Άφησε μόνο αυτό το λίγο να μένη από μένα,

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic, otherwise the spelling of the book has not been

changed.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.

Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΡΑΜΠΙΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓΟΡ

ΛΥΡΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

(ΓΙΤΑΝΤΖΑΛΙ)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ. ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

1921

Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας,

εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1 — 100.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το όνομα του Ινδού ποιητού Ραμπιντρανάθ Ταγόρ ήταν, γενικώς,

άγνωστο στην Ευρώπη, ως στα 1914, όταν η Σκανδιναυική Ακαδημία

του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ. Λίγο πρωτήτερα, ή λίγο κατόπιν,

απ' αυτό το γεγονός, εξεδόθησαν στην Αγγλία, και μεταφρασμένες

απ' αυτόν τον ίδιον, στην Αγγλική, οι τρεις ποιητικές συλλογές

του «Γιταντζαλί» (Λυρικά Αφιερώματα), το «Νέο Φεγγάρι» και ο

«Κηπουρός.»

Σήμερα, τα έργα του ποιητού — ποιήματα, δράματα, διηγήματα,

μυθιστορήματα, φιλοσοφικές μελέτες, — μεταφρασμένα σ' όλες τις

ευρωπαϊκές γλώσσες, κυκλοφορούν σε χιλιάδες αντίτυπα, και η

φήμη του και το γόητρό του αυξάνουν από μέρα σε μέρα. Ήδη

υπάρχει, στην Ευρώπη, μια «Ταγορική Αδελφότης», όπως και στις

Ινδίες, και σε πολλές πόλεις έχουν ιδρυθή φιλολογικές λέσχες,

όπου τα μέλη τους συνέρχονται αποκλειστικά για να διαβάζουν και

σχολιάζουν τις ποιήσεις του.

Το κύρος του Ανατολίτου αυτού συγγραφέως έχει πια επιβληθή στη

Δύσι. Γόνος αρχαίας οικογενείας των Ινδιών, που αποτελούσεν

έκπαλαι και αποτελεί ένα είδος φιλολογικής κυψέλης, ο πολιός

μειλίχιος ποιητής, με τη σεπτή μορφή του, που κυμαίνεται

ανάμεσα του Ναζωραίου και του Πλάτωνος, ήρθε μονάχος και

τοποθετήθηκε δίπλα μας με το βαθύ μαγνήτη της στοργής του. Σ'

εποχή που όλα τα πνεύματα συνταράζουνταν και θόλωναν στην

τραγική ανεμοζάλη του παγκοσμίου πολέμου κι' όλες οι ψυχές

έτρεμαν στην αβεβαιότητα, και τόσες αξίες καταστρέφουνταν, ο

Ταγκόρ μετέφερεν από την Ανατολή στη Δύσι ένα συναίσθημα της

Ζωής, πιο ήρεμο, πιο ελεύθερο από τις υλιστικές και εθνικές

αντιλήψεις, προσφέροντας μιαν ατμόσφαιρα κοσμική και μυστική σε

πολλούς που βασανίζουνταν στον σκληρόν αγώνα για τις

καθημερινές τους ανάγκες, ή είχαν στρέψει κάθε επιθυμία τους

και κάθε τους πίστη στα φθαρτά αγαθά και χρησιμοποιούσαν κάθε

τους προσπάθεια για τα εγκόσμια κέρδη.

Η επιτυχία του Ταγόρ στη Δύσι εξηγείται ακριβώς για το

χαρακτήρα της εποχής όπου παρουσιάσθη, και για την ανακούφισι

που μπόρεσε να δώση σε τόσες πονεμένες ψυχές. Μα, ένας από τους

πολλούς λόγους, και ο μεγαλύτερος, ίσως, της επιτυχίας του

αυτής, μπορεί ν' αναζητηθεί στην απλότητα και στη γλυκύτητα της

διδασκαλίας του. Έστρωσε και ισοπέδωσε με την ημεράδα του το

δρόμο προς την Ανατολή, στεφάνωσε με λουλούδια την πόρτα του

Ανατολίτικου Ναού, έδωσε στην πίστι του όχι ένα νέο θρησκευτικό

ρίγος, μα ένα θερμό ανοιξιάτικο άσμα, έτσι ώστε οι ψυχές, οι

«χαμένες», μπόρεσαν να τρέξουν σ' αυτόν και να εμβαθύνουν στο

Ινδικό Πνεύμα, χωρίς ν' αντιληφθούν ότι κάτω από τις γυρλάνδες

και τ' αναθήματά του κρύβουνταν οι μυθικοί και μυστικοί

λαβύρινθοι μιας σκέψεως πολύ πιο αρχαίας και απόμακρης και

πολύπλοκης απ' εκείνην που φαίνουνταν στην εύκολη μουσική των

ποιημάτων του και των αφηγήσεών του.

Και ακριβώς κατά τούτο η εμφάνισίς του υπήρξε μοναδική στην

ιστορία της Τέχνης. Καθώς επήγασε, ξαφνικά και μονομιάς μέσα

από τις Ινδικές παραδόσεις, σαν ένας ώριμος καρπός όλης της

ακμής που προηγήθηκε, από τον καιρό των Ιερών Βεδών, ίσαμε

τώρα, αποτελεί αναντίρρητα έναν κρίκο, σχεδόν πρωτοφανή που

ενώνει όλες τις τάσεις των αιώνων μαζί, και όλες τις τάσεις των

ανθρώπων που ζουν, υψώνοντας εντατικά τα μάτια προς ένα

απώτατον διανοητικό σκοπό. Μια μοναδική προσωπικότης, από

εκείνες που καρτερούν αιώνες να φανούν, είχεν υψωθή σιωπηλά,

αναμεταξύ μας: τα κουρασμένα πνεύματα της Δύσεως εστράφηκαν

ζωογονημένα προς την νέαν αυτήν κι' ακένωτη πηγή, που έφερνε

μια μυστηριώδη υγείαν σαν τα ιαματικά βότανα των σκοτεινών

Βραχμάνων, υγείαν υφασμένη με όλα τα νήματα τ' αδιόρατα που μας

κινούν, μας εμπνέουν και μας παθαίνουν! Όλες οι ραφιναρισμένες

νοσηρότητες, οι περιπάθειες και οι ευαισθησίες μας είχαν

αναλυθή και συμμιγή για να συνυφάνουν την υγείαν αυτήν. Κ' έτσι

ενεφανίσθη μπρος στα μάτια μας, σαν η μυστηριώδης πεμπτουσία

όλων των ανθρωπίνων διαθέσεων και των λανθανόντων μας ενστίκτων

στην πιο μεγαλειώδη έκφανσί των.

Ο Ταγόρ, που, τώρα, είνε ένας πάγκαλος, σαν τ' αρχαία ανάγλυφα,

πρεσβύτης, γεννήθηκε στα 1861 στη Βεγγάλη, από αρχαία

αριστοκρατική οικογένεια, εγκατεστημένη τώρα στην Καλκούτα. Το

όνομά του είνε δημοτικώτατο στις Ινδίες, και τα λυρικά του

τραγούδια έχουν καταντήσει πλέον λαϊκά και τραγουδιούνται

παντού όπου ομιλείται η μητρική του γλώσσα. Κ. Τ.

1

Μ' έκανες ατέλειωτο, — αυτό είν' το θέλημά Σου

κ' η χαρά Σου. Το εύθραυστο αυτό ποτήρι δεν παύεις

ολοένα να τ' αδειάζης, και με νέα ζωή να το

γεμίζης ολοένα.

Την καλαμένια αυτή μικρούτσικη φλογέρα, την

έφερες πέρα από λόφους και λιβάδια και σφύριξες

μέσα σ' αυτήνε μελωδίες πάντα νέες.

Στο αθάνατο άγγιγμα των χεριών Σου, η μικρή

μου καρδιά χάνει τα όριά της, από τη χαρά, και

ξεσπάει σε ανεκλάλητη διάχυσι.

Εδώ, μέσα σ' αυτές τις μικρούλικες φούχτες μου,

σωριάζουνται όλα τα δώρα, τ' ανεξάντλητα, που

μούρχονται από Σένα. Περνούν τα χρόνια, μα,

εξακολουθείς να μου τα στέλνης με την ίδια αφθονία, και

πάντα βρίσκεται μέσα σ' αυτές μια μικρή γωνιά για

να τη γεμίζης.

2

Όταν μου δίνεις εντολή να τραγουδήσω, μου

φαίνεται πώς η καρδιά μου πάει να σπάση από την

περηφάνεια. Και κοιτάζω στο πρόσωπό Σου, και

δάκρυα έρχονται στα μάτια μου.

Ό,τι είνε τραχύ και κακόφωνο στη ζωή μου λυώνει,

τότε, και χύνεται σε μία γλυκειά αρμονία — κ'

η λατρεία μου ανοίγει τα φτερά της, σαν ένα

χαρούμενο πουλί που πετά και φεύγει μακρυά, απάνω από

τη θάλασσα.

Ξέρω πως Σ' ευχαριστούνε τα τραγούδια μου. Ξέρω,

πως μόνο για τραγουδιστή με δέχεσαι μπροστά σου.

Με την άκρη της διάπλατης φτερούγας του τραγουδιού

μου, αγγίζω το Πόδι Σου, που ποτέ, ποτέ

δεν έλπιζα ν' αγγίσω.

Και, μεθυσμένος από τη χαρά του τραγουδιού,

λησμονώ τον εαυτό μου και Σ' ονομάζω φίλο μου,

Εσένα, που είσαι ο Κύριός μου.

3

Με τι τρόπο τραγουδάς, δεν το γνωρίζω, Δάσκαλέ

μου! Μα, πάντα Σ' αφουγγράζομαι με έκστασι

σιωπηλή.

Το φως της μουσικής Σου καταυγάζει τον

κόσμο. Της μουσικής Σου η ζωογόνα πνοή κυλάει από

ουρανό σε ουρανό. Το ιερό ποτάμι της μουσικής Σου

παρασέρνει κάθε βράχο, που στέκεται εμπρός του

εμπόδιο, και κυλά, ασυγκράτητο.

Η καρδιά μου λαχταράει ν' ακολουθήση το άσμα

Σου, μα, του κάκου αγωνίζεται να βρη φωνή. Κάνω

ν' ανοίξω το στόμα μου, μα, κανένα τραγούδι δεν

μπορεί να πλάση η λαλιά μου, και κλαίω απ' τη

ντροπή μου. Α! Αιχμαλώτισες την καρδιά μου,

Κύριε, μέσα στις απέραντες λίμνες της μουσικής Σου.

4

Ζωή της Ζωής μου! Πάντα θα προσπαθώ, το

σώμα μου αγνό να το κρατώ, ξέροντας πως σ' όλα

μου τα μέλη αναπαύεται το ζωντανό Σου χάδι.

Πάντα θα προσπαθώ να προφυλάγω τις σκέψεις

μου από κάθε τι που δεν είνε αληθινό, ξέροντας

πως είσαι Συ η Αλήθεια εκείνη, που άναψε το φως

της Λογικής στο νου μου.

Πάντα θα προσπαθώ να διώχνω, μακρυά από

την καρδιά μου, κάθε πονηρό, και να κρατώ εκεί

μέσα λουλουδένια την αγάπη μου, ξέροντας πως Συ

έχεις την κατοικία Σου στο άδυτο της καρδιάς μου.

Και πάντα η προσπάθειά μου θάνε αυτή: σε

κάθε πράξι μου να βλέπω τη μορφή σου, ξέροντας

πως είνε η επιρροή σου εκείνη που μου δίνει

δύναμι σε κάθε μου έργο.

5

Για χάρι σ' το ζητώ: να μ' αφήσης ν' αναπαυθώ

μια στιγμή στο πλευρό Σου. Το έργο που

καταπιάστηκα θα το τελειώσω κατόπι.

Στερημένη τη θωριά της μορφής Σου, η καρδιά

μου δε γνωρίζει ανάπαυσι, ούτε ησυχία. Κ' η εργασία

μου δεν είνε πια παρά ένα βάσανο ατέλειωτο,

μέσα σε μιαν απέραντη θάλασσα πόνων.

Μα, σήμερα, το καλοκαίρι έφεξε στο παραθύρι

μου, με τα μουρμουρίσματα και τις πνοές του, κ'

οι μέλισσες εστήσανε τρελλό χορό απάνω απ' τα

λουλούδια των κήπων.

Αυτή είνε η ώρα να καθήσω ήσυχος, πρόσωπο

με πρόσωπο, μαζί Σου, και να ψάλω την αφιέρωσι

της ζωής στη σιγαλιά και στο ξεχείλισμα της

ανάπαυσις αυτής.

6

Δρέψε αυτό το μικρό λουλουδάκι, και πάρ' το, μην

αργής, μην τυχόν και μαραθή και πέση, ξεφυλλισμένο

στις σκόνες.

Κι' αν δεν βρίσκεται γι' αυτό θέσι στα στολίδια

Σου, αξίωσέ το τουλάχιστο με το πονετικό άγγιγμα

του χεριού Σου. Δρέψε το! Γιατί φοβούμαι, μην η ζωή

μου τελειώση πριν το νοιώσω, κ' η ώρα της θυσίας

περάση.

Όσο κι' αν δεν είνε ζωηρό το χρώμα του, κι'

όσο ελαφρό κι' αν είνε το άρωμά του, κόψε το

λουλούδι αυτό και χρησιμοποίησέ το, όσο είνε καιρός

ακόμα, στην υπηρεσία Σου.

7

Το άσμα μου πέταξε πέρα τα στολίδια του. Παύει

πια να περηφανεύεται γι' αυτά. Τα στολίδια του θα

μπόδιζαν την ένωσί μας. Θάμπαιναν ανάμεσά μας

και τα τριγκινίσματά τους θα αποσβένανε τα γλυκά

Σου μουρμουρίσματα.

Η ποιητική μου ματαιοδοξία ξεψυχάει από

ντροπή στη θέα Σου, ω Ποιητή Διδάσκαλε! Έσκυψα

και κάθησα στα πόδια Σου. Μόνο, αξίωσέ με να

κάνω τη ζωή μου ένα πράγμα αληθινό κι' απλό

όμοιο με μια καλαμένια φλογέρα, που να την γεμίζης

Συ με την αρμονία της μουσικής Σου.

8

Το παιδάκι που το στολίζουν με πριγκηπική φορεσιά,

και στο λαιμό του κρεμνούν βαρύτιμες αλυσίδες,

χάνει κάθε ευχαρίστησι στα παιγνίδια του. Σε

κάθε του βήμα, η περιβολή του το εμποδίζει.

Από φόβο μην ξεσχισθή, ή μη λερωθή από τις

σκόνες, κρατιέται μακρυά απ' τον κόσμο κι' ούτε να

μετακινηθή απ' τη θέσι του τολμάει.

Εσύ, μητέρα, θαρρείς πως του κάνεις καλό να

τώχης φυλακισμένο μέσα σ' αυτά τα πλούσια στολίδια,

έξω από τη ζωογόνα σκόνη της γης; Δεν του

αφαιρείς έτσι το δικαίωμα να μπη στο μεγάλο

πανηγύρι της κοινής ανθρώπινης ζωής;

9

Ω τρελλέ, που δοκιμάζεις να σε σηκώσουν οι

ίδιοι σου οι ώμοι! Ω ζήτουλα, που έρχεσαι να

ζητιανέψης στη δική σου την πόρτα!

Απόθεσε όλα σου τα βάρη μέσα στα χέρια Εκείνου,

που όλα μπορεί να τα σηκώση, και ποτέ μην

κοιτάζης πίσω σου με λύπη.

Η επιθυμία σου σβύνει αμέσως τη φλόγα του

λύχνου, που θ' αγγίση η πνοή της. Είνε ιερόσυλη, —

μη δέχεσαι κανένα δώρο από τ' ακάθαρτα της χέρια.

Δέξου μόνο ό,τι σου προσφέρει η ιερή Αγάπη.

10

Εδώ είνε το υποπόδιό Σου, Κύριε, κ' εκεί τα

πόδια σου ακουμπούν, εκεί που ζη ο πιο φτωχός,

και ταπεινός κι' ο χαμένος.

Σα δοκιμάζω να σκύψω το κεφάλι μου μπροστά

Σου, για να Σε προσκυνήσω, το μέτωπό μου δεν

μπορεί να φθάση ως στα βάθη εκείνα, όπου τα πόδια

Σου αναπαύουνται — ανάμεσα στους πιο φτωχούς, και

ταπεινούς και τους χαμένους.

Η Περηφάνεια ποτέ δε ζυγώνει εκεί όπου Συ

περιπατείς με την περιβολή του ταπεινού, ανάμεσα

στους πιο φτωχούς κι' ασήμαντους και τους χαμένους.

Η καρδιά μου ποτέ δε θα βρη το δρόμο της προς

τα εκεί, όπου Συ κρατάς συντροφιά σ' εκείνους που

μείνανε δίχως συντρόφους — τους φτωχούς, και ταπεινούς

και τους χαμένους.

11

Παράτησε πια αυτό το κομπολόι σου, και πάψε

τις προσευχές και τις ψαλμωδίες. Ποιόνε θαρρείς πως

υμνείς στην έρημην αυτή και σκοτεινή γωνιάν ενός

ναού, που είνε όλες οι πόρτες του κλειστές; Άνοιξε

τα μάτια σου καλά και θα δης πως ο Θεός δεν είνε

μπρος σου.

Είνε εκεί όπου οργώνει ο γεωργός τη γη, στα

μονοπάτια εκεί όπου με κόπο ο εργάτης τσακίζει τις

πέτρες. Είνε μαζί τους στη βροχή και στον ήλιο, και

σκόνη σκεπάζει την περιβολή Του. Γδύσου το ράσο

σου και σαν κ' Εκείνον κατέβα κάτου και συ στις

σκόνες και στα χώματα.

Λύτρωσι; Πού εννοείς να βρης τη λύτρωσι; Μήπως

ο ίδιος ο Θεός μας μ' ευχαρίστησι δε δέθηκε

με της Δημιουργίας τα δεσμά, δε δέθηκε μαζί μας

για πάντα;

Παράτησε τις βαθειές σου προσευχές κι' άφησε

κατά μέρος τα λουλούδια και τους λιβανωτούς. Τα

ρούχα σου θα σκονισθούνε και θα λερωθούν, μα,

δεν πειράζει. Πήγαινε κι' αντάμωσέ Τον, και στάσου

κοντά Του με την εργασία, και με τον ιδρώτα στο

μέτωπό σου.

12

Θέλει πολύν καιρό το ταξίδι αυτό, κι' είνε

μακρύς ο δρόμος

Βγήκα, ανεβασμένος στο άρμα της πρώτης ακτίνας

του φωτός, κ' εξακολούθησα το ταξίδι μου ανάμεσα

από τις ερημιές των κόσμων, αφίνοντας τα ίχνη

μου σ' άστρα πολλά και σε πολλούς πλανήτες.

Ο μακρυνώτερος δρόμος με φέρνει πιο κοντά

Σου, κ' εκείνη η μουσική άσκησις είνε η πιο

πολύπλοκη, όποια τελειώνει στην τελειότερη απλότητα

ενός ήχου.

Έχει πολλές ξένες πόρτες να χτυπήση ο οδοιπόρος

πριν έρθη στη δική του, κ' έχει κανείς να

περιπλανηθή σ' όλους τους έξω κόσμους, ως που να

φθάση, τέλος, στο βωμό, τον πιο εσωτερικό.

Πολύν καιρό τα μάτια μου ψάχνανε μακρυά, δεξιά

κι' αριστερά, στα βάθη και στα ύψη, πριν τα

κλείσω και πω: «είσαι δω!»

Η κραυγή κ' η ερώτησις «Ω! Πού;» αναλύθηκε

σε μύριους ποταμούς δακρύων και πλημμυρίζει τον

κόσμο με το κύμα της επιβεβαιώσεως· «Υπάρχω!»

13

Το τραγούδι, πούρθα να τραγουδήσω, έμεινε

ατραγούδιστο ως τα σήμερα.

Πέρασα τις μέρες μου χουρδίζοντας και

ξεχουρδίζοντας την άρπα μου.

Δεν μπόρεσα να βρω το σωστό ρυθμό. Οι στίχοι

δεν ταιριάζανε. Κ' έμεινε μονάχα η αγωνία του

πόθου στην καρδιά μου.

Το λουλούδι δεν άνοιξε. Μόνο τ' αέρι γύρω του

αναστενάζει.

Δεν είδα τη μορφή Του, ούτε η φωνή Του κύλησε

στ' αφτιά μου. Μόνο άκουσα την αλαφρή περπατησιά

Του έξω από την πόρτα μου.

Όλη τη μακρινή μέρα της ζωής μου, την πέρασα

ετοιμάζοντας το κάθισμά Του στο σπίτι μου. Μα, η

λάμπα δεν ανάφτηκε και πώς να Τόνε προσκαλέσω

νάμπη;

Ζω με την ελπίδα της συνάντησής Του, μα, ακόμα

αυτή η συνάντησις να γίνη!

14

Οι επιθυμίες μου είναι αναρίθμητες και το

παράπονό μου γεμάτο λύπη. Μα, πάντα μ' έσωσες Εσύ

με τις τραχές Σου αρνήσεις. Η αυστηρή Σου αυτή

επιείκεια έχει πλέξει τα φάδια της γύρω στη ζωή μου.

Μέρα με την ημέρα, με κάνεις άξιο των απλών και

μεγάλων σου δώρων, που τα κατρακυλάς απάνω μου,

δίχως να Σ' τα ζητώ: — τον ουρανόν αυτόνε και το

φως, και τη σάρκα αυτή και τη ζωή και το πνεύμα —

και με τραβάς μακρυά από τους κινδύνους

υπερβολικών αποθυμιών.

Καμμιά φορά, χασομερώ, άτονος και χαύνος.

Καμμιά φορά, ξυπνώ, και ξεκινώ τρεχάλα για την

αναζήτησι των πόθων μου, μα, τότε, κρύβεις

σκληρά το πρόσωπό Σου από μένα.

Μέρα με τη μέρα, με κάνεις άξιο της τέλειας

υποδοχής Σου με το να μου αρνήσαι πάντα,

λυτρώνοντάς με απ' τους κιδύνους της Αδυναμίας και

του αβέβαιου πόθου.

15

Είμαι εδώ για να Σου ψάλω ύμνους. Σ' αυτήν

εδώ την αίθουσα πούνε δική Σου, έχω μια γωνιά

κ' εγώ για να καθήσω.

Στον κόσμο Σου δεν έχω τι να κάνω, κ' η

ανώφελη ζωή μου ξεχύνεται μονάχα σε νότες δίχως

σκοπό κανένα.

Όταν σημάνη η ώρα της βουβής λατρείας Σου,

στο σκοτεινό ναό της βαθειάς νύχτας πρόσταξέ με,

Κύριε, κι' ολόρθος θα σταθώ μπροστά Σου για να

ψάλλω.

Κι' όταν η άρπα η χρυσή αντηχήση στο αεράκι

της Αυγής, τότε τίμησέ με, Κύριε, προστάζοντας την

παρουσία μου μπροστά Σου.

16

Προσκλήθηκα κ' εγώ στη γιορτήν αυτού του

κόσμου, κ' έτσι η ζωή μου ευλογήθηκε. Τα μάτια

μου είδαν και τ' αφτιά μου ακούσανε.

Έλαβα μέρος σε τούτη τη γιορτή, παίζοντας τ'

όργανό μου, και το προσπάθησα όσο καλύτερα

μπορούσα.

Τώρα, αυτό ρωτάω: — Ήρθε πια ο καιρός που

θα μπορέσω να παρουσιασθώ μπροστά Σου και να

Σου προσφέρω το σιωπηλό χαιρετισμό μου;

17

Προσμένω μόνο την Αγάπη, για να παραδοθώ,

τέλος, στα χέρια της. Νά γιατί είνε τόσο αργά, και

γιατί είμαι ένοχος τόσων παραλείψεων.

Έρχουνται με τους νόμους τους και με τους

κώδικές τους για να με δέσουν χειροπόδαρα. Μα, εγώ

πάντα τους διαφεύγω, γιατί προσμένω μόνο την

αγάπη για να παραδοθώ, τέλος, στα χέρια της.

Ο κόσμος με κατηγορεί και με λέει αξένοιαστο:

δεν αμφιβάλλω πως έχει δίκαιο να με κατηγορή ο

κόσμος.

Η μέρα της αγοράς τέλειωσε κι' όλη η εργασία

έγεινε. Εκείνοι πούρθαν και με κάλεσαν του κάκου,

γύρισαν πίσω με θυμό. Προσμένω μόνο την αγάπη

για να παραδοθώ, τέλος, στα χέρια της.

18

Σύννεφα σωριάζουνται απάνω σε σύννεφα κι' ο

κόσμος σκοτεινιάζει. Α! Αγάπη γιατί μ' αφίνεις

να περιμένω έξω από την πόρτα ολομόναχος;

Στις πολυάσχολες στιγμές της μεσημεριάτικης

δουλειάς είμαι με το πλήθος, μα, στη μοναξιά της

σκοτεινής αυτής ημέρας, μόνο για σένα ελπίζω.

Αν δε μου δείξης το πρόσωπό Σου, αν μ' αφήσης

ολότελα παραμερισμένο, δεν ξέρω πώς να περάσω

τις μακρυνές και βροχερές αυτές ώρες.

Στέκομαι και κοιτάζω τον ουρανό που σκοτεινιάζει

ως πέρα μακρυά, κ' η καρδιά μου τριγυρνά

θρηνώντας με τον ανήσυχον άνεμο.

19

Αν δε μου μιλήσης θα γεμίσω την καρδιά μου

με τη σιωπή Σου και θα υποφέρω το βάρος της. Θα

σταθώ ακίνητος και θα προσμένω, σαν τη νύχτα στην

αστρόφεγγη αγρυπνιά της, με το κεφάλι σκυφτό και

με υπομονή.

Σίγουρα θάρθη η μέρα. Το σκοτάδι θα σκορπίση

και η φωνή σου θα κελαρύση απ' τον ουρανό, σα

ρυάκι με νερά μαλαματένια.

Τότε τα λόγια σου θα φτερουγίσουν, σαν τα τραγούδια

στις φωλιές των πουλιών σου, κ' οι μελωδίες

σου θα ξανοίξουν σαν τα μπουμπούκια των

λουλουδιών σ' όλα τ' άλση των δασών μου.

20

Την ημέρα που λουλούδισε ο λωτός, αλλοί μου!

ήταν ο νους μου παραστρατισμένος και δεν το

πρόσεξα. Το πανέρι μου ήταν αδειανό και το λουλούδι

απόμενε παρατημένο.

Μόνο κάποτε, κάποτε, μια λύπη έπεφτε απάνω

μου, και ξύπνησα από τα όνειρά μου, κ' αισθάνθηκα

το λεπτό άρωμα μιας παράξενης ευωδιάς στο αεράκι

του Νοτιά.

Στην ακαθόριστη εκείνη γλύκα, η καρδιά μου

λιγωνόταν από πόθο, και μου φαινόταν σαν νάταν

η διάθερμη του καλοκαιριού πνοή που αναζητούσε

την τελειοποίησί της.

Δεν ήξερα, τότε, πως ήταν τόσο κοντά, πως ήταν

δικιά μου, και πως η τέλεια αυτή γλύκα ανθούσε στα

βάθη της δικιάς μου καρδιάς.

21

Πρέπει να ρίξω στα κύματα τη βάρκα μου. Άτονες

οι ώρες περνούν απάνω απ' τ' ακρογιάλι. —

Αλλοίμονο σε μένα!

Η Άνοιξι έδωσε όλη την άνθησί της, και μας

αποχαιρετά. Και τώρα, με το φορτίο των μαραμένων και

ανώφελων λουλουδιών, περιμένω και χασομερώ.

Τα κύματα άρχισαν να κάνουν ταραχή, κι' απάνω

στην ακτή, στο μονοπάτι, το γεμάτο ίσκιους, τα

κίτρινα φύλλα τρεμουλιάζουν και πέφτουν.

Τι κενό ατενίζεις, ω ψυχή μου; Δεν αισθάνεσαι

μίαν ανατριχίλα να περνά στον αέρα μαζί με τις

νότες του απόμακρου τραγουδιού που πλέει απ' τ'

άλλο ακρογιάλι;

22

Στους βαθιούς ίσκιους του βροχερού Ιουλίου,

με μυστική περπατησιά διαβαίνεις, σιωπηλός σαν τη

νύχτα, κ' οι νυχτοφύλακες που αγρυπνούνε δε Σε

παίρνουν νόγα.

Σήμερα, η Αυγή σφάλιξε τα μάτια της, απρόσεκτη

στα επίμονα καλέσματα του μεγαλόφωνου Λεβάντε,

κ' ένας πυκνός πέπλος άπλωσε απάνω στον πάντα

ξυπνό γαλάζιον ουρανό.

Τα δάση πάψαν τα τραγούδια τους, κ' οι πόρτες

όλες κλείστηκαν σε κάθε σπίτι. Συ μόνος είσαι ο

μοναχικός διαβάτης στον ερημικό τούτο δρόμο. Ω!

Μοναδικέ μου Φίλε, Συ, πιο αγαπημένε μου απ'

όλους, οι πόρτες είνε ανοιχτές στο σπίτι μου — μην

περάσης απ' έξω σαν ένα όνειρο.

23

Άρα γε, σε τούτη τη κοσμοχαλασιά αυτής της

νύχτας, έξω βρίσκεσαι, ω Φίλε μου, στο ερωτικό Σου

ταξίδι; Ο ουρανός βογγά σαν ένας που βρίσκεται

σε απελπισία.

Δεν έχω ύπνο, απόψε. Κάθε στιγμή και πάντα,

ανοίγω, ω Φίλε μου, την πόρτα μου, και κοιτάζω

έξω, στα σκοτάδια.

Δεν μπορώ να ιδώ τίποτα μπροστά μου. Και

μένω σε απορία μην ξέροντας να ορίσω από πού

είνε ο δρόμος σου.

Σε ποιαν όχθη σκοτεινή του μαύρου σα μελάνι

ποταμού, από ποιαν απόμακρη άκρη του κατσουφιασμένου

δάσους, μέσα από ποια μπερδεμένα βάθη

του Σκοταδιού, ανοίγεις, ω Φίλε μου, το δρόμο σου,

για ναρθής σε μένα;

24

Αν η μέρα τέλειωσε, αν τα πουλιά πάψανε να

ψάλλουν, αν ο άνεμος εκόπασε κουρασμένος, άπλωσε

τότε απάνω μου τον πυκνό πέπλο των σκοταδιών,

όπως εσκέπασες τη γη με τους πέπλους του ύπνου

και έκλεισες απαλά τα πέταλα του μαραμένου λωτού,

στο σούρουπο.

Από τον οδοιπόρο που το ταγάρι του είνε άδειο

από φαΐ, πριν τελειώση το ταξίδι, που τα ρούχα του

είνε ξεσχισμένα και φορτωμένα σκόνη, που η δύναμί

του τον παράτησε, αφαίρεσε τη ντροπή και τη φτώχεια

και ανανέωσε τη ζωή του, σαν ένα λουλούδι,

κάτω από το σκέπασμα της καλόβολης νύχτας Σου.

25

Τη νύχτα του βαρεμού, άφησέ με ν' αναπαύσω

απάνω Σου την εμπιστοσύνη μου, και να

παραδοθώ στον ύπνο, χωρίς φροντίδες.

Το αποχαυνωμένο πνεύμα μου ας μη κοπιάση να

Σου προετοιμάση μια λατρεία που θάτανε φτωχειά

και ανάξια.

Είσαι Συ, που σέρνεις τον πέπλο της νύχτας

απάνω από τα μάτια, τα κουρασμένα, της μέρας, για

να ξαναγεννηθή η ματιά της, στο ξύπνημα, σε μια

πιο δροσερή χαρά.

26

Ήρθε και κάθησε στο πλάι μου, μα εγώ δεν

ξύπνησα. Τι καταραμένος ύπνος ήταν! Ω! Ο

κακορροίζικος εγώ!

Ήρθε, όταν η νύχτα ήταν βυθισμένη στη γαλήνη.

Κρατούσε στα χέρια Του την άρπα Του, και

στα όνειρά μου όλο ένα πιο ζωηρά αντηχούσαν οι

γλυκές Του μελωδίες.

Αλλοί μου! Γιατί χάθηκαν έτσι οι νύχτες μου

όλες; Αχ! Γιατί τα μάτια μου ποτέ να μη μπορούν

να ιδούν Εκείνον που η πνοή Του αγγίζει τον

ύπνο μου;

27

Φως, ω! πού είνε το φως; ζωήρεψέ το με του

Πόθου την καφτερή φωτιά.

Νά η λάμπα, μα, ποτέ ένα τρεμούλιασμα φλόγας!

— αυτή είνε η μοίρα σου, ω καρδιά μου; Α! πολύ

πολύ προτιμότερος θάταν για σένα ο θάνατος!

Στην πόρτα σου χτυπάει η κακορροιζικιά και το

μήνυμα σου φέρνει, πως ο Κύριός σου αγρυπνά και

σε καλεί στο ραντεβού, το ερωτικό, μες στα σκοτάδια

της νύχτας.

Ο ουρανός σκεπασμένος από σύννεφα και η βροχή

δεν παύει. Δεν ξεύρω τι είνε αυτό που μέσα μου

σπαρταρά, — δεν ξέρω τι σημαίνει.

Η λάμψι η ξαφνική μιας αστραπής μαζεύει στις

ματιές μου πυκνότερο σκοτάδι, κ' η καρδιά μου

ψαχουλεύει για το μονοπάτι όπου η μουσική της

νύχτας με καλεί.

Φως! Α! Πού είνε το Φως; Ας ζωηρέψη με

του πόθου την καφτερή φωτιά. Βροντά, κι' ο άνεμος,

ορμητικός, ουρλιάζει στ' απέραντο διάστημα.

Η νύχτα μαύρη σαν καταμέλανος βράχος! Μην αφίνης

της ώρες να κυλούνε στο σκοτάδι. Αναψέ με τη

ζωή σου το λύχνο της Αγάπης.

28

Πεισματικά κ' επίμονα είνε τα εμπόδια, μα, η

καρδιά μου πονεί σα δοκιμάζω να τα σπάσω.

Η λεφτεριά είνε το μόνο που έχω ανάγκη, μα,

αισθάνομαι ντροπή να την ελπίζω.

Είμαι βέβαιος πως ανεχτίμητος πλούτος υπάρχει

σε Σένα, και πως είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μα,

δεν έχω καρδιά να σαρώσω τα μάταια στολίδια που

είνε γεμάτη απ' αυτά η κάμαρά μου.

Το σάβανο που με σκεπάζει είνε ένα σάβανο από

σκόνη και θάνατο. Το μισώ, μα, το αγκαλιάζω με

αγάπη.

Τα χρέη μου είνε πολλά, τα λάθη μου μεγάλα,

η ντροπή μου βαρειά και μυστικιά, μα, σαν έρχομαι

να παρακαλέσω για το καλό μου, τρέμω από φόβο

μην τυχόν κι' ακουσθή η παράκλησί μου.

29

Εκείνος, που περιβάλλω με τόνομά μου (ο εαυτός

μου), κλαίει μέσα σ' αυτήν τη φυλακή, τη σκοτεινή.

Πάντα καταγίνομαι να χτίζω αυτόν τον τοίχο ολόγυρα,

κ' επειδή αυτός ο τοίχος, μέρα με τη μέρα,

υψώνεται ολοένα προς τον ουρανό, χάνω τη θωριά

του αληθινού μου «είναι» στη σκοτεινή σκιά του.

Ξηπασιά με πιάνει για τον μεγάλον αυτόν

τοίχο, και τον ασβεστώνω με χώμα και με άμμο μην

τυχόν κ' η ελάχιστη τρυπίτσα μείνη σε τούτο τόνομά

μου. Και για όλη τη φροντίδα που λαβαίνω, χάνω

τη θωριά του αληθινού μου «είναι».

30

Βγήκα μόνος μου για να πάω στο ραντεβού μου.

Μα, ποιος είνε αυτός που με ακολουθεί στο σιωπηλό

σκοτάδι;

Παραμερίζω για ν' αποφύγω την παρουσία του,

μα, δεν μπορώ να του ξεφύγω.

Κάνει τη σκόνη να σηκώνεται απ' τη γη με τους

κομπασμούς του. Προσθέτει τη βροντερή φωνή του

σε κάθε λέξι που προφέρω.

Είνε το μικρό «εγώ» μου, ω Κύριε μου. Δεν ξέρει

καμμιά ντροπή. Μα, εγώ ντρέπομαι νάρθω στην

πόρτα Σου με τη συντροφιά του.

31

«Φυλακισμένε» πες μου, ποιος είνε αυτός που σε

αλυσόδεσε;»

«Ο Αφέντης μου,» είπεν ο φυλακισμένος. «Θάρρεψα

πως θα μπορούσα να ξεπεράσω, σ' αυτόν τον

κόσμο, κάθε άλλονε στον πλούτο και στη δύναμι,

και σώριασα στο δικό μου θησαυροφυλάκιο το χρήμα

που ωφειλόταν στο Βασιληά μου. Όταν ο ύπνος με

κατανίκησε, ξαπλώθηκα στο κρεβάτι που ήταν για

τον Κύριό μου, και σαν ξύπνησα, βρήκα, πως ήμουνα

φυλακισμένος μέσα στο ίδιο το θησαυροφυλάκιο μου».

«Φυλακισμένε, πες μου, την αλυσίδα αύτη την

άσπαστη, ποιος την κατεργάστηκε;»

«Εγώ,» είπεν ο φυλακισμένος, «εγώ την κατεργάστηκα

αυτήν την αλυσίδα, με πολλή επιμέλεια

θαρρούσα πως η ανίκητή μου δύναμι θα κρατούσε

όλον τον κόσμο σκλάβο, αφίνοντας εμένα σε μιαν

αδιατάρακτη ελευθερία. Έτσι, νύχτα και μέρα

εργάστηκα σ' αυτήν την αλυσίδα με μεγάλες, θεώρατες

φωτιές και με σκληρά βαρειά χτυπήματα στ' αμόνι.

Όταν, τέλος, η δουλειά τελείωσε, και δέθηκε κι' ο

τελευταίος κρίκος, ήμουν εγώ στην άσπαστη αλυσίδα.

32

Με όλους τους τρόπους προσπαθούν να με κρατούν

ασφαλισμένο, εκείνοι που μ' αγαπούν σ' αυτόν

τον κόσμο. Μα, δε συμβαίνει το ίδιο με τη δική Σου

αγάπη, που είνε πια μεγάλη απ' τη δική τους, και,

Συ, με κρατείς ελεύθερο.

Από φόβο μην τους λησμονήσω, δεν τολμούν να

με αφήσουν μόνο. Μα, οι μέρες περνούν, μια — μια,

και, Συ, δε φαίνεσαι.

Κι' αν δε Σε καλώ στις προσευχές μου, κι' αν

δε Σε κρατώ μέσα στην καρδιά μου, η αγάπη Σου

για μένα περιμένει ακόμα την αγάπη μου.

33

Όταν ξημέρωσε, ήρθανε στο σπίτι μου και είπαν:

«Θα πιάσωμε μόνο το πιο μικρό δωμάτιο εδώ».

Είπαν: «Θα σε βοηθήσωμε στη λατρεία του

Θεού σου, και ταπεινά θα δεχθούμε μόνο ό,τι μας

αναλογεί απ' τη χάρι Του.» Κ' ύστερα πήρανε το

κάθισμά τους σε μια γωνιά, και κάθησαν ήσυχοι και

πράοι.

Μα, στο σκοτάδι της νύχτας βρίσκω πως παραβίασαν

το αγιασμένο ιεροφυλάκιό μου, και μπήκαν

μέσα με δύναμι κι' αντάρα, κι' άρπαξαν, με ανίερη

απληστία, τ' αφιερώματα από του Θεού μου το βωμό.

34

Άφησε μόνο αυτό το λίγο να μένη από μένα,

για να μπορώ με αυτό να Σε λέω πως είσαι το

παν μου.

Άφησε μόνο αυτό το λίγο από τη θέλησί μου

να μείνη, για να μπορώ με αυτό να Σ' αισθάνωμαι

απ' όλες τις μεριές και νάρχωμαι σε Σένα με το

κάθε τι, και κάθε στιγμή να Σου προσφέρω την

αγάπη μου.

Άφησε μόνο αυτό το λίγο να μείνη από μένα,

για να μπορώ με αυτό να μην κρύβωμαι ποτέ από

Σένα.

Άφησε μόνο απ' τα δεσμά μου να μείνη αυτό

το λίγο που με δεσμεύει με τη θέλησί Σου, και που

εκπληρούνται μ' αυτό όλοι οι σκοποί Σου στη ζωή μου

— κι' αυτό είνε ο δεσμός της αγάπης Σου.

35

Όπου το πνεύμα είνε άφοβο, κ' η καρδιά ψηλά

κρατιέται,

Όπου η γνώσι είνε ελεύθερη,

Όπου ο κόσμος δεν έχει σπάσει σε κομμάτια

μέσα σε στενούς οικιακούς τοίχους,

Όπου οι λέξεις έρχονται απ' τα βάθη της αλήθειας,

Όπου ο ακούραστος αγώνας απλώνει τα χέρια

του προς την τελειότητα,

Όπου το καθάριο ρέμμα της Λογικής δε χάνει

το δρόμο του μέσα στην πληκτική έρημο της άψυχης

Συνήθειας,

Όπου το πνεύμα οδηγείται προς τα μπρος από

Σένα σε μιαν ολοένα πιο πλατειά σκέψι και δράσι,

Εκεί σ' αυτόν τον ουρανό της ελευθερίας, ω

Πατέρα μου, κάνε την Πατρίδα μου να ξυπνήση.

36

Αυτή είνε η παράκλησί μου σε Σένα, ω Κύριε

μου, — χτύπα, χτύπα τη ρίζα της ανέχειας στην

καρδιά μου.

Δος μου τη δύναμι να σηκώνω ελαφρά τις χαρές

και τις λύπες μου.

Δος μου τη δύναμι να κάνω την αγάπη μου

γόνιμη σε δούλεψι.

Δος μου τη δύναμι ποτέ να μην απαρνιέμαι το

φτωχό ή να γονατίζω μπρος σε μιαν αγέρωχη δύναμι.

Δος μου τη δύναμι να σηκώνω το νου μου ψηλά

απάνω από τις καθημερινές μικρολογίες.

Και δος μου τη δύναμι να παραδίνω τη δύναμί

μου στη θέλησί Σου με αγάπη.

37

Θάρρεψα πως το ταξίδι μου έφθασε στο τέλος

του, με το τελευταίο όριο της δύναμης μου, — πως το

μονοπάτι έκλεισε μπρος μου, πως οι τροφές μου

εξαντλήθηκαν, και πως ήρθε ο καιρός να ζητήσω άσυλο

σε μια σιωπηλή σκοτεινιά.

Μα, είδα πως η θέλησί σου δε γνωρίζει τέλος σε

μένα. Κι' όταν τα λόγια τα παληά ξεψυχήσουν απάνω

στη γλώσσα, νέες μελωδίες κυλούν απ' την καρδιά,

κ' εκεί που τελειώνουν τα παληά μονοπάτια, μια νέα

χώρα παρουσιάζεται με όλες τις μαγείες της.

38

Σένα θέλω. Σένα μόνο, — αυτό η καρδιά μου ας

επαναλαβαίνη ακατάπαυτα. Όλες οι επιθυμίες που

με συναρπάζουν, μέρα και νύχτα, είνε ψεύτικες και

άδειες ως πέρα.

Όπως η νύχτα φυλάει κρυμμένη στα βάθη των

σκοταδιών της την παράκλησι για φως, έτσι και στα

βάθη της αναισθησίας μου αντηχάει η φωνή: «Σένα

θέλω, Σένα μόνο.»

Όπως η θύελλα αναζητάει το τέλος της στη γαλήνη,

όταν χτυπά με όλη τη δύναμί της τη γαλήνη,

έτσι κ' η ανταρσία μου χτυπά την αγάπη Σου, κι'

ως τόσο, η κραυγή της είνε: «Σένα θέλω, Σένα

μόνο».

39

Όταν η καρδιά μου είνε σκληρή και αποξηραμένη,

κατέβα ως εμένα, ω Κύριέ μου, με βροχή

επιεικείας.

Όταν η χάρι χαθή από τη ζωή, έλα σε μένα με

ένα ξέσπασμα τραγουδιού.

Όταν ο θόρυβος της εργασίας υψώνει απ' όλες

τις μεριές τη βοή του και με κρατάει μακρυά,

παράμερα, τότε έλα, Συ, ω Κύριε της Σιωπής, με την

ειρήνη Σου και την ανάπαυσί Σου.

Όταν η άθλια καρδιά μου τρομαγμένη στριμώγνεται

σε μια γωνιά σα σκλάβος δεμένος, σπρώξε

την πόρτα μου, ω Βασιληά μου, κ' έμπα μ' αληθινή

Βασιλική πομπή.

Όταν επιθυμίες και πόθοι αποτυφλώσουν το

πνεύμα μου με απατηλές εικόνες, Συ, Άγιε Μοναδικέ,

Συ που όλα τα βλέπεις και σ' όλα αγρυπνάς

κι' όλα τα προνοείς, τρέξε σε μένα με το σωτήριο

φως Σου, σπεύσε με την αστραπή και τον κεραυνό Σου.

40

Μέρες και μέρες έχει να βρέξη, Θεέ μου, στην

άνυδρη καρδιά μου. Ο ορίζοντας έχει μιαν άγρια

γδύμνια — ούτε το πιο λεπτό σκέπασμα απαλού

συννέφου, ούτε το πιο αόριστο σημάδι καμμιάς

απόμακρης δροσερής βροχής.

Στείλε την ωργισμένη Σου θύελλα, με το ζόφο

του θανάτου, αν είνε αυτή η επιθυμία Σου, και με

τις καμτσικιές της αστραπής Σου κατατρόμαξε τον

ουρανό απ' άκρη σ' άκρη.

Μα, ανακάλεσε, ω Κύριέ μου, ανακάλεσε τη

διαπεραστικήν αυτή σιωπηλή κάψα, την πνιχτική, και

βουβή και σκληρή, που κατακαίει την καρδιά μου

με φρικτήν απελπισία.

Της χάρης Σου το σύννεφο ας χαμηλώση από

ψηλά, όπως το βουρκωμένο βλέμμα της μητέρας, τη

μέρα της πατρικής οργής.

41

Πώς δε φαίνεσαι και συ, αγαπημένε μου, μαζί με

τους άλλους, μόνε στέκεις πίσω απ' όλους, κρυμμένος

στη σκιά; Περνούν από μπρος σου και σε σπρώχνουν,

απάνω στο σκονισμένο δρόμο, κι' ούτε καν σε

προσέχουνε. Κ' εγώ προσμένω εδώ ώρες πικραμένες,

απλώνοντας για σένα τ' αφιερώματά μου, ενώ οι διαβάτες

έρχονται και περνούν τα λουλούδια μου ένα-ένα, και

πάει ναδειάση το πανέρι μου.

Οι πρωινές ώρες πέρασαν. Πέρασε και το μεσημέρι

και στις σκιές της βραδυάς τα μάτια μου βαρύνανε

απ' τον ύπνο. Άνθρωποι που γυρίζουν σπίτι τους

με κοιτάζουν και γελούν, και με γεμίζουν με ντροπή.

Κάθομαι σα μια ζητιανοπούλα, σκεπάζοντας το πρόσωπό

μου με τον ποδόγυρό μου, κι' όταν μ' ερωτούν

τι θέλω, χαμηλώνω τα μάτια μου κι' απάντησι δε δίνω.

Ω! Πώς, αλήθεια, θα μπορούσα να τους πω πως

προσμένω Εσένα και πως μούχεις δώσει υπόσχεσι

να 'ρθής; Πώς θα μπορούσα, από ντροπή, να ομολογήσω

πως κρατώ για προίκα μου αυτήν την κατάντια;

Α! Στην πιο μυστική γωνιά της καρδιάς

μου φυλάω αυτή την περηφάνεια.

Κάθομαι στα χόρτα απάνω, τηράω τον ουρανό

και ονειρεύομαι την ξαφνική λάμψι του ερχομού σου:

— όλα γύρω σου θ' αστράφτουν, φτερά χρυσά θα

χτυπούν γύρω από το άρμα σου, κι' όσοι θα περνούν

στο δρόμο θα στέκουνται και θα χαζεύουν, που θα

σε βλέπουν να κατεβαίνης απ' ταμάξι Σου, να με

σηκώνης απ' τη σκόνη και να καθίζης στο πλευρό Σου

την κουρελιάρα αυτή ζητιανοπούλα, που θα τρέμη από

ντροπή και περηφάνεια, σαν μια περικοκλάδα στο

αεράκι του καλοκαιριού.

Μα, ο καιρός περνάει κι' ακόμα ν' ακουστούν οι

ρόδες του αμαξιού Σου. Συνοδείες πολλές περνούν

από μπροστά μου με φωνές, με θόρυβο, με αλαλαγμούς

θριάμβου. Και μόνο Συ θέλεις να μείνης στη

σκιά σιωπηλός και τελευταίος απ' όλους; Και μόνο

εγώ πρέπει να προσμένω και να κλαίω, και να

κουράζω την καρδιά μου με τη μάταιη λαχτάρα;

42

Πρωί, πρωί, ψιθυρίστηκε πως θ' αρμενίζαμε με

μια βαρκούλα, μόνο Συ κ' εγώ, και ποτέ μια ψυχή

στον κόσμο δε θα γνώριζε γι' αυτή μας την αποδημία

προς καμμιά χώρα, προς κανένα τέλος.

Σ' εκείνον τον δίχως ακτές ωκεανό, ενώ Συ θ'

αφουγκραζόσουν με σιωπηλό χαμόγελο, τα τραγούδια

μου θα ξεχύνουνταν σε μελωδίες, ελεύθερες σαν τα

κύματα, ελεύθερες από κάθε δεσμό λέξεων.

Μα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα; Μένει ακόμα καμμιά

εργασία να γίνη; Κοίτα, το σούρουπο άπλωσε

απάνω στ' ακρογιάλι, και στο λιπόθυμο φως τα

θαλασσοπούλια γυρίζουν στις φωληές τους.

Ποιος ξέρει πότε θα λυθούνε τα σχοινιά, κ' η

βαρκούλα, σαν την τελευταία αναλαμπή του δειλινού,

θα χαθή στα σκοτάδια της νύχτας;

43

Ήταν ημέρα που δεν ήμουν έτοιμος για να Σε

δεχθώ, και μπαίνοντας απρόσκλητος στην καρδιά

μου, το ίδιο όπως ένας του κοινού λαού, άγνωστος

σε μένα, ω Βασιληά μου, αποτύπωσες τη σφραγίδα

της αιωνιότητος σε πολλές φευγαλέες στιγμές της

ζωής μου.

Και σήμερα, που έτσι κατά τύχη βρίσκομαι μπροστά

τους και βλέπω την υπογραφή Σου, βρίσκω πως

είχαν μείνει σκορπισμένες στις σκόνες, τις ανάκατες

με τις αναμνήσεις των χαρών και των θλίψεων των

λησμονημένων ασήμαντων ημερών μου.

Δεν έστρεψες με περιφρόνησι το πρόσωπό Σου

από το παιδικό μου παιγνίδι, εκεί ανάμεσα στις

σκόνες κ' η περπατησιά που άκουσα στην κάμαρα

του παιγνιδιού μου είνε η ίδια που αντηχάει από

άστρο σε άστρο.

44

Αυτή είνε η χαρά μου, έτσι να προσμένω και να

φυλάω καρτέρι στα πλάγια του δρόμου, όπου οι

σκιές κυνηγούν το φως κ' η βροχή ακολουθεί τ'

αχνάρια του καλοκαιριού.

Ταχυδρόμοι, με μηνύματα απ' άγνωστους ουρανούς,

με χαιρετούν και βιαστικά εξακολουθούν το

δρόμο. Η καρδιά μου, μέσα μου, είνε χαρούμενη,

κ' είνε γλυκειά η πνοή της αύρας που περνά.

Απ' την αυγή ως το σούρουπο, κάθουμαι εδώ

έξω από την πόρτα μου, και ξέρω πως ξαφνικά θα

φθάση η καλότυχη στιγμή όπου θα ιδώ.

Στο αναμεταξύ, χαμογελώ και τραγουδώ ολομόναχος.

Στο αναμεταξύ, ο αέρας γεμίζει με το άρωμα

της Υποσχέσεως.

45

Δεν άκουσες τη σιωπηλή περπατησιά Του; Έρχεται,

έρχεται, έρχεται πάντα.

Κάθε στιγμή και κάθε εποχή, κάθε μέρα και

κάθε νύχτα έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα.

Τραγούδησα άπειρα τραγούδια με κάθε λογής

διάθεσι, μα, κάθε νότα πάντα ετόνιζε: «Έρχεται,

έρχεται, έρχεται πάντα».

Από το μονοπάτι του δάσους, τις μέρες τις λιγωμένες

απ' τ' αρώματα της Άνοιξης: έρχεται, έρχεται,

έρχεται πάντα.

Στην αγωνία των φθινοπωρινών νυχτών, στο

ξέσπασμα της θύελλας, έρχεται, έρχεται, έρχεται

πάντα.

Πηδάει από πόνο σε πόνο κ' έρχεται στην καρδιά

μου και τήνε σφίγγει απαλά. Και του ποδιού

Του το άγγιγμα το χρυσό κάνει τη χαρά μου να

λάμπη.

46

Δεν ξέρω από ποιους απόμακρους χρόνους έρχεσαι

πάντα πιο σιμά για να με συναντήσης. Ο ήλιος

και τ' αστέρια δεν μπορούν ποτέ να Σε κρατήσουν

κρυμμένο από μένα, για πάντα.

Πολλές αυγές, και δειλινά πολλά, η περπατησιά

Σου ακούστηκε κι' ο ταχυδρόμος Σου ήρθε μέσα στην

καρδιά μου και μυστικά με κάλεσε.

Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου όλη σπαρταράει, κ'

ένα αίσθημα τρεμουλιαστής χαράς περνά μέσα απ'

την καρδιά μου.

Μου φαίνεται σαν νάρθε ο καιρός να τελειώσω

τη δουλειά μου, και στον αέρα αισθάνομαι ένα λεπτό

άρωμα της γλυκειάς Σου παρουσίας.

47

Όλη η νύχτα σχεδόν πέρασε προσμένοντάς Τονε

του κάκου. Φοβούμαι μήπως ξαφνικά φανερωθή

στην πόρτα μου το πρωί, όταν, μπαϊλντισμένο πια,

θα μ' έχη πάρη ο ύπνος. Ω! Φίλοι μου! Αφήστε

του ελεύθερη τη διάβα! Μην τον εμποδίζετε να μπη.

Αν δε με ξυπνήση το περπάτημά Του, σεις μη

δοκιμάσετε να με σηκώσετε. Σας ικετεύω. Δε θέλω τα

τρελλά τραγούδια των πουλιών, ούτε το μάνιασμα

του ανέμου στο ξεφάντωμα του πρωινού φωτός, την

ησυχία μου να ταράξουν· αφήστε με να κοιμούμαι με

γαλήνη κι' όταν ακόμα ξαφνικά ο Αφέντης μου

παρουσιαστή στην πόρτα μου.

Α! Ύπνε μου! Ατίμητε μου ύπνε, που δεν

προσμένεις παρά το άγγιγμα Του για να φύγης! Τα

κλειστά μου μάτια δε θ' ανοίξουν παρά στου

χαμογέλιου Του τη λάμψι, όταν θα 'ρθή κοντά μου, σαν

όνειρο που ξεπροβάλλει μέσ' απ' του ύπνου τα

σκοτάδια.

Ας παρουσιαστή μπροστά μου πιο φωτεινός από

το φως, και πιο τέλειος από τα σχήματα όλα.

Και την πρώτη ανατριχίλα της χαράς ας τη χρωστάη

η ψυχή μου στη θωριά Του. Κι' ο γυρισμός μου

στον εαυτό μου ας είνε ένας άμεσος γυρισμός σ' Αυτόνε.

48

Ο πρωινός Ωκεανός της Σιγαλιάς ξέσπασε σε

παλμούς κι' ανατριχίλες απ' των πουλιών τα

κελαϊδίσματα, και τα λουλούδια, στα πλάγια του δρόμου,

φούντωναν χαρωπά και πλούτος χρυσαφιού σκορπούσε

μέσα απ' τις σχισμάδες των συννέφων, ενώ εμείς,

δίχως καμμιά να δίνωμε σ' αυτά όλα προσοχή,

εξακολουθούσαμε βιαστικοί το δρόμο κάτω.

Δεν τραγουδούσαμε τραγούδια χαρωπά, ούτε παίζαμε.

Δεν κατεβαίναμε στο χωριό για εμπόριο. Δε

λέγαμε ούτε λέξι, ούτε χαμογελούσαμε. Δεν

χασομερούσαμε ούτε μια στιγμή. Κι' όσο γοργά περνούσε

η ώρα, τόσο πιο πολύ βιάζαμε μεις το βήμα.

Ο ήλιος μεσουράνισε και τα περιστέρια, στον

ίσκιο, γόγγυζαν ερωτικά στα ταίρια τους. Τα φύλλα

τα ξερά χόρευαν και στριφογύριζαν στον θερμόν αέρα

του μεσημεριού. Το τσομπανόπουλο αποκοιμισμένο

κάτω από το δέντρο «μπανυάν», έβλεπε όνειρα χρυσά.

Έγυρα κ' εγώ πλάι στην πηγή και ξάπλωσα τα κουρασμένα

μέλη μου απάνω στα χορτάρια.

Με περιπαίξαν οι σύντροφοι μου με γέλιο περιφρονητικό.

Σήκωσαν το κεφάλι και τραβήξανε πάντα

βιαστικοί το δρόμο τους. Δε γυρίσανε ούτε μια φορά

για να κοιτάξουν πίσω, ούτε πουθενά σταμάτησαν.

Χάθηκαν πέρα στη μακρυνή γαλάζια καταχνιά. Πέρασαν

πολλά λιβάδια και βουνά κ' είδανε χώρες ξένες,

μακρυνές και άγνωστες. Όλη η τιμή σε σας, γενναίοι

διαβάτες, του ατέλειωτου δρόμου! Η κοροϊδία

κ' η επίπληξις με κέντρισαν για να σηκωθώ, μα, μέσα

μου, πρόθυμη ορμή καμμιά δε φάνηκε για να απαντήση.

Και παράτησα τον εαυτό μου και χάθηκα στα

βάθη μιας ευχάριστης ταπεινωσύνης — στη σκιά

αβέβαιης χαράς.

Η αταραξία της περιτριγυρισμένης απ' τον ήλιο

πράσινης σκοτεινιάς απλώθηκε σιγά-σιγά στην καρδιά

μου. Λησμόνησα γιατί ταξίδεψα και παράδωσα

δίχως αγώνα το νου μου σε λαβύρινθο ίσκιων και

τραγουδιών.

49

Τέλος σαν ξύπνησα απ' τ' αποκάρωμά μου και

άνοιξα τα μάτια μου, είδα Σένα, Κύριε μου, ολόρθο

εμπρός μου κ' έλουζες τον ύπνο μου με το

χαμόγελό Σου.

Πώς είχα φοβηθή πως ήτανε μακρύς ο δρόμος

και κουραστικός, και δύσκολος ο αγώνας για να

φθάσω ως Εσένα!

Κατέβης απ' το θρόνο Σου, κ' ήρθες και στάθηκες

στην πόρτα της καλύβας μου.

Τραγουδούσα ολομόναχος σε μια γωνιά, κ' η μελωδία

έφτασε στ' αφτιά σου. Και κατέβης και στάθηκες

στην πόρτα της καλύβας μου.

Οι τραγουδιστάδες είνε πολλοί στη σάλα Σου,

και τα τραγούδια αντηχούν εκεί όλες τις ώρες. Μα, το

απλό τραγουδάκι εμένα του αρχάριου δόνησε την

αγάπη Σου. Ένα τραγουδάκι γεμάτο παράπονο

αναμίχτηκε με τη μεγάλη μουσική του κόσμου, και μ'

ένα λουλούδι στο χέρι για βραβείο, κατέβης και

σταμάτησες στην πόρτα της καλύβας μου.

50

Κατέβαινα το δρόμο του χωριού, για να πάω να

ζητιανέψω από πόρτα σε πόρτα, όταν το χρυσό Σου

άρμα φάνηκε από πέρα, σαν ένα λαμπρό όνειρο, και

ρώτησα μέσα μου με θαυμασμό ποιος ήταν αυτός ο

Βασιληάς όλων των βασιληάδων.

Οι ελπίδες μου φτερούγισαν ψηλά, και νόμισα

πως οι πονηρές ημέρες μου έφθασαν σ' ένα τέλος, και

στάθηκα προσμένοντας ελεημοσύνες να μου δοθούν

αζήτητες, και πλούτη, σκορπισμένα σ' όλες τις μεριές

στη σκόνη απάνω.

Το άρμα στάθηκε εκεί που στεκόμουν. Το βλέμμα

Σου έπεσε απάνω μου, και κατέβηκες μ' ένα χαμόγελο

στα χείλη. Αισθάνθηκα πως η ώρα η καλή της

ζωής μου ήρθε τέλος. Τότε, ξαφνικά, άπλωσες το δεξί

Σου χέρι κ' είπες: «Τι έχεις να μου δώσης;»

Α! Τι βασιλική χειρονομία ήταν αυτή ν' ανοίξης

την παλάμη Σου σ' ένα ζητιάνο και να του

ζητήσης ελεημοσύνη! Τάχασα, και στάθηκα μ'

αμηχανία, κ' ύστερα απ' το ταγάρι μου έβγαλα σιγά-σιγά

τον πιο μικρό κόκκο σιταριού και τον πρόσφερα σε

Σένα.

Μα, πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξί μου, όταν, στο

τέλος της ημέρας, άδειασα το ταγάρι μου στο πάτωμα

και βρήκα ένα μικρούλικο κόκκο χρυσαφιού ανάμεσα

στο φτωχικό σωρό. Κ' έκλαψα πικρά, και είπα γιατί

να μην έχω την καρδιά να Σ' τα προσφέρω όλα μου;

51

Η νύχτα πύκνωσε. Οι εργασίες της ημέρας

τέλειωσαν. Λέγαμε πως ο τελευταίος μουσαφίρης έφτασε

και πως του χωριού όλες οι πόρτες έκλεισαν. Κάποιος

μονάχα είπε πως ο Ρήγας έμελλε ναρθή. Γελάσαμε

κ' είπαμε. «Όχι! Δεν είνε δυνατόν!»

Μας φάνηκε πως ακούσαμε χτυπήματα στην

πόρτα και είπαμε πως είνε ο άνεμος. Σβύσαμε τους

λύχνους και πέσαμε να κοιμηθούμε. Ένας μονάχα

είπε: «Νά ο Ταχυδρόμος!» Γελάσαμε και είπαμε:

«Όχι! Ο αγέρας θάνε!»

Ταραχή, τα μεσάνυχτα. Αποκοιμισμένοι, θαρρέψαμε

πως ήταν η απήχησι μακρυνής βροντής. Η γη

έτρεμε, οι τοίχοι κλονίζονταν και ταραχτήκαμε απάνω

στον ύπνο μας. Κάποιος είπε πως ήτανε ο θόρυβος

άρματος. Κυριευμένοι απ' τον ύπνο, είπαμε ναρκωμένα.

«Όχι! Θάνε των νεφών το ξέσπασμα!»

Η νύχτα ήτανε σκοτεινή ακόμα, όταν αντήχησαν

τα τύμπανα. Ακούσαμε την κραυγή. «Ξυπνάτε! Μη

χάνετε καιρό!» Σφίξαμε με τα χέρια μας την καρδιά

μας κι' ανατριχιάσαμε απ' το φόβο. Κάποιος είπε:

«Βλέπετε; Νά η σημαία του Βασιληά!»

Τιναχτήκαμε απάνω και φωνάξαμε: «Γρήγορα!

Δεν έχομε να χάνωμε καιρό».

Ο Ρήγας έφτασε! Μα, που είνε τα φώτα; Πού

τα στέφανα; Πού είνε ο θρόνος για να καθήση;

Ω! Ντροπή! Ω! Τι μεγάλη ντροπή! Πού είνε η

αίθουσα; Πού είνε οι στολισμοί; Κάποιος είπεν

«Τι βγαίνει από τις κλάψες σας; Χαιρετήστε Το

με τ' άδεια σας χέρια. Υποδεχθήτε τον στις ολόγδυμνες

κάμαρές σας!»

Ανοίχτε τις πόρτες και οι κόγχες ας αντιλαλήσουν!

Στα βάθεια της νύχτας έρχεται ο Βασιληάς

στη σκοτεινή και πένθιμη κατοικία μας, ενώ η βροντή

βρυχάται στον ουρανό, κ' η αστραπή ξεσχίζει τα

σκοτάδια. Φέρτε, φέρτε αυτήν την ξεφτισμένη ψάθα

κι' απλώστε τήνε στην αυλή. Μες στη θύελλα της

τρομερής νύχτας ήρθε ξάφνου ο Βασιληάς μας!

52

Μου ερχότανε να σου ζητήσω — μα δεν τολμούσα

— τη γυρλάνδα με τα ρόδα που φορούσες στο λαιμό

σου. Έτσι, περίμενα ως το πρωί που θάφευγες, για

να ψάξω στο κρεβάτι ίσως κ' εύρω εκεί κάνα

απομεινάρι του. Κ' έψαξα σαν το ζητιάνο, στης αυγής το

σύθαμπο, με την ελπίδα ναύρω ένα μονάχα ή δυο —

δεν πείραζε — μαραμμένα φύλλα.

Αχ! η δόλια, τι βρήκα; Τι θυμητικό μου άφησε

η αγάπη σου; Ούτε λουλούδι, ούτε μύρο, ούτε ένα καν

μπουκαλάκι νερό αρωματισμένο, παρά μόνο την τρομερή

πολεμική σου σπάθα, αστραφτερή σα φλόγα,

βαρειά σαν τ' αστροπελέκι. Το φως το νέο της αυγής

περνά μέσα απ' τα παντζούρια και σκορπάει απάνω

στο κρεββάτι σου. Το πρωινό πουλάκι τερετίζει χαρωπά

και με ρωτάει: «Γυναίκα, τι βρήκες;» Τίποτα:

ούτε λουλούδι, ούτε μύρο, ούτε ένα καν μπουκαλάκι νερό

αρωματισμένο, — μόνο την τρομερή πολεμική σου

σπάθα.

Κάθομαι και θαυμάζω κι' απορώ για ένα τέτοιο

δώρο που μου άφησες. Δεν μπορώ ναύρω ένα μέρος

για να το φυλάξω. Ντρέπομαι να το φορέσω, κι' όπως

είμαι αδύνατη, μου πληγώνει τις σάρκες όταν το

σφίγγω στα στήθια μου απάνω. Και όμως, θα σηκώσω

με τιμή το φορτίο αυτό του πόνου στην καρδιά μου,

αυτό σου το δώρο.

Από τώρα δε θάχω πια κανένα φόβο σε τούτον

τον κόσμο, και στους αγώνες μου όλους θα βγαίνης

νικητής. Μου άφησες το θάνατο για σύντροφο, κ' εγώ

με τη ζωή μου θα τόνε στεφανώσω. Έχω τη σπάθα

σου κοντά μου τώρα για να κόψω τα δεσμά μου, και

τι στον κόσμο τώρα έχω να φοβηθώ;

Κι' από τώρα θα πετάξω μακρυά μου όλα τα μάταια

στολίδια. Κύριε της καρδιάς μου, δε θα υπάρχη

πια για μένα αναμονή και κλάμμα στις γωνιές, ούτε

ντροπαλά καμώματα, ούτε νάζια. Μου άφησες για

στολίδι τη ρομφαία σου, τα στολίδια τα κουκλίστικα τι

να τα κάνω πια;

53

Είνε πανώρηο το βραχιόλι Σου, στολισμένο μ'

αστέρια και με τέχνη δουλεμένο με μυριάδες πολύχρωμα

πετράδια. Μα, για μένα, ακόμα πιο θαυμάσιο

είνε το σπαθί Σου με την αστραφτερή καμπύλη

του — σαν τα ορθάνοιχτα φτερά του θεϊκού πουλιού

του Θεού Βισνού — που ισοζυγιάζει τέλεια με τις

ορμητικές αχτίνες του πυρωμένου, σα βασιλεύει, ήλιου.

Τρέμει σαν τον τελευταίο της Ζωής αχό στο λίγωμα

του πόνου, όταν ο Θάνατος της δίνει το τελευταίο

πλήγμα. Αστράφτει σαν την αγνή φλόγα μιας

ψυχής που με άγρια λάμψι κατακαίει εγκόσμια πάθη.

Πάγκαλο είνε το βραχιόλι Σου, που το λαμπρύνουν

άστρα και πετράδια, μα το σπαθί Σου, ω Κύριε

της Βροντής, είνε δουλεμένο με απαράμιλλη τέχνη,

με καλλονήν ανέκφραστη, τρομερό να το δη κανείς ή

καν να το σκεφθή.

54

Τίποτα δε ζήτησα από σένα. Ούτε τ' όνομά μου

καν δεν πρόφερα στ' αφτιά σου. Όταν μ' άφησες και

πήρες πάλι ξανά το δρόμο, δεν έβγαλα μιλιά. Στεκόμουνα

κοντά στο πηγάδι που ένα δένδρο το ίσκιαζε

με το μακρυνό του ίσκιο, και οι γυναίκες γυρίζανε

στα σπίτια τους με τα σταμνιά τους γεμάτα. Μου

φώναζαν και μου λέγαν: «Έλα, λοιπόν, τι κάθεσαι;

Η μέρα προχωρεί. Κοντεύει μεσημέρι.» Μα, μαραμένη

εγώ, χασομερούσα ακόμα παραδομένη σε κύματα

πλατειά ονείρων.

Δεν είχα ακούσει την περπατησιά σου όταν ερχόσουν.

Τα μάτια σου ήσαν λυπημένα όταν έπεσαν σε

μένα, και η φωνή σου, λιπόψυχη όταν μου είπες σιγανά:

«Α! Είμαι ένας οδοιπόρος διψασμένος.» Τινάχτηκα

απ' τα ονειροπολήματά μου κ' έχυσα νερό

απ' το σταμνί μου στις φούχτες σου. Απάνω απ' το

κεφάλι μας τα φύλλα θρόιζαν. Ο κούκος φλυαρούσε

αθώρητος στους ίσκιους, και το άρωμα των λουλουδιών

του «μπάμπλα» ερχόνταν μεθυστικό από έναν

κήπο πέρα.

Έμεινα βουβή και κοκκίνισα από την ντροπή

σαν με ρώτησες το όνομά μου. Τι έκανα, αλήθεια,

ώστε ν' αξίζω να με θυμάσαι; Μα, εμένα, η θύμησι

ότι μπόρεσα να κατευνάσω τη δίψα σου με το νερό

που σούδωσα, θα μένη πάντα στην καρδιά μου και

θα την τυλίγη με ηδονή. Η μέρα προχωρεί, είνε αργά,

τα πουλιά τραγουδούν με κουρασμένες νότες, τα

φύλλα του «χιμ» θροΐζουν απάνω απ' το κεφάλι

μου, μα, εγώ ακόμα κάθουμαι και συλλογιέμαι, και

συλλογιέμαι . . .

55

Χαύνωσι πλακώνει την καρδιά σου, κι' ο ύπνος

είνε ακόμα στα μάτια σου.

Δεν σούρθε, λοιπόν, η είδησι πως το λουλούδι

βασιλεύει με λαμπρότητα ανάμεσα στ' αγκάθια. Ξύπνα,

ω, ξύπνα! Μην αφίνεις τον καιρό του κάκου να

περνά. Στο τέλος του σπαρμένου με χαλίκια δρόμου,

στη χώρα της παρθένας μοναξιάς, ο φίλος μου κάθεται

ολομόναχος. Μην τον απατάς. Ξύπνα, ω, ξύπνα!

Τι κι' αν ο ουρανός λαχανιάζει και τρέμει με τη

φλόγα του μεσημεριάτικου ήλιου; — τι κι' αν η καφτερή

άμμο απλώνει το μανδύα της της δίψας;

Δεν νοιώθεις χαρά στα βάθη της καρδιάς σου;

Σε κάθε βήμα που θα κάνης, η άρπα του δρόμου δε

θα ξεσπάη σε μια γλυκειά μελωδία πόνου;

56

Λοιπόν, ναι, η αγάπη Σου σε μένα είνε τέλεια.

Λοιπόν, ναι, κατέβηκες ως εμένα. Ω, Συ, Κύριε όλων

των ουρανών, πού θάταν η αγάπη Σου αν δεν

υπήρχα;

Με πήρες σύντροφό Σου σ' όλα τα πλούτη Σου.

Στην καρδιά μου υπάρχει τ' ατέλειωτο παιγνίδι της

χαράς Σου. Στη ζωή μου, η θέλησί Σου παίρνει

πάντα μορφή και σχήμα.

Και για τούτο, Συ που είσαι ο Βασιληάς των

βασιληάδων, στολίστηκες με καλλονή για να αιχμαλωτίσης

την καρδιά μου. Και για τούτο η αγάπη Σου

χάνεται στην αγάπη του εραστή Σου, κ' εκεί φανερώνεσαι

στην τέλεια ένωσι των δυο.

57

Φως! Ω! Φως μου! Φως που πλημμυρείς τον

κόσμο, φως των ματιών φιλί, γλύκα της καρδιάς εσύ,

ω Φως!

Α! Ως στα κατάβαθα της ψυχής μου, ω Αγαπημένε

μου, περιχύνεται το Φως και στου Φωτός το

κάθε χάδι, ω Λατρεμένε μου, δονίζουνται της αγάπης

μου οι χορδές. Τα ουράνια ανοίγουν, οι άνεμοι πνέουν

ορμητικοί, γέλιο περνά απάνω από τη γη.

Στον ωκεανό του φωτός. Αγαπημένε μου, οι

πεταλούδες ανοίγουν τα φτερά τους, κ' οι κρίνοι και

τα γιασεμιά λιποθυμούνε στου φωτός τα κύματα.

Κοίτα, κοίτα, Πολυαγαπημένε μου, πώς χύνει το

χρυσάφι του στα σύννεφα το φως, και πώς σκορπά

πολύτιμα πετράδια με όλη τους τη λάμψι.

Ανατριχίλα ηδονής περνάει από φύλλο σε φύλλο.

Αγάπη μου, κ' είνε η Χαρά αμέτρητη. Του ουράνιου

ποταμού έσπασαν οι φράχτες κι' όλα πλημμυρίσανε

από ευτυχία.

58

Όλοι οι φθόγγοι της χαράς ας αναμιχθούν με

το τραγούδι μου — της χαράς που κάνει τη γη να

πλημμυρίζη από την ασυγκράτητη βλάστησι της χλόης,

της χαράς που κάνει τα δίδυμα αυτά αδέρφια, τη Ζωή

και το Θάνατο, να χορεύουν απάνω στον κόσμο, τον

πλατύ, της χαράς που ορμάει μέσα από τη θύελλα,

συγκλονίζοντας και ξυπνώντας όλη τη ζωή με γέλιο,

της χαράς που κάθεται ήσυχη με τα δάκρυά της

απάνω στον ανοικτόν κόκκινο λωτό του πόνου, και

της χαράς που ρίχνει κάθε τι που έχει, στις σκόνες

και δεν ξέρει ούτε μια λέξι.

59

Ναι! Το ξέρω! Δεν είνε παρά η δική Σου αγάπη,

ω αγαπημένε της ψυχής μου, το φως εκείνο το χρυσό

που χορεύει απάνω στα φύλλα, και τα ράθυμα αυτά

σύννεφα που ταξιδεύουνε στο φωτεινό ουρανό, και

τ' αγεράκι αυτό που περνώντας αφίνει τη δροσιά

του στο μέτωπό μου.

Τα μάτια μου πλημμύρισαν απ' της αυγής το φως

— αυτό είν' το μήνυμά Σου στην καρδιά μου. Το

πρόσωπό Σου σκύβει από ψηλά, τα μάτια Σου ιλαρά

κοιτάζουνε τα μάτια μου, από απάνω, και στα πόδια

Σου πάλλει η καρδιά μου.

60

Απάνω στις ακρογιαλιές αναρίθμητων κόσμων,

παιδιά ανταμώνουνται. Ο απέραντος ουρανός είνε

ακίνητος, ψηλά, και το ανήσυχο νερό είνε όλο θόρυβος

και ταραχή. Απάνω στις ακρογιαλιές αναρίθμητων

κόσμων παιδιά συναντώνται με φωνές και χορούς.

Χτίζουν τα σπίτια τους με άμμο και παίζουν με

άδειες κοχύλες. Με ξερά φύλλα φτιάχνουν τα

καραβάκια τους και με χαμόγελα τα ρίχνουν να πλέουν

απάνω απ' την απύθμενη άβυσσο. Τα παιδιά παίζουν

στις ακρογιαλιές των κόσμων.

Δεν ξέρουν να κολυμπούν, δεν ξέρουν να ρίχνουν

δίχτυα. Ψαράδες μαργαριταριών βυθίζουνται για

μαργαριτάρια, έμποροι ταξιδεύουν με τα πλοία τους,

ενώ τα παιδιά μαζεύουνε χαλίκια και τα σκορπούνε

πάλι. Δεν ψάχνουν για κρυμμένους θησαυρούς, δεν

ξέρουν να ρίχνουν δίχτυα.

Η θάλασσα ανεβαίνει με γέλιο, και χλωμά

φωτοβολάει το χαμόγελο της ακρογιαλιάς. Κύματα, όπου

έχει τη διαμονή του ο θάνατος, τραγουδούν

μπαλλάντες δίχως νόημα στα παιδιά, σαν μια μητέρα που

νανουρίζει το μωρό της στην κούνια. Η θάλασσα

παίζει με τα παιδιά, και χλωμά φωτοβολάει το

χαμόγελο της ακρογιαλιάς.

Απάνω στ' ακρογιάλια αναρίθμητων κόσμων

παιδιά ανταμώνουνται. Η θύελλα μουγκρίζει στον

δίχως δρόμους ουρανό, πλοία ναυαγούν στ' απάτητα

νερά, ο θάνατος τριγυρνά, και τα παιδιά παίζουν.

Απάνω στ' ακρογιάλια αναρίθμητων κόσμων γίνεται

η μεγάλη των παιδιών συνάντησις.

61

Ο ύπνος που φτερουγίζει απάνω απ' τα ματάκια

του μωρού — ξέρει κανείς από πού ξεκινάει κ'

έρχεται; Ναι! Λένε πως έχει τη φωληά του στη χώρα

την ξωτική, μες στων δασών τη σκοτεινιά, που αδύνατα

τήνε φωτίζουν η πυγολαμπίδες, 'κεί που κρέμουνται

δυο άγρια μπουμπούκια γοητείας — από 'κεί

έρχεται για να φιλήση τα ματάκια του μωρού.

Το χαμόγελο που φτερουγίζει στα χειλάκια του

μωρού όταν κοιμάται, — ξέρει κανείς σας πού γεννήθηκε;

Ναι! Λένε πως η πρώτη χλωμή ακτίνα ενός

νέου φεγγαριού άγγισε τις άκρες ενός ταξιδιάρικου

φθινοπωρινού συννέφου και 'κεί το χαμόγελο

πρωτογεννήθηκε, στο όνειρο μιας δροσόλουστης αυγής,

— το χαμόγελο που ανθεί στα χειλάκια του μωρού,

όταν κοιμάται.

Η δροσερή και απαλή τρυφεράδα, που λουλουδίζει

στα μέλη του μωρού, — ξέρει κανείς πού ήταν

κρυμμένη τόσον καιρό; Ναι! Όταν η μητερούλα

του ήταν ακόμα κόρη, πλημμύριζε την καρδιά της

με τρυφερό και σιγαληνό μυστήριο αγάπης, η δροσερή

κι' απαλή τρυφεράδα που λουλουδίζει τώρα στα

μέλη του μωρού.

62

Λυρικά αφιερώματα (Γιταντζάλι) · 第 1 / 3 段