τις ήμουν το γένος και την θρησκείαν· εγώ τους εδιηγήθην
καταλεπτώς τα όσα μου εσυνέβησαν τόσον εις το ναυάγιον από τα
όρνεα εκείνα Ροκ, όσον και διά το κακογερόντιον εκείνο, που έμελλε
να με πνίξη, εάν δεν ευρίσκετο κατά τύχην αγαθήν το κρασί της
κολοκύθας.
Ακούοντες οι ναύται εκείνοι την διήγησιν τοιούτων συμβάντων
έμειναν εκστατικοί· εθαύμασαν μάλιστα διά τον τρόπον που
ελευθερώθην από το γερόντιον εκείνο, λέγοντές μου, ότι εκείνο ήτον
ένα ανθρωπόμορφον θαλάσσιον θηρίον, το οποίον είχεν εξουσιάσει
αυτό το νησί και έπνιγεν όλους, που ήθελαν πλησιάσει με διαφόρους
τρόπους, και εσύ είσαι ο μόνος ελευθερωτής του νησιού και
εκδικητής των τόσων αθώων, που εκείνο το θηρίον εθανάτωσε, και διά
τούτο το νησί ήτον έρημον και ακατοίκητον.
Έπειτα μετά πάσης χαράς με έλαβαν εις το καΐκι, ομού και όλον το
πράγμα που είχα συναγμένον εκεί, τα γαρούφαλα δηλαδή, τα
μοσχοκάρυδα και τα μαργαριτάρια και, όταν εφθάσαμε εις το καράβι,
με εδέχθησαν όλοι του καραβιού, οι τε πραγματευταί και ο
καραβοκύρης με φιλικήν αγάπην, δείχνοντές με κάθε λογής
περιποίησιν και φιλίαν. Εγώ τους εδιηγήθην και δεύτερον την
ιστορίαν των συμβάντων εκείνου του ταξειδιού μου.
Ομοίως και εκείνοι εθαύμαζον πώς εφυλάχθην υγιής, ευθύς μου έδωσαν
και έφαγα και έπια αρκετά· μου εχάρισεν ο καραβοκύρης και τα
αναγκαία φορέματα, και εγώ διά ανταμοιβήν του εχάρισα μερικά
πολύτιμα μαργαριτάρια και μίαν σπυρίδα γεμάτην μοσχοκάρυδα, τα
οποία τα εδέχθη με μεγάλην χαράν και με ευχαρίστησε κατά πολλά,
δείχνοντάς τον εαυτόν μου υπόχρεον παντοτεινά.
Έχοντες δε επιτήδειον τον αέρα εμισεύσαμεν εκείθεν και μετά ολίγων
ημερών αρμένισμα, εφθάσαμεν εις κάποια νησιά, και αράξαντες εκεί
επούλησα το περισσότερον μέρος από τας πραγματείας που είχον με
μετρητά εις καλήν τιμήν και άλλα τα έκαμα αλλαγήν με άλλας
πραγματείας χρησίμους διά την Βαβυλώνα. Και μετά δύο μήνας
εμίσευσα με άλλο πλεούμενον εκείθεν διά τα μέρη της Βαβυλώνος· και
έφθασα με καλόν κατευόδιον εις την πατρίδα μου με τόσα πλούτη, που
ανεπλήρωσαν όλην την ζημίαν, που μου είχε συμβή εις εκείνο το
ταξείδιον, και το περίσσευμα ήτον ασυγκρίτως πολλαπλάσιον· τότε
έδωσα διά ελεημοσύνην το δέκατον μέρος από όλην μου την
περιουσίαν, και εζητούσα να αναπαυθώ από τους κόπους μου με κάθε
λογής ξεφάντωσιν και τρυφήν.
Τελειώνοντάς με τούτον τον τρόπον του πέμπτου ταξειδιού την
διήγησιν ο Σεβάχ Θαλάσσιος, επρόσταξε να δώσουν άλλα εκατόν φλωριά
χρυσά του βαστάζου, ο οποίος ανεχώρησεν ομού με τους άλλους
φίλους. Την ερχομένην ημέραν οι αυτοί καλεσμένοι εσυνάχθησαν εις
το διωρισμένον συμπόσιον του Σεβάχ και αφού εξεφάντωσαν παρόμοια
με τας προηγουμένας ημέρας τούς εδιηγήθη και την ιστορίαν του
έκτου ταξειδιού του με τον ακόλουθον τρόπον.
&Ιστορία, του έκτου ταξειδιού του Σεβάχ Θαλασσινού&
Βέβαια εγώ νομίζω, ω αγαπημένοι φίλοι, να θαυμάζετε με άκραν
έκπληξιν, πώς αφού υπέμεινα τόσους κινδύνους, και υπέφερα τόσας
κακοπαθείας, απεφάσισα να ταξειδεύσω πάλιν και έκτην φοράν διά να
δοκιμάσω την τύχην και να συναπαντήσω άλλας νέας δυστυχίας, και
εγώ μάλιστα θαυμάζω περισσότερον όταν στοχάζωμαι τόσους κινδύνους
και τόσα φοβερά συμβάντα και μετά ταύτα όλα, πάλιν απόφασις
ταξειδιών· βέβαια εξ ανάγκης έπρεπε να ήτο ο αστέρας, ήγουν ο
πλανήτης των γενεθλίων που μου επροξενούσε τόσην επιθυμίαν
ταξειδιών, τον οποίον δεν εδυνόμουν να αποφύγω· αλλ' ας είνε ό,τι
και αν ήτον το ελκυστικόν αίτιον, αφού επέρασεν ένας χρόνος άρχισα
να ετοιμασθώ διά νέον πάλιν ταξείδιον· παραβλέποντας τας
παρακλήσεις των συγγενών και των φίλων, οι οποίοι παντοίω τρόπω
αγωνίζοντο να με εμποδίσουν.
Αφού λοιπόν προετοίμασα όλα τα αναγκαία διά το νέον πάλιν ταξείδι,
εμίσευσα διά ξηράς και περνώντας πολλάς πόλεις και επαρχίας της
Περσίας, έφθασα εις τα παραθαλάσσια της Ινδίας, εις μίαν
πολιτείαν, που είνε το περίφημον εμπόριον εκείνου του βασιλείου.
Εκεί συμφωνήσας με ένα καραβοκύρην, ο οποίος έμελλε να ταξειδεύση
εις μακρυνά μέρη, εμβήκα εις πλοίον πολλά επιτήδειον· μετ' ολίγας
ημέρας κάμνοντας πανιά εμισεύσαμεν διά το προμελητημένον μακρυνόν
ταξείδιον, το οποίον τη αληθεία εστάθη τόσον μακρυνόν και
κινδυνώδες, διά τες κακοκαιρίες και φουρτούνες της θαλάσσης, ώστε
που ο καραβοκύρης και ναύκληρος έχασαν την στράταν, και
επλανώμασθε ένθεν κακείθεν εις την θάλασσαν και, όταν τέλος πάντων
εγνώρισαν την τοποθεσίαν που ευρισκόμεθα από την θέσιν και κίνησιν
των αστέρων, αντί παρηγορίας και χαράς επολλαπλασίασθη η λύπη μας
και ο κίνδυνος.
Επειδή και το καράβι κατήντησεν εις ένα ρεύμα τόσον ορμητικόν, που
ήτον αδύνατον να γυρίση οπίσω· το οποίον ρεύμα το έφερε με μεγάλην
ορμήν, τόσον που εις ολίγον διάστημα καιρού το καράβι κτυπώντας
εις τους βράχους ενός βουνού εσυντρίβη. Ελάβαμεν όμως την καλήν
τύχην να φυλαχθώμεν υγιείς, ελευθερώσαμεν ομοίως και όλα τα
αναγκαία φαγητά, που είχαμεν, και το πλέον εκλεκτότερον και
ελαφρότερον από τας πραγματείας μας· αλλά τι το όφελος; πάντα
μάταια· διότι αφού ηθέλαμεν σώση τας τροφάς μας, εξ ανάγκης έπρεπε
να αποθάνωμεν. Τότε λέγει μας ο καραβοκύρης· ας ετοιμάσωμεν τους
τάφους μας, ότι από εδώ δεν είνε πλέον ελπίδα σωτηρίας· όσοι
κατήντησαν εδώ δεν ελευθερώθη κανείς·
Και το αίτιον είνε τούτο, επειδή και το παροθαλάσειον εκείνου του
βουνού ήτον μακρύτατον και όλον γεμάτον βράχους και διά προσθήκην
δυστυχίας το βουνόν που επερικύκλωνεν εκείνο το περιγιάλι ήτον
τόσον δύσβατον, που ήτον αδύνατον να ανέβη κανείς εις την κορυφήν,
διά να ημπορέση να ιδή καν εις ποίον τόπον ευρίσκεται· το πλέον
εξαίρετον τούτου του βουνού είνε ότι παρά πολλές πέτρες είνε
κρυσταλλένιες, άλλες είνε ρουμπίνια καθαρά και άλλες άλλα
πετράδια· εις διάφορα μέρη εις το περιγιάλι αναβλύζει ένα είδος
πίσσας·, το οποίον τρέχοντες εις την θάλασσαν το καταπίνουσι τα
ψάρια, έπειτα τα ξερνούσιν εις τόσα κεχριμπάρια άσπρα, που είνε
γεμάτος σχεδόν ο άμμος εις το περιγιάλι.
Ήτον και άλλο άξιον περιεργείας εκεί, ήγουν αντί να εξέρχεται ο
ποταμός από το βουνόν, και να τρέχη εις την θάλασσαν ήτο όλον το
εναντίον, από την θάλασσα δηλαδή εχωρίζετο ένας μεγαλώτατος και
ορμητικώτατος ποταμός, τρέχοντας προς το περιγιάλι, και εκεί
εβυθίζετο μέσα εις ένα σκοτεινόν σπήλαιον, του οποίου το στόμα
ήτον υψηλότατον και πλατύτατον όλον το διάστημα του περιγιαλιού
ήτον γεμάτον από καραβοτσακίσματα και κόκκαλα των εκεί
ναυαγησάντων.
Και διά να τελειώσω την περιγραφήν τούτου του τόπου, ο οποίος
εφαίνετο ένα χάσμα και χάος φοβερόν, χωρίς δένδρον και χωρίς
χόρτον, ημείς εμείναμεν αναμεταξύ εις εκείνους τους βράχους
προσμένοντες τον θάνατον· ευθύς όμως εμοιράσαμεν εξ ίσου αναμεταξύ
μας την ζωοτροφίαν που είχαμεν ώστε έκαστος έζησε περισσότερον ή
ολιγώτερον κατά την κράσιν του, και καθώς ετελείωσε την τροφήν
του.
Εκείνοι που απέθανον προτήτερον, ενταφιάσθησαν υπό των άλλων· εγώ
τέλος πάντων ενταφίασα όλους, και έμεινα μόνος εις το φοβερόν
εκείνο χάος· και τούτο δεν είνε θαυμαστόν, επειδή εγώ είχα και
περισσοτέρας τροφάς από τους άλλους, με το να απέθανεν ένας
σύντροφός μου μετά δύο ημέρας ύστερον από το ναυάγιον, και το
μερίδιόν του μου έμεινεν ιδικόν μου, και έχοντας πράξιν εις
τοιαύτας δυστυχίας από τους άλλους, εις την αρχήν εφρόντισα να
κρύψω μερικάς διά την χρείαν μου, και όσας μου έτυχον εφύλαττον με
μεγάλην επιμέλειαν.
Όταν λοιπόν απέμεινα μοναχός εκεί ζωντανός με μερικάς τροφάς, κατά
Το παράδειγμα των συντρόφων μου δεν αμφέβαλλον ότι έχω να αφήσω
και εγώ τα κόκκαλα εν τη ερήμω· όθεν με εκυρίευσε μία μεγάλη λύπη
θανάτου· αλλ' η πρόνοια που προμηθεύει τα πάντα έμπνευσεν εις την
καρδιάν μου ένα στοχασμόν να υπάγω έως εκεί που ο ποταμός εχώνευε
μέσα εις το σπήλαιον, και φθάνοντάς εκεί αφού επεριεργάσθην με
προσοχήν τον ποταμόν, και τον είδα πλέον σιγανόν μέσα εις το
σπήλαιον, εστοχάσθην λέγοντας εις τον εαυτόν μου· ούτος ο ποταμός
πρέπει να εβγαίνη εις κανένα άλλο μέρος της γης, μάλιστα
αναλογιζόμενος το ύψος εκείνου του βουνού έλεγον, ότι εάν κατ'
ευθείαν υπάγη πρέπει να έβγη εις το άλλο μέρος, το όπισθεν.
Αφού λοιπόν έκαμα τοιούτους και παρομοίους στοχασμούς, απεφάσισα
να κατασκευάσω ένα κρεββάτι, ήγουν καλαμωτήν από σανίδια (επειδή,
και είχα όλα τα χρεαζόμενα) και εμβαίνοντας εις τον ποταμόν με
αυτήν, αφίνομαι όπου με φέρει το ρεύμα, και ίσως με εβγάλη εις
τόπον κατοικημένον, ειδέ μη και χαθώ, δεν ζημιώνομαι άλλο, παρά
να αλλάζω είδος θανάτου· αλλ' εάν εξ εναντίας έβγω εις άλλον
τόπον, όχι μόνον θέλω ελευθερωθή από την δυστυχίαν των συντρόφων
μου, αλλ' ίσως θέλω εύρει και νέον άλλον τρόπον να πλουτίσω· τις
είδεν αν η τύχη θέλει να με ελευθερώση και απ' εδώ, και να
αναπληρώση την ζημίαν του ναυαγίου μου με νέον κέρδος
πολλαπλάσιον.
Όθεν μετά τούτους τους ευέλπιδας στοχασμούς, εκατασκεύασα την
καλαμωτήν με καλά και γερά σανίδια, τα έδεσα σφικτά με τριχιές του
καραβιού, και εσύστησα ένα στερεόν πλεούμενον με δύο κουπιά·
έπειτα εσύναξα τα πλέον εκλεκτά χρυσά μεταξωτά της Ινδίας, που
είχαμε φυλάξει από το ναυάγιον, εγέμισα μερικάς σπυρίδας με
ρουμπίνια, σμαράγδια, κεχριμπάρια, και έβαλα αυτά όλα εις την
καλαμωτήν επάνω εις το νερό και προσαρμόζοντάς τα πάντα καλά,
εμβήκα μέσα, και αφιερωθείς όλως εις το θέλημα της τύχης, άφησα
την καλαμωτήν επάνω εις τον ποταμόν και την έσερνε το ρεύμα.
Αλλ' όταν έφθασα υποκάτω εις την καμάραν του σπηλαίου, εύρον τόσον
σκότος, που δεν έβλεπον πλέον πού με φέρει το τρέξιμον του νερού,
το οποίον μέσα εις το υπόγειον ήτον σιγανώτερον· έτρεξα λοιπόν
επάνω εις το νερόν εις το υπόγειον εκείνο το σκοτεινόν μερικές
ημέρες, χωρίς να ιδώ παντελώς ακτίνα φωτός.
Εις ένα μέρος το υπόγειον ήτο τόσον χαμηλόν, που εκινδύνευσα να
κτυπήσω την κεφαλήν μου εις την πέτραν, και να πληγωθώ, και μόλις
επέρασα με μεγάλην προσοχήν εκείνο το στενόν μέρος, το οποίον με
έκαμε προσεκτικώτερον εις το ακόλουθον ταξείδιον εις εκείνην την
υπόγειον οδοιπορίαν με όλον που έτρωγα τόσον ολίγον, όσον δηλαδή
το αναγκαίον προς το ζην, έσωσα τέλος πάντων όλα μου τα φαγητά·
όθεν εις το εξής μην έχοντας άλλα να παρηγορήσω την πείναν μου,
άρχισα να κυριεύομαι από μίαν αδυναμίαν και από ένα γλυκύν ύπνον·
πόσον όμως εκοιμήθην, δεν ηξεύρω· αλλ' όταν εξύπνησα έμεινα
εκστατικός, βλέποντας μίαν μεγαλωτάτην και ευρύχωρον πεδιάδα, και
την καλαμωτήν μου δεμένην εις την άκρην του ποταμού, και εκεί
πλησίον πολλούς Αράπηδες που με εθεωρούσαν· εσηκώθην ευθύς ως τους
είδον και τους εχαιρέτησα, και αυτοί μου ωμίλησαν, αλλ' εγώ δεν
εκατάλαβα την διάλεκτόν τους. Εις ταύτην την στιγμήν έλαβον τόσην
χαράν ώστε δεν ήξευρα αν ήμουν έξυπνος, ή εις το ενύπνιόν μου
έβλεπον εκείνους· αλλ' ως εβεβαιώθην ότι δεν ήτον ενύπνιον, εβόησα
μεγαλοφώνως και επρόφερα τούτους τους στίχους Αραβικά. «Επικαλέσου
την παντοδύναμον Πρόνοιαν, αυτή έρχεται εις βοήθειάν σου, δεν
έχεις χρείαν να πιασθής από άλλο· κλείσον τα μάτια σου, και εις
καιρόν που κοιμάσαι, μεταβάλλεται η τύχη σου από δυστυχίαν εις
ευτυχίαν».
Ένας από τους περιεστώτας εκεί Αράπηδες που εκαταλάμβανε την
Αραβικήν διάλεκτον, πλησιάσας μου ωμίλησε με τον ακόλουθον τρόπον·
μη φοβήσαι, αδελφέ, βλέποντάς μας εδώ, ημείς κατοικούμε τούτην την
πεδιάδα, και κατά τύχην ελθόντες διά να ποτίσωμεν τα χωράφια μας
με το νερόν του ποταμού, είδομεν τούτο σου το κρεββάτι να φέρεται
από το ρεύμα και ευθύς το εσταματήσαμεν εδώ, προσμένοντας διά να
εξυπνήσης. Όθεν, σε παρακαλούμεν, ειπέ μας ποίος είσαι; πόθεν
έρχεσαι; και πώς ετόλμησες να έμπης εις ένα τοιούτον αδύνατον
πλοίον;
Εγώ μόλις δυνάμενος να ομιλήσω από την πείναν, τους είπα· δώσετέ
μοι πρώτον να φάγω, και έπειτα θέλω ευχαριστήσει την περιέργειάν
σας. Ευθύς μου έδωσαν διάφορα φαγητά, και παρηγορήσας την
πεινασμένην μου κοιλίαν τους εδιηγήθην λεπτομερώς την ιστορίαν των
συμβάντων μου εις εκείνο το ταξείδι, και την τολμηράν και
κινδυνώδη απόφασιν να έμβω εις τον ποταμόν με το μέσον εκείνης της
καλαμωτής· έμειναν όλοι εκστατικοί όταν ήκουσαν ένα τέτοιον
παράδοξον συμβάν λέγοντές μου· παρόμοια συμβεβηκότα δεν ηκούσαμεν
πώποτε· όθεν πρέπει να σε οδηγήσωμεν εις τον βασιλέα, διά να του
διηγηθής μόνος σου όσα μας εδιηγήθης, ο οποίος είνε πολλά
περίεργος να βλέπη και να ακούη ξένους και άλλα ήθη. Εγώ τους
απεκρίθην ότι ήμουν έτοιμος να τους κάμω το θέλημα.
Ευθύς εκείνοι έφεραν ένα άλογο διά εμένα, εις το οποίον
εκαβαλλίκευσα, και εις άλλα άλογα εφόρτωσαν το πράγμα που είχα εις
την καλαμωτήν μου· και περιπατούντες αρκετόν διάστημα εφθάσαμεν
εις την βασιλεύουσαν πόλιν, ονομαζομένην Σηριμβίαν, (διότι έτσι
ονομάζεται και το νησί εκείνο). Εκείνοι οι Αράπηδες με επαράστησαν
εις τον βασιλέα· εγώ, πλησιάζοντας εις τον θρόνον του, επροσκύνησα
κατά την συνήθειαν τρεις φορές φιλώντας την γην.
Ο βασιλεύς με ερώτησε ποίος ήμουν, και από ποίαν πατρίδα,
ομιλώντας μου με χαροποιόν πρόσωπον. Του απεκρίθην ότι ήμουν
πραγματευτής, ονομαζόμενος Σεβάχ θαλάσσιος, διά το να εδιάτριψα το
περισσότερον μέρος της ζωής μου εις την θάλασσαν, εκ πατρίδος της
Βαβυλώνος, εις την οποίαν βασιλεύει ο προστάτης των πιστών Χαρούμ
Καλίφης, περίφημος βασιλεύς. Λέγει μου έπειτα και πώς ευρίσκεσαι
εδώ εις το βασίλειόν μου; πόθεν ήλθες:, Τότε διηγήθην καταλεπτώς
την ιστορίαν του ταξειδιού μου, τα συμβάντα μου και το υπόγειόν
μου πλεύσιμον διά του ποταμού.
Εθαύμασεν ο βασιλεύς ακούσας τοιαύτα παράδοξα συμβεβηκότα, και
επρόσταξεν ότι η ιστορία μου αύτη να γραφή με χρυσούς χαρακτήρας,
και να συναριθμηθή εις τα αξιολογώτερα ιστορικά απομνημονεύματα
της βασιλείας.
Επρόσταξεν έπειτα να φέρουν έμπροσθεν το πράγμα που έφερον μαζί
μου, και, παρασταίνοντάς το, με περιέργειαν εθεωρούσεν ένα προς
ένα, μάλιστα τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια, και τα κεχριμπάρια, και
εθαύμαζε την μεγαλότητα και ωραιότητα αυτών. Εγώ έλαβα το θάρρος
να τον παρακαλέσω διά να εκλέξη τα πλέον εκλεκτότερα διά το
βασιλικόν του θησαυροφυλάκιον, και ήθελα το έχει εις μεγάλην
χάριν. Αυτός μου απεκρίθη· δεν θέλω να σε υστερήσω από τον μικρόν
σου θησαυρόν, μάλιστα θέλω διά να τον αυξήσης εδώ εις το βασίλειόν
μου.
Έκραξε μετά ταύτα τους υπηρέτας του, και με εσύστησεν εις αυτούς
προστάζοντάς τους να έχουν όλην την φροντίδα διά την χρείαν και να
μου ετοιμάσουν κατοικίαν, και πάντα τα αναγκαία προς ζωοτροφίαν
και ενδύματα, και εκείνοι έβαλαν ευθύς εις πράξιν την προσταγήν
του βασιλέως. Εγώ λαμβάνοντας κάθε ανάπαυσιν και περιποίησιν από
τους υπηρέτας, εσύχναζα εις το εξής εις την συναναστροφήν του
βασιλέως και των μεγιστάνων του· οι οποίοι συχνάκις με ελάμβανον
εις περιδιάβασες, ξεφάντωσες και τρυφές, οδηγούντες με να ιδώ
αξιολογώτερα και εξαιρετικώτερα πράγματα, που ευρίσκοντο εις το
βασιλικόν παλάτιον, εις το θησαυροφυλάκιον και εις άπασαν την
πολιτείαν.
Το νησί εκείνο Σηριμβία είνε εις τοιαύτην τοποθεσίαν, ήγουν εις
την ισημερίαν, δηλαδή υποκάτω εις τον ισημερινόν κύκλον της
οικουμένης, ώστε που οι ημέρες είναι παντοτεινά ίσες με τας
νύκτας, δώδεκα δηλονότι ώρες η ημέρα ωσάν και η νύκτα. Το μάκρος
του νησιού είναι μίλια τριακόσια, ομοίως και το πλάτος· η δε
περιοχή του είνε έως χίλια διακόσια μίλια. Η πόλις, ήγουν η
βασιλική καθέδρα, είνε εις μίαν ωραιοτάτην τοποθεσίαν
παραθαλάσσιον, περικυκλωμένη από το ένα μέρος με ευρυχωρότατες
πεδιάδες, στολισμένες με πολυποίκιλα περιβόλια, και από τα βόρεια
μέρη περιέχεται από ένα υψηλότατον βουνόν, από το οποίον τρέχουν
παντοτεινά πλήθος κρύα νερά και ποτίζουσιν όλην την πόλιν και τα
περίχωρα· το ρηθέν βουνόν είνε τόσον υψηλόν, που από την κορυφήν
του φαίνονται τα καράβια τριών ημερών δρόμον μακράν, προτού να
φθάσουν εις τον λιμένα, ως εγώ το είδα οφθαλμοφανώς, όταν διά
περιέργειαν ανέβην εις την κορυφήν του.
Εις αυτό το νησί εβγαίνουν πετράδια από κάθε είδος, ήγουν
διαμάντια, καρβούνια, ρουμπίνια, σμαράγδια και άλλα,
πλουσιοπάροχα. Εις τα παραθαλάσσιά του ψαρεύουν οι εντόπιοι πλήθος
κογχύλας, από τας οποίας βγάζουν τα πλέον ωραιότερα και μεγαλύτερα
μαργαριτάρια. Από ταύτα λοιπόν τα πολύτιμα πράγματα είνε
υπέρπλουτον το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον· ευπορεί περιπλέον εκείνο
το νησί από πλήθος πολυποικίλων ζώων διαφόρων ειδών αξιοθεωρήτων·
Μετά τρεις μήνας που ανεπαύθην εις εκείνην την πόλιν
απολαμβάνοντας κάθε ξεφάντωσιν και τρυφήν, ενθυμήθην την πατρίδα
μου όθεν παρασταθείς εις τον βασιλέα τον επαρεκάλεσα διά να μου
δώση άδειαν να επιστρέψω εις την πατρίδα μου· ο οποίος μετά πάσης
χαράς μου έδωσε το θέλημα, με υποχρέωσεν όμως να δεχθώ ένα δώρον
διά παντοτεινήν ενθύμησιν της βασιλικής μεγαλοδωρίας του.
Και όταν ετοιμάσθην διά το ταξείδιον, επήγα προς τον βασιλέα διά
να τον αποχαιρετήσω, και να λάβω το δώρον που μου είχεν υποσχεθή.
Τότε ο βασιλεύς, σιμά εις την φιλοδωρίαν που μου εχάρισε, μου
ενεχείρησεν ένα πλουσιώτατον δώρον διά τον βασιλέα της Βαβυλώνος
Χαρούμ Καλίφην, προστάτην της πίστεως, συντροφιασμένον με μίαν
επιστολήν προς αυτόν, λέγοντάς μου· σε παρακαλώ εκ μέρους μου να
προσφέρης αυτό το δώρον εις τον βασιλιά σου Καλίφην, και να τον
βεβαιώσης εκ στόματος διά την αγάπην και φιλίαν προς αυτόν.
Εγώ, λαμβάνοντας την επιστολήν και το δώρον, του υπεσχέθην να
ενεργήσω κατά την προσταγήν του και προσκυνώντάς τον ανεχώρησα. Η
επιστολή ήτον γραμμένη επάνω εις ένα δέρμα ενός ζώου, πολύτιμον
διά το εξαίρετόν του ιδίωμα, με γράμματα χρυσά και γαλάζια εις
διάλεκτον ινδικήν, και το νόημα της επιστολής ήτον το επόμενον:
«Ο βασιλεύς της Ινδίας, έμπροσθεν εις τον οποίον προπορεύονται
δέκα χιλιάδες Ελέφαντες, ο οποίος κατοικεί εις ένα παλάτιον, του
οποίου η σκέπη ακτινοβολεί από την λαμπρότητα εκατόν χιλιάδων
ρουμπινιών που το σκεπάζουν· ο οποίος εις το θησαυροφυλάκιόν του
έχει είκοσι χιλιάδες κορώνας χρυσάς, στολισμένας με πολύτιμα
πετράδια, γράφει, προς τον Χαρούμ Καλίφην, βασιλέα της Βαβυλώνος.
«Αγκαλά και το αποστελλόμενον δώρον προς εσάς δεν είνε αξιόλογον
και ανάλογον προς την αξίαν σας, καταδεχθήτε όμως ως αδελφός και
φίλος να το δεχθήτε, εις σημείον μάλιστα της φιλίας, που ημείς
τρέφομεν εις την καρδίαν μας διά εσάς, της οποίας έσται τούτο εις
ένδειξιν από την ευχάριστον ημών γνώμην, το αυτό σημείον της
φιλίας σας ζητούμεν επειδή και υπολαμβάνομεν να είμεθα άξιοι
τούτου, όντες και ημείς εις τον αυτόν βαθμόν και αξίωμα ως και
σεις· και ως εις τόπον αδελφού σας εξορκίζομεν εις την φιλίαν σας.
Έρρωσθε»
Το δώρον δε συνίστατο εις τα ακόλουθα· πρώτον ήτον ένα ποτήριον,
κατασκευασμένον από ένα ρουμπίνιον ολόκληρον, ήγουν σκαλιστόν, του
οποίου το ύψος ήτον έως μία πιθαμή και έτι, προς το πλάτος δε ένα
φουρκίον, και χονδρόν έως ένα δάκτυλον· τούτο το ποτήριον ήτον
γεμάτον μαργαριτάρια λευκότατα, και στρογγυλώτατα από τα πλέον
μεγαλύτερα που εφάνησαν εις τον κόσμον, επειδή και το καθ' ένα
εζύγιαζε δύο δράμια.
Το δεύτερον ήτον ένα δέρμα ενός φειδιού, του οποίου τα λέπια ήσαν
χρυσά και μεγάλα, ωσάν μία ντούπια δέκα φλωριών· το οποίον δέρμα
είχε τοιαύτη επιτηδειότητα, ότι όποιος επλάγιαζεν επάνω εις αυτό,
ελευθερώνετο από κάθε είδος ασθενείας.
Το τρίτον, ήσαν διάφορα είδη αρωματικά ευωδέστατα και πολύτιμα·
και τελευταίον ήτο μία σκλάβα κορασίδα, της οποίας η ωραιότης και
τα κάλλη ήσαν ασύγκριτα και υπερθαύμαστα, και τα φορέματα ήσαν όλα
πεποικιλμένα με πολύτιμα πετράδια και μαργαρίτας.
Και αφού ο βασιλεύς εκείνος με εσύστησεν εις τον καραβοκύρην και
εις τους πραγματευτάς του καραβιού, εις το οποίον έβαλα όλα τα
δώρα και την ωραίαν κορασίδα, εμισεύσαμεν, και με επιτήδειον
καιρόν εφθάσαμεν εις ολίγας ημέρας εις Βαλσύραν, και από εκεί
ευθύς εμίσευσα διά την Βαβυλώνα. Και εν τω άμα, κατά την
παραγγελίαν εκείνου του βασιλέως, επλήρωσα την πρεσβείαν,
παρασταθείς εις τον βασιλέα Καλίφην με την ωραιοτάτην κόρην και με
την επιστολήν, συντροφιασμένος με πολλούς από τους συγγενείς μου,
που εβαστούσαν τα άλλα πολύτιμα δώρα.
Και αφού ανέγνωσε την επιστολήν, με ερώτησεν, εάν αληθώς εκείνος ο
βασιλεύς ήτο τοσούτον πλούσιος και ισχυρός, ως το φανερώνει εις
την επιστολήν του· εγώ προσκυνήσας έως εις την γην, του απεκρίθην·
ημπορώ να βεβαιώσω την βασιλείαν σου, ότι εκείνος ο βασιλεύς δεν
συνηθίζει να γράφη με υπερβολήν, διά επίδειξιν· εγώ είμαι μάρτυρας
αυτόπτης εις τα πλούτη και την μεγαλοπρέπειαν που έχει· μόνον το
παλάτιόν του είνε αξιοθαύμαστον εις την αρχιτεκτονικήν της
οικοδομής, εις την μεγαλειότητα, και εις το πολυέξοδον.
Όταν εκείνος ο βασιλεύς υπάγη εις περιδιάβασιν κάθεται επάνω εις
θρόνον υψηλόν και μεγαλοπρεπή, κατασκευασμένον επάνω εις Ελέφαντα·
εις το έμπροσθεν μέρος του θρόνου στέκει ένας αρχιστράτηγος
ενδεδυμένος στρατιωτικά χρυσά με χρυσούν σκήπτρον, ομοίως και από
το όπισθεν ένας άλλος παρόμοιος, κρατώντας χρυσούν κοντάριον,
συντροφιασμένος με όλην την παράταξιν των μεγιστάνων και αρχόντων
του παλατίου, προπορευομένων των σωματοφυλάκων έως δέκα χιλιάδες
τον αριθμόν· τότε ο έμπροσθεν αρχιστράτηγος μεγαλοφώνως λέγει·
«Τούτος είνε ο μέγας μονάρχης, ο ισχυρός και φοβερός Αυτοκράτωρ
της Ινδίας· του οποίου το παλάτιον είναι σκεπασμένο με εκατό
χιλιάδες ρουμπίνια, και έχει εις την εξουσίαν του είκοσι χιλιάδας
χρυσάς κορώνας με πολύτιμα πετράδια· τούτος είνε ο πλέον πλούσιος
και θαυμαστός Μονάρχης υπέρ πάντας τους βασιλείς της οικουμένης,
απόγονος του Δαβίδ και του Σολομώντος».
Έπειτα αποκρίνεται τα ίδια μεγαλοφώνως και ο άλλος, ο όπισθεν
αρχιστράτηγος· και όταν τελειώση ο ένας, άρχεται ο άλλος, έως που
τελειώνει η παράταξις και περιήγησις του βασιλέως.
Τούτος ο βασιλεύς είνε δικαιότατος, ομοίως και ο λαός της
βασιλείας του φυλάττει με τόσην ακρίβειαν την δικαιοσύνην και τους
νόμους απαρασάλευτα, ώστε ούτε εις την βασιλεύουσαν πόλιν, ούτε
εις τας άλλας πολιτείας, δεν είνε ούτε κριτήρια ούτε κριτής·
επειδή και είνε ανωφελή τα κριτήρια εκεί που όλοι κοινώς φυλάττουν
τους νόμους της δικαιοσύνης απαρασάλευτα.
Ο βασιλεύς Χαρούμ Καλίφης έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν εις ταύτην
μου την διήγησιν, όθεν μου είπεν· η φρόνησις εκείνου του βασιλέως
φαίνεται εις την επιστολήν του· διά τούτο άξιος είνε να έχη
τοσαύτην μεγαλοπρέπειαν και τέτοιον λαόν, και ο λαός πάλιν άξιος
να έχη τοιούτον βασιλέα· και μετά ταύτα αποχαιρετήσας με ο
Καλίφης, με έστειλεν εις τον οίκον μου με ένα πλουσιώτατον δώρον.
Με τούτον λοιπόν τον τρόπον ετελείωσεν ο Σεβάχ Θαλασσινός την
διήγησιν του έκτου ταξειδιού του· και οι καλεσμένοι ανεχώρησαν,
ομοίως και ο βαστάζος πάλιν με εκατόν φλωριά. Οι αυτοί καλεσμένοι
κατά την συνήθειαν, την ερχομένην ημέραν εσυνάχθησαν εις το παλάτι
του Σεβάχ, ο οποίος άρχισε την διήγησιν του εβδόμου και τελευταίου
ταξειδιού του με τον ακόλουθον τρόπον.
&Ιστορία του εβδόμου και τελευταίου ταξειδιού του Σεβάχ
Θαλασσινού.&
Μετά το έκτον μου ταξείδι, αφού επέστρεψα εις την πατρίδα με
μεγάλους θησαυρούς, ως άνωθεν ηκούσατε, απεφάσισα να μη ταξειδεύσω
πλέον διά τε τον φόβον των κινδύνων, και μάλιστα διά το της
ηλικίας προβεβηκός τρόπον τινά· ώστε δεν εστοχάζομουν άλλο, πάρεξ
το να διάγω εις το εξής μίαν ζωήν ήσυχον με ευθυμίας και
περιδιαβάσεις· αλλ' όντας μίαν ημέραν εις μίαν χαροποιάν
ξεφάντωσιν με την συνοδείαν διαφόρων φίλων και συγγενών μου,
έστειλεν ο Βασιλεύς Καλίφης έναν από τους αξιωματικούς του
παλατίου του εις αναζήτησίν μου· ο οποίος είχε προσταγήν παρά του
βασιλέως διά να παρασταθώ εις τον βασιλέα.
Εγώ ακούοντας τοιαύτην προσταγήν, ευθύς επαραστάθην εις τον
βασιλέα και με εδαφιαίαν προσκύνησιν εζήτησα τας προσταγάς του.
Τότε ο βασιλεύς μου λέγει· Σεβάχ, έχω χρείαν παρά σου· πρέπει να
κάμης μίαν πρεσβείαν διά χάριν μου προς τον βασιλέα της Σηριμβίας,
ήγουν να του προσφέρης παρ' εμού την πρέπουσαν απάντησιν εις την
αυτού προς με επιστολήν, και τα προσήκοντα και αμοιβαία δώρα, ως
το ζητεί η ευγένεια και η βασιλική μεγαλοπρέπεια.
Η προσταγή του βασιλέως μου επλήγωσε βαθειά την καρδίαν και του
είπα· Κραταιότατε βασιλεύ, είμαι έτοιμος ψυχή τε και σώματι να
υπακούσω εις τας προσταγάς σου, αλλά παρακαλώ την βασιλείαν σου,
να στοχασθή την τε ηλικίαν μου, και τους πολλαπλασίους κινδύνους
που υπέμενα, εις τρόπον που είμαι κοπιασμένος και κουρασμένος,
όθεν και εξωρκίσθην μεθ' όρκου διά να μην έβγω πλέον από την
Βαβυλώνα· εντεύθεν λαμβάνοντας αφορμήν του επεριέγραψα εν συντομία
πάντα τα κινδυνώδη μου συμβάντα εις τα προηγούμενα ταξείδια.
Ευθύς που ετελείωσα ταύτην την διήγησιν, την οποίαν ήκουσε με
προσοχήν και θαυμασμόν, μου είπεν· όντως συμβάντα τερατώδη και
παράδοξα· αλλά διά τούτο δεν πρέπει να μου αρνηθής μίαν τοιαύτην
χάριν, από την οποίαν εξαρτάται η τιμή, η φήμη, και, η
ελευθεριότης της βασιλείας μου· διότι η μεγαλοπρέπεια του
βασιλικού αξιώματος ζητεί ανάλογα και τα δώρα σιμά εις άλλους
βασιλείς, μάλιστα ως είνε εκείνος της Ινδίας.