ρώτησα ποιος ήσουν. Ούτε δειλία, ούτε φόβο γνώριζα.
Σαν το ρέμα ήταν ορμητική η ζωή μου.
Πρωί πρωί, σα φίλος θαρρετός, με ξυπνούσες
και τρέχοντας, από λιβάδι σε λιβάδι ηλιόλουστο μ'
έσερνες.
Εκείνον τον καιρό δεν ανησυχούσα να γνωρίσω τη
σημασία των τραγουδιών που μούλεγες. Μονάχα η
φωνή μου επανελάβαινε τις μελωδίες κ' η καρδιά
μου με σκιρτήματα ακολουθούσε το ρυθμό τους.
Μα, τώρα που πέρασε ο καιρός των παιγνιδιών,
ποια είνε αυτή η ξαφνικιά οπτασία; — Το σύμπαν κι'
όλα τ' άστρα σιωπηλά και με βαθειά ευλάβεια, στα
θεία πόδια Σου κρατούν τα βλέμματά τους
χαμηλωμένα.
98
Θα στεφανωθής με τα στεφάνια της ήττας μου
που θάνε της νίκης Σου τα τρόπαια. Ανώτερο είνε
από τη δύναμί μου ν' αποφύγω την ήττα.
Ω, ναι! βέβαια προβλέπω την ήττα της αλαζονείας
μου. Ξέρω πως στον υπέρμετρον πόνο, η ζωή μου θα
ραγίση σα γυαλί, κ' η αδειανή καρδιά μου, σαν
κούφιο καλάμι, θα αναπέμψη μελωδικούς λυγμούς και
τα χαλίκια θα αναλύσουν σε δάκρυα.
Βέβαια, το ξέρω πως δε θα μείνουν για πάντα
κλειστά τα εκατό φύλλα του λωτού, αλλά θα
ξεσκεπάσουνε το μυστικό θησαυρό του μελιού του.
Ψηλά στον ουρανό ένα μάτι αγρυπνάει, ένα μάτι
που θα μου επιβάλη τη σιωπή. Όλα όσα έχω θα μου
παρθούν, όλα, και το ελάχιστο, και στα πόδια Σου,
θα βρω τον τελικό θάνατο.
99
Όταν απ' τα χαλαρωμένα χέρια μου ξεφύγη το
πηδάλιο της ζωής μου, θα ξέρω πως ήρθ' ο καιρός
να το κρατήσης Συ. Ό,τι είνε να γίνη τότε θα γίνη
στη στιγμή. Κάθε μου προσπάθεια μάταιη θε νάνε.
Τότε παραδώσου, ω καρδιά μου! Παραδέξου ατάραχα
την ήττα σου, και θεώρει το μεγάλη τύχη ν'
αναπαυθής, ήσυχα ήσυχα, εκεί που ευρέθης.
Στην ελαφρότερη πνοή του ανέμου, όλο και
σβύνουν τα φώτα αυτά. Στην προσπάθειά μου
να τ' ανάψω πάλι, όλο και λησμονώ κάθε άλλο
πράγμα.
Μα, τούτη τη φορά θα είμαι συνετός. Θ' απλώσω
το χαλί μου χάμω στη γη, τη νύχτα, και θα προσμένω.
Κι' όποτε θελήσης, Κύριέ μου, πλησίασε με το αθόρυβό
Σου βήμα. Έτοιμη θάνε η θέσι Σου.
100
Βυθίζομαι στα βάθη του ωκεανού των μορφών
με την ελπίδα να κερδίσω το τέλειο μαργαριτάρι του
Άμορφου.
Όχι πια ταξίδια από λιμάνι σε λιμάνι με το
ανεμοδαρμένο τούτο πλοίο μου. Πέρασαν πια από καιρό
οι μέρες όπου το παιγνίδι μου ήταν να λικνίζωμαι
στα κύματα απάνω.
Και τώρα ανυπομονώ να πεθάνω για να μπω
εκεί που δεν πεθαίνουν.
Στην αίθουσα των Ακροάσεων πλάι στην απύθμενη
άβυσσο όπου κυλά μια μουσική δίχως νότες,
θα πάρω την άρπα μου τούτη της ζωής.
Θαν τη χορδίζω απάνω στους ήχους του Αιώνιου,
κι' όταν θα βγάλη την τελευταία νότα της, θ'
ακκουμπήσω τη σιωπηλή μου άρπα στα πόδια του
Σιωπηλού.
101
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια
μου. Ήσαν αυτά που μ' ωδήγησαν από πόρτα σε
πόρτα, και μ' αυτά ένοιωσα ολόγυρά μου, ψάχνοντας,
κι' αγγίζοντας τον κόσμο μου.
Ήσαν αυτά — τα τραγούδια μου — που με δίδαξαν
όλα τα μαθήματα που έμαθα ποτέ. Μου έδειξαν
μυστικά μονοπάτια, έφεραν μπρος στα μάτια μου
πλήθος αστέρια απάνω στον ορίζοντα της καρδιάς μου·
Με ωδήγησαν όλην την ημέρα μέσα απ' τα μυστήρια
της χώρας της Χαράς και του Πόνου, και, τέλος,
σε τι οξώπορτα παλατιού με φέρανε το βράδυ,
στο τέλος του ταξιδιού μου;
102
Καυχήθηκα ανάμεσα στους ανθρώπους πως Σε
γνώρισα. Σ' όλα τα έργα μου βλέπουν τις εικόνες
Σου. Έρχονται και με ρωτούν: «Ποιος είνε;»
Δεν ξέρω τι να τους απαντήσω. Λέω: «Αλήθεια,
δεν είμαι σε θέσι να σας πω». Με κακίζουν και
φεύγουν με καταφρόνησι. Και Συ κάθεσαι εκεί και
χαμογελάς.
Βάζω τις κάθε λογής ιστορίες μου για Σένα, μέσα
σε αλησμόνητα τραγούδια. Το μυστικό αναβρύζει απ'
την καρδιά μου. Έρχονται και με ρωτούν: «Πες
μας όλα αυτά τι εννοούν;» Δεν ξέρω τι να τους
απαντήσω. Λέω: «Α! Ποιος ξέρει τι εννοούν!»
Γελούν και φεύγουν με μεγάλη καταφρόνησι. Και, Συ,
κάθεσαι εκεί και χαμογελάς.
103
Μ' ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα, ω Θεέ μου,
άφησε όλες μου τις αισθήσεις ν' απλώσουν και ν'
αγγίσουν τον κόσμον τούτο, στα πόδια Σου.
Όπως ένα σύννεφο του φθινοπώρου κρέμεται χαμηλά
με το φορτίο του της βροχής, έτσι άφησε και
το πνεύμα μου, όλο, να σκύψη χαμηλά στην πόρτα
Σου, μ' ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα.
Άφησε όλα τα τραγούδια μου να μαζώξουν όλες
τις διάφορες μελωδίες τους σε μια μοναδική συμφωνία
και να κυλήσουν σ' έναν Ωκεανό Σιωπής, μ' ένα
χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα.
Όπως ένα μπουλούκι νοσταλγών γερανών, που
πετούν νύχτα και μέρα, για να γυρίσουν πίσω στις
βουνίσιες φωληές τους, έτσι άφησε και τη ζωή μου, όλη
ν' αρχίση το ταξίδι της για το αιώνιο της σπίτι, με
ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα.
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ — ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ
ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ
— ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΕΙΔΙΑ —
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ —
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ — ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ
ΠΟΙΚΙΛΑ
Χρυσάφη I. — Η Γυναικεία Λογοτεχνία εν Σουηδία.
* * *
1) Απατηλή αγάπη, που δεσμεύει μια ψυχή με τον κόσμο.
2) Βίνα, η ινδική λύρα.