαίρεται ο ένας τον

άλλον. Είταν απλούστατα μια διαφορά στον τρόπο που έπαιρνε ο καθένας

μας ό,τι έγινε κι ό,τι γινότανε μεταξύ μας. Για την Έλσα όλα αυτά

είταν ένας αποχαιρετισμός, καθώς πλησίαζε πάντα περσότερο να περάση

εκείνα τα σύνορα, οπόθε δεν ξαναγυρνά κανένας. Εμένα μου φαινότανε σα

μάταια ελπίδα πως θα ξανάρχιζε πάλι η ζωή μας και πως η γυναίκα μου

θα ξαναγύριζε σε με, σε όλους μας, στη ζωή την ίδια.

Απ' όλα όσα γίνανε και που πολλά απ' αυτά μου φαινόντανε τότε

σκοτεινά κι αξήγητα, ένοιωσα πως αυτά είταν η εξήγηση της μοίρας της

και της δικής μου και θα είχα απελπιστεί, αν τα έβλεπα τότε όλα τόσο

καθαρά, όσο τα βλέπω τώρα. Εγώ δηλαδή πιθυμούσα από μέρος μου να

παραιτήση η γυναίκα μου τους στοχασμούς του θανάτου και να ξαναπάρη

χάρη μου το δρόμο της ζωής, όπου φαινότανε σα να σταμάτησε παράλυτη

όταν χάθηκε ο Σβεν. Εκείνη πάλι ήθελε να μπορούσα να δω καλά πως είχε

κάμει αγύριστα πια ένα βήμα προς τον άλλον κόσμο από την ημέρα που

έφυγε ο άγγελος της, όπως τον έλεγε. Πιθυμούσε να το εννοήσω βαθιά

πως το μόνο χρέος μου είτανε να στέκω στο πλευρό της σα φίλος και να

της κρατώ το χέρι μοιράζοντας πάντα μαζί της το συναίστημα του

σκοταδιού, που θαρχότανε και που το ποθούσε κ' η ίδια. Αγαπούσε τόσο

βαθιά ο ένας τον άλλο μας, ώστε δεν ήθελε κανένας μας να παραιτήση

τόνειρο που είχε να δη το στοχασμό του άλλου σύμφωνο με το δικό του.

Γι' αυτό δεν μπορούσε κανένας μας ναφήση τον άλλον νακολουθά το δρόμο

του και να δεχτή καρτερικά τον κλήρο της ζωής, που λέγεται απομόνωση.

Γι' αυτό δεν μπορούσε να μην αιστάνεται καθένας μας μια πίκρα όταν

έβλεπε πως ψεύτιζε η ελπίδα του. Γι' αυτό αιστανόταν εκείνη τον κόπο

που έβαζα να τη φέρω εκεί όπου δεν ήθελε, γι' αυτό αιστανόμουνα εγώ

την αντίστασή της και γι' αυτό η ζωή μας όλη είτανε κυριολεχτικά ένας

αγώνας για την αγάπη κ' ένας αγώνας για τη ζωή και για το θάνατο.

Είχα ζήσει τόσον καιρό κάτω από τον ίσκιο του θανάτου, ώστε δεν το

νόμιζα πια δυνατό πως θα μου είτανε δοσμένη άλλη τύχη. Συνήθισα με

την κατάστασή μου, όπως ο χρόνια άρρωστος με τους πόνους του. Ο

ίσκιος δεν ερχότανε μόνο από το μικρόν, που χάθηκε, μα κι από κείνη,

που ήθελε να τον ακολουθήση. Δεν ερχότανε μόνο από κείνο, που αφήσαμε

πίσω, μα μας πρόσμενε και σε κείνο, που είτανε μπρος μας. Οι δυο

ίσκιοι σμίγανε στο σημείο του δρόμου της ζωής, όπου είμαστε τώρα

φτασμένοι. Οι δυο ίσκιοι ζώνανε ολάκερη τη ζωή μου και το σφάλμα μου

είτανε πως δεν μπορούσα να πάρω τον ήλιο από τον ουρανό, για να διώξω

τον έναν από τους ίσκιους.

Αυτό είταν το σφάλμα μου κ' η αυταπάτη μου. Γιατί δεν έβλεπα με

ανοιχτά μάτια. Δεν άκουγα με αυτιά που ακούγανε. Έβλεπα μόνο τον πόθο

μου, άκουγα μόνο τη φωνή του ονείρου μου, που νοσταλγούσε τη ζωή. Κι

ωστόσο ήξερα πως μόνο στο μύθο μπορεί η θέληση ενός ανθρώπου να

ξαναφέρη τους νεκρούς στη ζωή. Ναι, ακόμα κι ο μύθος θεωρεί σαν

αμάρτημα κατά των θεών το πως ο άνθρωπος εκείνος θέλησε να κάμη κάτι

υπεράνθρωπο και τον βάζει να κοιτάξη πίσω στο βασίλειο των ίσκιων,

μόνο και μόνο για να ξαναβυθιστή στη νύχτα του Άδη εκείνη που για

χάρη της δοκίμασε να κάμη το αδύνατο.

Η άνοιξη έφτασε αργά αυτόν το χρόνο, η άνοιξη, που την πρόσμενα σα

λυτρωτή, φαινότανε σα μην ήθελε ναρθή διόλου. Τραχειά και κρύα έμενε

η γις, γυμνά γέρνανε τα κλαδιά των δέντρων μπρος στα παράθυρά μας από

τον παγερό άνεμο. Ο Απρίλης έβγαινε κ' οι σωροί το χιόνι στενόντανε

σαν πύργοι ακόμα κι αν κάπου έλαμπε ο ήλιος, ο βοριάς πάγωνε τον αέρα

με τα ρεύματα που έφερνε από το βοθνικό κόλπο.

Την εποχή αυτή ήρθε ένα κρυολόγημα και ξαναέρριξε τη γυναίκα μου στο

κρεβάτι. Έμεινε αρκετές βδομάδες στο κρεβάτι και τις βδομάδες αυτές

τις περάσαμε με φόβους. Πάλι κυρίεψε η σιγή το σπίτι. Πάλι τα παιδιά

και γω καθόμαστε αμίλητοι στο τραπέζι, όπου έμενε άδεια η θέση της.

Πάλι σωπάσανε οι φωνές σ' όλο το σπίτι και πάλι ήρθε η αρρώστεια και

μας έκοψε τις ελπίδες.

Ανέλπιστα όμως έγινε καλήτερα η γυναίκα μου. Το καλητέρεμά της

προχωρούσε αργά κ' η δύναμή της είτανε λίγη. Δεν περιγράφεται πόσο

παράξενο μας είταν αυτό το νέο ξύπνημα στη ζωή, που κανείς δεν το

περίμενε. Ωστόσο είτανε πραγματικότητα κι όταν τώρα καθόμουνα στο

γραφείο μου κάτω στο ισόγειο κι όλο το σπίτι είτανε βυθισμένο στην

ησυχία, μπορούσα να ξαναπλάθω πάλι όνειρα για το καλοκαίρι.

Και το πιο παράξενο απ' όλα! Δεν έπλαθα μόνος εγώ τέτοια όνειρα. Το

πέρασμα της τελευταίας αρρώστειας της γυναίκας μου, σα να μην είτανε

μόνο ένα ξαναγύρισμα της σωματικής υγείας της, τον καιρό αυτό

δοκιμάσαμε κάτι, που έδειξε πως θα διόρθωνε όλα τα περασμένα. Η

γυναίκα μου άρχισε να παίρνη μέρος σ' όλα τα όνειρά μου, άρχισε να

ποθή να ζήση μαζί μου. Μου φερνότανε, όπως δε μου φέρθηκε ποτέ από

την ημέρα, που βάλαμε το Σβεν ναναπαυτή. Είταν ακόμα αδύνατη και δεν

μπορούσε να μιλά πολύ. Μπορούσε όμως νακούη ό,τι της έλεγα. Ήξερε πως

ήρθε η άνοιξη και χαιρότανε για τανοιξιάτικα άνθη, που είτανε στο

τραπέζι της.

— Τι ευτυχισμένοι που σταθήκαμε, Γιώργο, είπε. Τι ευτυχισμένοι που

σταθήκαμε.

Πρόφερε τα λόγια αυτά με τον τόνο του πιο μεγάλου πόνου. Κ' έκλεισε

τα μάτια κι από τα βλέφαρά της τρέξανε δάκρια.

— Θα ξαναγίνουμε άλλη μια φορά ευτυχισμένοι, είπα και πήρα τα λόγια

της σα μιαν υπόσχεση.

— Ναι, ναι, αποκρίθηκε γοργά. Το καλοκαίρι.

Με άκουγε κει που της μιλούσα για τις χαρές της νιότης μας και για τα

νησιά, που μας είτανε το πιο αγαπημένο μέρος για το καλοκαίρι.

— Θα πηγαίνουμε τριγύρω στα νησιά με τη βάρκα και θα κάνουμε

θαλασσινούς περίπατους με το βραδινό αεράκι, είπε.

Και σα να την ταράξανε δυσάρεστες ανάμνησες, φώναξε:

— Πρέπει να τα ξεχάσης και να μην τα ξανασυλλογιστής όσα σου είπα τα

τελευταία χρόνια. Είμουνα τόσο παράξενη και δεν ένοιωθα η ίδια τον

εαυτό μου. Συχνά, πολύ συχνά μου φαινότανε σα να μιλούσε κάποιος

άλλος με το στόμα μου, χωρίς να μπορώ να τα εμποδίσω. Έπρεπε όλο να

μου δίνης εσύ και γω να παίρνω μόνο. Μα τώρα θαλλάξη το πράμα. Φτάνει

μόνο να γίνω καλά.

Την ησύχασα και την παρακάλεσα να μη μιλά πολύ. Είμουνα παραπολύ

ευτυχισμένος και δεν μπορούσα να πω περσότερα.

— Ναι, ναι, είπε. Σώπαινα σε σένα και μιλούσα σ' άλλους. Και ποιοι

είναι αυτοί οι άλλοι; Άνθρωποι μωροί, που δε νοιώθουνε τίποτε.

Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε. Έμεινα άφωνος κοντά της και την

κοίταζα. Είχε ξαναπάρει σχεδόν την ίδια έκφραση που είχε όταν είταν

κόρη και για πρώτη φορά την είδα να κοιμάται ακόμα, όταν ξύπνησα. Από

τα μάτια μου πέσανε βαρειές στάλες χαράς κ' ενώ έξω στην τραχειά τις

στρωνότανε το απριλιάτικο χιόνι, αιστάνθηκα πως άρχισε να μου

ξεπαγώνη η καρδιά.

10

Η γυναίκα μου σηκώθηκε από το κρεβάτι, είτανε μαζί μας πάντα και δεν

είχε άλλο στοχασμό παρά πώς να μας κάνη ευτυχισμένους και να νοιώθη

πως χαιρόμαστε που ξαναήρθε στη ζωή.

Ω, πώς τις συλλογίζουμαι τώρα τις λίγες αυτές βδομάδες, που δεν την

έβλεπε κανένας άλλος από μας! Και πώς μπορέσανε να σβήσουνε μέσα στο

νου μου όλα όσα περάσανε! Μπροστά στην άφωνη ευτυχία τους δε

λογαριάζεται όλη η ανησυχία κ' η θλίψη, που δοκιμάσαμε προτήτερα. Όλα

όσα είπαμε τα έχω σημειωμένα και φυλαγμένα στη μνήμη μου. Ό,τι δεν

ειπώθηκε κ' είτανε μεγαλήτερο από ό,τι δίνει πάντα η ζωή, αυτό

κοιμάται στην ψυχή μου και μου δίνει τον κυρίαρχο τόνο της ζωής, που

δίχως του δε θα μπορούσα να την υποφέρω. Αυτές οι μέρες, που ήρθανε

τώρα, σβήσανε κάθε ανησυχία, κάθε δισταγμό και δυσπιστία μέσα μου.

Γιατί είχα δυσπιστήσει σ' αυτή, είχα δυσπιστήσει στην αγάπη της, αφού

δεν άφινε να τη φέρω από τα θάνατο στη ζωή, για να ζήση μαζί μου.

Τώρα έπαψε πια η αντίστασή της. Το αιστανόμουνα κάθε στιγμή που

καθόμουνα κοντά της, σε κάθε λόγο που μου μιλούσε. Είτανε σαν η

αρρώστεια να τα σάρωσε όλα μέσα της και σα να ξαναγύρισε η Έλσα

καθαρισμένη κ' εξαγνισμένη. Όλη η προσωπικότητά της γύρισε πίσω και

μπορούσα να κάθουμαι ώρες και να χαίρουμαι την όψη της, που έγινε

απαράλλαχτη όπως είταν πριν.

— Τα θυμάσαι ακόμα που σου είπα πως πρέπει να χωριστούμε; είπε μια

μέρα.

Έπρεπε να συλλογιστώ για να θυμηθώ πως τα είπε κάποτε. Κι όταν τέλος

τα θυμήθηκα, της είπα πως είχα λησμονήσει τα λόγια της, όπως λησμονεί

κανείς τα λόγια ενός που έχει πυρετό.

— Ό,τι είπα το πίστευα, ξακολούθησε με ζωηρότητα. Νόμιζα πως ήθελες

να με βιάσης σε κάτι. Κ' έπειτα σε λυπόμουνα τόσο πολύ. Υπόφερες τόσο

πολύ, περσότερο από μένα. Πρέπει να ξέρης όμως πως είμουνα τόσο

άρρωστη, πολύ άρρωστη, ώστε δεν μπορούσα να συλλογιστώ άλλο τίποτε

από τον εαυτό μου. Ω, είναι σα να ξαναξύπνησα πάλι!

Έπιασε το κεφάλι της μ' ένα κίνημα που έδειχνε κάπως ανησυχία, κάπως

ευτυχία. Και πρόστεσε:

— Αν όμως πεθάνω μια μέρα, πήγαινε στον κομμό του Σβεν. Απάνω απάνω

εκεί θα βρης ένα γράμμα. Μα δεν πρέπει να το διαβάσης προτήτερα.

Γιατί ξέρω πως σε λίγο θα πεθάνω κι όταν πεθάνω, θα πεθάνω το ίδιο

σαν το Σβεν.

Πόσες φορές την άκουσα να μιλή τέτοια λόγια και πόσες φορές δε με

κάμανε τα λόγια αυτά νανατριχιάσω ως το κόκκαλο! Τώρα περάσανε σιμά

μου χωρίς να μου αφήσουνε σημάδι, σα να μην είχανε ειπωθεί. Τα πήρα

σαν τα τελευταία κύματα έπειτα από την τρικυμία, σαν την τελευταία

αλαφρή φουσκοθαλασσιά έπειτα από την ταραχή του πελάγου. Χαμογέλασα

με τη βεβαιότητα του νικητή, που την ξανακέρδισε πάλι, και την

κοίταξα στα μάτια κ' είπα:

— Τώρα όμως θέλεις να ζήσης;

— Ναι, είπε. Θέλω να ζήσω για σένα και για τα παιδιά. Και για να μη

λησμονήσω ποτέ το Σβεν.

Την ημέρα αυτή περπάτησε στον κήπο στηριγμένη απάνω μου. Τα πόδια της

είταν ακόμα αδύνατα κ' αιστανόμουνα το βάρος της να πέφτη όλο απάνω

μου, είμαστε όμως χαρούμενοι σαν παιδιά κ' η Έλσα γελούσε με τον

εαυτό της, που δεν μπορούσε να περπατήση καλά, γελούσε μ' ένα κάπως

άρρωστο, μα βαθιά ευτυχισμένο γέλιο, έτσι που μου έκανε χαρά, που

μπορούσα και τη στήριζα.

— Πόσο ξαναείμαι τώρα ευτυχισμένη, Γιώργο, είπε όταν γυρίζαμε πάλι

σπίτι. Και πρέπει να γίνης και συ.

Έπειτα την ανέβασα στη σκάλα. Πριν όμως μπη στην κάμαρά της θέλησε να

δη την κάμαρα των παιδιών. Στάθηκε κάμποση ώρα μαζί μου και κοίταζε

κει μέσα όλα, σα να είχανε ξανανιωθεί στο διάστημα που είταν άρρωστη.

— Κι αυτά θα υποφέρανε, είπε. Δεν είμουν άξια για τίποτε. Μα τώρα θα

πάη καλήτερα.

Η νοσοκόμα την έβαλε στο κρεβάτι κι όταν τα παιδιά, που παίζανε όξω,

γυρίσανε στο σπίτι, τα φώναξε με την ψιλή, αδύνατη φωνή της — την

τόσο διαφορετική από την προτητερινή της βαθειά και δυνατή φωνή —

ναρθούνε μέσα να της διηγηθούνε τι κάμανε όξω και πως διασκεδάσανε.

Και κείνα αρχίσανε να λένε τόσα πολλά, που μερικές στιγμές δοκίμασα

να τους πω να πάψουνε. Μα μ' εμπόδισε. Κ' ενώ εκείνα μιλούσανε,

ξαπλωμένη αυτή τα κοίταζε οληώρα κι άκουγε τι λέγανε σα να

χρειαζότανε καιρό για να νοιώση πως όλα όσα έβλεπε κι άκουγε είταν

πραγματικότητα κι όχι φαντάσματα. Έπειτα τα πήρε κοντά της και τα

καλονύχτισε μ' ένα φιλί.

— Τώρα θα γίνω γλήγορα καλά, είπε. Κι άμα έρθη το καλοκαίρι, ο

μπαμπάς θα μας φέρη έξω στα νησιά. Δε χρειάζουμαι να ξέρω πού. Αυτός

ξέρει και τα ταχτοποιεί τόσο καλά για όλους μας.

Μ' ένα αλαφρό, ευτυχισμένο χαμόγελο έκλεισε τα μάτια και ξαπλώθηκε

καλά για ναποκοιμηθή. Όταν όμως συνόδεψα όξω τα παιδιά, φόρεσα το

παλτό μου και κατέβηκα και περπατούσα στους ίδιους δρόμους του κήπου,

όπου είχαμε περπατήσει λίγη ώρα πριν με τη γυναίκα μου. Είταν ήσυχο,

ξάστερο ανοιξιάτικο βράδι με ψιλή παγωνιά.

11

Αυτές τις μέρες, χωρίς να μπορώ να το εννοήσω πώς και γιατί, μου ήρθε

συχνά στο νου το θαλασσινό ταξίδι, που κάμαμε με την Έλσα. Μου ήρθε

μαζί με την ανάμνηση του βωβού αγώνα, που έκαμα να την καταφέρω

ναγαπήση εκείνο που αγαπούσα και γω.

Κ' η ανάμνηση πως το κατώρθωσα κι ωστόσο δεν το κατώρθωσα μ' ερέθιζε

και μ' ανησυχούσε μαζί.

Μου ήρθε στο νου εκεί που μια από αυτές τις μέρες καθόμουνα και

κρατούσα το χέρι της γυναίκας μου και κείνη ακκουμπούσε το κεφάλι της

στον ώμο μου.

— Να είμαι τόσο μακριά από σένα! είπε ένα βράδι. Να είμαι τόσο

μακριά! Είμουνα γιατί νόμιζα πως ήθελες να μ' εμποδίσης να πάω να

βρω το Σβεν.

— Τώρα δεν τα θέλεις πια; είπα.

— Όχι, όχι, απάντησε. Τώρα θέλω να μείνω μαζί σου. Μου ήρθαν όμως

εκείνον τον καιρό τόσο άσχημες και μωρές ιδέες.

Η φωνή της έγινε όπως ενός παιδιού, που έκαμε κάτι κακό, και μ' έκαμε

να γελάσω όταν την άκουσα.

— Όχι, μη γελάς, ξακολούθησε. Γιατί είναι αλήθεια πως πίστευα πως δε

με νοιώθεις και το είπα μάλιστα. Μπορείς να με συχωρέσης;

Μιλούσε τόσο σοβαρά, που με συγκίνησε. Και για να μην την ερεθίσω

περσότερο, προσπάθησα να της απαντήσω μ' έναν τόνο όσο το δυνατά

φαιδρότερο:

— Αυτό είναι το μόνο κρίμα, που έχεις στη συνείδησή σου;

— Όχι, όχι, είπε· απέναντι σου όμως δε γνωρίζω άλλο.

Και ξακολούθησε, ενώ με πλησίασε περσότερο:

— Μα αυτό είναι το χειρότερο, που μπορούσα να πω και να στοχαστώ.

Γιατί γνωρίζω πως κανένας άλλος έξω από σένα δε μ' ένοιωσε. Κανένας

απ' όλους μ' όσους μίλησα όταν αιστανόμουνα τον εαυτό μου τόσο έρημο

και δυστυχισμένο και πίστευα πως θα συντριφτούν όλα μέσα μου.

Εκεί που λέει αυτά ανατριχιάζει και βάζει τα χέρι της στο μέτωπο.

— Τώρα πέρασαν αυτά, λέει. Κι όλα είναι τόσο ήσυχα και καθαρά. Μα

τώρα πρέπει να μάθης και κάτι άλλο ακόμα.

Κάθησε και με κοίταξε μ' ένα βλέμμα τόσο φωτεινό και βαθύ, σα να

ήθελε να με κάμη να δω το βάθος της ψυχής της.

— Πρέπει να μάθης ποιο είταν το χειρότερο απ' όλα, είπε. Όταν γύριζα

εδώ μέσα και συλλογιζόμουνα πως θα πέθαινα και θα πήγαινα κοντά στο

Σβεν και το συλλογιζόμουν αυτό έτσι, ώστε να νομίζω πως μου έφευγες

και συ κι όλα μου φεύγανε κ' η γις έμενε άδεια κ' έρημη — είχα τόσον

τρόμο, τόσο φοβερόν τρόμο. Γιατί πίστευα πως θαρχόμουνα στην ανάγκη

να το κάμω μόνη μου. Αυτό είτανε το χειρότερο απ' όλα. Μα τώρα ξέρω

πως δε θα χρειαστή να το κάμω ποτέ. Μου το έταξε ο θεός.

— Νομίζεις ωστόσο πως θα μου φύγης γλήγορα; είπα.

Ανατρίχιασα με τα λόγια μου κ' αιστάνθηκα πως λίγο έλειψε να μην

μπορέσω να τα προφέρω.

— Αυτό δεν το ξέρω, είπε και ξανακκούμπησε το κεφάλι απάνω μου. Ξέρω

μόνο πως δε θα το κάμω ποτέ μόνη.

Σώπασε και δε βρήκα και γω λόγο να της απαντήσω. Την κοίταξα. Είτανε

πάλι απαράλλαχτη όπως τα ευτυχισμένα χρόνια μας. Μου φάνηκε σαν

αβρότερη και νιότερη κ' η γαλήνη, που είχε απλωθεί στη θέση της

προτητερινής της ζωηρής ανησυχίας, έδινε σε κάθε κίνημά της μια

κάποια στοργή γεμάτη εμπιστοσύνη, που μου προξενούσε ευτυχία μαζί και

πόνο.

Όταν πήγε να κοιμηθή και μπήκα να την καλονυχτίσω, με κοίταξε με το

ίδιο φωτεινό και βαθύ βλέμμα, όπως και προτήτερα:

— Πρέπει ακόμα να λησμονήσης που σου είπα πως μου πήρες την πίστη

μου, είπε. Γιατί δε μου την πήρες. Εγώ μόνο το φαντάστηκα. Ω,

φαντάστηκα πολλά. Ζούσα μέσα σε μια φαντασία.

Το πρόσωπό της πήρε θλιβερή έκφραση κ' έφερε το χέρι στο μέτωπο για

να τη διώξη.

— Δε σου την πήρα βέβαια, της απάντησα. Είναι αλήθεια. Έπρεπε όμως

να είχα νοιώσει πως εκείνο που πίστευες σου είτανε πολύτιμο. Τόσο

πολύτιμο, που δεν έπρεπε να σε κάμω ποτέ να νομίσης πως είτανε δυνατό

να θέλω να σε φέρω σ' άλλους στοχασμούς.

Όλο το πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτίστηκε από φέγγος εσωτερικό και μ'

αδύνατη, κουρασμένη χαρούμενη φωνή μ' αγκάλιασε και με καλονύχτισε.

Έσβησα το φως κοντά στο κρεβάτι της κ' έφυγα σιγά από την κάμαρα. Η

καρδιά μου είτανε γεμάτη ευγνωμοσύνη για όλα όσα είπε. Είτανε σα να

μου έδωσε ένα θησαυρό να τον φυλάξω στην ανάμνηση.

Την ίδια στιγμή που συλλογίστηκα αυτό, είδα καθαρά πως άρχισα κιόλα

να τη γυρεύω στην ανάμνηση. «Θα τη χάσω», συλλογίστηκα. Και με

ξάφνισμα παρατήρησα πως τώρα μπορούσα να κάνω τη σκέψη χωρίς πίκρα,

μόνο γιατί τώρα την αιστανόμουνα τόσο κοντά μου, όπως ποτέ άλλη φορά.

«Δε θα πεθάνη», συλλογίστηκα έπειτα από μια στιγμή. «Θα ζήση». Και

παρατήρησα την αντιλογία στη σειρά των στοχασμών μου.

Κάθησα στην κάμαρά μου και προσπαθούσα να διαβάσω. Μα είμουνα πολύ

συγκινημένος, πολύ ευτυχισμένος για τον παράξενο πλούτο, που μου

έλαχε. Κι άξαφνα θυμήθηκα το καλοκαίρι που είμαστε στα δυτικά

ακρογιάλια κ' είδα τη γυναίκα μου τη στιγμή, που είχε στρήψει σε με

το πρόσωπό της από το παράθυρο όπου έστεκε και μ' έκαμε να αιστανθώ

πως κ' οι δυο είχαμε ενωθεί στην ίδια αγάπη προς την ατέλειωτη

θάλασσα, που δε γνωρίζει σύνορα. Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ

εκείνου που αιστάνθηκα τότε και κείνου που με γέμιζε τώρα μ' ευτυχία

κ' ελπίδα, και την ίδια στιγμή μου ήρθε στο νου πόσα χρόνια έθρεφα

τον πόθο της θάλασσας.

Σαν δράμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μια ανάμνηση, που την είχα

λησμονημένη πολύν καιρό. Ένα παιδί στέκει σ' έναν ψηλό βράχο και

κοιτάζει πέρα τη θάλασσα. Ο βράχος είναι απότομος και κάτω

αγριοβογγούν αφρισμένα τα κύματα. Το παιδί ξεκούμπωσε το φόρεμά του.

Το κρατεί τεντωμένο μετά δυο του χέρια, ώστε να είναι σαν παννί

πλοίου. Του φαίνεται θεϊκή χαρά να αιστάνεται πως αντιστέκεται στην

τρικυμία, που φοβερίζει να το γκρεμίση από το βράχο στη θάλασσα.

Απάνω στη χαρά του αυτή το ξαφνίζει μια φωνή, που κράζει τόνομά του

μέσα στον άνεμο. Δυο χέρια δυνατότερα από τα δικά του το αγκαλιάζουνε

και το παίρνουνε με τη βια από την επικίντυνη θέση κι από το θέαμα

της θάλασσας.

Το παιδί είμαι γω ο ίδιος και χαμογελώ μελαγχολικά με την ανάμνηση,

ενώ περνούν οι νυχτερινές ώρες χωρίς να το νοιώθω και κάθουμαι μόνος

και κοιτάζω σε κείνο, που μέλλει να γίνη. Τώρα το έχω φτάσει εκείνο

που πιθυμούσε το παιδί, μα η τρικυμία μ' έχει φέρει μακρήτερα από

ό,τι ήθελα. Τώρα ήθελα ή να ησυχάζανε τα στοιχεία ή κάποιος

δυνατότερός μου να μ' έβγαζε από τον κίντυνο, που δεν πίστευα ποτέ

πως θα τονέ φοβόμουνα.

Μα ταυτόχρονα γνωρίζω πως αυτό δε θα γίνη ποτέ. Και μ' ένα αίστημα

ντροπής και φρίκης συλλογίζουμαι τον πόνο της γυναίκας μου, που είναι

μεγαλήτερος από το δικό μου.

12

Λίγες μέρες ύστερα μου τηλεφωνήσανε από το σπίτι πως ήρθανε ξαφνικά

της γυναίκας μου δυνατοί σπασμοί. Το πράμα είτανε σοβαρό και με

παρακαλέσανε να γυρίσω γλήγορα στο σπίτι.

Την ίδια μέρα είχα αποχαιρετήσει το πρωί την Έλσα, πρι να φύγω για

την εργασία μου. Είτανε πρωτομαγιά και μιλήσαμε πως μπορούσαμε να την

κάμουμε να περάση ευχάριστα για τα παιδιά, όπως το συνηθίζαμε

προτήτερα. Στην αρχή μου είταν αδύνατο να φανταστώ πως είταν αληθινό

ό,τι έμαθα.

Όσο να έρθη η ώρα, που θάφευγε το τραίνο, πήγα κι αγόρασα λίγα φρούτα

κι άλλα πράματα, που χρειαζόντανε για τη χαρούμενη μέρα. Φυσικά θα

είναι περαστικό το πράμα, έλεγα με τον εαυτό μου εκεί που καθόμουνα

στο βαγόνι με τα πακέτα μου. Και για να περάσω γληγορότερα την ώρα,

άνοιξα τις εφημερίδες μου και θέλησα να διαβάσω. Στην αρχή το

κατώρθωσα, γιατί προσπάθησα να πάρω το πράμα όσο το δυνατό ησυχότερα,

ώστε να μη με κυριέψη η αγωνία, τουλάχιστο όσο είμουνα στα τραίνο. Μα

όσο περσότερο πλησίαζα στο σπίτι, τόσο περσότερο αιστανόμουνα πως

μόνο η ανησυχία μου είταν αφορμή σε ό,τι έκανα. Οι στοχασμοί μου δε

θέλανε νακολουθήσουνε τα μάτια, που γλυστρούσανε μηχανικά στις στήλες

της εφημερίδας, και γλήγορα παρατήρησα πως τα μάτια ζητούσαν άταχτα

τα δρόμο τους από τη μια στην άλλη στήλη. Δίπλωσα την εφημερίδα και

σαν κεραυνός με τράνταξε η σκέψη: «Πηγαίνεις σπίτι σου να βρης

εκείνο που φοβήθηκες. Δεν μπορείς ναρνηθής πως το φοβήθηκες πάντα.

Ποτέ δεν πίστεψες πως θα ζήση, Ήθελες μόνο να γελάσης τον εαυτό σου.

Τώρα σήμανε η ώρα και δεν την ξεφεύγεις».

Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου · 第 9 / 10 段