κάποια τύχη. Ποίος δε είναι ο θεός που νομίζω, πρέπει να το εξηγήσω,
αν και είναι παράδοξος και πάλιν κάπως όχι παράδοξος. Διότι ο αίτιος
όλων των αγαθών μας πώς δεν πρέπει να νομίζωμεν ότι υπήρξε αίτιος και
του πολύ ανωτέρου αγαθού, δηλαδή της φρονήσεως; Και τόρα άραγε ποίον
θεόν μεγαλύνω με τους λόγους μου, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία; Σχεδόν
τον ουρανόν, τον οποίον είναι και δικαιότατον να τιμώμεν και να
προσευχώμεθα εις αυτόν κατ' εξοχήν, καθώς κάμνουν όλοι γενικώς οι
άλλοι δαίμονες και θεοί. Ότι δε αυτός έγινε αίτιος εις ημάς και των
άλλων αγαθών, σχεδόν όλοι ημπορούν να το ομολογήσουν. Συγχρόνως δε
ημείς διισχυριζόμεθα ότι μας έδωκε πραγματικώς και τους αριθμούς και
θα μας δώση και άλλα μαθηματικά ζητήματα (6), εάν κανείς θελήση να
παρακολουθή. Δηλαδή, εάν κανείς προχωρήση εις την ορθήν εξέτασιν
αυτού, είτε κόσμον επιθυμεί κανείς να τον ονομάζη είτε Όλυμπον είτε
ουρανόν, ας τον ονομάζη ούτω πως, αλλά ας παρακολουθή όμως πώς
ποικίλλει τον εαυτόν του και στρέφει όλα τα άστρα του και προξενεί
εις όλα όλας τας μετακινήσεις και τας ώρας και την τροφήν. Ακόμη δε
προξενεί και την άλλην φρόνησιν, καθώς φρονούμεν, με όλους τους
αριθμούς και τα άλλα αγαθά. Τούτο δε είναι το μεγαλίτερον, δηλαδή να
αποκτήση κανείς το δώρον των αριθμών του και να ερευνήση όλην την
περιφοράν του. Αλλά επιστρέφοντες κάπως ολίγον εις όσα είπαμεν ας
ενθυμηθούμεν ότι πολύ ορθά εσκέφθημεν, ότι, εάν εξαιρέσωμεν τους
αριθμούς από την ανθρωπίνην φύσιν, δεν είναι δυνατόν ποτε να γίνωμεν
λογικοί. Διότι δεν ημπορεί πλέον να αποκτήση τελειοποίησιν η ψυχή
τούτου του ζώου, από το οποίον λείπουν οι αριθμοί. Δηλαδή παν ζώον,
το οποίον δεν γνωρίζει να διακρίνη τα δύο και τα τρία ούτε τα μονά
και τα ζυγά, και εν γένει δεν γνωρίζει αριθμούς, ποτέ δεν ημπορεί να
δώση λόγον δι' όσα πράγματα απέκτησε μόνον αντιλήψεις διά των
αισθητηρίων και παραστάσεις. Το υπόλοιπον όμως της αρετής, δηλαδή την
ανδρείαν και την σωφροσύνην, τίποτε δεν εμποδίζει να την αποκτήση.
Όστις όμως στερείται του αληθούς λόγου ποτέ δεν ημπορεί να γίνη
σοφός, και εις όποιον δεν υπάρχει σοφία, η οποία είναι το μεγαλίτερον
μέρος της όλης αρετής, αυτός δεν ημπορεί να γίνη τελείως αγαθός και
επομένως ευτυχής. Τόσον είναι ανάγκη να θέσωμεν ως βάσιν τους
αριθμούς.
Διά ποίον δε λόγον τούτο είναι αναγκαίον, θα εχρειάζετο πολύ
περισσοτέραν συζήτησιν από όσα είπαμεν. Αλλά και αυτά που θα ειπούμεν
τόρα θα είναι ορθά ότι δηλαδή και όσα ελέχθησαν διά τας άλλας τέχνας
προ ολίγου, και από αυτά δεν θα μείνη κανέν, αλλά γενικώς όλα θα
καταστραφούν, εάν κανείς απομακρύνη την αριθμητικήν. Ίσως δε μερικοί
νομίσουν ότι εις πολύ ολίγα πράγματα χρειάζεται αριθμούς το
ανθρώπινον γένος, αποβλέποντες εις τας τέχνας. Μολονότι και αυτό
είναι σπουδαίον. Αλλά εάν κανείς εννοήση το θείον μέρος και το θνητόν
της γενέσεως (πλάσεως), εντός της οποίας θα εννοήση και την ευσέβειαν
και την αλήθειαν των αριθμών, τότε πλέον όλοι αι μάντεις του κόσμου
δεν ημπορούν να φαντασθούν πόσην δύναμιν μας επροξένησαν οι αριθμοί,
αφού μας επροξένησαν και όσα συγκαταλέγονται εις την μουσικήν,
σχετικά με τας κινήσεις και τους τόνους. Και το σπουδαιότερον ότι
είναι αίτιοι όλων των αγαθών. Και ότι δεν είναι αίτιοι κανενός κακού,
αυτό πρέπει να το εννοήσωμεν καλώς — και τούτο ευκόλως ημπορεί να
γίνη — αλλά η σχεδόν άλογος και άτακτος και άσχημος και άρρυθμος και
απροσάρμοστος περιφορά και όλα όσα μετέχουν κανενός κακού είναι
στερημένα παντός αριθμού και αυτό πρέπει να το σκεφθή ούτω πως όστις
θέλει να αποθάνη ευτυχής. Και όστις δεν γνωρίζει αυτούς, βεβαίως δεν
θα συλλάβη αληθή ένοιαν διά το δίκαιον και αγαθόν και καλόν και όλα
τα παρόμοια, αναμετρών αυτά εις τον εαυτόν του, ούτε θα πείση άλλον
απολύτως περί αυτών.
Και λοιπόν ας προχωρήσωμεν εις την ουσίαν του ζητήματος, δηλαδή πώς
εμάθαμεν αρίθμησιν. Εμπρός. Δηλαδή δεν εδόθη άραγε από κάποιον μέρος
αφορμή, διά να εννοήσωμεν το έν και το δύο, αφού έχομεν αυτήν την
φυσικήν ικανότητα από ολόκληρον το σύμπαν να αντιληφθώμεν αυτό; Και
όμως πολλά άλλα ζώα ούτε εις αυτό δεν τα εβοήθησε η φύσις των, δηλαδή
να ημπορέσουν να μάθουν από τον πατέρα των αρίθμησιν, εις ημάς όμως
αυτά ακριβώς ενεφύτευσε ο θεός, ώστε να είμεθα ικανοί, όταν μας τους
δεικνύουν, να τους διακρίνωμεν, έπειτα μας τους έδειξε και τους
δεικνύει τακτικά, και από όλα τα πράγματα τι ωραιότερον ημπορεί
κανείς να ιδή με τους οφθαλμούς του παρά την γενεάν των ημερών;
Έπειτα ημπορεί να έλθη εις το μέρος της νυκτός, ενώ έχει την όρασίν
του, οπότε θα του φανή όλως το αντίθετον. Και λοιπόν ανταλλάσσει
αυτάς τας αντιλήψεις πολλάς νύκτας και πολλάς ημέρας, με τας οποίας ο
ουρανός ποτέ δεν παύει να διδάσκη εις τους ανθρώπους το έν και τα
δύο, έως ότου πλέον και ο δυσμαθέστατος να μάθη αρκετά την αρίθμησιν.
Διότι έκαστος από ημάς ημπορεί κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήση και
τα τρία και τα τέσσαρα και τα πολλά, όταν βλέπη αυτά. Διά τούτο
μεταξύ άλλων εδημιούργησε ο θεός και την σελήνην, η οποία άλλοτε μεν
φαίνεται μεγαλιτέρα και άλλοτε μικροτέρα και παρουσιάζει πάντοτε
διάφορον ημέραν, έως τας δέκα πέντε ημέρας και νύκτας.
Αυτή δε διαγράφει κύκλον, εάν θελήση κανείς να θεωρήση ως έν
ολόκληρον την κυκλικήν τροχιάν της, ώστε, διά να εκφρασθώμεν ούτω
πως, να ημπορή να τα μάθη και το βλακωδέστερον ζώον από όσα ο θεός
έδωκε ικανότητα εκ φύσεως να μανθάνουν.
Και έως εδώ μεν και με αυτά τα μέσα παν ζώον επιδεκτικόν μαθήσεως
έγινε υπερβολικά αριθμητικόν, δηλαδή ως προς το να παρατηρή χωριστά
το καθέν πράγμα μόνον του. Το να υπολογίζη όμως τας σχέσεις των
αριθμών μεταξύ των νομίζω ότι έχει ανωτέραν αιτίαν, και διά τούτο,
καθώς είπαμεν, έκαμε την σελήνην να αυξάνη και να φθίνη και απετέλεσε
το έτος με μήνας (7) και ήρχισε να συγκρίνη πάντα αριθμόν προς
μεγάλην ευτυχίαν. Από αυτά δε παρήχθησαν οι καρποί και εκυοφόρησε η
γη, ώστε να υπάρχη τροφή δι' όλα τα ζώα, με την ύπαρξιν ανέμων και
βροχών όχι υπερβολικών ούτε υπερμέτρων. Αλλ' εάν κανέν από αυτά
συμβαίνη κάπως άσχημα, δεν πρέπει να προφασιζώμεθα την θείαν φύσιν,
αλλά την ανθρωπίνην, η οποία δεν τακτοποιεί με δικαιοσύνην τον βίον
της.
Όσον όμως αφορά εις ημάς, ενώ εξετάζαμεν το ζήτημα των νόμων, σχεδόν
μας εφάνη ότι τα μεν άλλα όσα ωφελούν τους ανθρώπους είναι και
εύκολον να γνωρίσωμεν, και έκαστος είναι ικανός να εννοήση τα
λεγόμενα και να τα εκτελέση, εάν εννοήση ποίον είναι εκείνο το οποίον
είναι λογικόν να συμφέρη και ποίον όχι. Λοιπόν μας εφάνη και ακόμη
και τόρα μας φαίνεται, ότι αι μεν άλλαι ασχολίαι δεν είναι υπερβολικά
δύσκολοι, με ποίον όμως τρόπον πρέπει να γίνωνται χρηστοήθεις οι
άνθρωποι είναι δυσκολώτατον. Και όσον μεν διά τα άλλα, το να τα
αποκτήση κανείς χρησίμως είναι, καθώς λέγει η παροιμία, και δυνατόν
και όχι δύσκολον, δηλαδή πόσην περιουσίαν πρέπει να έχη και πόσην όχι
και ποίου είδους σώμα πρέπει και ποίου όχι. Επίσης και ψυχήν ότι μεν
πρέπει να έχωμεν αγαθήν, συμφωνεί έκαστος με οποιονδήποτε, αλλά με
ποίον τρόπον αγαθήν; Και πάλιν ότι μεν πρέπει να έχωμεν δικαίαν ψυχήν
και σώφρονα και ανδρείαν, και εις αυτά συμφωνεί, ότι όμως σοφήν,
έκαστος μεν λέγει ότι πρέπει, αλλά ποίου είδους σοφίαν, καθώς είπαμεν
προ ολίγου, κανείς απολύτως με κανένα δεν συμφωνεί από τους
περισσοτέρους.
Τόρα λοιπόν ακριβώς έξω από όλας τας προηγουμένας σοφίας ευρίσκομεν
κάποιαν σοφίαν όχι μηδαμινήν ως προς αυτά ακριβώς, δηλαδή ως προς το
να φαίνεται σοφός όστις έμαθε όσα εξετάσαμεν. Αν όμως είναι
πραγματικώς σοφός ο επιστήμων εις αυτά και αγαθός, ως προς τούτο
πρέπει να ζητήσωμεν εξηγήσεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε, πόσον ευλόγως είπες ότι σκοπεύεις να ειπής μεγάλους λόγους περί
μεγάλων ζητημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δεν είναι μικρά, φίλε, το δε σοβαρώτερον είναι ότι είναι
εντελώς και απολύτως αληθή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Υπερβολικά βεβαίως, Ξένε μου, αλλά μην αποκάμης να ειπής ό,τι
διισχυρίζεσαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα και λοιπόν και σεις μην αποκάμετε να ακούετε.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό να γίνη, εγώ σου απαντώ και διά τους δύο μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν πρέπει, καθώς φαίνεται, να ειπούμεν από την αρχήν,
και κυρίως μεν, εάν ημπορούμεν να συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα ποία
είναι η σοφία την οποίαν παραδεχόμεθα, εάν δε εις τούτο ήμεθα
υπερβολικά ανίκανοι, τότε το δεύτερον ζήτημα, δηλαδή ποίαι είναι αι
ιδιότητες και πόσαι, τας οποίας όταν αποκτήση κανείς θα γίνη σοφός
συμφώνως με τον ιδικόν μας λόγον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε, αν αγαπάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τόρα δεν θα μισηθή ο νομοθέτης, αν ομιλή περί των θεών
καλλίτερα παρά προηγουμένως και με καλλιτέραν παρομοίωσιν, ως να
χρησιμοποιή ωραίαν διασκέδασιν τιμών τους θεούς και γεραίρων αυτούς
με ύμνους και μακαριστούς εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ καλά ομιλείς, Ξένε μου. Και είθε αυτό το τέλος να θέσης
εις τους νόμους σου, δηλαδή, αφού κανείς πανηγυρίση τους θεούς και
ζήση καθαρωτέραν την ζωήν του, να επιτύχη συγχρόνως τέλος κάλλιστον
και ωραιότατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν το λέγομεν αυτό, φίλε Κλεινία; Άραγε φρονείς ότι πρέπει να
υμνούμεν υπερβολικά και να τιμώμεν τους θεούς, ευχόμενοι να μας
φωτίζουν να λέγωμεν τα καλλίτερα και ωραιότερα λόγια δι' αυτούς; Αυτό
εννοείς ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως καταπληκτικά ούτω πως. Αλλά, αξιοθαύμαστε φίλε, βασιζόμενος
εις τους θεούς προσεύχου και λέγε την συνέχειαν του λόγου σου περί
των αρμοζόντων εις τους θεούς και τας θεάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη, αν ο ίδιος ο θεός μας οδηγήση. Αλλά και συ προσεύχου
και μη σε μέλει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής τα κατόπιν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς φαίνεται λοιπόν, πρέπει πρώτον την θεογονίαν και την ζωογονίαν,
την οποίαν οι προηγούμενοι την παρωμοίασαν κακώς, εγώ να την
παρομοιάσω (ερμηνεύσω) καλλίτερον συμφώνως με τον προηγούμενον λόγον,
επαναλαμβάνων τον λόγον τον οποίον απέτεινα προς τους ασεβείς και
εξηγών εις αυτούς ότι υπάρχουν θεοί φροντίζοντες δι' όλα μικρά και
μεγάλα και είναι σχεδόν αμετάπειστοι ως προς τα δίκαια, εάν βεβαίως
ενθυμήσθε, φίλε Κλεινία. Διότι ελάβατε και υπομνήσεις δι' αυτά. Και
βεβαίως όσα ελέχθησαν τότε ήσαν πολύ αληθή. Το εξής δε ήτο το
σπουδαιότερον από αυτά, ότι η ψυχή ολόκληρος είναι αρχαιοτέρα του
σώματος ολοκλήρου.
Άραγε δεν το ενθυμείσθε; Ή ασφαλώς ενθυμείσθε αυτό τουλάχιστον;
Δηλαδή όποιον είναι καλλίτερον και παλαιότερον και θεοειδέστερον,
αυτό φαίνεται ότι είναι ως προς το κατώτερον και νεώτερον και
προστυχότερον, και γενικώς ότι το κυρίαρχον είναι σεβασμιώτερον από
το κυριαρχούμενον, και απολύτως το φέρον από το φερόμενον. Λοιπόν ας
αναγνωρίσωμεν αυτό, ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος. Αφού δε
τούτο είναι ούτω πως, τότε θα είναι πιθανώτερον σχεδόν ότι από το
πρώτον της δημιουργίας προηγήθη άλλο πρώτον. Και λοιπόν ας δεχθώμεν
ότι η αρχή της αρχής (8) είναι ωραιοτέρα, και μας προβιβάζει
ορθότατα εις τα υψηλότερα ζητήματα της σοφίας περί της γενέσεως των
θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ας δεχθώμεν ότι αυτά ορθώς είναι ειπωμένα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν. Βεβαίως ζώον θα ειπούμεν ότι λέγεται πολύ ορθώς, όταν
γίνη μία συνένωσις ψυχής και σώματος και γεννήση μίαν μορφήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν δικαιότατα δεν ονομάζεται ζώον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν στερεά σώματα, από τα οποία ημπορεί κανείς κάλλιστα και
ωραιότατα να πλάση κάτι, πρέπει λογικώς να θεωρούνται πέντε,
ολόκληρος δε η άλλη τάξις έχει μίαν μορφήν (της ψυχής). Δηλαδή
ασώματον δεν ημπορεί να υπάρξη κανέν άλλο, το οποίον να μην έχη ποτέ
κανέν χρώμα, παρά μόνον το θειότατον γένος της ψυχής. Αυτό δε είναι
εκείνο, εις το οποίον αρμόζει να πλάττη και να δημιουργή, εις δε το
σώμα, καθώς είπαμεν, αρμόζει να πλάττεται και να δημιουργήται και να
είναι ορατόν. Αλλά — ας επαναλάβωμεν πάλιν. Διότι δεν πρέπει μίαν
φοράν να το ειπούμεν — εις αυτήν αρμόζει να είναι αόρατος και μόνον
εις τον εννοοούντα καταληπτή, και να μετέχη της μνήμης και των
υπολογισμών με συνδυασμόν των περιττών και των αρτίων αριθμών. (9)
Λοιπόν από τα πέντε σώματα που υπάρχουν πρέπει να δεχθώμεν ότι έν
είναι το πυρ και έν το ύδωρ και τρίτον ο αήρ, τέταρτον δε η γη και
πέμπτον ο αιθήρ. Με την κυριαρχίαν δε εκάστου από αυτά σχηματίζονται
πολλά και ποικίλα ζώα. Πρέπει να μάθωμεν το καθέν ως εξής.
Ας παραδεχθώμεν το πρώτον ως γήινον, δηλαδή όλους τους ανθρώπους και
όλα τα πολύποδα και άποδα και όσα βαδίζουν και όσα είναι στάσιμα,
κρατούμενα με ρίζας. Ως ενότητα δε όλων αυτών πρέπει να θεωρούμεν το
εξής, ότι δηλαδή όλα αυτά αποτελούνται από όλα τα γένη, αλλά το
περισσότερον μέρος αυτών αποτελείται από χώμα και στερεάν φύσιν. Άλλο
δε γένος ζώου πρέπει να θεωρήσωμεν κατόπιν εκείνο, το οποίον διαρκώς
σχηματίζεται και είναι δυνατόν να βλέπεται. Διότι το περισσότερον
μέρος του το έχει από το πυρ, έχει όμως και μέρος από την γην και από
τον αέρα, επίσης δε και από όλα τα άλλα στοιχεία έχει ολίγα μέρη. Διά
τούτο λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι αυτά γίνονται ζώα πολυποίκιλα και
ορατά. Και πρέπει πάλιν να πιστεύωμεν εις τα γένη των ζώων του
ουρανού, και τούτο να δεχθώμεν ότι είναι το θείον γένος των άστρων,
το οποίον επέτυχε σώμα μεν ωραιότατον, ψυχήν δε καλλίστην και
ευτυχεστάτην. Εκ των δύο δε μοιρών την μίαν τουλάχιστον πρέπει να
αποδώσωμεν εις αυτό με την γνώμην μας. Δηλαδή ή ότι είναι άφθαρτον ή
και αθάνατον έκαστον από αυτά και απολύτως θείον κατά λογικήν
ανάγκην, ή έχει έκαστον κάπως μακροχρόνιον βίον αρκετόν διά την ζωήν
εκάστου, η οποία δεν έχει ποτέ πλέον καμμίαν περισσοτέραν ανάγκην.
Πρώτον λοιπόν ας εννοήσωμεν αυτό που λέγομεν, δηλαδή ότι δύο είναι τα
τοιαύτα ζώα. Και επαναλαμβάνομεν ότι είναι και τα δύο μεν ορατά, το
έν μεν από πυρ, ολόκληρον, καθώς φαίνεται, το δε άλλο από γην. Και το
μεν γήινον ευρίσκεται εις αταξίαν, το δε πύρινον κινείται με απόλυτον
τάξιν. Και λοιπόν εκείνο μεν που κινείται με αταξίαν πρέπει να το
θεωρούμεν ανόητον, και τούτο ως επί το πλείστον κάμνουν τα πέριξ ημών
ζώα, το δε άλλο που κινείται με τάξιν και εις τον ουρανόν πρέπει να
το λάβωμεν ως σπουδαίαν απόδειξιν ότι είναι νοήμον. Διότι, αφού
προχωρεί συμφώνως με τους ιδίους όρους και ομοίως πάντοτε ενεργεί και
πάσχει, δίδει αρκετήν απόδειξιν ότι ζη φρονίμως. Η δε απαίτησις της
ψυχής, η οποία έχει νουν, είναι ισχυροτέρα από όλους τους
εξαναγκασμούς. Διότι κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται εις το να
νομοθετή. Η δε κανονικότης της ψυχής, όταν αποφασίση το καλλίτερον
συμφώνως με τον καλλίτερον νουν, αποβαίνει το τέλειον και το
πραγματικώς σύμφωνον με τον νουν, και τότε ούτε ο αδάμας δεν είναι
ισχυρότερος αυτού· ούτε περισσότερον άκαμπτος, αλλά πρέπει να
πιστεύσωμεν ότι αι τρεις Μοίραι το κρατούν και το φυλάττουν διά να
είναι τέλειον ό,τι εσχεδιάσθη με την καλλιτέραν απόφασιν από έκαστον
θεόν. Διά δε τους ανθρώπους έπρεπε να χρησιμεύση ως απόδειξις περί
του ότι έχουν νουν τα άστρα και όλη εκείνη η περιφορά, το ότι
εκτελούν πάντοτε τας ιδίας κινήσεις, διότι εκτελούν αποφάσεις
ληφθείσας προ απείρως πολλού χρόνου, και δεν μετατοπίζονται άνω κάτω,
ώστε άλλοτε άλλας κινήσεις εκτελούντα να πλανώνται και να
αντιστρέφωνται. Τούτο εξηγήθη από τους περισσοτέρους όλως αντιθέτως,
ότι δηλαδή, επειδή εκτελούν τας ιδίας κινήσεις και ομοίως, δεν έχουν
ψυχήν. Και ηκολούθησεν αυτούς τους ανοήτους ο λαός, ώστε να νομίση
ότι το μεν ανθρώπινον ζώον είναι νοήμον και ζωντανόν, ως κινούμενον,
το δε θείον είναι ανόητον ως μένον εις τας ιδίας περιφοράς. Ήτο όμως
δυνατόν εις τον άνθρωπον, εάν παραδεχθή τα καλλίτερα και ωφελιμώτερα
και αγαπητότερα, να εννοήση ότι διά τούτο πρέπει να νομίζη νοήμον
εκείνο το οποίον ενεργεί υπό τους ιδίους όρους και ομοίως και διά
τους ιδίους λόγους. Αυτό δε ότι είναι η φύσις των άστρων, η οποία εις
την όρασιν μεν είναι ωραιοτάτη, διότι αυτά χορεύουν και διαγράφουν
τον ωραιότατον και μεγαλοπρεπέστατον χορόν από όλους και εκτελούν τα
χρήσιμα δι' όλα τα ζώα.
Και πρώτον προς εξήγησιν του λόγου, διά τον οποίον θεωρούμεν αυτά
έμψυχα, ας σκεφθώμεν το μέγεθος αυτών, δηλαδή δεν είναι τόσον μικρά,
όσον μας φαίνονται πραγματικώς, αλλά έκαστον από αυτά είναι
ανυπολόγιστον κατά τον όγκον. Πρέπει δε να το πιστεύσωμεν. Διότι αυτό
γίνεται αντιληπτόν με πολλάς αποδείξεις. Δηλαδή ολόκληρον τον ήλιον
είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ορθώς ως μεγαλίτερον από ολόκληρον την
γην και βεβαίως και όλοι οι μετακινούμενοι αστέρες (πλανήται) έχουν
κάπως θαυμαστόν μέγεθος. Ας σκεφθώμεν όμως ποίος τρόπος υπάρχει, ώστε
να περιφέρη τόσον μεγάλον όγκον — κάποια δηλαδή φύσις εις τον ίδιον
χρόνον εις όσον και σήμερον ακόμη περιφέρονται. Λοιπόν εγώ φρονώ ότι
ο θεός είναι ο αίτιος και ποτέ δεν είναι δυνατόν αλλέως. Δηλαδή ποτέ
δεν είναι δυνατόν να υπάρξη έμψυχον πράγμα αλλέως παρά από θεόν,
καθώς ημείς φρονούμεν. Αφού δε αυτό είναι ικανός να το εκτελέση ο
θεός, ήτο εντελώς εύκολον πρώτον μεν να γίνη εντελώς ζωντανόν
ολόκληρον το σώμα και ολόκληρος ο όγκος, έπειτα δε να το μετακινή με
τον τρόπον, τον οποίον εθεώρησε καλλίτερον. Τόρα λοιπόν περί όλων
αυτών ένα λόγον ημπορούμεν να ειπούμεν αληθινόν. Δεν είναι δυνατόν η
γη και ο ουρανός και όλοι οι αστέρες και όλοι οι αποτελούμενοι από
αυτούς όγκοι, εάν δεν εδόθη πλησίον των ή εντός εκάστου από αυτούς
ψυχή, να μετακινούνται με ακρίβειαν έκαστον έτος συμφώνως με τους
μήνας και τας ημέρας, και να γίνονται εις όλους μας αγαθά όλα, όσα
εδημιουργήθησαν. Πρέπει δε όσον μηδαμινόν πράγμα είναι ο άνθρωπος,
τόσον περισσότερον να μη φλυαρή, αλλά να φαίνεται ότι ομιλεί σαφώς.
Και λοιπόν, εάν κανείς θεωρήση ως αιτίας τα ορμέμφυτα των σωμάτων ή
τας φύσεις ή κανέν παρόμοιον, δεν λέγει τίποτε σαφές. Αυτό όμως που
ελέχθη από ημάς πρέπει να το επαναλάβωμεν, διά να ιδούμεν αν έχει
λογικήν ο λόγος μας ή εντελώς καθυστερεί ως προς αυτήν, πρώτον μεν
ότι τα όντα είναι δύο, το έν μεν ψυχή, το δε άλλο σώμα, και ότι είναι
πολλά όντα εκάστου από τα δύο αυτά είδη, όλα όμως είναι διάφορα και
μεταξύ των και του ενός είδους προς το άλλο, και έπειτα ότι δεν
υπάρχει τρίτον τι ανάμικτον από τα δύο εις κανέν. Έχει δε μεγάλην
διαφοράν η ψυχή από το σώμα. Διότι αυτήν μεν θα την θεωρήσωμεν
νοήμονα, αυτό δε ανόητον, και εκείνην κυρίαρχον, αυτό δε
εξουσιαζόμενον, και εκείνην μεν αιτίαν όλων, αυτό δε αναίτιον παντός
παθήματος. Επομένως το να δεχθώμεν ότι τα επουράνια προέρχονται από
άλλο τίποτε και ότι δεν είναι κατ' αυτόν τον τρόπον γεννήματα της
ψυχής και του σώματος θα ήτο μεγάλη μωρία και παρολογισμός. Εάν
λοιπόν πρόκειται να υπερισχύσουν οι λόγοι περί όλων αυτών και να
φαίνωνται όλα αυτά πιστευτά ως θεία, πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως έν
από τα δύο. Δηλαδή ή πρέπει πολύ ορθώς να τα εξυμνούμεν ως να είναι
οι ίδιοι οι θεοί, ή να τα θεωρήσωμεν ομοιώματα των θεών ωσάν
αγάλματα, τα οποία κατεσκεύασαν οι ίδιοι οι θεοί.
Διότι βεβαίως δεν είναι έργα ανοήτων ούτε μικράς αξίας, αλλά, καθώς
είπαμεν, έν από τα δύο αυτά πρέπει να δεχθώμεν, και τα πιστευθέντα ως
τοιαύτα να τα τιμώμεν περισσότερον από όλα τα αγάλματα. Διότι είναι
αδύνατον να παρουσιασθούν ποτε ωραιότερα και παγκοσμιώτερα αγάλματα
εις όλην την ανθρωπότητα ούτε υψωμένα εις υπεροχωτέρους τόπους από
αυτά, (10) υπερέχοντα κατά την καθαρότητα και σεμνότητα και όλην την
ζωήν όσον έγιναν όλα αυτά τελείως.
Τόρα λοιπόν ας δοκιμάσωμεν τούτο μόνον διά τους θεούς, δηλαδή, αφού
παρετηρήσαμεν τα δύο ορατά εις ημάς ζώα, εκ των οποίων λέγομεν ότι το
έν μεν είναι αθάνατον, όλα δε τα γήινα ότι είναι θνητά, ας
προσπαθήσωμεν να εξηγήσωμεν σαφώς τα άλλα τρία τα διάμεσα των πέντε
πώς επλάσθησαν συμφώνως με την πιθανωτέραν γνώμην. Δηλαδή ας δεχθώμεν
τον αιθέρα κατόπιν από το πυρ, και ότι η ψυχή τούτου έχει την
ικανότητα να πλάττη ζώα έχοντα δύναμιν συνάμα δε και άλλα γένη, ως
επί το πολύ μεν εκ της ιδικής του φύσεως, τα δε μικρότερα μέρη των
από τα άλλα γένη χάριν συνδέσεως.
Κατόπιν δε από τον αιθέρα η ψυχή πλάττει από τον αέρα άλλο γένος ζώων
και τρίτον από το ύδωρ. Αφού δε εδημιούργησε όλα αυτά η ψυχή, είναι
επόμενον ότι εγέμισε όλον τον ουρανόν από ζώα, μεταχειρισθείσα όλα τα
γένη, όσον ήτο δυνατόν, αφού όλα έγιναν μέτοχα της ζωής. Τα δε
δεύτερα και τρίτα και τέταρτα και πέμπτα αρχίζουν από τους ορατούς
θεούς και τελειώνουν εις ημάς τους ανθρώπους.
Και τόρα λοιπόν όσον διά τους θεούς, δηλαδή τον Δία και την Ήραν και
όλους τους άλλους, όπως θέλει έκαστος, ας τους παραδέχεται συμφώνως
με τον ίδιον νόμον και ας έχη στερεωμένην αυτήν την γνώμην. Αλλά τους
ορατούς θεούς πρέπει να τους θεωρούμεν ως τους ανωτέρους και
τιμιωτέρους (11) και οξυδερκεστέρους και πρώτους, δηλαδή αυτούς οι
οποίοι αποτελούν την φύσιν των άστρων και όσοι αντιλαμβανόμεθα ότι
εδημιουργήθησαν μαζί με αυτά, κατόπιν δε από αυτούς εις την σειράν
και κατά δεύτερον λόγον τους δαίμονας. Έπειτα το αέριον γένος, το
οποίον κατέχει την τρίτην θέσιν και την μεσαίαν, το οποίον είναι
αίτιον της διερμηνείας (διαισθήσεως) (12) πρέπει να το τιμώμεν καθ'
υπερβολήν δε των δύο τούτων ζώων, δηλαδή του αερίου και του αιθερίου,
δεν είναι ούτε ορατόν ολόκληρον το καθέν.
Δι' αυτό ενώ λοιπόν παρευρίσκεται πλησίον μας, δεν είναι εντελώς
αισθητόν. Μετέχουν δε θαυμασίας νοημοσύνης, αφού ανήκουν εις ευφυές
γένος και μνημονικόν, και πρέπει να φρονούμεν ότι γνωρίζουν την
ιδικήν μας διανόησιν και ότι θαυμασίως συμπαθούν τον καλόν και αγαθόν
από ημάς και μισούν τον πολύ κακόν, τούτο δε διότι προηγουμένως
απέκτησαν την αίσθησιν της λύπης. Και βεβαίως ο θεός ο οποίος έλαβε
τελείως θείαν μοίραν ευρίσκεται έξω από αυτά, δηλαδή από την λύπην
και την ηδονήν, της δε φρονήσεως και γνώσεως είναι καθ' όλα μέτοχος.
(13) Και αφού ολόκληρος ο ουρανός είναι γεμάτος από ζωντανά όντα
διαμηνύουν μεταξύ των και αυτοί οι εις μεγίστην απόστασιν
ευρισκόμενοι θεοί όλοι όλα, διότι τα μεσάζοντα ζώα μετακινούνται προς
την γην και τον όλον ουρανόν με ελαφράν έλξιν. Εκείνο δε που
συνίσταται από ύδωρ ημπορεί μεν ορθώς να το παρομοιάση κανείς προς
ημίθεον και να ειπή δι' αυτό ότι άλλοτε μεν είναι ορατόν, άλλοτε δε
κρύπτεται και γίνεται άφαντον (ατμός) και παρουσιάζει θαυματουργίαν
εις την αμυδράν όρασιν.
Δι' αυτά λοιπόν τα πέντε ιδανικώς τέλεια ζώα, οτιδήποτε μερικοί από
ημάς εγνώρισαν ή εις τον ύπνον μέσα εις τα όνειρά των, ή εις τας
διαδόσεις και μαντείαι ήκουσαν λεγόμενον εις ακοάς υγιείς ή νοσηράς ή
κατά τα τέλη της ζωής των έτυχε να ακούσουν ιδιωτικώς ή δημοσίως
τοιαύται γνώμας, από τας οποίας ιδρύθησαν διάφορα προσκυνήματα πολλών
θεών, ως προς όλα αυτά, ο νομοθέτης, όστις έχει και τον ελάχιστον
νουν ποτέ δεν θα τολμήση να νεωτερίση και να ωθήση την πόλιν του εις
θεοσέβειαν, η οποία έχει κάτι τι ασαφές. Αλλά πάλιν και από τας
θυσίας, τας οποίας ορίζει ο πατροπαράδοτος νόμος, δεν θα θελήση να
τους αποτρέψη, αφού δεν γνωρίζει τίποτε, και αφού δεν είναι δυνατόν
απολύτως εις την θνητήν φύσιν να γνωρίζη περί των τοιούτων. Διά δε
τους αληθώς φανερούς εις ημάς θεούς άραγε δεν επιβάλλει ο ίδιος λόγος
να θεωρούνται κακοί, όσοι δεν τολμούν να μας τους γνωρίζουν και να
τους φανερώνουν, αφού μένουν αλειτούργητοι και δεν απολαμβάνουν τας
ανηκούσας εις αυτούς τιμάς;
Τώρα λοιπόν συμβαίνει αυτό ωσάν να έβλεπε κάποιος από ημάς τον ήλιον
και την σελήνην ότι υπάρχουν και επιθεωρούν όλους ημάς και δεν το
εφανέρωνε, ενώ ήτο κάπως ικανός να το φανερώση, και ενώ είναι
αμέτοχοι τιμής να προσπαθήση όσον εξαρτάται από αυτόν να τους φέρη
εις έντιμον τόπον φανερά και να ιδρύση δι' αυτούς εορτάς και θυσίας
και να χωρίση το καταλαμβανόμενον από έκαστον χρονικόν διάστημα της
μεγαλιτέρας (ηλιακής) ή μικροτέρας (σεληνιακής) διαρκείας του έτους.
Άραγε αυτός δεν ήτο δίκαιον να θεωρηθή κακός και διά τον εαυτόν του
και δι' άλλον όστις γνωρίζει αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι, καλέ Ξένε; κάκιστος μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν, φίλε Κλεινία, γνώριζε σαφώς ότι τόρα συμβαίνει εις εμέ.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάθετε ότι υπάρχουν οκτώ δυνάμεις των ουρανίων σωμάτων, αδελφικαί
μεταξύ των, τας οποίας είδα εγώ καθαρά. Και δεν έκαμα κανέν μέγα
κατόρθωμα. Διότι αυτό είναι εύκολον και εις άλλον. Από αυτάς δε τρεις
είναι αι εξής. Μία μεν του ηλίου, άλλη μία της σελήνης και άλλη μία
των απλανών αστέρων, τους οποίους ανεφέραμεν ολίγον προηγουμένως.
Ακόμη δε άλλαι πέντε. Όλας αυτάς λοιπόν και αυτούς που βαδίζουν με
αυτάς είτε και μεταφέρονται εντός αυτών ως εις οχήματα, κανείς ας μη
νομίση από εσάς ότι άλλοι μεν είναι θεοί, άλλοι όμως όχι, ούτε ότι
άλλοι μεν είναι γνήσιοι, άλλοι δε τοιούτοι ώστε να μην είναι
συγχωρημένον εις κανένα από ημάς να το ειπούμεν. Και λοιπόν όλοι
όλους ας τους θεωρούμεν αδελφούς και με αδελφωμένας μοίρας, και ας μη
αποδίδωμεν ως τιμάς εις άλλον μεν το έτος, εις άλλον δε τον μήνα, εις
άλλους δε ας μη ορίζωμεν ούτε μερίδιον ούτε χρόνον, εις τον οποίον
διατρέχουν την τροχιάν των και συναποτελούν τον κόσμον τον οποίον
ετακτοποίησε και έκαμε ορατόν ο θειότερος λόγος από όλους. Τον οποίον
ο μεν ευτυχής πρώτον με θαυμάζει, έπειτα δε επιθυμεί να σπουδάση όσα
είναι δυνατά εις την ανθρωπίνην φύσιν, διότι φρονεί ότι ούτω πως θα
ζήση άριστα και ευτυχέστατα όσον ζη, και όταν αποθάνη θα έλθη εις
τόπους αρμοδίους διά τους εναρέτους και πραγματικώς μεμυημένος,
αποκτήσας φρόνησιν όσην ουδείς άλλος, και εις τον υπόλοιπον χρόνον
του εμβαθύνων εις τα ωραιότερα, από όσα υποπίπτουν εις την όρασίν
μας.