Φεβρουαρίου 1830. Και δεν είχεν άδικον ο πρίγκηψ παραιτηθείς του
θρόνου της Ελλάδος· διότι εθεώρησεν ως μέγα βάρος να κυβερνήση
χώραν πτωχοτάτην και στενωτάτην, μεταβληθείσαν, μετά επταετείς
εξολοθρευτικούς αγώνας, εις σωρόν ερειπίων και εν ή πλείσται όσαι
ραδιουργίαι εξυφαίνοντο κατά του Κυβερνήτου και κατά του
μέλλοντος ηγεμόνος αυτής· άμα δε διότι δεν ηθέλησε να ασπασθή την
ελληνικήν θρησκείαν, αρνηθείς να δεχθή στέμμα τοσούτον στενής και
περιωρισμένης χώρας, μη εχούσης αρκετόν χώρον, όπως αναπτυχθή και
προοδεύση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού
θρόνου. — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του
Λεοπόλδου επί τω παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. —
Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ίδρυσις εν Σύρω
ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία
επανάστασις — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του
Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των
Τούρκων.
Η διαγωγή του πρίγκηπος Λεοπόλδου, μετά την κατάθεσιν των
σχετικών προς την παραίτησιν αυτού εγγράφων, εγένετο αντικείμενον
σφοδροτάτων συζητήσεων εν τω αγγλικώ κοινοβουλίω. Πολλαχώς
κατεμέμφθησαν αυτού επί αστασία, και κατηγόρησαν μάλιστα, ότι
ηθέλησε να εμπορευθή το ελληνικόν στέμμα. Εξ ετέρου δε παρέσχεν
ευκαιρίαν η αποχώρησις αυτού εις βιαίας προσβολάς κατά του
τορικού υπουργείου, ούτινος κατηγορήθη ου μόνον άγνοια αλλά και
έλλειψις χρηστότητος. Εν τούτοις η λονδίνειος σύνοδος διά
πρωτοκόλλου απεφάσισε 2)14 Ιουνίου, όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει
και εν Ελλάδι αντιπρόσωποι των συμμάχων Δυνάμεων δηλώσωσεν εκεί,
ότι «το παρεμπεσόν γεγονός κατ' ουδέν έμελλε να μεταβάλει τας
αποφάσεις των τριών αυλών, ή να παραβλάψη την ομοφροσύνην αυτών,
και ότι απόφασιν είχον να εκτελέσωσι τα κατά την 22)3 και 8)20
Φεβρουαρίου 1830 ορισθέντα, άτινα είχον αποδεχθή η τε Πύλη και η
ελληνική κυβέρνησις».
Και ο μεν Μέττερνιχ εθεώρησε την «αξιοθρήνητον διαγωγήν του
πρίγκηπος Λεοπόλδου ως συνέπειαν των υπό της συμμαχίας γενομένων
απειραρίθμων σφαλμάτων, ήτις, μη αρκεσθείσα ότι εδημιούργησεν
αφηρημένην τινά Ελλάδα, πριν ή συνεννοηθή ως προς τους όρους της
υλικής υπάρξεως του δημιουργήματος αυτής, εδημιούργησε προς
τούτοις ηγεμόνα, πριν ή βεβαιωθή περί της αποδοχής αυτού. Ούτω δε
η ανοησία του πρίγκηπος Λεοπόλδου υπήρξεν έργον της βρεττανικής
αυλής». Η ρωσική όμως διπλωματία ουδεμίαν έχουσα αφορμήν να
φεισθή του πρίγκηπος του Κοβούργου, εις όν ησμένιζεν υποβάλλουσα
εγωιστικάς αφορμάς και την όρεξιν μάλιστα της αγγλικής
αντιβασιλείας, έλεγε:
»Την αντιβασιλείαν αυτήν ουδέποτε θέλει επιτύχει, αφού μάλιστα
συνετέλεσεν ούτω την αισχύνην αυτού. Τοιούτος ηγεμών είναι ύβρις
της βασιλείας». Εν Ελλάδι δ' ελέχθη και επανελήφθη υπό των εχθρών
του Κυβερνήτου ότι τα μέγιστα ούτος συνετέλεσε διά της προς τον
πρίγκηπα Λεοπόλδον αλληλογραφίας αυτού εις την απόφασιν ταύτην η
ανάγνωσις όμως των επιστολών εκείνων, άς εν τη ιστορία υμών ταύτη
κατεχωρίσαμεν επίτηδες, πείθει, νομίζομεν, πάντα ότι καθήκον
είχεν ο Κυβερνήτης και τας ανάγκας της χώρας να εκθέση και περί
της καταστάσεως αυτής να διαφωτίση τον μέλλοντα άρχοντα αυτής και
τα μέσα της εδραιώσεως της δυναστείας αυτού καταλλήλως να
υποδείξη. Διότι έπραξε το καθήκον τούτο, δικαιούμεθα άραγε να
ενορώμεν κακοβουλίαν, μη αποδεικνυομένην εκ των εγγράφων; Είτε
διότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εφιλοδόξησεν ετέρου θρόνου, είτε διότι
όντως επεθύμει να παράσχη ικανοποίησιν των πόθων του λαού αυτού
περί των μεθορίων, ο Κυβερνήτης ουδαμώς συνετέλεσαν εις την περί
παραιτήσεως απόφασιν αυτού. Τουναντίον εάν τις ηδύνατο να θεωρηθή
ως συντελέσας εξ Ελλάδος εις την παραίτησιν του Λεοπόλδου,
βεβαίως εισίν οι του Κυβερνήτου αντιπολιτευόμενοι, οίτινες και
αναφοράς _λαθραίως και απορρήτως υπογεγραμμένας_ προς τον
πρίγκηπα Λεοπόλδον απέστειλαν, δι ών «_είχον την οίησιν του να
χαρακτηρίσωσι την κοινήν γνώμην και τας ευχάς της Κυβερνήσεως και
της Γερουσίας εις τα περί της τύχης της Ελλάδος εμβριθή ζητήματα
ως μίαν γνώμην και ως ευχάς, αι οποίαι δεν είχον δήθεν την
εθνικήν συγκατάθεσιν_», ως έλεγεν ο Καποδίστριας εν τη προς τους
αντιπρέσβεις των ευεργετίδων Δυνάμεων τη 14)26 Ιουλίου 1830
απαντήσει αυτού.
Έπειτα δε, εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων, ως κατηγόρουν αυτού
οι εχθροί, προς τι να ζητήση να πείση τον Λεοπόλδον εις το να μη
αποδεχθή τον θρόνον της Ελλάδος, αφ' ού ο οίκος Κόβουργ είχε
μεγίστην συγγένειαν προς τον εν Ρωσία δυναστικόν οίκον των
Ρωμανώφ;
Ο Λεοπόλδος ήτο υιός του δουκός Φραγκίσκου Σαξ-Κόβουργ. Η
οικογένεια Κόβουργ συνεδέετο τότε προς τους Ρωμανώφ της Ρωσίας
ένεκα του γάμου της αδελφής αυτού _Ιουλιάνας_ μετά του μεγάλου
Δουκός Κωνσταντίνου. Ο Λεοπόλδος κατετάγη εν τω στρατώ της Ρωσίας
μετά του βαθμού του στρατηγού και συνώδευσε μετά ταύτα τον
αυτοκράτορα Αλέξανδρον εις το συνέδριον της _Έρφουρτ_. Ο
Καποδίστριας είχε γνωρισθή λοιπόν μετά του Λεοπόλδου αρκούντως,
διότι μετά ταύτα συνυπηρέτησε μετ' αυτού εν Ρωσία και ήτο εν
γνώσει όλων των αρετών εκείνου, όπως ευσυνειδήτως προτείνη αυτόν
τοις πρεσβευταίς των τριών Δυνάμεων, υποδείξη δε τοις Έλλησιν
όπως εκλέξωσιν αυτόν ηγεμόνα.
Εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων και όργανον της Ρωσίας,
επαναλαμβάνομεν, διατί ν' αποτρέψη ένα συγγενή της αυτοκρατορικής
οικογενείας, πρώην στρατηγόν αυτής, να έλθη εν Ελλάδι, αφού ούτος
δεν ηδύνατο ν' αναβή τον θρόνον και θέση στέμμα επί της κεφαλής
αυτού; Διατί αντ' αυτού να επιθυμή να έλθη άλλος βασιλεύς
αγνώστου ικανότητος, αγνώστων ιδεών, αγνώστων δοξασιών και προς
αυτόν αγνώστου συμπαθείας;
Το κυριώτερον αίτιον της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, καθ' ημάς,
ήτο, ως είπομεν, η σοβαρά ασθένεια του βασιλέως της Αγγλίας,
πάραυτα μετά την εκλογήν αυτού εις τον θρόνον της Ελλάδος. Διότι
ο Λεοπόλδος ήτο ωρισμένος εν περιπτώσει θανάτου του βασιλέως να
γίνη αντιβασιλεύς της Αγγλίας, ως νυμφευθείς τη 2 Μαΐου 1816 την
πριγκήπισσαν _Αυγούσταν Σαρλότταν_, διάδοχον του θρόνου της
Μεγάλης Βρεττανίας. Ο γάμος ούτος εψηφίσθη την 27 Μαρτίου 1816
παρά του Κοινοβουλίου της Αγγλίας, δόντος προς αυτόν τον τίτλον
του Άγγλου _Δουκός Κένδαλ_ και το προνόμιον του να παρίσταται, ως
έφθημεν ειπόντες, εν απάσαις ταις τελεταίς ή συναθροίσεσι των
_Δουκών του Στέμματος της Αγγλίας_. Εδόθη προς αυτόν επίσης ο
τίτλος του _Στρατάρχου της Μεγάλης Βρεττανίας_ και έδρα εν τω
_μυστικώ συμβουλίω_. Δυστυχώς η δημοφιλής Πριγκήπισσα Αυγούστα
Σαρλόττα απεβίωσε κατά τον τοκετόν, την 5 Νοεμβρίου 1817, αφείσα
απαρηγόρητον λύπην εις το αγγλικόν έθνος και γενικήν συμπάθειαν
και υπόληψιν προς τον Λεοπόλδον, όστις εξηκολούθει να κατοική εν
Αγγλία και λαμβάνει παρά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως χορήγησιν
ετησίαν 50,000 λιρών στερλινών. Δεν παρήλθεν, ως είδομεν ανωτέρω,
χρόνος πολύς μετά την παραδοχήν του Ελληνικού Στέμματος, και τον
Μάιον του 1830 ασθενεί βαρέως ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο
Δ'. Η ανεψιά του Λεοπόλδου _Αλεξανδρίνα Βικτωρία_, ενδεκαέτις
κόρη, ήτο άδοξος κληρονόμος του θρόνου, καθό θυγάτηρ μονογενής
του _Δουκός της Κεντ_, τετάρτου υιού του Γεωργίου Γ' και της
Πριγκηπίσσης Λουίζης Βικτωρίας του Σαξ-Κόβουργ. Αλλ' ο θρόνος
Αγγλίας ημφισβητείτο τότε και παρά του δουκός της _Κλάρενς_
αρχιναυάρχου των στόλων της Μεγάλης Βρεττανίας, τρίτου υιού του
Γεωργίου Γ', όστις ουδεμίαν ενέπνεεν εμπιστοσύνην προς τας
Αγγλικάς βουλάς, όντως δώσωσι τας ηνίας του Κράτους εις χείρας
εκείνου. Αφ' ενός ο ιδιωτικός βίος μετά της δεσποινίδος
_Ζουρδαίν_, αφ' ετέρου ο ανεπιτυχής ναυτικός βίος, απέδειξαν
τρανώς την αναξιότητα αυτού. Ούτος έζη κυρίως εν Αννόβερ, ο δε
θάνατος του Δουκός της Υόρκ τω 1827 εποίει αυτόν επίσης επίδοξον
κληρονόμον του Στέμματος και της Αγγλίας και του Αννόβερ. Ως εκ
της μηδαμηνότητος τούτου, οι φίλοι του Λεοπόλδου ενουθέτουν αυτόν
να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, διότι εθεωρείτο βεβαιότατον
ότι ήθελεν εκλεγή αυτού η ενδεκαέτις ανεψιά Βικτωρία, η νυν
γηραιά βασίλισσα της Μεγάλης Βρεττανίας, εις τον θρόνον της
Αγγλίας, ούτος δε ήτο ο ωρισμένος Αντιβασιλεύς μέχρι της
ενηλικιότητος εκείνης.
Ιδού διατί παρητήθη του ελληνικού θρόνου ο Λεοπόλδος, όστις
τοσαύτην το κατ' αρχάς εδείκνυεν υπέρ των Ελλήνων συμπάθειαν, ήν
δεν επαύσατο τρέφων, ως αυτός ούτος είπε, μετά δύο μήνας
μεταμελούμενος διά την παραίτησιν αυτού προς τον λόρδον
_Πάλμερστον_. Και δεν μετεμελείτο προσποιητώς· διότι ο Γεώργιος
Δ' απεβίωσε την 26 Ιουνίου 1830. Ο δουξ του Κλάρενς αυθημερόν
ανελπίστως ανεγνωρίσθη παρά των βουλών της Αγγλίας ως βασιλεύς
υπό τον τίτλον _Γουλιέλμος Δ'_. Αι ελπίδες του Λεοπόλδου λοιπόν
διά τον θρόνον της Αγγλίας εματαιώθησαν. Η επανάστασις της
Γαλλίας ήρξατο κατ' Ιούλιον του 1830, τον δε Αύγουστον του 1830 ο
δουξ του Ορλεάν εγένετο βασιλεύς των Γάλλων υπό το όνομα
_Λουδοβίκος Φίλιππος_. Ο Λεοπόλδος, εάν δεν είχε παραιτηθή του
θρόνου της Ελλάδος, τη 9)21 Μαΐου, ηδύνατο, μετά την αποτυχίαν
του θρόνου της Αγγλίας, να νυμφευθή την θυγατέρα του Λουδοβίκου
Φιλίππου αδεία της Γαλλικής αυλής και να έλθη εις Ελλάδα (75).
Αλλ' άλλαι ήσαν αι βουλαί της Θείας Προνοίας, και ο Λεοπόλδος
μετά έν έτος ακριβώς ανέβη εις τον θρόνον του Βελγίου,
εγκαταλιπών τα εν Αγγλία δικαιώματα αυτού καθώς και την χορήγησιν
των 50,000 λιρών, νυμφευθείς μετά ταύτα την αγαπητήν πριγκήπισσαν
_Λουίζαν του Ορλεάν_, θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου, βασιλέως
της Γαλλίας.
Εν τούτοις, ο τοσούτον σκληρώς επιτιμώμενος απανταχού ηγεμονικός
μνηστήρ της Ελλάδος ιδού πώς εδικαιολόγησε βαθύτερον προς τον
βαρώνον _Στάιν_ την περί παραιτήσεως αυτού απόφασιν δι' επιστολής
αυτού της 29)10 Ιουνίου 1830:
«Τα πάντα κατεστράφησαν, και θα αναγκασθώσι πιθανώς επί τέλους αι
Δυνάμεις να μεταβάλωσι τα όρια. Καθότι τις έντιμος ανήρ θα θελήση
να αναλάβη την ηγεμονίαν, υποχρεούμενος σύναμα να διώξη τους
Έλληνας εκ της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, ησύχως και εντελώς
κατέχουσιν; Αφ' ής στιγμής ούτοι εθεώρησαν τα περί της Ελλάδος
ορισθέντα ως καταστρέφοντα τα πολυτιμότατα των συμφερόντων αυτών,
αι δε Δυνάμεις ουδέν ηθέλησαν να μεταβάλωσι, δυσχερής αν μη
αδύνατος εγένετο η ελπίς επιτυχίας. Ο της Ελλάδος ηγεμών ήθελεν
ευρεθή εις την θλιβεράν θέσιν, μηδεμίαν να ευχαριστή φατρίαν, ενώ
αμφότεραι ήθελον προσπαθήσει να επιρρίψωσι την ευθύνην επί του
ηγεμόνος, να κατηγορήσωσιν αυτόν επί ανικανότητι. Ότε το
τελευταίον ελαλήσαμεν περί του αντικειμένου τούτου, ορθώς μοι
παρετηρήσατε, ότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβη τις το έργον αυτό,
χωρίς επαρκών προς επιτυχίαν μέσων. Δεν καταδικάζω τους θρόνος
στερήσαντάς με τα μέσα ταύτα, καθότι επ' αυτών των ιδίων πίπτει
το κακόν».
Όπως ποτ' αν η, η αιφνιδία παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου
εβύθισε την Ελλάδα εις αναρχίαν, ής τας φρικώδεις συνεπείας
κατέδειξεν η 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η ολόκληρον το έθνος εις
δύο διαιρέσασα αλληλομαχόμενα στρατόπεδα μέχρι βασιλείας του
πρώτου της νεωτέρας Ελλάδος βασιλέως Όθωνος. Η παραίτησις του
Λεοπόλδου υπήρξεν ολεθρία διά τον Καποδίστριαν· όν επανέρριψεν
εις μεγίστην αμηχανίαν, αλλ' αφ' ετέρου μεγάλας παρέσχε τας
ωφελείας τω έθνει, μεθ' όλην την απελθούσαν αναρχίαν διότι
εξεβίασε την εν Λονδίνω σύνοδον να αποδεχθή βραδύτερον εκείνο,
όπερ ώφειλε να αποδεχθή ενωρίτερον, την κατά το σχέδιον δηλαδή
του Καποδιστρίου αύξησιν των ορίων της ανεξαρτήτου κηρυχθείσης
Ελλάδος, κατά την επί τη εκλογή του Όθωνος υπογραφήν των
πρωτοκόλλων της 1)13 Ιανουαρίου 1832, του της 25)7 Μαρτίου και
της 27)9 Ιουλίου 1832.
Τα εν Ελλάδι πράγματα είχον φθάσει επί ξυρού ακμής. Η
αντιπολίτευσις κατήντησεν επιθετικωτάτη, τα πάντα ως εκ της κακής
πολιτείας του Κυβερνήτου θεωρούσα ως πηγάζοντα. Εν τούτοις, ο
Καποδίστριας εζήτει να συμπληρώση ταχέως τα τη διοικήσεως αυτού,
και να προαγάγη την υλικήν της χώρας ευημερίαν. Εν Σύρω ιδρύθη η
πρώτη _ασφαλιστική εταιρία_, διά κεφαλαίου 60,000 ταλλήρων· ο δε
Κυβερνήτης εκύρωσεν αυτήν και μετέσχεν αυτής μάλιστα, εγγραφείς
διά πολλάς μετοχάς. Οι Έλληνες εμποροπλοίαρχοι ηναγκάζοντο τέως,
μη αναγνωριζομένης έτι της Ελλάδος υπό της Πύλης ως αυτοτελούς
δυνάμεως, να τάσσωνται υπό την προστασίαν μιας των μεσιτριών
μεγάλων Δυνάμεων, οσάκις εισέπλεον εις τα Δαρδανέλλια. Ο
Κυβερνήτης κατώρθωσε, παρακαλέσας προς τούτο τας συμμάχους, να
δοθή η του διάπλου ελευθερία εις την ελληνικήν σημαίαν. Επεμελήθη
της εμπορικής δικαιοσύνης, συστήσας εν Σύρω τα προ πολλού ήδη
εψηφισμένον _Εμποροδικείον_, εις τοσούτο δε μάλιστα προέβη, ώστε
ηθέλησε να διαιρέση τους Έλληνας εμπόρους, κατά τα εν Ρωσία
νενομισμένα, εις δύο τάξεις. Εν τούτω όμως απήντησεν αντίστασιν.
Η πτωχοτέρα εμπορική τάξις της Ερμουπόλεως και της Σύρου προέβη
κατ' Απρίλιον του 1830 εις εκφανή στάσιν κατά της νέας ταύτης
βελτιώσεως. Ο Κυβερνήτης ηναγκάσθη τότε αυτοπροσώπως να μεταβή
εις Σύρον, όπου διέταξε συνοπτικήν ανάκρισιν και την σύλληψιν των
πρωταιτίων της στάσεως, ούς μετήνεγκεν εις Ναύπλιον, και μακρά
κατ' αυτών ήρξατο δίκη, διαρκέσασα επί ολόκληρον σχεδόν έτος και
καταλήξασα εις λίαν αόριστον αθώωσιν αυτών. Και απέτισαν μεν ούτω
την οργήν της κυβερνήσεως, αλλ' η απαίτησις αυτών κατίσχυσε·
διότι ο νέος οργανισμός της εμπορικής τάξεως δεν κατωρθώθη να
εκτελεσθή. Μικράν επίσης έσχον επιτυχίαν και αι εν τη _Εθνική
Χρηματιστική Τραπέζη_ μεταρρυθμίσεις, αίτινες προορισμόν είχον να
συμπληρώσωσι και να ελκύσωσιν εις αυτήν την δημοσίαν πίστιν, δι'
υποθηκεύσεως εθνικών τινων κτημάτων. Επέβαλε τον ποιμνιακόν φόρον
όστις δύναται να θεωρηθή ως ορθόν οικονομικόν μέτρον, επειδή όμως
η εν Πελοποννήσω είσπραξις αυτού ανετέθη τω γέροντι Κολοκοτρώνη,
ολίγα εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Ούτω δε μεθ' όλην την
καλήν θέλησιν του Κυβερνήτου τα εσωτερικά ότε της Ελλάδος
πράγματα εσκυθρώπαζον οσημέραι, και μάλιστα ότε επήλθεν η τροπή
εκείνη εν τη μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτική Γαλλική ιουλιανή
επανάστασις, ήτις απεστέρησε τον Κυβερνήτην της εξωτερικής
υποστηρίξεως και του ερείσματος επομένως αυτού.
Συνεζήτουν έτι οι Έλληνες μετά της ιδιαζούσης αυτοίς πολιτικής
εμπαθείας τα της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, ότε ηγγέλθη το
παράτολμον πραξικόπημα του _Πολινιάκ_ κατά της εκλογικής
ελευθερίας του Γαλλικού έθνους, τα διατάγματα, και η ευθύς μετ'
ολίγον πτώσις του _Καρόλου του Ι'_, του αληθούς φιλέλληνος
εκείνου βασιλέως. Μόλις μαθών ο Κυβερνήτης διά των αντιπρέσβεων
τα γενόμενα, συνεκάλεσε την Γερουσίαν, ανεκοίνωσεν αύτη το
άγγελμα και προύτεινε να διορισθή έκτακτος απεσταλμένος παρά τη
νέα γαλλική κυβερνήσει ο _πρίγκηψ Σούτσος_ όστις τέως είχεν
εκπροσωπήσει τα ελληνικά συμφέροντα εν Παρισίοις. Δεν διέφυγεν
όμως την οξυδέρκειαν αυτού ότι καιρίως είχε πληγή, διά της
ιουλιανής επαναστάσεως, η επιρροή πάσα, ήν ήσκει επί της γαλλικής
πολιτικής η Ρωσία από _παλινορθώσεως_ του 1815, και ιδίως από της
αναβάσεως τον θρόνον _Καρόλου του Ι'_.
Τούτου ένεκα η Γαλλία προέβη εις σύνδεσμον μετά του νέου
υπουργείου της Μεγάλης Βρεττανίας, όπερ μετά την παραίτησιν
σιδηρού δουκός Βέλλιγκτον, είχε σχηματισθή εκ του κομμάτος των
Ουίγων υπό την προεδρείαν του λόρδου Γρέυ.
Η ηχώ του μεγάλου πολιτικού τυφώνος μετεδόθη αμέσως εις την
Ανατολήν, επιστολή δε τις του Ρικόρδ υπό ημερομηνίαν 15)27
Ιουλίου 1830 βεβαιοί την εντύπωσιν, ήν το σπουδαίον άγγελμα
προυξένησεν εις το αναβράζον ελληνικόν έθνος. Ο ρώσος ναύαρχος
εκτίθησιν ως εξής προς τον πρίγκηπα Νέσσελροδ την εν Ελλάδι
κατάστασιν:
«Προ μικρού έτι εφαίνοντο ενταύθα τα πράγματα ειρήνην και ησυχίαν
επαγγελλόμενα. Αλλ' αίφνης ήλλαξαν πάντα. Τα εν Γαλλία συμβάντα
ανεπτέρωσαν εκ νέου τα σκευωρήματα των ξένων, και η ησυχία
διεπράχθη πάλιν υπ' ανδρών, ούς δεν εμπνέει αληθής πατριωτισμός,
αλλά κινεί μόνον η φιλαρχία, η φιλοχρηματία και άλλαι ατομικαί
πυρετικαί ορέξεις. Αι πενιχραί της κυβερνήσεως δυνάμεις πταίουσιν
επίσης πολύ, ότι οι κακούργοι μένουσιν ατιμώρητοι. Η
αντιπολίτευσις ισχυροποιείται μάλιστα και αναπτερούται υπό της
επιεικείας της κυβερνήσεως».
Και ο Κυβερνήτης δ' επίσης δεν απέκρυψεν από του εμπίστου αυτώ
Στούρτζα την μεγάλην αυτού ανησυχίαν, και έγραφεν αυτώ μετά λύπης
τη 12)24 Αυγούστου: «Αι εκ Γαλλίας ειδήσεις συνεσκότισαν τον
ημέτερον ορίζοντα, και φοβερόν επισείουσι κλύδωνα κατά του
σκαφιδίου του ελληνικού Κράτους. Δεν προσωρμίσθη έτι τούτο εις
τον λιμένα. Διά τίνος δε πυξίδος θέλει τις δυνηθή να κυβερνήση
αυτό του λοιπού;»
Ο Καποδίστριας προσεδόκα βεβαίως, ότι η εν Γαλλία πολιτική
μεταβολή ήθελεν ωφελήσει την ιδίαν εαυτού θέσιν διότι, καθιστώσα
δευτερεύον διά τας μεγάλας Δυνάμεις παν άλλο ζήτημα και
παραγκωνίζουσα όλως εκ της πολιτικής σκηνής τήν τε Πύλην και την
Ελλάδα, ήθελεν επιτρέψει αυτώ πάσαν ιδιόβουλον ενέργειαν εν τη
εσωτερική διοικήσει. Οι δ' αντιπρέσβεις των Δυνάμεων έλαβον
οδηγίας παρά των οικείων κυβερνήσεων, υποσημαινούσας πόσον
ολίγον, κατά την γενικήν εκείνην κρίσιν, ήσαν επιθυμηταί
περιπλοκαί εν Ελλάδι.
Νυν δε ακριβώς είχεν επιστή η στιγμή, καθ' ήν ο Κυβερνήτης
έχρηζεν ισχυράν και από κοινού υπό των τριών Δυνάμεων
προσφερομένην υποστήριξιν, χρηματικά δηλαδή βοηθήματα και
στρατόν, στιγμή, καθ' ήν αδιαφορία της λονδινείου συνόδου ήθελεν
έχει ολεθρίας τας συνεπείας. Η Αγγλία και η Γαλλία ήσαν ήδη κατά
το φθινόπωρον του 1830 εν αγωνιώδει ανησυχία ένεκα της βελγικής
επαναστάσεως, η δε Ρωσία ησχολείτο περί τα τέλη του έτους τούτου
αποκλειστικώς περί την κατάπνιξιν της πολωνικής επαναστάσεως. Αν
δε η εν Λονδίνω σύνοδος και πρότερον ήδη ευχαρίστως παρέβλεπε
στραβίζουσα το ελληνικόν ζήτημα, νυν όμως εξηφανίσθη παντελώς εκ
των βλεμμάτων αυτής η τύχη του προστατευομένου αρτισυστάτου
κρατιδίου, περί ού άπαξ έτι μόνον, καθ' όλην την χρονικήν
περίοδον, από της παραιτήσεως του Λεοπόλδου μέχρι της δολοφονίας
του Κυβερνήτου, ωρμήθησαν εις αφανή τινα δραστηριότητα οι
πληρεξούσιοι, και κατώρθωσαν μεταβολάς τινας του Φεβρουαριανού
πρωτοκόλλου. Διά του εκ πέντε άρθρων πρωτοκόλλου της 19)1 Ιουλίου
1830 ώρισαν ότι τα τοις καθολικοίς παραχωρηθέντα προνόμια
ουδεμίαν επέβαλλον τη ελληνική κυβερνήσει υποχρέωσιν προς βλάβην
του επικρατούντος εν τη χώρα θρησκεύματος, και ότι καθίστατο
πλήρης ισότης αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των οπαδών
πάσης χριστιανικής θρησκείας. Προς τούτοις δε, ότι διά της
ιδρύσεως ανεξαρτήτου μοναρχίας εν Ελλάδι ουδαμώς παρεβλάπτετο το
πολίτευμα και οι θεμελιώδεις νόμοι της χώρας, Η σύνοδος επέμεινεν
εις την οροθετικήν γραμμήν του φεβρουαριανού πρωτοκόλλου, και
εδήλωσεν ότι οι επί της οροθεσίας επίτροποι ήθελον μεταβή ό,τι
τάχιστα επί τόπου προς έναρξιν των εργασιών αυτών, αλλά μεθ' όλα
ταύτα μόλις συνήλθον οι επί της οροθεσίας επίτροποι περί τας
αρχάς του 1831 επί τόπου. Εν πρώτοις διεπραγματεύθησαν οι
αντιπρέσβεις προς τον Τούρκον επίτροπον _Χατζή Ισμαήλ βέην_ ως
προς την εκκένωσιν της Ευβοίας και Αττικής, και την υπό των
Ελλήνων ετέρου εγκατάλειψιν του Αμβρακικού κόλπου και της
Βονίτσης. Η κυρία όμως δυσχέρεια ως προς την εκκένωσιν της
Αττικής προήρχετο εκ τούτου, ότι ο _Ομέρ πασάς_ και πάσαι αι
τουρκικαί αρχαί είχον δηλώσει, ότι δεν ηδύναντο να πληρώσωσι τους
καθυστερουμένους μισθούς τοις υπ' αυτόν ανδράσιν, ούτε να
πείσωσιν επομένως αυτούς εις αποχώρησιν, πριν ή παρείχοντο αυτοίς
τα προς τούτο μέσα διά της πωλήσεως των ιδιωτικών κτημάτων.
Προύτεινε δε ο Τούρκος επίτροπος προς τον Κυβερνήτην, να αγοράση
ούτος αντί 200-300,000 ισπανικών ταλλήρων πάντα τα εν ταις χώραις
εκείναις ευρισκόμενα τουρκικά κτήματα. Αλλ' ο Καποδίστριας
εδήλωσεν, ότι δεν ευρίσκετο εν καταστάσει να προμηθευθή το
τίμημα, ένεκα των από της τελευταίας γαλλικής επαναστάσεως
επελθόντων συμβάντων. Ηνέχθη δε κατ' ανάγκην βλέπων την Αττικήν
και την Εύβοιαν δηουμένας υπό τουρκικών επιδρομικών αποσπασμάτων,
και πυρπολούμενον, περί τα τέλη Αυγούστου 1830, το ήμισυ του
αττικού ελαιώνος, ού εκάησαν υπέρ τας 50,000 ελαιών. Ενώ δ'
εφρόντιζε να εύρη, διά δανείου, τα αναγκαιούντα χρήματα, και
υπεβάλλετο σύναμα εν τω μεταξύ εις εκτάκτους δαπάνας, και
υπεστήριζε τους εκ Κρήτης πρόσφυγας — διότι την νήσον ταύτην
είχεν ήδη προσφέρει εις πώλησιν και παραδώσει μάλιστα τω Μεχμέτ
Αλή η Πύλη — βραδέως προέβαινον αι οροθετικαί εργασίαι. Μόλις δε
η Αττική είχεν εκκενωθή, και τούτο ουχί εντελώς υπό των Τούρκων,
τον δε Ιανουάριον του 1831 μετέβη εις Αθήνας ο Κυβερνήτης, ίνα
συσκεφθή μετά των επιτρόπων.
Αλλά και του Καποδιστρίου εις Αττικήν ελθόντος, ουδέν επήλθεν
οριστικόν αποτέλεσμα· η εντελής εκκένωσις της Αττικής και Ευβοίας
εχρόνιζεν αναβαλλομένη. Κατά την πώλησιν επίσης των ιδιαιτέρων
κτημάτων πολλαί ανεφύησαν δυσχέρειαι. Η επιτροπή, ήν είχε
διορίσει ο Καποδίστριας προς εξέτασιν των νομικών απαιτήσεων των
πωλητών και λύσιν του ζητήματος, αν τα αδέσποτα κτήματα ανήκον
πρότερον τω Κράτει ή τοις δζαμίοις, κατηγορείτο επί αμαθεία ή
αδικία. Ξένοι δ', ως ο _Σερ Πούλτνεϋ Μάλκολμ_ και η δούκισσα της
_Πλακεντίας_, γνωστή τω Κυβερνήτη εκ Παρισίων και Ρώμης μετά της
θυγατρός αυτής, ηγόρασαν σπουδαίας εκτάσεις εν τη πόλει και τοις
περιχώροις των Αθηνών. Και της μεν Πλακεντίας σώζονται εισέτι εν
μεν Αθήναις τα _Ιλίσσια_, λαμπρόν μέγαρον παρά τον Ιλισσόν,
χρησιμεύον σήμερον ως στρατών των Πυροβολικών Συνταγμάτων, παρά
δε την Πεντέλην κατά την ωραίαν επαρχιακήν οδόν, δεξιά τω εις την
μονήν εξ Αμαρουσίου βαίνοντι, αι αγροικίαι «Plaisanse»
εγκαταλελειμμέναι εις την ιδίαν τύχην (76). Ο στρατηγός _Ιωάννης
Ράγκος_ ηγόρασε παρά Τούρκου ιδιοκτήτου την _Δεκέλειαν_ (Τατόι)
το σημερινόν μέγα και ωραίον βασιλικόν κτήμα, αλλ' ηναγκάσθη παρά
του δικαιοτάτου εκείνου κυβερνήτου να αποδώση αυτό, επί τη ελπίδι
ότι θα εθεωρείτο ως εθνικόν κτήμα. Εν τούτοις οσημέραι ηύξανεν εν
Ελλάδι η επίδρασις της ιουλιανής επαναστάσεως της Γαλλίας. Το
μυστικόν πνευματικόν πυρ, όπερ διαχέει πάντοτε επί της Ευρώπης
πάσα γαλλική επανάστασις, εισεχώρει ολονέν βαθύτερον εν Ελλάδι.
«Η κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκεια, έγραφε μετά τίνος υπερβολής ο
εν Αθήναις πρόξενος της Αυστρίας _Γροπ_, κατέστη ομόφωνος.
Κατεμέμφθησαν αυτού, ότι χάριν ατομικών σκοπών παρεβίασε το
σύνταγμα και δεν συνεκάλει την Εθνικήν συνέλευσιν, και ότι
κατεπολέμει την ελευθερίαν του τόπου. Ούτω δε σπουδαίαι ταραχαί
εξερράγησαν εν Μάνη, εν Ύδρα δε και Σπέτσαις έφθασεν ο ερεθισμός
εις το έπακρον, και ήθελε βεβαίως εκραγή εις έργα, αν δεν
εφοβούντο οι άνθρωποι τας διαθέσεις των συμμάχων Δυνάμεων, και
δεν ήλπιζον ότι η προσεχής εκλογή ηγεμόνος ήθελε θέσει τέρμα εις
τας αισχράς εκείνας καταχρήσεις της βίας, άς απετόλμα η
οικογένεια Καποδιστρίου. Η πώλησις των τουρκικών κτημάτων παρέσχε
προς τοις άλλοις ευάρεστον πόρον εις τους αδελφούς και οικείους
του Κυβερνήτου. Οι επαναστάται Μανιάται συνηθροίσθησαν εν
Μαραθονησίω, όπως βαδίσωσι κατά του Ναυπλίου και ελευθερώσωσιν
εκεί τον οπλαρχηγόν αυτών Πετρόμπεην, φυλακισθέντα τη διαταγή του
Κυβερνήτου. Ο Κυβερνήτης μετέβη εις απάντησιν αυτών, αλλά δεν
κατώρθωσε την υποταγήν των, καίτοι προσπαθήσας να δελεάση αυτούς
διά χρημάτων». Πράγματι η αντιπολίτευσις είχε φθάσει εις το άκρον
άωτον των κατά του Κυβερνήτου ραδιουργιών και τεχνασμάτων αυτής,
τα πάντα μηχανευομένη ίνα καταρρίψη το εδραίον οικοδόμημα, όπερ
ανήγειρεν ο Καποδίστριας.
Νέος τις ταγματάρχης, ο _Τσάμης Καρατάσος_, εξεμεταλλεύθη την
παρά τοις συστρατιώταις αυτού επικρατούσαν από της ιουλιανής
επαναστάσεως έξαψιν, όπως υψώση την σημαίαν της ανταρσίας κατά
του Καποδιστρίου. Ην τότε η εποχή, καθ' ήν η ελληνική νεολαία
εθέλγετο και εμέθυεν εκ της αναγνώσεως των αντικαποδιστριακών
διαλόγων του _Αδαμαντίου Κοραή_, του σοφού εκείνου χίου γέροντος,
όστις από φιλτάτου του Καποδιστρίου ως εμφαίνεται εκ του διαλόγου
αυτού: «_Δημοχάρης Πασιχάρης_» δημοσιευθέντος εν τω α' μέρει του
Αρριανού των Επικτήτου Διατριβών (77) και εκ των επιστολών αυτού
προς τον Κυβερνήτην αίτινες γραφείσαι εν μέσω του πυρός της
γαλλικής επαναστάσεως ανερρίπιζον το μίσος κατά του Καποδιστρίου,
εγένετο ασπονδότατος πολέμιος.