να συντηρήται κραταιούμενον, διά να ευτυχή βελτιούμενον είναι
ανάγκη να κυβερνάται διά μόνων των νόμων, τους οποίους ο θεός
διέταξεν ως κανόνας ελευθέρας ελευθέρου λαού κυβερνήσεως, πολύ
μεγαλειτέραν ανάγκην έχει σήμερον η Ελλάς να διευθύνηται υπό
μόνων των τοιούτων νόμων διά σου.
»Αλλ', ω σεβάσμιε Πρόεδρε και βουλευταί, ω ευτυχή της Ελλάδος
λαέ! τι άρα γε δύναται να δικαιώση την τοσαύτην χαράν μας | Τι να
υποστηρίξη τας ελπίδας μας! τι να μας παραστήση τον άνδρα, εις
τον οποίον η πατρίς επιστεύθη την υποστήριξιν και ενέργειαν των
νόμων της! Τι να μας δείξη την επιρροήν, την οποίαν θέλει
μεταχειρισθή προς εκτέλεσιν όλων όσα και εις την γενικήν και εις
την μερικήν ενός εκάστου ευδαιμονίαν συντείνουσιν!
»Η πολιτική σύνεσίς του και εμπειρία, ο λαμπρός δρόμος, τον
οποίον εις τον πολιτικόν κόσμον διέτρεξεν, ο υψηλός βαθμός τον
οποίον εις ένα των δυνατωτέρων θρόνων της οικουμένης είχε και τον
οποίον διά την πατρίδα παρέβλεψεν, η προς αυτήν αγάπη και
αφοσίωσίς του μας βεβαιόνουσι τα πρώτα· το δε τελευταίον μας
πιστοποιούσι και άλλα μεν πολλά, και μάλιστα δε όσα εις την εν
Τροιζήνι συνέλευσιν συνέβησαν.
»Τίποτε αληθώς δεν ημπορεί να παραστήση λαμπρότερον την προς
αυτόν όλου του έθνους μεγάλην και υπόληψιν και πεποίθησιν, παρά
το αξιομνημόνευτον εκείνο ψήφισμα, διά του οποίου ομοφώνως εκλήθη
Κυβερνήτης της Ελλάδος.
»Όσοι ευρέθητε εις την Εθνικήν εκείνην συνέλευσιν, ενθυμείσθε
ακόμη ποια άγρια πάθη ηγέρθησαν διά να καταστρέψωσιν ό,τι η μανία
των τυράννων ή παρέβλεψεν ή δεν ηδυνήθη να αφανίση. Ποία φλοξ
διχονοιών εξήφθη διά να κατακαύση όσα το εχθρικόν πυρ δεν
ημπόρεσε να καταφλέξη· πώς ο Έλλην κατά του Έλληνος, ο συγγενής
κατά του συγγενούς, ο αδελφός κατά του αδελφού καθωπλίζετο και ο
άσπλαχνος και αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος ητοιμάζετο να καταφέρη
εις την πνέουσαν τα λοίσθια πατρίδα πληγήν. Τότε μόλις το όνομα
προφέρεται του Καποδίστρια και όλα καταπραΰνονται· η ορμή των
αγρίων παθών κατέπαυσε και τα ολέθρια των διχονοιών αποτελέσματα
ημποδίσθησαν. Φέρετε ακόμη κατά νουν πόσην χαράν επροξένησεν η
εκλογή του, με ποίαν αγαλλίασιν την εδέχθησαν οι εκεί ευρεθέντες,
πόσην ταχύτητα διεδόθη εις όλον το έθνος και ποίας ελπίδα του
ενέπνευσεν.
»Αλλ' αν, ω κυβερνήτα της Ελλάδος, αι λαμπρότεραι στιγμαί της εις
αυτήν πολιτικής ζωής σου εφάνησαν από την εν Τροιζήνι Συνέλευσιν,
το μεγαλείτερον όμως του βίου σου κατόρθωμα αρχίζει από την
σήμερον και μέλλει ακόμη να κατορθωθή.
»Και είναι η κατάπαυσις των διχονοιών, η διάλυσις των φατριών, η
ορθή, η δικαία, και μη ψευδομένη το όνομα κυβέρνησις της Ελλάδος,
η αναγέννησις ανθρώπων, η ανάπλασις αληθινών Ελλήνων. Κατόρθωμα,
τω όντι, όσον δύσκολον, όσον εργώδες, όσον μέγα, αλλά τόσον
περιφανές, λαμπρόν, ένδοξον. Διά να επιτύχης δε τον υψηλόν τούτον
και μόνον σκοπόν, άκουσον την αλήθειαν και από άνθρωπον, όστις
δεν έχει καμμίαν πρόφασιν να σε είπη ψεύδος.
»Αφού αποβλέψης πρώτον εις εκείνον, όστις κυβερνά τα σύμπαντα,
αφού στοχασθής όσα η μετ' επιμελείας έρευνα του και της καρδίας
του ανθρώπου, και μάλιστα του Έλληνος, όσα η ακριβή παρατήρησις
της ιστορίας των ελευθέρων εθνών, η αρχή, η πρόοδος, η ακμή και
παρακμή των, τα αίτια της επιτυχίας ή αποτυχίας των, της δόξης ή
αδοξίας των, της κακοδαιμονίας ή ευδαιμονίας των, όσα τέλος αι
βαθείαι πολιτικαί σου γνώσεις σε υπαγορεύουσιν, αφού συλλογισθής
όλα τα αναγκαία μέσα, τα οποία πρέπει να βάλης εις πράξιν διά την
καλήν έκβασιν του μεγάλου αυτού εγχειρήματος, ενθυμού προσέτι,
ότι αν στρέψης ολίγον μόνον τους οφθαλμούς προς το μέρος τούτο,
βλέπεις την γην του Σόλωνος και του Αριστείδου· εάν προς εκείνο,
την γη του Λυκούργου και του Λεωνίδα· ότι ευρίσκεσαι εις το μέρος
εκείνο της Ελλάδος, όπου ηφανίσθησαν όλαι του μεγαλειτέρου
τυράννου του κόσμου αι δυνάμεις, ετάφησαν όλαι της τυραννίας αι
ελπίδες και εστερεώθη η φαεινή, η λαμπρά της ελευθερίας κρηπίς,
εις την οποίαν όποιον έθνος θέλει αναβαίνει και μένει ελεύθερον·
ότι το έδαφος το οποίον πατείς, είναι ερείπια επισήμου και
ελευθέρας πόλεως της Ελλάδος· αυτή την οποίαν τώρα βλέπεις,
ανηγέρθη παραδόξως από την τέφραν τόσων υπέρ της ελευθερίας
πυρποληθεισών πόλεων· ο λαός όστις σε περικυκλόνει έμεινεν άπολις
και άοικος δι' αυτήν.
»Ενθυμού, ότι έμπροσθεν του Θεού, όλων των ανθρώπων όλων των
αιώνων, αυτής της συνειδήσεώς σου, ανεδέχθης να κυβερνήσης τους
αδελφούς σου, το έθνος σου, έθνος τα οποίον πρώτον εδίδαξε τους
ανθρώπους ότι έχουσι δικαιώματα και πρώτον έδειξεν εις αυτούς ότι
είναι δυνατόν να ζώσιν ελεύθεροι και ευτυχείς, το οποίον εις τον
καιρόν της ελευθέρας κυβερνήσεώς του εγέννησε τους μεγαλειτέρους
άνδρας όλου του κόσμου και το οποίον όλας τας δυστυχίας και τας
συμφοράς ημπορεί να υποφέρη, όχι όμως και να μένη διά παντός
δεδουλωμένον.
»Φέρε πάντοτε κατά νουν, ότι προ ολίγων ήδη ετών συνέτριψε τας
αλύσεις με τας οποίας ήτο δεμένον και ετίναξε τον βαρύτερον της
δουλείας ζυγόν, ότι απεφάσισεν ή να ζήση αυτόνομον και
ανεξάρτητον, ή να ταφή υπό τα ερείπια της επισημοτέρας διά την
ελευθερίαν γης του κόσμου, ότι διά να την αναλάβη πάλιν, είδε
τους ιερείς της ιεράς θρησκείας του κρεμαμένους και συρομένους
εις την γην ως καταδίκους, την Σμύρνην, πολλαί της Ασίας, της
Ευρώπης και τας των περί αυτάς νήσων χώρας, βαμμένας με το αίμα
των τέκνων του, τας Κυδωνίας, πρώτην των ελληνίδων πόλεων, θύμα
γενομένην της μανίας των τυράννων, πυρποληθείσας και
καταστραφείσας. Από την Θράκην έως την Ήπειρον, και από την
Ήπειρον έως εις το έσχατον της Πελοποννήσου ακρωτήριον, τας
επισημοτέρας πόλεις και κωμοπόλεις κατηδαφισμένας και ηρημωμένας,
ότι με όλας τας ταλαιπωρίας, με όλας τας ελλείψεις και τας
πολυειδείς εναντιώσεις, με όλην την φρίκην, την οποίαν εμπνέουσιν
αι τρομεραί σκηναί των πυρπολήσεων, των αναστατώσεων, του
ανδραποδισμού, των σφαγών, εθριάμβευσε και κατά ξηράν και κατά
θάλασσαν· και διά την ανδρίαν του στρατιωτικού και ναυτικού του,
έσεισεν εκ θεμελίων τον θρόνον του Σουλτάνου, και το
θαυμασιώτερον, ότι εν τω μέσω των φλογών και της συγκρούσεως των
παθών, εσυλλογίσθη και ηδυνήθη να συντάξη πολιτικόν Σύνταγμα,
κατά το οποίον ηθέλησε να πολιτεύηται και το οποίον με το αίμα
του απεφάσισε να υπερασπίζηται.
»Μη λησμονήσης ποτέ, ότι έπειτα το ψεύδος, η διαβολή, αι
συκοφαντίαι, η ύπουλος και ραδιούργος αντενέργεια, αι κατά χάριν
και κατά βίαν γενόμεναι εκλογαί, η παράβασις αυτού του ιδίου
συντάγματος, οι εμφύλιοι πόλεμοι μας έκαμαν να θρηνήσωμεν διά την
Χίον, να κλαύσωμεν διά την Κρήτην, διά την Κάσσον, διά τα Ψαρρά,
διά το Νεόκαστρον, να στενάζωμεν ακόμη πικρά διά το Μεσολόγγι και
διά τας Αθήνας, να χύνωμεν δάκρυα δι' όσα εις την Στερεάν Ελλάδα
και εις την Πελοπόννησον συνέβησαν και συμβαίνουσι κακά, βλέπομεν
εκ του ενός μέρους τον Αιγύπτιον και εκ του άλλου τους Τούρκους,
περιφερομένους, πυρπολούντας, αιχμαλωτίζοντας, σφάζοντας και το
χειρότερον και το πολλής λύπης και αθυμίας και πολλών δακρύων
άξιον ως να επρόκειτο αγών όχι της ελευθερίας και της σωτηρίας
της πατρίδος, όχι της δόξης, αλλά της αρπαγής, της καταδυναστείας
των ιδίων αδελφών μας, να βλέπωμεν εν ταυτώ αυτούς εκείνους εις
των οποίων την δύναμιν και επιρροήν και σύνεσιν είχομεν τας
ελπίδας μας, συνεριζομένους τις τίνα να υποσκελίση, τις τίνα να
καταβάλη και να αφανίση· αυτούς εκείνους εις των οποίων τον
βραχίονα και την ανδρίαν ηλπίζομεν· φιλοτιμουμένους τις τίνα να
υπερβή κατά την κακουργίαν και κατά την εις τους νόμους
απείθειαν, τας δε συμφοράς της πατρίδος να κορυφωθώσι τόσον και
τας πληγάς της να γίνωσι τόσον αφόρητοι και η δόξα και η τιμή και
η λαμπρότης του υπέρ πάντας τους υπέρ ελευθερίας αγώνας ιερωτέρου
και δικαιοτέρου αγώνος μας, να αμαυρωθή τόσον, ώστε ολόκληρον το
Ελληνικόν έθνος εις σέ μόνον να αποβλέπη και σέ από ημέρας εις
ημέραν και από στιγμής εις στιγμήν να περιμένη διά να φθάση, να
παύσης τα δεινά του, να θεραπεύσης τας πληγάς του, να το εκβάλης
από το χάος της αναρχίας και ακοσμίας, διά του οποίου
περιεκαλύφθη και να το αναδείξης ευνομούμενον, λαμπρόν και
περίδοξον.
»Έχε λοιπόν πάντοτε προ οφθαλμών ότι όσον αι συμφοραί του είναι
δειναί, αι πληγαί του δυσίατοι, ο κίνδυνος προφανής, όσον η διά
την εκλογήν σου χαρά μας, η διά την έλευσίν σου αγαλλίασίς μας,
αι εις σέ ελπίδες μας υπάρχουσι μεγάλαι, τόσον μεγαλειτέρας και
προσοχής και προφυλακής είναι χρεία, μην εύρη χώραν εις την
ψυχήν, εις την καρδίαν σου, εις τας πράξεις σου, εις τας εκλογάς
τας οποίας μέλλεις να κάμης των διαφόρων υπουργών σου, καμμία από
τας ολεθρίας εκείνας αφορμάς διά τας οποίας εκινδύνευον να
ματαιωθώσι βέβαια όλαι αι θυσίαι, όλοι οι αγώνες, όλα τα αίματα,
τα οποία εχύθησαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους μας, εάν μεγάλαι
και σεβασταί δυνάμεις δεν το ευσπλαγχνίζοντο και δεν το ελάμβανον
υπό την ιδίαν προστασίαν και υπεράσπισιν.
»Μη συγχωρήσης εις κανένα να πράξη μηδέ το παραμικρόν όσα έκαμαν
να κινδυνεύη να σπαραχθή η Ελλάς και εν τω των υπέρ αυτής
θριάμβων αυτών των σεβαστών μεγάλων δυνάμεων.
»Ενθυμού τελευταίον, ότι η Ευρώπη, όλος ο κόσμος, όλοι οι φίλοι
της δικαιοσύνης, της ανθρωπότητος, αυτή εκείνη η Ελλάς
διευθύνουσιν εις σε τα όμματα, ως εις το ωραιότερον, το
λαμπρότερον και ενδοξότερον στάδιον κατά της βαρβαρότητος της
ανομίας πρωταγωνιζόμενον.
»Εάν ταύτα και τα τοιαύτα ενθυμούμενος κατορθώσης, ώστε να
παύσωσιν αι διχόνοιαι, να διαλυθώσιν αι φατρίαι, να ενεργώνται
και να ισχύωσιν οι νόμοι, να ασφαλισθή εκάστου η ζωή, η τιμή, η
ιδιοκτησία· εάν εμπνεύσης την ομόνοιαν, την συμφωνίαν και την
προς την πατρίδα αγάπην· εάν οδηγήσης τους πολιτικούς της εις τα
αληθινά αυτής συμφέροντα και τους πολεμικούς της εις την αληθινήν
αυτής δόξαν· εάν κάμης ώστε να ευδαιμονή εσωτερικώς ευνομουμένη
και να θριαμβεύσωσι τα όπλα κατά του ασπόνδου εχθρού της, να μένη
ασάλευτος και ακλόνητος η ανεξαρτησία της, άθικτος η αυτονομία
της, ω, ποία δόξα τότε!, αλλά τότε και μόνον σε περιμένει, ποίοι
στέφανοι σου ετοιμάζονται! ποίοι αιώνες θέλουσι παραλάβει το
όνομά σου!
»Εάν άνθρωπος δεν ανεδέχθη ακόμη κυβέρνησιν έθνους με οποίας και
εις οποίας περιστάσεις αναδέχεσαι συ την κυβέρνησιν του Έθνους
σου, ήξευρε ότι και άνθρωπος δεν εδοξάσθη ακόμη, ως συ μέλλεις να
δοξασθής, εάν κατορθώσης το μέγα τούτο κατόρθωμα . . . .
»Αλλ, ω κυβερνήτα του παντός! σε από το βάθος της καρδίας
επικαλούμεθα! διαφύλαξε τον κυβερνητών ημών καθαρόν από το
ολέθριον των φατριών, μίασμα! φώτισέ τον να μάθη όλας τας
αληθινάς των μεγάλων δυστυχιών και συμφορών μας αιτίας και να τας
εξαλείψη· να γνωρίση όλας τας πληγάς μας και να τας θεραπεύση· να
μη απατάται από τους λόγους μηδέ από το φαινόμενον, αλλά να
ερευνά και τους σκοπούς και τα έργα και την ικανότητα όλων
εκείνων, εις τους οποίους μέλλει να εμπιστευθή τα ιερά της
πατρίδος υπουργήματα, ενίσχυέ τον να βάλη εις πράξιν όλα όσα εις
την ευνομίαν και αληθινήν αυτής ευδαιμονίαν συντείνουσιν. Αξίωσε
δε και ημάς να ίδωμεν τελευταίον τας τόσον επιθυμητάς και
ευκταίας ημέρας της δικαίας και αληθινής κυβερνήσεως, την πατρίδα
αληθώς ελευθέραν, αυτόνομον ανεξάρτητον και να καυχώμεθα ότι ουχί
πάθος χαμερπές, ουδ' ιδιοτέλεια, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ' αυτό
το δίκαιον, αυτό της Ελλάδος το πολιτικόν Σύνταγμα, αυτός συ
κυβερνάς την Ελλάδα διά του αυτής Κυβερνήτου. Γένοιτο» (42).
Τοιούτος τις ήτο ο πανηγυρικός λόγος του διασήμου της εποχής
φιλοσόφου Θεοφίλου Καΐρου και τοιαύτην εντύπωσιν ενεποίησε τώ τε
κυβερνήτη, τοις πολιτικοίς και τοις λοιποίς κλησιαζομένοις
Έλλησιν, ώστε οι πάντες εν συγκινήσει προήρχοντο εκ του ναού υπό
την ζωηράν επιρροήν του λόγου διατελούντες.
Μετά την εκφώνησιν του λαμπρού και φιλοσοφικού τουτού όντως λόγου
του Καΐρου, ο Καποδίστριας εξήλθε του ιερού ναού συνοδευόμενος
υπό της αυτής ακολουθίας και σύμπαντος σχεδόν του Αιγιναίου λαού
μέχρι της προς κατοικίαν αυτού ορισθείσης μικράς οικίας της μόλις
τότε ηρξαμένης οικοδομείσθαι πόλεως της Αιγίνης.
Ο Καποδίστριας ηθέλησεν ίνα η τελετή γίνη ως απλουστάτη. «Πάσα
πομπή, είπε, συνεπαγομένη δαπάνας είναι ασυμβίβαστος προς την
δυστυχή κατάστασιν της Πατρίδος. Αν δυνάμεθα να διαθέσωμεν
χρήματά τινα, έχομεν πολλάς πληγάς να επουλώσωμεν». Εκ του
προοιμίου τούτου φανερά γίνεται η κατάστασις του Κράτους, όπερ
ανελάμβανε να συντάξη. Επτά έτη πολέμου και εσωτερικής ανωμαλίας
κατέλιπον την Ελλάδα έρμαιον τριακοντακισχιλίων περίπου
στρατιωτών διεσπαρμένων και είκοσι σχεδόν χιλιάδων ναυτών άνευ
εργασίας. Τα οικονομικά ήσαν κατεστραμμένα. Στερεά και
Πελοπόννησος ουδεμίαν παρείχον πρόσοδον· ό,τι δε ηδύνατο το
Κράτος να συναγάγη εν τω Αιγαίω είχεν εκ των προτέρων καταναλωθή
προς εκτέλεσιν σχεδίων ήκιστα συναρμοζομένων προς τα γενικά
συμφέροντα της Ελλάδος. «Ο λαός, έγραφεν ο Καποδίστριας τω
ναυάρχω Δε Ρινύ, υφίσταται τα πάνδεινα· ο στρατιώτης, χωρίς να
μάχηται, κατατρώγει τα προς το ζην αναγκαία αυτώ· ο ναύτης
καταθλίβει αυτόν διά των συνεπειών πειρατείας. Μεγάλη ευθύνη
βαρύνει, επ' εμέ, και κατά τοσούτον βαρυτέρα, καθ' όσον εκουσίως
ανέλαβον αυτήν. Όσω και αν είναι απεριόοιστος η εμπιστοσύνη δι'
ής με τιμά το έθνος, η δοκιμή ήν επιχειρώ, δεν δύναται ν' αχθή
εις πέρας, εάν δεν ευρεθώ ταχέως εις θέσιν να πληρώνω τακτικώς
τον στρατόν και το ναυτικόν, και παράσχω μέσα τινά εις τον
καταλιπόντα τας εστίας αυτού λαόν, όπως επαναγάγω ούτω τον
γεωργόν εις τα μόνα έργα, άπερ δύνανται να παράσχωσι βάσιν εις
πραγματικόν κοινωνικόν οργανισμόν».
Τοιαύτη ήτο η απαίτησις του Κυβερνήτου, όπως η τελετή γίνη
απλουστάτη, αλλ' ο λαός, ο ενθουσιώδης λαός επέδειξε και αύθις τα
καταφλέγοντα αυτόν αισθήματα υπέρ του πρώτου της αναγεννωμένης
Πατρίδος Κυβερνήτου.
Της μέχρις αποθεώσεως ταύτης υποδοχής αποπερατωθείσης και των
πάντων εις τα ίδια απελθόντων και μόνων των γραμματέων (υπουργών)
της Κυβερνήσεως απομεινάντων παρ' αυτώ, ο Καποδίστριας και εξ
όσων είδεν εν Ναυπλίω έκρινεν αμέσως περί της οικτράς καταστάσεως
εν ή ευρίσκετο η Ελλάς, και περί ής διεβεβαίωσαν αυτόν οι
γραμματείς.
Και ο μεν γραμματεύς του τμήματος των Εσωτερικών και της
Αστυνομίας _Α. Λόντος_ είπε προς αυτόν: «Εξοχώτατε, το Κράτος δεν
είναι άλλο ειμή η Αίγινα, ο Πόρος, η Σαλαμίς, η Ελευσίς και τα
Μέγαρα. Έχομεν ακόμη καί τινας νήσους εις το Αρχιπέλαγος, αλλ'
εις μικράς σχέσεις μεθ' ημών ευρίσκονται οι εκεί Νομάρχαι· διότι
οι Ολυμπιείς και οι πειραταί έγιναν πραγματικοί δεσπόται αυτών
των νήσων».
Ο Γραμματεύς του τμήματος των Οικονομικών, _Π. Ν. Λοιδωρίκης_:
«Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εις το ταμείον, αλλ'
ούτε ταμείον είναι· ουδέποτε υπήρξεν. Η οικονομική διαχείρισις
δεν συνίσταται παρά μόνον εις κονδύλια απλά. Μη θαυμάση η
Υψηλότης Σας, εάν εις τα βιβλία μου δεν είναι όλα γεγραμμένα.
Πολλά πράγματα έγιναν εν καλή τη πίστει, άλλως τε και αι
περιστάσεις εμπόδισαν να βάλη τις εις τάξιν τα κατάστιχα. Πρέπει
να προσθέσω, ότι ηναγκάσθημεν να προπωλήσωμεν την δεκάτην εις το
Αρχιπέλαγος προ του έτους. Τα μέλη του Νομοθετικού Σώματος ήθελον
τους μισθούς των, αλλ' ημείς δεν είχομεν άλλο μέσον διά να τους
πληρώσωμεν. Επί τέλους, το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν
να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς, τα έξοδα των
επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η
Υψηλότης Σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον περί των ανθρώπων
τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθιά των.
Ο δε γραμματεύς των στρατιωτικών _Α. Βλαχόπουλος_: «Δεν έχομεν
στρατόν, είπεν, ουδέ πολεμεφόδια· διότι το Ναύπλιον και ο
Ναύσταθμος ευρίσκονται εις τας χείρας του Γρίβα. Δεν έχω λοιπόν
τίποτε να είπω προς την Υ. Εξοχότητα, όσον αφορά το υπουργείον,
όπερ εγώ διευθύνω».
Η προφορική έκθεσις του γραματέως των Ναυτικών και των Εξωτερικών
_Γ. Γλαράκη_, υπήρξε λακωνικωτέρα: «Η φρεγάτα «Ελλάς» ευρίσκεται
εν Πόρω καθώς και η κορβέττα «Ύδρα» αμφότεραι άνευ εξαρτημάτων».
Ο γραμματεύς της Δικαιοσύνης _Μ. Σούτσος_ ουδέν είχε να είπη·
διότι δεν υφίσταντο ούτε δικαστήρια ούτε δικασταί.
Ως προς δε τον επί των Εξωτερικών γραμματέα _Γ. Γλαράκην_ το
μόνον έγγραφον όπερ ηδυνήθη να διασώση εν τοις αρχείοις αυτού,
ήτο η επιστολή των Ναυάρχων (43).
Τοιαύτη ήτο η κατάστασις, εν ή ευρίσκετο η Ελλάς και τοιούτον το
χάος εξ ού έμελλε να εξαγάγη αυτήν η ισχυρά χειρ του
Καποδιστρίου.
Αυθημερόν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής έσπευσαν να
υποβάλωσι την οικείαν παραίτησιν συμφώνως τω άρθρω 5 του ΣΤ'
ψηφίσματος της Γ' εν Τροιζήνι συνελεύσεως λέγοντι: «Διορίζεται
τριμελής επιτροπή γνωριζομένη υπό το όνομα _Αντικυβερνητική
Επιτροπή_, διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του και θέλει
παύσει άμα φθάση ο κυβερνήτης εις την Πατρίδα», διά διακηρύξεως
αυτών προς το Πανελλήνιον, εν ή λέγουσιν ότι χαίρουσιν ότι
παραδίδουσι τας ηνίας της Κυβερνήσεως εις χείρας ανδρός σεβαστού,
εμπείρου και μόνου δυναμένου να φέρη το Έθνος εις την απόλαυσιν
των αγαθών της διά τοσούτων αιμάτων κτηθείσης ελευθερίας, αλλ' ο
Καποδίστριας ανέβαλε την παραδοχήν της παραιτήσεως μέχρι της
εκδόσεως Ψηφίσματος υπό της Βουλής, τροποποιούντος κατά τι το
Σύνταγμα εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως.
Και όντως ο Καποδίστριας κατελθών εις Ελλάδα εύρεν ισχύον το
«_Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος_» (Μάιος 1827),όπερ συνέταξεν η
Γ' εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις εις αντικατάστασιν του «_Νόμου
της Επιδαύρου_» (Απρίλιος 1823). Και κατά μεν τον Νόμον της
Επιδαύρου, όσον αφορά τον τρόπον του προσδιορισμού του
_Βουλευτικού_ και του _Εκτελεστικού_ εισήχθη η καθολική ψηφοφορία
διά την εκλογήν του βουλευτικού, αλλά κατά σύστημα εκλογής
εμμέσου, συνεστήθη τουτέστιν εκλογή _εκλεκτόρων·_ κατ' επαρχίας,
οίτινες συνερχόμενοι επί το αυτό εξέλεγον του _Βουλευτικού_ τα
μέλη. Όσον αφορά το _Εκτελεστικόν_ και πάλιν εις υπερίσχυσιν της
δημοτικής ιδέας εν τω πολιτεύματι τούτω, ο Νόμος της Επιδαύρου
προσδιώριζε την εκλογήν αυτών, ουχί αμέσως υπό του λαού, αλλ' από
της θελήσεως του Βουλευτικού.
Ο _Νόμος της Επιδαύρου_ εκράτησεν ως πολίτευμα τύπου τουλάχιστον,
μέχρι του 1827. Η ιστορία διδάσκει ημάς ότι η περίοδος αύτη από
του 1823 — 1827, βρίθει εμφυλίων σπαραγμών και στάσεων, επομένως
το πολίτευμα τούτο δεν ηδύνατο να λειτουργήση απροσκόπτως ούτε
επί τη βάσει των κανόνων αυτού. Το τοιούτο δε φαίνεται, ότι
εδημιούργησε την ιδέαν της αναγκαίας ελαττώσεως της δημοκρατικής
Αρχής εν τω πολιτεύματι και της δημιουργίας εν αυτώ παράγοντος,
έστω και επικουρικού μόνον, μοναρχικού. Εντεύθεν κατεδείχθη η
ανάγκη νέας Συντακτικής Συνελεύσεως, ήτις συνελθούσα εν Τροιζήνι,
εψήφισεν, όπως αντί του εκτελεστικού του εκ της εκλογής του
βουλευτικού πηγάζοντος, εκλέγηται _έν μόνον φυσικόν πρόσωπον_ υπό
το όνομα του «_Κυβερνήτου_», είς άνθρωπος, επί επτά έτη, και ως
τοιούτον εξέλεξε, διά την πρώτην επταετίαν, τον απόντα τότε εν
Ελβετία αοίδημον (44) _Ιωάννην Καποδίστριαν_.
Ήτο επόμενον, ότι δημιουργουμένου εν τω πολιτεύματι του
μοναρχικού παράγοντος, εχρειάζετο ολοκλήρου του πολιτεύματος
πλέον η τροποποίησις, όπως συναρμολογηθώσιν αι δημοκρατικαί του
πολιτεύματος διατάξεις προς την ιδέαν του μοναρχικού παράγοντος,
έστω και επικουρικώς ενεργούντος. Επελήφθη λοιπόν η Συντακτική
της Τροιζήνος Συνέλευσις της συντάξεως τοιούτου πολιτεύματος, και
συνέταξε τοιούτον, όπερ περιέλαβεν εν εννέα κεφαλαίοις υπό τον
τίτλον: _Πολιτικόν Σύνταγμα Ελλάδος_».
Το πρώτον των κεφαλαίων αφεώρα τα θρησκευτικά, και περιελάμβανεν
ως και το _προσωρινόν πολίτευμα_ και _ο Νόμος της Επιδαύρου_ την
επικρατούσαν ορθόδοξον Εκκλησίαν και ανεξιθρησκείαν, την ανοχήν
τουτέστι παντός άλλου δόγματος.
Το πρώτον άρθρον, όπερ απαντά εν παντί ελληνικώ πολιτεύματι, εκ
των προ και μετά την επανάστασιν γενομένων, είναι το περί
θρησκείας. Η θρησκεία μία των αιτιών, δι' ήν εμάχοντο τότε,
αδελφή της ελευθερίας και του Ελληνισμού, ήτο η μόνη παρηγορία
εις τον απεγνωσμένος μαχόμενον λαόν, και προς ταύτην ητένιζον,
επικαλούμενοι την εξ ύψους βοήθειαν. Η θρησκεία, ήτις σήμερον υπό
τινων μεν αγνοείται και παραγνωρίζεται υπ' άλλων δε καταφρονείται
ως αναξία πεπολιτισμένων ανθρώπων, η θρησκεία ήτις επί τοσούτους
αιώνας δουλείας, παλαίουσα κατά βαρβάρων και φανατικών λαών,
διετήρησε τον εθνισμόν ημών και παρεσκεύασε την μεγάλην του 1821
επανάστασιν και προς ήν έτι οφείλομεν, αν μη τι άλλο,
ευγνωμοσύνην τουλάχιστον, η θρησκεία ευλόγως εθεωρείτο ως η
κρηπίς παντός ελληνικού, ως ο θερμός εκείνος χιτών, εντός του
οποίου έδει να καλύψη τα γυμνά της μέλη και να επουλώση κατά το
μάλλον και ήττον τας πληγάς αυτής η υπέρ της ελευθερίας και της
τιμής παλαίουσα παρθένος Ελλάς. Δεν ήσαν όμως και φανατικοί οι
Έλληνες, και διά τούτο μετά του ορισμού της ανατολικής Ορθοδόξου
πίστεως ως της μόνης επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας εκηρύττετο
και η ανεξιθρησκεία.
Εν τω _δευτέρω_ κεφαλαίω ωρίζετο η _Ελληνική χώρα_ κατά τρόπον
όλως πρωτότυπον, ωρίζετο ως Ελληνική χώρα όλη η έκτασις εκείνη,
ήτις ήθελε κατακτηθή διά των όπλων των Ελλήνων, προς τούτοις δε
το αδιαίρετον αυτής.
Το τρίτον κεφάλαιον περιελάμβανε τα «περί δημοσίου δικαίου των
Ελλήνων» και καθίστα πρώτον την αρχήν, ότι _η κυριαρχία κείται
παρά τω λαώ_ και ότι _εκ του λαού εκπορεύονται άπασαι αι
εξουσίαι_, και εκανόνιζε τα της Ελληνικής ιθαγενείας. Επίσης
περιελάμβανε διαφόρους αρχάς θεμελιώδεις, αφορώσας εγγυήσεις
δικαιωμάτων περιλαμβανομένων εν τη προσωπική ελευθερία. Μεταξύ
των αρχών τούτων υπήρχον καί τινα δικονομικά αξιώματα. Ούτω λ. χ.
το εν λόγω κεφάλαιον περιελάμβανε την αρχήν, ότι «_ουχί δις επί
το αυτό_ (non bis in idem). Την αρχήν, «_ο νόμος δεν πρέπει να
είναι οπισθενεργός_»· την αρχήν, ότι «_ο κατηγορούμενος μέχρι της
οριστικής αυτού καταδίκης τεκμαίρεται αθώος_» και διαφόρους
άλλας. Περιελάμβανεν όμως και καινοτομίαν τινά ενδιαφέρουσαν υπό
τον τίτλον του δημοσίου των Ελλήνων, την αφαίρεσιν τουτέστι των
πολιτικών δικαιωμάτων από των κληρικών, εξαιρουμένων μόνον των
πρεσβυτέρων, αγάμων τουτέστιν ιερέων, οίτινες έχουσι το δικαίωμα
του εκλέγειν.
Το επόμενον κεφάλαιον, το _τέταρτον_, αφορά την απόκτησιν της
Ελληνικής ιθαγενείας διά πολιτογραφήσεως, το δ' επόμενον
κεφάλαιον, το πέμπτον, την σύνταξιν της πολιτείας, διαιρουμένης
εις Νομοθετικήν, νομοτελεστικήν και δικαστικήν.
Το _έκτον_ κεφάλαιον αφορά την διακόσμησιν της νομοθετικής
εξουσίας· η νομοθετική εξουσία ασκείται κατά το πολιτικόν
Σύνταγμα του 1827 υπό Βουλής κατά σύστημα αμέσου εκλογής,
καταρτιζομένης επί τριετίαν, κατ' έτος ανανεουμένης κατά το
αυτής, προσδιοριζομένων των εξερχομένων βουλευτών δι' εκλογής μη
δυναμένων δε να εκλεγώσιν εκ νέου. Δεν επέρχεται λοιπόν ανανέωσις
της Βουλής διά μιας, αλλά καθ' έκαστον έτος· ώστε δεν υπήρχον,
κατά το σύνταγμα τούτο, ουδέποτε γενικαί εν τω Κράτει εκλογαί εις
ανανέωσιν πλήρη του κοινοβουλίου.
Το επόμενον έβδομον κεφάλαιον διακοσμεί τον θεσμόν του
Κυβερνήτου, περιλαμβάνει δε τάδε:
α') Εις τον Κυβερνήτην εμπιστεύεται η νομοτελεστική εξουσία.
β') Ο Κυβερνήτης είναι απαραβίαστος.
γ') Οι γραμματείς της Επικρατείας είναι υπεύθυνοι διά τας
δημοσίας πράξεις των.
δ') Ενεργεί τους νόμους διά των Γραμματέων της Επικρατείας καθ'
όλην την Επικράτειαν.
ε') Όλα τα διατάγματα υπογράφονται από τον Κυβερνήτην,
προσυπογράφονται από τον Γραμματέα της Επικρατείας, εις του
οποίου τον κλάδον ανήκουσι, και σφραγίζονται με την σφραγίδα της
αυτής Γραμματείας.
ς') Κινεί τας κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις.
ζ') Προβάλλει σχέδια νόμων εις την Βουλήν κατά το 75 άρθρον
διορίζων ένα ή πλειοτέρους εκ των Γραμματέων της Επικρατείας να
παρευρίσκωνται εις την περί τούτων συζήτησιν, την γινομένην εις
την Βουλήν. Εις ταύτην δε την συζήτησιν εξάπαντος πρέπει, να
παρευρίσκηται μετά των άλλων κ' εκείνος ο Γραμματεύς της
Επικρατείας, εις του οποίου τον κλάδον ανήκει ο προβαλλόμενος
νόμος.
η') Φροντίζει περί της εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας του
Έθνους.
θ') Διορίζει και αλλάσσει τους Γραμματείς της Επικρατείας και όλα
τα υπουργήματα και αξιώματα της διοικήσεως, και προσδιορίζει τα
καθήκοντα εκάστου αυτών.
ι') Ανταποκρίνεται εις τας ξένας δυνάμεις.
ια') Κηρύττει πόλεμον, κλείει ειρήνην, συνδέει συνθήκας κατά το
95 άρθρον.
ιβ') Πέμπει Πρέσβεις, Προξένους, Πράκτορας κτλ. εις τας ξένας
Επικρατείας, και δέχεται παρ' αυτών παρομοίως.
ιγ') Ημπορεί να συγκαλεί την Βουλήν εις έκτακτον Σύνοδον ή
συνεδρίασιν, όταν η χρεία το καλή, και να την παρατείνη κατά τας
χρείας της Επικρατείας περισσότερον των τεσσάρων μηνών.
ιδ') Φροντίζει διά την ακριβή των νόμων εκτέλεσιν.
ιε') Χρεωστεί να φροντίζη διά να εκτελώνται αι αποφάσεις των
δικαστηρίων.
ις') Χρέος έχει να δώση νόμου σχέδιον περί συστάσεως πολιτικού
στρατεύματος.
ιζ') Ο Κυβερνήτης δεν έχει είσοδον εις την Βουλήν, ειμή εις την
έναρξιν και παύσιν των Συνόδων.