Εκ δε των ειδών της γης το μεν καθαρισθέν διά μέσου του

Produced by Sophia Canoni (txt file) and Andrew Sly (html

file). Book provided by Iason Konstantinides.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.

A table of errors has been taken into account. The spelling of the

book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted

to endnotes. Bold words are included in &. Words in italics are

included in _. Powers are designated by ^, e.g. 1 raised to the

second power is shown as 1^2. Four geometrical shapes referred to in

the endnotes, can be seen only in the html version of the text.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε

μονοτονικό. Ο Πίνακας Παροραμάτων έχει ληφθεί υπ' όψη. Κατά τα άλλα

έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των

σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις με έντονους

χαρακτήρες, περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες

περικλείονται σε _. Οι δυνάμεις παρουσιάζονται με το σήμα ^, π.χ. 1

εις την δευτέρα φαίνεται σαν 1^2. Τέσσερα γεωμετρικά σχήματα τα οποία

αναφέρονται στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου μπορεί να τα δει

κανείς μόνο στην Html εκδοχή του κειμένου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ

Β

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ

Β

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

1911

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XIX.

&Προ της του κόσμου δημιουργίας ήσαν το ον, ο χώρος και

η γένεσις. Αλλ' εν τω χώρω υπάρχουσι πρώτον τα

τέσσαρα στοιχεία λογικώς ειμή χρονικώς, συγκεχυμένα,

Άνευ είδους και αριθμού, ύστερον όμως διατάσσονται.&

Ούτος λοιπόν είναι ο λόγος, τον οποίον εσκέφθην και δύ-

ναμαι να δώσω περιληπτικώς περί της γνώμης μου, δηλ. ότι

υπήρχε το ον και ο χώρος και η γένεσις, τρία πράγματα τρι-

χώς, και πριν ή γεννηθή ο κόσμος (1) και ότι η τροφός της γεν-

νήσεως, υγραινομένη και πυρουμένη, και δεχομένη τας μορφάς

της γης και του αέρος και πάσχουσα όλα τα άλλα πάθη, όσα

ακολουθούσιν εις ταύτα, εφαίνετο ποικίλη κατά την όψιν· αλλ'

επειδή ήτο πλήρης δυνάμεων μήτε ομοίων μήτε ισορρόπων, εις

κανέν μέρος της δεν ήτο εις ισορροπίαν, αλλ' όλως ανωμάλως

ταλαντευομένη εσείετο αύτη υπ' εκείνων και κινουμένη αυτή

πάλιν έσειεν εκείνα. Ταύτα δε τα πράγματα κινούμενα άλλα εις

άλλο μέρος, χωριζόμενα πάντοτε μετεφέροντο, όπως εις τον κα-

θαρισμόν του σίτου σειόμενα και ανεμιζόμενα υπό του κοσκίνου

και των άλλων οργάνων τα μεν πυκνά και βαρέα μέρη σωρεύον-

ται εις έν μέρος, τα δε αραιά και ελαφρά φέρονται εις άλλην θέ-

σιν (2). Ούτω τότε συνέβη εις τα τέσσαρα γένη εκείνα, σειόμενα

υπό της δεξαμενής, ενώ αύτη εκινείτο ως όργανον, το οποίον

προξενεί σεισμόν, τα μεν ανομοιότατα μέρη εχωρίζοντο πολύ με-

ταξύ των, τα δε ομοιότατα πάλιν συνωθούμενα συνηνούντο. Και

διά τούτο κατελάμβανον τα μεν χώρον διάφορον παρά τα άλλα,

πριν ή γεννηθή εξ αυτών τούτο το παν συντεταγμένον.

Και όντως προ τούτου πάντα ευρίσκοντο άνευ λόγου και μέ-

Β. | τρου· αλλ' ότε ο Θεός επεχείρησε να διακοσμήση το παν,

πρώτον το πυρ και το ύδωρ και την γην και τον αέρα, τα οποία

είχον μεν ίχνη τινά αυτών, αλλ' ήσαν εις τοιαύτην κατάστασιν

εις την οποίαν είναι φυσικόν να ευρίσκηται παν πράγμα, από

το οποίον λείπει ο Θεός, ταύτα εις τοιαύτην κατάστασιν φυσι-

κώς όντα τότε, ο Θεός τα εκόσμησε με μορφάς και αριθμούς·

Το ότι δε ο Θεός συνέστησε τα πράγματα ταύτα κατά τρόπον

όσον το δυνατόν κάλλιστον και άριστον, ενώ ήσαν εις πολύ διά-

φορον κατάστασιν, τούτο πρέπει να θεωρήται πάντοτε ως υπο-

νοούμενον εις τους λόγους ημών περί παντός πράγματος. Τώρα

δε πρέπει να επιχειρήσω να δηλώσω με λόγον ασυνήθη την διά-

C. | ταξιν εκάστου και την γένεσιν αυτών. Αλλ' επειδή γνωρι-

ζετε και τας επιστημονικάς μεθόδους, διά των οποίων είναι αναγ-

καίον να αποδεικνύωνται τα λεγόμενα, θέλετε με ακολουθήσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XX.

&Τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, είναι

και αυτά σύνθετα, τα στοιχεία δ' αυτών είναι τριγωνικά

σχήματα απείρως μικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή

ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στε-

ρεά, την πυραμίδα, το οκτάεδρον και το εικοσάεδρον,

τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον.&

Πρώτον μεν, ότι το πυρ, η γη, το ύδωρ και ο αήρ είναι σώ-

ματα, είναι βέβαια γνωστόν εις πάντας. Παν δε είδος σώματος

πρέπει να έχη και βάθος και στερεότητα (3) και το στερεόν πάλιν

αναγκαίως περιορίζεται υπό επιπέδων επιφανειών (4). Αλλ' η επί-

πεδος και ευθύγραμμος επιφάνεια αποτελείται εκ τριγώνων, τα

Δ. | δε τρίγωνα πάντα αρχήν έχουσι δύο άλλα έχοντα και το

έν και το άλλο μίαν γωνίαν ορθήν και δύο οξείας. Εκ τούτων

δέ τινα (τα ισοσκελή) έχουσιν εκ των δύο μερών ίσον μέρος γω-

νίας ορθής περιεχομένης υπό πλευρών ίσων, άλλα δε (τα σκα-

ληνά) έχουσι μέρη άνισα διηρημένα διά πλευρών ανίσων. Ας

υποθέσωμεν λοιπόν ότι αύτη είναι η αρχή του πυρός και των

άλλων σωμάτων, προχωρούντες αναγκαίως κατά τον πιθανόν λό-

γον (5), διότι τας ανωτέρας αρχάς τούτων γινώσκει μόνος ο Θεός και

Ε. | εκείνος εκ των ανδρών, όστις είναι φίλος αυτού. Πρέπει λοιπόν

να είπωμεν ποία είναι τα κάλλιστα εκείνα σώματα, τα οποία δύ-

νανται να γίνωσι, τα τέσσαρα δηλαδή, ανόμοια μεν μεταξύ των,

αλλά τινά εξ αυτών ικανά όντα να γεννώνται τα μεν εκ των δε,

καθόσον ταύτα διαλύονται. Διότι εάν επιτύχωμεν τούτο, θα έχω-

μεν την αλήθειαν περί γενέσεως της γης και του πυρός και των

δύο άλλων, τα οποία είναι μέσοι ανάλογοι αυτών. Διότι κατά

τούτο δεν θα υποχωρήσωμεν εις κανένα, ότι δηλ. δύνανται να

υπάρχωσί πού σώματα ορατά ωραιότερα από ταύτα, έκαστον εις

το γένος του. Πρέπει λοιπόν να έχωμεν προθυμίαν, ίνα συναρ-

μόσωμεν τα τέσσαρα είδη σωμάτων, διαφέροντα κατά την καλ-

λονήν, και είτα είπωμεν, ότι ικανώς κατελάβομεν την φύσιν

αυτών.

54. | Εκ των δύο ειδών τριγώνων το ισοσκελές μίαν μόνην

έχει φύσιν, το δε σκαληνόν απείρους, πρέπει δε εκ των απείρων

να προτιμώμεν το κάλλιστον, εάν θέλωμεν να αρχίσωμεν καθώς

πρέπει. Αν λοιπόν τις δύναται να εκλέξη και να είπη άλλο

ωραιότερον διά την σύστασιν των σωμάτων τούτων, ούτος ουχί ως

εχθρός αλλ' ως φίλος νικά. Ημείς δε εκ των πολλών τριγώνων

θέτομεν έν ως το κάλλιστον, παραλείποντες τα άλλα, εκείνο δηλ.

εκ του οποίου επαναλαμβανομένου σχηματίζεται τρίτον, ισόπλευ-

Β. | ρον (6) διατί δε τούτο, ο λόγος είναι μακρός, αλλ' εις εκείνον

όστις δύναται να αναιρέση τούτο και να εύρη ότι δεν έχει ού-

τως, ως βραβείον πρόκειται η φιλία ημών. Ας εκλέξωμεν λοιπόν

δύο τρίγωνα, εκ των οποίων κατεσκευάσθησαν το σώμα του πυρός

και το των άλλων (στοιχείων), το μεν (να είναι) ισοσκελές, το δε

άλλο να έχη την μεγαλυτέραν των καθέτων κατά την δύναμιν

τριπλασίαν της μικροτέρας (7).

Εκείνο δε, το οποίον πρότερον έχω ειπεί όχι σαφώς, τώρα

πρέπει καλύτερα να προσδιορίσω. Τα τέσσαρα δηλαδή είδη

(στοιχεία) μας εφαίνοντο τότε ότι όλα αμοιβαίως εγεννώντο τα

μεν εκ των δε, αλλά δεν εφανταζόμεθα ορθώς. Διότι γεννώνται

C. | μεν εκ των τριγώνων, τα οποία εξελέξαμεν, τέσσαρα είδη,

τα τρία μεν εκ του ενός, το οποίον έχει τας πλευράς ανίσους,

αλλ' έν μόνον, το τέταρτον, αποτελείται εκ του ισοσκελούς τρι-

γώνου. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν όλα, διαλυόμενα εις άλληλα να

γίνωνται εκ πολλών μικρών ολίγα μεγάλα, και αντιστρόφως,

αλλά μόνα τα τρία πρώτα. Διότι ταύτα, επειδή εγεννήθησαν όλα

εξ ενός τριγώνου, όταν λυθώσι τα μεγαλύτερα συστήματα (αθροί-

Δ. | σματα), πολλά μικρότερα θα συσταθώσι, λαμβάνοντα τας

καταλλήλους εις αυτά μορφάς, και ούτως, όταν πάλιν τα πολύ

μικρά χωρισθώσιν εις τρίγωνα, εάν εξ ενός όγκου γίνη μία ενό-

της, δύναται να αποτελεσθή έν άλλο είδος μέγα (8). Aρκούσι λοι-

πόν όσα είπομεν περί της αμοιβαίας γενέσεως του ενός εκ του

άλλου των ειδών τούτων. Εκείνο δε όπερ ων ακόλουθον εις

ταύτα πρέπει να είπωμεν, είναι: τι είναι έκαστον είδος, όπερ γί-

νεται εξ αυτών, και εκ της συμπτώσεως ποίων αριθμών γίνεται.

Και θα αρχίσωμεν με το είδος το πρώτον και έχον την σμικρο-

τάτην σύστασιν. Στοιχείον τούτου είναι το τρίγωνον το έχον την

υποτείνουσαν διπλασίαν της μικροτέρας καθέτου κατά το μήκος,

συνδυάζοντες δε ανά δύο εκ των τριγώνων τούτων διά της δια-

Ε. | γωνίου, και τούτο ποιούντες τρεις φοράς, ούτως ώστε αι δια-

γώνιοι και αι μικρότεραι κάθετοι να συνενώνται εις έν κοινόν

σημείον ως εις κέντρον, γίνεται έν ισόπλευρον τρίγωνον εκ των

έξ τα οποία υπήρχον (9). Όταν έπειτα συνενωθώσι τέσσαρα τρίγωνα

55. | ισόπλευρα, ανά τρεις ομού επίπεδοι γωνίαι αποτελούσι μίαν

στερεάν γωνίαν, κειμένην εφεξής της αμβλυτέρας των επιπέδων

γωνιών· και επειδή απετελέσθησαν τέσσαρες τοιούτοι συνδυασμοί

σχηματίζεται ούτω το πρώτον στερεόν είδος (10), όπερ έχει την ιδιό-

τητα να διαιρή εις μέρη ίσα και όμοια την όλην επιφάνειαν

σφαίρας (εις την οποίαν είναι εγγεγραμμένη). Δεύτερον είδος γίνε-

ται εκ των αυτών τριγώνων, αλλ' ενουμένων εις οκτώ ισόπλευρα

τρίγωνα, ώστε να αποτελώσι μίαν στερεάν γωνίαν έχουσαν τέσ-

σαρας επιπέδους γωνίας, και όταν γίνωσιν έξ τοιαύτα, τότε το

Β. | δεύτερον πάλιν σώμα αποτελείται (11). Το τρίτον είδος στερεού

σύγκειται εξ εκατόν είκοσι στοιχείων (τριγώνων) ομού ηνωμένων

και εκ δώδεκα στερεών γωνιών, των οποίων εκάστη περιέχεται

υπό πέντε επιπέδων ισοπλεύρων τριγώνων, και έχει ως βάσεις

(όψεις) είκοσι ισόπλευρα τρίγωνα (12). Και ούτω το έν εκ των στοι-

χείων, αφού εγέννησε πάντα ταύτα, εξηντλήθη. Το δε ισοσκελές

τρίγωνον εγέννησε το τέταρτον είδος σώματος, καθ' όσον ανά

τέσσαρα ισοσκελή ηνούντο ούτως, ώστε αι ορθαί γωνίαι να συν-

ενώνται εις το κέντρον και να γεννάται έν τετράγωνον ισόπλευ-

C. | ρον (13). Έξ δε τοιαύτα συνενωθέντα αποτελούσιν οκτώ στε-

ρεάς γωνίας, των οποίων εκάστη συνίσταται από τρεις επιπέδους

ορθάς· το δε σχήμα του ούτω συναποτελεσθέντος σώματος γίνε-

ται κυβικόν έχον έξ επιπέδους τετραγώνους ισοπλεύρους βάσεις

(έδρας) (14). Προσέτι δε, επειδή υπήρχεν είς πέμπτος συνδυασμός,

ο Θεός μετεχειρίσθη αυτόν, ίνα κοσμήση το σχήμα του παντός (15).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXI.

&Τα ειρημένα 4 στερεά συνδυαζόμενα γεννώσι τα 4 στοι-

χειώδη σώματα. Η μεν γη σύγκειται εκ κύβων, το ύδωρ

εξ εικοσαέδρων, ο αήρ εξ οκταέδρων και το πυρ εκ τρι-

γωνικών πυραμίδων. Όθεν τα σωμάτια του πυρός είναι

τα οξύτατα, τμητικώτατα, ευκινητότατα και κουφότατα

σχετικώς προς τα των άλλων, τα της γης δε είναι τα

μέγιστα, αμβλύτατα, βαρύτατα και δυσκινητότατα.&

Εάν δε τις ταύτα πάντα ακριβώς αναλογιζόμενος απορή αν

πρέπη να λέγη ότι οι κόσμοι είναι άπειροι, ή ότι έχουσι πέρας,

το δόγμα ότι είναι άπειροι δύναται να το θεωρή αληθώς ότι εί-

Δ. | ναι γνώμη ανθρώπου απείρου (αμαθούς) εις πράγματα εις

τα οποία οφείλει να είναι έμπειρος. Αλλά, αν πρέπη να λέγη

ότι όντως ούτοι εγεννήθησαν είς ή πέντε, επιμείνας εις τούτο,

μάλλον ευλόγως δύναται να απορή. Η γνώμη όμως ημών είναι

ότι κατά πάντα ορθόν λόγον είς μόνος κόσμος εγεννήθη, άλλος

όμως αποβλέπων εις άλλα, θα έχη ίσως διάφορον γνώμην.

Αλλ' ας αφήσωμεν τούτον, και ας διανείμωμεν τα είδη, τα

οποία εύρομεν διά του λόγου, εις πυρ, γην, ύδωρ και αέρα. Και

εις την γην ας δώσωμεν το κυβικόν σχήμα, διότι αύτη είναι εκ

Ε. | των τεσσάρων ειδών η μάλλον ευκίνητος και εξ όλων των

σωμάτων η μάλλον εύπλαστος, και τοιούτο προ πάντων πρέπει

να είναι εκείνο, όπερ έχει τας βάσεις ασφαλεστάτας. Διότι εκ των

κατ' αρχάς υποτεθέντων τριγώνων φύσει ασφαλεστέρα είναι η

βάσις των εχόντων δύο πλευράς ίσας παρά την βάσιν των εχόν-

των αυτάς ανίσους, και εκ των επιφανειών, αίτινες αποτελούνται

εκ του ενός και εκ του άλλου, το ισόπλευρον τετράγωνον είναι

κατ' ανάγκην σταθερώτερον του ισοπλεύρου τριγώνου και κατά

τα μέρη και κατά το όλον. Διό αποδίδοντες τούτο εις την γην

56. | διατηρούμεν την πιθανότητα του λόγου· εις το ύδωρ δε

έπειτα (ας δώσωμεν) το σχήμα, όπερ εκ των υπολοίπων είναι το

μάλλον δυσκίνητον, εις δε το πυρ το ευκινητότατον πάντων, και

εις τον αέρα το μέσον σχήμα· και το σμικρότατον σώμα ας δώ-

σωμεν εις το πυρ, το μέγιστον εις το ύδωρ και το μέσον εις τον

αέρα, και ακόμη το μεν οξύτατον εις το πυρ, το δεύτερον (μετά

το πυρ) εις τον αέρα και το τρίτον εις το ύδωρ. Εξ όλων λοιπόν

Β. | τούτων το έχον τας ολιγωτέρας βάσεις αναγκαίως είναι το

μάλλον ευκίνητον, διότι εξ όλων είναι πανταχόθεν το μάλλον

κοπτικόν και οξύ, και προσέτι το ελαφρότατον, διότι αποτελείται

εξ ολιγίστου αριθμού των αυτών μερών· το δε ερχόμενον δεύτε-

ρον πρέπει να έχη τας αυτάς ιδιότητας εις δεύτερον βαθμόν,

και το τρίτον εις τρίτον βαθμόν. Λοιπόν συμφώνως με τον ορθόν

λόγον και τον πιθανόν, το στερεόν το λαβόν το σχήμα της πυ-

ραμίδος είναι το στοιχείον και το σπέρμα του πυρός, και το

δεύτερον κατά την γέννησιν (το κανονικόν οκτάεδρον) ας το εί-

πωμεν του αέρος, και το τρίτον (το κανονικόν εικοσάεδρον) του

ύδατος. Πάντα λοιπόν ταύτα πρέπει να τα συλλαμβάνωμεν με

C. | την διάνοιαν τόσον σμικρά, ώστε έν έκαστον εξ εκάστου εί-

δους μόνον μας είναι όλως αόρατον και όταν πολλά αυτών

συναθροισθώσιν εις έν τότε φαίνεται η μάζα αυτών. Και ως

προς τας αναλογίας εις τας ποσότητας και τας κινήσεις και

τας άλλας δυνάμεις πάσας πρέπει να νοώμεν ότι ο Θεός, καθ'

ίσον του φυσικού νόμου η ανάγκη εκουσίως και πειθομένη υπε-

χώρει εις αυτόν, κατά τόσον, αφού πανταχού ακριβώς τας απε-

τέλεσε, τας συνήρμοσε λογικώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXII.

&Μεταμορφώσεις των τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων εις

άλληλα. Σωμάτιον ύδατος (20εδρον) δύναται να δώση

δύο αέρος (8εδρα) και έν πυρός (4εδρον). Έν αέρος

αποτελεί δύο πυρός κ.λ. Ανάπαλιν εκ πυρός γίνεται

αήρ και εξ αέρος ύδωρ. Αι μεταμορφώσεις αύται φέ-

ρουσι μεταβολήν θέσεως. Εκ της μίξεως των στοιχείων

γεννώνται τα διάφορα ορατά σώματα.&

Εκ πάντων όσα προείπομεν περί των τεσσάρων ειδών τού-

των, ιδού πώς κατά μεγίστην πιθανότητα δύνανται να έχωσι

Δ. | ταύτα. Η γη ερχομένη εις συνάντησιν με το πυρ και διαλυ-

θείσα υπό της οξύτητος αυτού διασκορπίζεται, είτε διαλυομένη

τυχόν εις αυτό το πυρ είτε εις την μάζαν του αέρος είτε εις την

του ύδατος· έως ου τα μέρη αυτής τα τυχόν ευρεθέντα ομού εις

μέρος τι συναρμοσθώσι μεταξύ των και ούτω γίνη πάλιν γη.

Διότι βεβαίως δεν δύναταί ποτε η γη να μεταβή εις άλλο είδος.

Το ύδωρ όμως διαιρεθέν υπό του πυρός ή και υπό του αέρος,

δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι γίνεται ανασυνιστώμενον (16) έν σώμα

πυρός και δύο αέρος. Ως προς τα τμήματα δε του αέρος, εξ ενός

Ε. | μέρους αυτών, όταν διαλυθή, δύνανται να γίνωσι δύο σώ-

ματα πυρός. Και ανάπαλιν, όταν ολίγον πυρ περιλαμβανόμενον

υπό πολλού αέρος ή ύδατος ή γης τινος, παρασυρόμενον υπό

της κινήσεως αυτών και νικηθέν εις την μάχην, θραυσθή, δύο

σώματα πυρός δύνανται να συντεθώσιν εις έν μόνον είδος αέρος·

και όταν ο αήρ νικηθή και κατακερματισθή, εκ δύο όλων και

ενός ημίσεος αυτού, αποτελεσθή έν όλον συμπαγές ύδατος. Τω

57. | όντι, ας εξετάσωμεν αυτά πάλιν κατά τον ακόλουθον τρό-

πον: Όταν έν είδος εκ των άλλων περιεχόμενων εντός του πυρός

κόπτηται υπ' αυτού διά της οξύτητος των γωνιών και των πλευ-

ρών του, μεταβαίνον ως προς την σύστασίν του εις την φύσιν

του πυρός παύει πλέον από του να κόπτηται. Διότι έκαστον εί-

δος, όμοιον ον και ταυτόν προς εαυτό, δεν είναι δυνατόν ούτε να

επιφέρη μεταβολήν ούτε να πάθη τι υπό είδους ίσου και ομοίου

προς αυτό (17). Εν όσω όμως έν είδος μεταβαίνει εις άλλο, και

ασθενέστερον ον μάχεται κατά ισχυροτέρου, δεν παύει από του

να διαλύηται. Αλλ' όταν τα μικρότερα είδη, ολίγα όντα, περι-

κλεισμένα εντός των μεγαλυτέρων, πολλών όντων σβύνωνται

θραυόμενα, εάν μεν θέλωσι να έλθωσιν εις το είδος του νικήσαν-

τος αυτά, παύουσιν από του να σβύνωνται και εκ του πυρός γί-

Β. | νεται αήρ, εκ δε του αέρος γίνεται ύδωρ. Αν όμως κινών-

ται κατ' αυτού (του ισχυροτέρου) (18) και αν έν από τα άλλα είδη

συνδραμόν συμπολεμή, δεν παύουσιν από του να διαλύωνται

πριν ή ολοσχερώς απωθούμενα και διαλελυμένα καταφύγωσιν

εις το είδος της φύσεώς των, ή αφού νικηθώσι και γίνωσιν εκ

πολλών έν μόνον πράγμα όμοιον προς το νικήσαν, μείνωσιν ίνα

κατοικώσι μετ' αυτού. Και βεβαίως διά τα παθήματα ταύτα έκα-

C. | στον των ειδών τούτων μεταβάλλει τόπον (19). Διότι ο (αρχικός)

όγκος εκάστου είδους είναι αποχωρισμένος των άλλων εις ιδιαίτε-

ρον τόπον ένεκα της κινήσεως του περιέχοντος αυτά χώρου, και

εκείνα, άπερ εκάστοτε γίνονται ανόμοια προς εαυτά, όμοια δε

προς άλλα, μεταφέρονται υπό του σεισμού εις τον τόπον εκείνων,

με τα οποία ήθελον ομοιωθή.

Όσα λοιπόν είναι άκρατα (απλά) και πρώτα σώματα όλα

έγιναν διά τοιούτων αιτίων. Ότι δε εις τα γένη αυτών άλλα

είδη εγεννήθησαν, τούτου την αιτίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν

εις την σύστασιν εκάστου των δύο στοιχείων (20)· διότι, δι' εκάστην

Δ. | σύστασιν δεν παρήχθη κατ' αρχάς το τρίγωνον με έν μόνον

μέγεθος, αλλά έγιναν και μεγαλύτερα και μικρότερα, τοσαύτα δε

τον αριθμόν, όσα δύνανται να είναι τα είδη εις τα γένη (21). Τοιου-

τοτρόπως αναμιγνυόμενα ταύτα προς εαυτά και μεταξύ των είναι

άπειρα κατά την ποικιλίαν, της οποίας πρέπει να γίνωσι θεωροί

οι μέλλοντες να είπωσιν ορθά περί της φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIII.

&Η κίνησις και η στάσις. Αίτια κινήσεως η ανομοιότης και

η ανισότης (διαφορά). Το σύμπαν κυκλοτερές ον σφίγ-

γει τα σώματα και ουδαμού αφίνει κενόν. Συνοχή σω-

μάτων. Η κίνησις είναι αδιάλειπτος.&

Περί κινήσεως όμως και ηρεμίας, με ποίον τρόπον και διά

ποίας αιτίας γίνονται, εάν δεν συμφωνήσωμεν πρώτον, πολλά

θα υπάρξωσιν εμπόδια εις τους επομένους συλλογισμούς. Τινά

Ε. | μεν περί αυτών έχομεν ήδη είπει· αλλ' εκτός εκείνων

θα είπωμεν και ταύτα: ότι όπου υπάρχει ομαλότης (το ομοιό-

μορφον) δεν δύναται να υπάρχη κίνησις. Διότι πράγμα μέλλον

να κινηθή χωρίς το μέλλον να κινήση ή πράγμα μέλλον να κι-

νήση χωρίς το μέλλον να κινηθή είναι δύσκολον ή μάλλον αδύ-

νατον. Λοιπόν άνευ των δύο τούτων κίνησις δεν υπάρχει· ταύτα

δε να είναι όμοια είναι αδύνατον (22). Ούτω πάντοτε την ηρεμίαν

ας ανάγωμεν εις την ομαλότητα, την δε κίνησιν εις την ανωμα-

58 | λίαν (διαφοράν). Η ανισότης δε πάλιν είναι αιτία της ανω-

μαλίας. Και της μεν ανισότητος εξητάσαμεν (23) την γένεσιν.

Αλλά πώς άρα γε δεν συμβαίνει ώστε χωρισθέντα ταύτα κατά

τα είδη αυτών έκαστα να παύσωσιν από του να κινώνται και

να μεταφέρωνται τα μεν διά των δε, ταύτα δεν έχομεν είπει.

Λοιπόν πάλιν θα είπωμεν ούτως: Η περιφορά του σύμπαντος

αφού περιέλαβεν εις εαυτήν τα ειρημένα γένη, επειδή είναι κυ-

κλική κατά την μορφήν και έχει την φυσικήν τάσιν να επανέρχη-

ται εις εαυτήν, συσφίγγει πάντα τα πράγματα και δεν αφίνει να

μένη τόπος κενός ουδείς. Διά τούτο προ πάντων το πυρ εισδύει

Β. | εις όλα τα πράγματα και κατά δεύτερον λόγον ο αήρ, καθό

φύσει δεύτερος κατά την λεπτότητα, και τα άλλα είδη κατά τον

αυτόν τρόπον. Διότι όσα έγιναν εκ μερών μεγίστων αφίνουσι

μέγιστον κενόν εις την σύστασιν αυτών, τα δε σμικρότατα ελά-

χιστον. Όθεν η κίνησις της συμπυκνώσεως ωθεί τα μικρά εις

τα κενά των μεγάλων (24). Όταν λοιπόν τα μικρά τίθενται πλη-

σίων των μεγάλων, και τα μεν σμικρά χωρίζωσι τα μεγάλα,

τα δε μεγάλα συμπιέζωσι τα μικρά, όλα άνω-κάτω μεταφέρον-

ται εις τους ιδιαιτέρους αυτών τόπους. Διότι έκαστον μεταβάλ-

C | λον το μέγεθος μεταβάλλει και τον τόπον, εν ω ίσταται.

Ούτω και διά τους λόγους τούτους η γέννησις της ανωμαλίας,

διατηρουμένη πάντοτε, παράγει την συνεχή κίνησιν των στοι-

χείων τούτων, ήτις είναι και θα είναι αδιακόπως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIV.

&Τα διάφορα γένη ή ποιότητες του πυρός — του αέρος — και

του ύδατος (Χημεία)&.

Μετά ταύτα πρέπει να έχωμεν κατά νουν ότι πολλά είδη

πυρός υπάρχουσιν, ως η φλοξ και εκείνο όπερ απορρέει εκ της

φλογός και όπερ δεν καίει μεν, αλλά δίδει φως εις τους οφθαλ-

μούς, και εκείνο όπερ εκ του πυρός μένει εις τα διάπυρα σώ-

Δ. | ματα, όταν η φλοξ σβεσθή (25). Κατά τον αυτόν τρόπον εις τον

αέρα υπάρχει το καθαρώτατον μέρος ονομαζόμενον αιθήρ, και

το θολερώτατον καλούμενον νέφος και σκότος, και άλλα είδη

χωρίς όνομα, τα οποία εγεννήθησαν διά την ανισότητα των τρι-

γώνων. Τα δε είδη του ύδατος είναι κατά πρώτον δύο, το υγρόν

και το χυτόν (26). Το μεν υγρόν, επειδή σύγκειται εκ μερών

ύδατος σμικρών και ανίσων, είναι κινητόν υφ' εαυτού και

υπ' άλλου, ένεκα της ανωμαλίας του και των ιδιοτήτων του

Ε. | σχήματός του. Το άλλο όμως, επειδή αποτελείται εκ με-

ρών μεγάλων και ίσων, ον στασιμώτερον του πρώτου και βαρύ,

είναι συμπαγές ένεκα της ομαλότητός του, αλλ' υπό την ενέρ-

γειαν του πυρός, το οποίον διαπερά και διαλύει αυτό, απο-

βάλλον το ομοιόμορφον αυτού αποκτά περισσοτέραν κίνησιν, και

επειδή γίνεται ευκίνητον, ωθείται υπό του πλησίον αέρος και

εκτείνεται επί της γης, και &τήξις& μεν η διάλυσις της μάζης

του, &ροή& δε η επί της γης διάχυσις αυτού ωνομάσθησαν, έκα-

59. | στον των παθών τούτων. Και πάλιν, όταν εξέρχηται εξ αυ-

τού το πυρ, επειδή τούτο δεν μεταβαίνει εις το κενόν, ο πλησίον

αήρ, ωθούμενος υπ' αυτού και ωθών τον υγρόν όγκον, ακόμη

ευκίνητον όντα, εις τους τόπους τους οποίους αφήκε κενούς το

πυρ, τον συμπιέζει εις εαυτόν· ούτος δε (ο υγρός όγκος) διά της

πιέσεως επανακτών την ομαλότητα αυτού, διότι απήλθε το πυρ,

το αίτιον της ανωμαλίας, γίνεται ως πρότερον ο αυτός προς εαυ-

τόν. Και η μεν αποχώρησις του πυρός ωνομάσθη &ψύξις&, η δε

μετά την αποχώρησιν τούτου συμπύκνωσις ωνομάσθη &πήξις&.

Εξ όλων δε τούτων, όσα ωνομάσαμεν χυτά ύδατα, εκείνο το

Β. | οποίον, επειδή γίνεται εκ λεπτοτάτων και ομαλωτάτων με-

ρών, είναι το πυκνότατον, έν απλούν είδος μετέχον χρώματος στιλ-

πνού και ξανθού, απόκτημα πολυτιμότατον, είναι ο &χρυσός&, όσ-

τις γίνεται στερεός, διότι υπέστη διήθησιν διά μέσου πέτρας.

Και ο όζος του χρυσού, όστις διά την πυκνότητα αυτού είναι

σκληρότατος και μελανός το χρώμα, ωνομάσθη &αδάμας& (27). Εκείνο

δε ου τα μέρη είναι μικρά ως τα του χρυσού, αλλ' έχει είδη

πλείω του ενός, είναι δε και πυκνότερον του χρυσού, και

C. | έχει ολίγον και λεπτόν μέρος γης, ώστε να είναι σκλη-

ρότερον, αλλά επειδή έχει εντός εαυτού μεγάλα διαλείμματα,

είναι ελαφρότερον, τούτο είναι έν είδος εκ των λαμπρών και

συμπιεστών υδάτων και στερεοποιηθέν αποτελεί τον &χαλκόν&.

Το δε μέρος της γης το μιχθέν μετ' αυτού, όταν και τα δύο πα-

λαιούμενα αποχωρίζωνται πάλιν απ' αλλήλων, γινόμενον φανε-

ρόν ως υπάρχον καθ' εαυτό λέγεται ιός (σκωρία). Περί δε των

άλλων, εκ των τοιούτων ουδόλως είναι δύσκολον να εξηγηθή

τις ακόμη, ακολουθών την πιθαναλογίαν διά της οποίας, (όταν

Δ. | χάριν αναπαύσεως αφίνη τους λόγους περί των αιωνίων

όντων και προσέχων εις τους πιθανούς λόγους περί εκείνου,

όπερ γίνεται, αποκτά ηδονήν αμεταμέλητον), δύναται να εύρη

παιδιάν μεμετρημένην και φρόνιμον εν τη ζωή του. Ούτω

δε και ημείς τώρα ομοίως οδηγούμενοι, ως πρότερον, θα εκθέ-

σωμεν περί των πραγμάτων τούτων τας εξής πιθανότητας τοιου-

τοτρόπως.

Το ύδωρ, αναμιχθέν με το πυρ, όσον είναι λεπτόν και υγρόν

(και διά την κίνησιν και τον δρόμον, τον οποίον λαμβάνει κυλιό-

μενον επί της γης, λέγεται &υγρόν&), και μαλακόν συνάμα, διότι

αι βάσεις αυτού, ούσαι ολιγώτερον στερεαί παρά τας βάσεις της

γης, ευκόλως υποχωρούσι, τούτο (το ύδωρ), όταν αποχωρισθέν

Ε. | από του πυρός και από του αέρος μείνη μόνον, γίνεται

ομαλώτερον και διά την αποχώρησιν εκείνην συνωθείται εις

εαυτό· και τοιουτοτρόπως πυκνωθέν, εκείνο όπερ πάσχει τούτο

εις μέγαν βαθμόν υπεράνω της γης λέγεται &χάλαζα&, το δε επί

της γης παθόν τούτο ονομάζεται &κρύσταλλος& (πάγος), το δε πα-

θόν εις ολιγώτερον βαθμόν και κατά το ήμισυ μόνον πηχθέν,

τούτο, αν είναι υπεράνω της γης, καλείται &χιών&, και εάν πυ-

κνωθή επί της γης και γεννάται εκ της δρόσου, λέγεται &πάχνη&.

Αι δε πολυάριθμοι ποιότητες ύδατος, αι οποίαι είναι ανάμικτοι

60. | μεταξύ των και διυλίζονται διά των φυτών της γης όλαι

ομού λέγονται &χυμοί&. Ούτοι δε, ένεκα των αναμίξεων, επειδή εί-

ναι έκαστος διάφορος του άλλου, οι μεν περισσότεροι απετέλε-

σαν ανώνυμα είδη, τέσσαρα όμως, τα οποία περιέχουσι πυρ,

επειδή ήσαν μάλλον προφανή, έλαβον ίδια ονόματα· και το μεν

δυνάμενον να θερμαίνη την ψυχήν άμα και το σώμα είναι ο οί-

νος· το δε άλλο, το οποίον είναι λείον και ικανόν να διαστέλλη

την όρασιν και διά τούτο, είναι λαμπρόν κατά την όψιν και φαί-

νεται στιλπνόν και παχύ είναι το &ελαιώδες& είδος, ήτοι η &πίσσα&,

Β. | ο χυμός της &ρητίνης&, αυτό το &έλαιον& και όσοι άλλοι χυμοί

είναι της αυτής φύσεως. Εκείνο δε το είδος, το οποίον είναι δια-

χυτικόν όσον το επιτρέπει η φύσις του οργανισμού του στόματος,

και διά της ιδιότητος ταύτης παράγει την γλυκύτητα, έλαβεν εν

γένει το όνομα &μέλι&· και εκείνο, όπερ διαλύει με την καυστικό-

τητα αυτού τας σάρκας και κάμνει αφρόν και καλώς διακρίνεται

από όλους τους άλλους χυμούς, ωνομάσθη &οπός&.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXV.

&Τα διάφορα είδη ή ποιότητες της γης.&

Εκ δε των ειδών της γης το μεν καθαρισθέν διά μέσου του

ύδατος γίνεται λίθινον σώμα κατά τον εξής τρόπον. Το ύδωρ

το αναμεμιγμένον μετ' αυτής, όταν εις την μίξιν κατατμηθή,

μεταβάλλεται εις μορφήν αέρος, και όταν γίνη αήρ τρέχει επάνω

C | εις τον τόπον αυτού. Επειδή δε δεν υπάρχει κανέν κενόν

πέριξ, τον μεν πλησίον αέρα απωθεί, ούτος δε, επειδή είναι βα-

ρύς ωθούμενος και διαχεόμενος πέριξ της μάζης της γης, θλί-

βει αυτήν σφοδρώς και την σπρώχνει εις τους τόπους, οπόθεν εί-

χεν εξέλθει ο νεωστί σχηματισθείς αήρ. Συμπιεσθείσα έπειτα

υπό του αέρος η γη γίνεται μετά του ύδατος, όπερ δεν δύναται

πλέον να διαλυθή, &πέτρα&, ωραιοτέρα μεν εκείνη, ήτις αποτελου-

μένη εκ μερών ίσων και ομοιομόρφων είναι διαφανής, ασχημο-

τέρα δε η εναντίας έχουσα ιδιότητας. Εκείνη όμως, ήτις υπό της

ταχύτητος του πυρός εστερήθη πάσης υγρασίας και συνεπυκνώθη

εις σώμα ξηρότερον του πρώτου, γίνεται εκείνο, το οποίον ωνομά-

D. | σαμεν κέραμον. Ενίοτε δε, όταν απομείνη υγρασία, η γη,

επειδή εχύθη διά του πυρός, όταν ψυχθή, γίνεται ο λίθος ο έχων

χρώμα μέλαν. Εκ των δύο δε τούτων, τα οποία τοιουτοτρόπως

γυμνούνται μεγάλης ποσότητος ύδατος, όπερ ήτο ανάμικτον

μετ' αυτών, και αποτελούνται εκ μερών γης λεπτοτέρων και είναι

αλμυρά, όταν η πήξις αυτών γίνη κατά το ήμισυ και είναι

ταύτα ακόμη διαλυτά υπό του ύδατος σχηματίζεται το νίτρον, το

οποίον είναι ικανόν να καθαρίζη (από) το έλαιον και την γην, και

προσέτι εκείνο, όπερ τόσον καλώς προσαρμόζεται εις τα αρτύ-

Ε. | ματα διά την αίσθησιν του στόματος, το σώμα των αλάτων,

το οποίον είναι τόσον προσφιλές εις τους θεούς, καθώς λέγει ο

νόμος (28). Τα δε σύνθετα, εκ των δύο ειδών (γης και ύδατος), τα

οποία υπό μεν του ύδατος δεν είναι διαλυτά, είναι όμως υπό του

πυρός, συμπηγνύονται τοιουτοτρόπως διά τον εξής λόγον. Όγ-

κους γης (29) δεν διαλύει ούτε το πυρ ούτε ο αήρ, διότι, επειδή

ταύτα αποτελούνται από μέρη φύσει μικρότερα των κενών της

συστάσεως της γης και μεταβαίνουσιν άνευ βίας διά μέσου πολ-

λής ευρυχωρίας, αφίνουσιν αδιάλυτον και δεν τήκουσιν αυτήν.

Αλλά τα μέρη του ύδατος, επειδή είναι φύσει μεγαλύτερα, ευ-

61. | ρίσκοντα διά βίας έξοδον, διαλύουσι και τήκουσιν αυτήν.

Την γην λοιπόν, ήτις δεν είναι συμπαγής, μόνον το ύδωρ δύνα-

ται τοιουτοτρόπως να διαλύση διά της βίας, αλλ' όταν είναι συμ-

παγής ουδέν άλλο την διαλύει πλην του πυρός, διότι εις ουδέν

άλλο απομένει είσοδος εκεί παρά εις το πυρ. Και πάλιν την πύ-

κνωσιν του ύδατος, όταν είναι βιαιοτάτη, μόνον το πυρ, όταν δε

είναι ασθενεστέρα και τα δύο, πυρ και αήρ την διαλύουσιν, ο μεν

αήρ εισερχόμενος εις τα κενά, το δε πυρ και εις τα στοιχειώδη

τρίγωνα (30). Τον δε αέρα τον ισχυρώς πυκνωθέντα ουδέν δύναται

να διαλύση, εκτός εάν διαλύση εις τα στοιχεία του, εάν δε είναι

αβίαστος η πύκνωσις, μόνον το πυρ διαλύει αυτόν (31). Ως προς τα

σώματα δε τα μικτά εκ γης και ύδατος, ενόσω το ύδωρ κατέ-

Β. | χει τα κενά της γης συμπεπιεσμένης με δύναμιν, τα μέρη

του ύδατος τα επερχόμενα έξωθεν μη ευρίσκοντα είσοδον και πε-

ριρρέοντα όλον τον όγκον, την αφίνουσιν αδιάλυτον· αλλά τα

μέρη του πυρός εισερχόμενα εις τα κενά των υδάτων, εκείνο

όπερ το ύδωρ προξενεί εις την γην, τούτο προξενούντα τα μέρη

του πυρός εις το ύδωρ, γίνονται αυτά μόνα αίτια εις το μικτόν

σώμα να διαλυθή και να γίνη ρευστόν. Και τοιαύτα σώματα συμ-

βαίνει άλλα μεν να έχωσιν ολιγώτερον ύδωρ παρά γην, και

ταύτα είναι πάντα τα είδη της υάλου και πάντες οι λίθοι, οίτι-

C. | νες καλούνται χυτοί, άλλα δε ανάπαλιν, έχουσι περισσότε-

ρον ύδωρ και είναι όλα τα σώματα τα κηροειδή και τα κατάλ-

ληλα προς αρωματισμόν (θυμιάματα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVI.

&Οργανικά παθήματα (εντυπώσεις) και αισθήσεις. Απτικά

αισθήματα. Εντύπωσις του θερμού εξηγουμένη εκ της

φύσεως του πυρός. Εντύπωσις του ψυχρού εξηγου-

μένη εκ των περί το σώμα υγρών τεινόντων να εισέλ-

θωσιν εις αυτό. Το αίσθημα του σκληρού και του μα-

λακού. Το βαρύ και το κούφον, το κάτω και το άνω,

εξηγούμενα εκ του νόμου καθ' ον το όμοιον έλκει προς

εαυτό το όμοιον. Η εντύπωσις του λείου και του τρα-

χέος (32).&

Και τα μεν ποικίλα είδη, τα οποία γεννώνται εκ των δια-

φόρων σχημάτων, εκ των συνδυασμών και εκ των αμοιβαίων

μεταβολών αρκετά έχουσιν αποδειχθή. Τώρα δε πρέπει να προσ-

παθήσωμεν να διασαφήσωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις, διά ποίας

αιτίας γίνονται. Πρώτον λοιπόν εις πάντα, περί των οποίων γί-

νεται λόγος, πρέπει να υπάρχη μία σχετική αίσθησις (33). Αλλά

περί της γενέσεως της σαρκός και των σχετικών με την σάρκα,

και περί της ψυχής, καθ' όσον είναι θνητή, δεν ωμιλήσαμεν

ακόμη. Αλλ' ούτε περί τούτων χωριστά από των αισθητικών

Δ. | εντυπώσεων, ούτε περί εκείνων άνευ τούτων είναι δυνατόν

να ομιλήσωμεν προσηκόντως, συγχρόνως δε περί αμφοτέρων να

είπωμεν είναι σχεδόν αδύνατον. Πρέπει λοιπόν να προτάξωμεν

πρότερον τα μεν, εις δε τα άλλα, τα οποία θα επιταχθώσι, θα

επανέλθωμεν περαιτέρω. Ίνα λοιπόν αι εντυπώσεις εξηγηθώσιν

ευθύς μετά τα (παράγοντα αυτάς) είδη, ας αρχίσωμεν πρώτον από

τας κοινάς εις το σώμα άμα και εις την ψυχήν.

Και πρώτον, πως λέγομεν ότι το πυρ είναι θερμόν, ας ίδω-

μεν, εξετάζοντες το ζήτημα ως εξής, σκεπτόμενοι δηλ. περί του

χωρισμού και της διαιρέσεως, τα οποία δι' αυτού γίνονται εις το

Ε. | σώμα ημών. Ότι η εντύπωσις αύτη είναι τι οξύ, τούτο σχεδόν

πάντες αισθανόμεθα. Πρέπει δε να υπολογίσωμεν την λεπτότητα

των πλευρών και την οξύτητα των γωνιών και την σμικρότητα

των μερών και την ταχύτητα της κινήσεως, διότι δι' όλα ταύτα το

πυρ ον βίαιον και οξέως κοπτερόν κόπτει πάντοτε ό,τι ήθελε

62. | τύχει, και να ενθυμηθώμεν την γέννησιν του σχήματος του

πυρός, ότι δηλ. είναι ακριβώς αύτη η φύσις και όχι άλλη, ήτις

διαιρούσα τα σώματα ημών και εις μικρά μέρη κατακερματίζουσα

αυτά παράγει το πάθος τούτο, το οποίον λέγομεν θερμότητα, και

άμα το όνομα αυτού. Το δε πάθημα το εναντίον εις τούτο είναι

μεν φανερόν, αλλ' όμως ας μη μείνη ανεξήγητον. Τα χονδρά

δηλαδή μέρη των πέριξ του σώματος ημών υγρών, εισερχόμενα

εις αυτό και αποδιώκοντα τα μικρότερα, επειδή δεν δύνανται να

Β. | εισδύσωσιν εις τας θέσεις τούτων, συμπιέζουσι το υγρόν το

οποίον είναι εν ημίν, και εξ ανωμάλου και τεταραγμένου διά

την ομαλότητα και την πίεσιν το καθιστώσιν ακίνητον και ομα-

λόν. Τούτο δε παρά φύσιν συμπιεζόμενον, μάχεται κατά φύ-

σιν αυτό εαυτό απωθούν προς το εναντίον. Εις την μάχην λοι-

πόν ταύτην και εις τον σεισμόν τούτον εδόθη όνομα &τρόμος&

και &ρίγος&, και η όλη εντύπωσις αύτη και το παράγον αυτήν ωνο-

μάσθη &ψυχρόν& (ψύχος). &Σκληρόν& δε ωνομάσθη παν σώμα εις το

οποίον υποχωρεί η σαρξ ημών, μαλακόν δε το υποχωρούν εις την

σάρκα. Ούτω δε και μεταξύ των τα σώματα. Υποχωρούσι δε όσα

στηρίζονται επί μικρών βάσεων, και διά ταύτα, το αποτελούμε-

C. | νον εκ βάσεων τετραγώνων, επειδή καλώς στηρίζεται, είναι

το μάλλον ανθιστάμενον είδος και εκείνο όπερ, όταν φθάση

εις την μεγίστην πυκνότητα, δύναται ν' αντιτάξη την μεγίστην

αντίστασιν.

Το βαρύ δε και το ελαφρόν δύνανται να εξηγηθώσι σαφέ-

στατα, αν εξετασθώσι σχετικώς, με το λεγόμενον άνω και κάτω.

Διότι ουδόλως είναι ορθόν να νομίζωμεν ότι εν τη φύσει υπάρ-

χουσι δύο τόποι εναντίοι, οι οποίοι περιλαμβάνουσι το παν εις

δύο μέρη διαιρούντες αυτό, ο είς μεν κάτω, εις τον οποίον φέ-

ρονται πάντα όσα έχουσιν όγκον τινά σώματος, ο άλλος δε

D. | άνω, εις τον οποίον παν ό,τι έρχεται ακουσίως έρχεται.

Διότι, επειδή όλος ο κόσμος είναι σφαιροειδής, τα πράγματα, τα

οποία ισαπέχοντα του κέντρου είναι εις τα άκρα, πρέπει κατά

φυσικήν ανάγκην να είναι άκρα κατά τον αυτόν τρόπον, το

δε κέντρον, απέχον κατά το αυτό μέτρον από τα άκρα, πρέπει

να θεωρήται ότι είναι εις αντίθεσιν προς πάντα. Λοιπόν, επειδή

τοιούτος φύσει είναι ο κόσμος, ποίον των ειρημένων πραγμάτων

θα ηδύνατό τις να θέση άνω ή κάτω χωρίς να φανή δικαίως ότι

αποδίδει εις αυτό όνομα, όπερ ουδόλως αρμόζει εις αυτό ; Τω όντι

ο τόπος, όστις είναι εν τω μέσω του κόσμου, δεν είναι δίκαιον να

λέγηται ότι φύσει είναι άνω ούτε κάτω, αλλά μόνον ότι είναι εις

το μέσον, και ο εν τη περιφερεία φανερώς δεν είναι εν τω μέσω,

ούτε έχει μέρος τι ιδικόν του, όπερ είναι εις αναφοράν, διάφορον

αλλού μέρους προς το μέσον ή προς άλλο, όπερ κείται εις

αντίθεσίν προς αυτό (34). Και όταν τι είναι φύσει πανταχόθεν ομοιό-

μορφον, ποία ονόματα εναντία αποδίδων τις εις αυτό και τίνι

τρόπω θα ηδύνατο να νομίζη ότι λέγει ορθά; Διότι, και αν

63. | υπήρχεν εις το κέντρον του παντός στερεόν σώμα ισόρρο-

πον, ουδέποτε θα ηδύνατο να φερθή εις κανέν των άκρων, αφού

ταύτα είναι πανταχόθεν όμοια. Αλλά και αν τις ήθελε πορευθή

πέριξ αυτού κυκλικώς σταματών πολλάκις αντίπους, τον αυτόν τό-

πον αυτού θα έλεγεν εκάστοτε άνω και κάτω. Τω όντι, επειδή, ως

είπομεν ήδη, το όλον είναι σφαιροειδές, δεν είναι φρονίμου αν-

θρώπου ίδιον να λέγη, ότι τόπος τις αυτού κείται κάτω, άλλος

δε άνω. Πόθεν δ' ελήφθησαν τα ονόματα ταύτα, και εις ποία

πράγματα αποδίδοντες αυτά συνηθίσαμεν εξ αιτίας αυτών διαι-

ρούντες και τον κόσμον όλον ομοίως να ομιλώμεν περί αυτού,

πρέπει περί τούτου να συνεννοηθώμεν ορμώμενοι εκ των ακολού-

Β. | θων αρχών. Εάν εις τον τόπον του σύμπαντος, τον οποίον η

φύσις του πυρός κατέλαβεν (35) ιδία, όπου και είναι συνηθροι-

σμένον το μεγαλύτερον μέρος αυτού, προς το οποίον φέρεται παν

άλλο πυρ, αναβάς τις εις εκείνον τον τόπον και έχων δύναμιν εις

τούτο, ήθελεν αφαιρέσει μέρη του πυρός τούτου και θέσας εις

τας πλάστιγγας ήθελε τα ζυγίσει, καθ' όσον ήθελεν ανυψοί τον

ζυγόν και έλκει το πυρ διά της βίας εις τον ανόμοιον προς αυτό

αέρα, είναι φανερόν ότι η μικροτέρα μερίς θα υπεχώρει εις την

C. | δύναμιν του ευκολώτερον μεγαλυτέρου (36). Διότι, όταν δύο

πράγματα ανυψώνται ομού από μίαν μόνην δύναμιν, κατ' ανάγ-

κην το μικρότερον υποχωρεί εις την βίαν περισσότερον, το δε με-

γαλύτερον ανθιστάμενον υποχωρεί ολιγώτερον, και το μεν πολύ

λέγεται &βαρύ& και ότι φέρεται κάτω, το δε σμικρόν λέγεται &ελα-

φρόν& και ότι φέρεται άνω. Το αυτό τούτο δυνάμεθα να εύρωμεν

και ενεργούντες επί του τόπου τούτου ημών. Ιστάμενοι δηλαδή

επί της γης, όταν εις διαφόρους πλάστιγγας ζυγίζωμεν γεώδεις

ουσίας, ενίοτε δε και αληθινήν γην, τας σύρομεν διά της βίας

και παρά φύσιν εις τον αέρα, όστις είναι ανόμοιος με αυτάς, ενώ

D. | και &αύτη& και εκείνη (η γη) τείνουσι προς το όμοιον αυτών·

αλλά τότε το μικρότερον ευκολώτερον του μεγαλυτέρου υποχωρεί

εις το βιάζον αυτό και πορεύεται προς το ανόμοιον· λοιπόν τούτο

ονομάζομεν ελαφρόν, το δε μέρος προς το οποίον το βιάζομεν κα-

λούμεν άνω, το δε εναντίον πάθος καλούμεν βαρύ και τον τόπον

κάτω. Ότι δε ταύτα έχουσιν αναφοράν διάφορον μεταξύ των συμ-

βαίνει κατ' ανάγκην, διότι η αρχική μάζα εκάστου στοιχείου κατέ-

χει τόπον διάφορον και εναντίον του των άλλων. Τω όντι εκείνο,

όπερ είς τινα τόπον είναι ελαφρόν αναφορικώς προς εκείνο, όπερ

είναι ελαφρόν εις αντίθετον τόπον, και το βαρύ αναφορικώς προς

το βαρύ και το κάτω προς το κάτω και το άνω προς το άνω, όλα

Ε. | ταύτα θα ευρεθώσιν ότι και συμβαίνουσι και είναι μεταξύ

των εναντία και πλάγια και όλως διάφορα (37). Το εξής όμως πρέ-

πει να διανοώμεθα περί όλων αυτών, ότι δηλ. η τάσις προς το

συγγενές η υπάρχουσα εις όλα κάμνει (να καλώμεν) βαρύ το φε-

ρόμενον σώμα, και κάτω τον τόπον εις τον οποίον φέρεται το

τοιούτον, τα δε έχοντα εναντίαν διεύθυνσιν λαμβάνουσιν εναντία

ονόματα. Περί των παθημάτων λοιπόν τούτων ας είναι αύται αι

αιτίαι, τας οποίας ημείς προβάλλομεν.

Την αιτίαν δε της εντυπώσεως του λείου και του τραχέος,

πας οιοσδήποτε, προσέξας μόνον, δύναται και εις άλλον να είπη

64. | αυτήν, είναι δηλ. σκληρότης ηνωμένη με ανωμαλίαν, του

λείου δε αιτία είναι ομαλότης ηνωμένη με πυκνότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVII.

&Περί των παθών εν γένει. Εντυπώσεις ευάρεστοι ή δυσά-

ρεστοι ή ουδέτεραι.&

Μέγιστον δε μας υπολείπεται ακόμη περί των παθημάτων

των κοινών εις όλον το σώμα (να ίδωμεν) το αίτιον της ηδονής

και της λύπης και εις όσα παθήματα εξητάσαμεν ήδη, και εις

όσα παράγοντα αισθήσεις εις τα ιδιαίτερα μέρη του σώματος

έχουσιν ως επακόλουθα αυτών συνάμα λύπας και ηδονάς (38). Ας

θεωρήσωμεν λοιπόν κατά τον ακόλουθον τρόπον τας αιτίας τας

σχετικάς προς παν πάθημα αισθητόν ή μη αισθητόν (39) ενθυμού-

μενοι πώς διεκρίναμεν περί της φύσεως της ευκινήτου και της

δυσκινήτου· διότι τοιουτοτρόπως πρέπει να επιδιώξωμεν παν πρά-

γμα, το οποίον επιθυμούμεν να συλλάβωμεν. Τω όντι, το φύσει

ακίνητον όργανον, όταν και σμικρόν πάθημα συμβή εις αυτό, το

μεταδίδει κυκλικώς, διότι τα μέρη διαδοχικώς το αναπλάττουσι,

μέχρις ου ελθόντα εις την συνείδησιν εξαγγείλωσιν εις αυτήν

την δύναμιν του ενεργήσαντος αιτίου. Το εναντίον του όμως,

επειδή είναι στάσιμον και δεν προβαίνει δι' ουδενός κύκλου, δέ-

χεται μόνον την εντύπωσιν, αλλά δεν κινεί κανέν άλλο πράγμα

C. | πλησίον. Ώστε, επειδή μέρη δεν μεταδίδουσιν εις άλλα μέρη

την πρώτην εντύπωσιν, ήτις εις αυτά μένει ακίνητος και δεν

μεταδίδεται εις το όλον ζώον, το παθόν την εντύπωσιν δεν την αι-

σθάνεται. Και τούτο συμβαίνει εις τα οστά και εις τας τρίχας

και εις όσα άλλα μέρη έχομεν εντός ημών, τα οποία αποτελούν-

ται κατά το πλείστον εκ γης. Το πρότερον δε λεχθέν εφαρμόζει

εις την όψιν προ πάντων και την ακοήν, διότι εις ταύτας υπάρ-

χει μεγίστη ενέργεια πυρός και αέρος.

Την ηδονήν δε και την λύπην τοιουτοτρόπως πρέπει να νοώ-

D. | μεν: η εντύπωσις η βιαία και παρά φύσιν γινομένη αιφνι-

δίως είναι αλγεινή, η δε επανερχομένη πάλιν αιφνιδίως εις την φύ-

σιν ημών είναι ηδεία, η δε ενεργούσα ηρέμα και κατ' ολίγον δεν

είναι αισθητή. Το εναντίον δε συμβαίνει εις τας εναντίας τούτων

εντυπώσεις. Πάσαι δε αι γινόμεναι μετ' ευκολίας είναι μεν λίαν

αισθηταί, αλλά δεν παράγουσιν ούτε ηδονήν ούτε λύπην, καθώς

είναι αι εντυπώσεις της όψεως, η οποία την ημέραν, ως είπομεν

Ε. | πρότερον, γίνεται σώμα συγγενές με ημάς (40). Εις την όψιν

τω όντι αι τομαί και τα καύματα και αι εντυπώσεις αι άλλαι, όσας

δέχεται, δεν προξενούσι λύπας, ούτε πάλιν ηδονάς, όταν αύτη επανέρ-

χεται εις την προτέραν κατάστασιν αυτής, αλλά μόνον μέγιστα και

σαφέστατα αισθήματα, και καθ' όσον αυτή παθαίνεται, και καθ'

όσον αυτή κινείται να ενεργήση επί άλλων πραγμάτων, (σ.45 C).

Διότι ουδεμία υπάρχει βία ούτε εις την διαστολήν ούτε εις την συ-

στολήν της όψεως. Τα σώματα όμως τα αποτελούμενα εκ μεγαλυ-

τέρων του πυρός μερών δυσκόλως υποχωρούντα εις το ενεργούν

65. | αίτιον αλλά διαδίδοντα εις το όλον τας κινήσεις, έχουσιν

ηδονάς και λύπας, λύπας μεν όταν αλλοιούνται, ηδονάς δε

όταν επανέρχωνται εις την πρώτην κατάστασιν αυτών. Όσα

δε όργανα ολίγον κατ' ολίγον πάσχουσι τους αποχωρισμούς

και τας κενώσεις αυτών, τας δε πληρώσεις διά μιας και αφθό-

νους, την κένωσιν μη αισθανόμενα, την πλήρωσιν όμως αισθα-

νόμενα, λύπας μεν δεν γεννώσιν εις το θνητόν μέρος της

ψυχής, ηδονάς όμως μεγίστας. Και ταύτα είναι φανερά ως προς

τας καλάς οσμάς (41). Όσα δε όργανα αλλοιούνται αίφνης, μόλις

δε και κατ' ολίγον αποκαθίστανται εις την προτέραν κατάστασίν

των, παράγουσι πάντα φαινόμενα εναντία προς τα πρώτα· και τούτο

είναι φανερόν εις τα καύματα και τας πληγάς του σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXVIII.

&Αι εντυπώσεις της γεύσεως. Το στρυφνόν και αυστηρόν, το

τραχύ και δριμύ, το πικρόν και γλυκύ κ.λ.&

Και περί μεν των κοινών εις όλον το σώμα εντυπώσεων και

περί των ονομάτων των διδομένων εις τα πράγματα τα παράγοντα

αυτάς αρκετά ελέχθησαν. Όσα δε πάθη συμβαίνουσιν εις μεμο-

νωμένα μέρη ημών, τας εντυπώσεις και τας αιτίας τας παραγού-

σας αυτά, ταύτα πρέπει να προσπαθήσωμεν να είπωμεν αν δυνά-

C. | μεθα. Πρώτον λοιπόν πρέπει να εξηγήσωμεν, όσον είναι δυ-

νατόν, εκείνο το οποίον ομιλούντες πρότερον περί των χυμών,

έχομεν παραλίπει, δηλαδή τα παθήματα τα οποία είναι ίδια της

γλώσσης. Και ταύτα δε φαίνονται ότι συμβαίνουσιν, όπως και τα

περισσότερα εκ των άλλων, διά συγκρίσεων (συστολών) και δια-

κρίσεων (διαστολών), και εκτός τούτων έχουσι ταύτα περισσό-

τερον των άλλων τραχύτητας και λειότητας. Διότι όλα τα γεώδη

μέρη, τα εισερχόμενα όπου είναι αι μικραί φλέβες, αίτινες ως

D. | δοκιμαστήρια της γλώσσης εκτείνονται (42) μέχρι της καρδίας,

πίπτοντα εις τα υγρά και μαλακά μέρη της σαρκός και διαλυόμενα

συστέλλουσι τας μικράς φλέβας και τας αποξηραίνουσι, και εκείνα

άτινα είναι τραχύτερα φαίνονται &στρυφνά&, τα δε ολιγώτερον

στρυφνά φαίνονται &τραχέα&. Εκείνα δε εξ αυτών, τα οποία είναι

καθαρτικά και αποπλύνουσιν όλα τα περί την γλώσσαν, όταν

κάμνωσι τούτο πέραν του μέτρου και προσκολλώνται ούτως, ώστε

να φθείρωσι αυτήν την γλώσσαν, οποία είναι η ενέργεια του νί-

Ε. | τρου, πάντα τα τοιαύτα καλούνται &πικρά&. Εκείνα δε τα

οποία έχουσι μικροτέραν την δύναμιν του νίτρου και ενεργούσι

τον καθαρισμόν μετά μέτρου, μας φαίνονται αλυκά (σάλτσαι)

άνευ πολύ μεγάλης πικρίας και μάλλον ευάρεστα. Εκείνα δε

εις τα οποία μετεδόθη η θερμότης του στόματος και έγειναν λεία

υπό τούτου, επειδή πυρούνται και πάλιν δε αυτά καίουσι το θερ-

μάναν αυτά στόμα και υπό της ελαφρότητος φέρονται άνω προς

τας αισθήσεις της κεφαλής και κόπτουσι πάντα όσα τύχωσι, διά

66. | ταύτας τας δυνάμεις των ωνομάσθησαν &δριμέα&. Όσα δε

αυτών έγειναν ήδη λεπτά υπό της σήψεως και εισδύουσιν εις τας

στενάς φλέβας, ευρισκόμενα ως προς τα γεώδη μέρη και τα του

αέρος, όσα υπάρχουσιν εκεί, εις αναλογίαν τοιαύτην, ώστε να κι-

νώσι τα μεν πέριξ των δε, και να τα κάμνωσι να αναμιγνύων-

ται, και αναμιγνυόμενα να εμπίπτωσι και να εισδύωσι τα μεν εις

τα δε, ώστε να παράγωσιν άλλα κοιλώματα εκτεινόμενα πέριξ

Β. | των εισερχομένων εις τας φλέβας, τα οποία επειδή απλούται

πέριξ του αέρος κοίλη υγρασία άλλοτε μεν γεώδης, άλλοτε δε

καθαρά, γίνονται αγγεία υγρά εξ αέρος ή ύδατα κοίλα και

στρογγύλα — εκείνα μεν της καθαράς υγρότητος είναι διαρκή

και έχουσιν όνομα &πομφόλυγες&, τα δε της γεώδους κινουμένης

και υψουμένης καλούνται ζέσις και &ζύμωσις&. Το αίτιον δε των

παθών τούτων καλείται &οξύ&. Η εναντία δε εντύπωσις εις όλα τα

C. | ειρημένα περί τούτων γεννάται εξ εναντίας αιτίας. Και οσά-

κις τα εισερχόμενα εις το στόμα, χυνόμενα εις τα υγρά αυτού και

όντα φύσει συγγενή με τας ιδιότητας της γλώσσης, κάμνουσι

λείον διά της επαλείψεως ό,τι είναι τραχύ, τα δε παρά φύσιν

συντεθέντα ή χυμένα άλλα μεν πιέζουσι, άλλα δε χαλαρούσι,

και κάθε πράγμα όσον είναι δυνατόν αποκαθιστώσι σύμφωνον

με την φύσιν του, ευάρεστον και αγαπητόν εις πάντας υπάρχον

παν τοιούτον θεραπευτικόν των βιαίων εντυπώσεων καλείται

&γλυκύ&.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXIX.

&Περί οσφρήσεως. Ατέλειαι των αισθημάτων τούτων. Γένε-

σις αυτών. Ευάρεστοι και δυσάρεστοι οσμαί. Περί ακοής.

Είδη του ήχου.&

D. | Και περί μεν τούτων (των χυμών) αρκούσι τα ειρημένα.

Περί δε της λειτουργίας των μυκτήρων είδη μεν δεν διακρίνονται.

Διότι παν το γένος των οσμών είναι ατελές, και ουδέν είδος (43) έχει

τοιαύτην αναλογίαν, ώστε να έχη πάντως μίαν οσμήν. Αι φλέ-

βες ημών εις τα μέρη ταύτα είναι πεπλασμέναι λίαν στεναί ως

προς τα είδη της γης και του ύδατος, και λίαν ευρείαι ως προς

τα του πυρός και του αέρος. Διά τούτο ουδείς ουδέποτε ησθάνθη

οσμήν τινα αυτών, αλλά αι οσμαί γίνονται από πράγματα, τα

Ε. | οποία ή βρέχονται ή σήπονται ή διαλύονται ή εξατμίζονται.

Διότι όταν το ύδωρ μεταβάλλεται εις αέρα και ο αήρ εις ύδωρ,

διαρκούσης της μεταβολής γίνονται αι οσμαί και είναι όλαι ή

καπνός ή νέφος (ατμός) (44). Εκ τούτων δε εκείνο, όπερ εξ αέρος

μεταβαίνει εις ύδωρ, είναι νέφος, εκείνο δε όπερ εξ ύδατος εις

αέρα είναι καπνός. Όθεν όλαι αι οσμαί είναι λεπτότεραι του

ύδατος και παχύτεραι του αέρος. Τούτο δε γίνεται φανερόν, όταν

τεθή κώλυμα τι εις την αναπνοήν (45) και έλκη τις διά βίας εις

εαυτόν την πνοήν, διότι τότε ουδεμία οσμή στραγγίζεται δι' αυ-

τού, ο αήρ δε μόνος, εστερημένος οσμής, υποχωρεί εις την προσ-

67. | πάθειαν (εισπνέεται). Διά ταύτα λοιπόν αι ποικιλίαι των

οσμών δεν έλαβον ονόματα, επειδή δεν αποτελούνται ούτε εκ

πολλών ειδών ούτε εξ' απλών ειδών, αλλά διττώς μόνα καλούνται,

φανερά όντα, το ευάρεστον και το δυσάρεστον, εκ των οποίων

τούτο μεν βιάζει και κάμνει τραχείαν όλην την κοιλότητα την

μεταξύ της κεφαλής και του ομφαλού ημών (46), το άλλο δε κατα-

πραΰνει και πάλιν εις την φυσικήν κατάστασιν αγαπητώς επανα-

φέρει αυτήν.

Πρέπει τώρα να εξετάσωμεν τρίτον είδος αισθήσεων, το της

Β. | ακοής και να είπωμεν διά ποίας αίτιας γεννώνται αι σχετι-

καί εντυπώσεις. Εν γένει λοιπόν ας θέσωμεν, ότι ο ήχος είναι

το πλήγμα, το οποίον διά μέσου των ώτων υπό του αέρος, του

εγκεφάλου και του αίματος (47) διαδίδεται μέχρι της ψυχής, και

ότι η κίνησις η υπό του πλήγματος γινομένη, από της κεφαλής

αρχίζουσα και καταλήγουσα εις την έδραν του ήπατος, είναι το

αίσθημα της ακοής. Και η μεν ταχεία κίνησις είναι ο οξύς ήχος,

η δε βραδυτέρα είναι ο βαρύτερος (48), η δε ομοιόμορφος είναι ο

C. | ομαλός και λείος, η δε εναντία ο τραχύς, η δε μεγάλη ο

ισχυρός και η εναντία είναι ο μικρός, ως προς δε τας συμφω-

νίας αυτών ανάγκη να ομιλήσωμεν βραδύτερον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXX.

&Περί όψεως. Γένεσις των χρωμάτων. Λευκόν και μέλαν —

Μαρμαρυγή. Λαμπρόν, ερυθρόν, ξανθόν κ.λ. Συναίτια

δημιουργίας. Το θείον αίτιον και το αναγκαίον αίτιον.&

Το τέταρτον γένος αισθητών πραγμάτων μας υπολείπεται, ό-

περ πρέπει να διαιρέσωμεν εις είδη, διότι κατέχει πολυαρίθμους

ποικιλίας, τας οποίας όλας ομού εκαλέσαμεν χρώματα, (και είναι)

φλοξ απορρέουσα από έκαστον των σωμάτων και έχουσα μόρια

ανάλογα προς την όψιν, ώστε να είναι αισθητά.

Δ. | Περί των αιτίων δε της παραγωγής της όψεως είπομεν

ολίγα εις τα προηγούμενα (49). Περί των χρωμάτων λοιπόν τούτο

φαίνεται πιθανώτατον, και θα ήτο πρέπον νυν να διεξέλθωμεν περί

αυτού προσηκόντως· ότι δηλαδή τα μόρια, τα οποία απορρέουσιν

από των άλλων πραγμάτων και πίπτουσιν εις την όψιν, είναι άλλα

μεν μικρότερα, άλλα δε μεγαλύτερα, και άλλα ίσα προς τα μέρη

αυτής της όψεως. Και τα μεν ίσα δεν είναι αισθητά και τα λέγο-

μεν διαφανή, τα δε μεγαλύτερα και τα μικρότερα, εκείνα μεν όντα

ικανά να συστέλλωσι, ταύτα δε να διαστέλλωσι την όψιν, είναι

τοιαύτα, οποία προς την σάρκα είναι το θερμόν και το ψυ-

χρόν και προς την γλώσσαν το στρυφνόν και όσα θερμαντικά όντα

Ε. | τα εκαλέσαμεν δριμέα. Και το λευκόν και το μέλαν είναι

αι αυταί εντυπώσεις των πραγμάτων τούτων, αίτινες όμως γίνονται

εις άλλο γένος, και φαίνονται διάφοροι διά τας ειρημένας αιτίας (50).

Ούτω λοιπόν πρέπει να ονομάζωμεν αυτά, το μεν διαστέλλον την όψιν

λευκόν, το δε εναντίον αυτού μέλαν. Εάν δε οξυτέρα ορμή πυρός

διαφόρου γένους (εξωτερικού) προσπέση εις το οπτικόν πυρ και

διαστείλη αυτό μέχρι των ομμάτων, βιαίως ωθούσα και διαλύουσα

68. | τους πόρους των οφθαλμών, ώστε να εκχύνεται πυρ και

ύδωρ άφθονον, το οποίον καλούμεν δάκρυα, ενώ αυτή αύτη η ορμή

είναι πυρ, και έρχεται εις συνάντησιν (ενώ το έν πυρ πηδά έξω

ως από αστραπήν, το δε άλλο εισέρχεται και σβύνεται εις την

υγρασίαν του οφθαλμού), και εις την σύγχυσιν ταύτην γεννώνται

ποικίλα χρώματα, την εντύπωσιν ταύτην ονομάζομεν μαρμαρυ-

γήν (51), εκείνο δε όπερ παράγει αυτήν ονομάζομεν λαμπρόν και

Β. | στίλβον. Το δε μεταξύ τούτων είναι γένος πυρός, το οποίον

φθάνει εις το υγρόν των ομμάτων και αναμιγνύεται με αυτό, αλλά

δεν στίλβει, και την λάμψιν ταύτην του πυρός η οποία αναμιγνύε-

ται μετά του υγρού, επειδή παρέχει χρώμα του αίματος, την ονο-

μάζομεν ερυθρόν.

Το λαμπρόν ενούμενον με το ερυθρόν και το λευκόν γεννά το

ξανθόν. Αλλά κατά ποίον μέτρον είναι έκαστον τούτων, ουδέ εάν

τις γνωρίζη αυτό, έχει σημασίαν προς αυτόν να το εξετάζη, διότι

ουδείς θα ηδύνατο να δείξη επαρκώς ανάγκην τινά αυτού ούτε

λόγον πιθανόν. Το δε ερυθρόν ενωθέν με το μέλαν και το λευκόν,

C. | παράγει το πορφυρούν. Όταν δε εις ταύτα, αφού μιχθώσι και

καώσι, προστεθή περισσότερον μέλαν, γεννάται το σκοτεινόν (βαθύ)

χρώμα. Το πυρρόν δε γεννάται εκ της μίξεως του ξανθού και του

φαιού, το δε φαιόν εκ του λευκού και του μέλανος, το δε ωχρόν (κί-

τρινον) εκ του λευκού μιχθέντος με το ξανθόν. Το λευκόν δε συν-

δυαζόμενον με το λαμπρόν και μεταπίπτον εις πυκνόν μέλαν παρά-

γει το κυανούν χρώμα. Το δε κυανούν ενούμενον με το λευκόν

παράγει το γλαυκόν και το πυρρόν συνδυαζόμενον με το μέλαν

Δ. | παράγει το πράσινον. Τα δε λοιπά χρώματα εκ τούτων των

παραδειγμάτων είναι σχεδόν φανερόν με ποίας μίξεις δύνανται να

εξηγηθώσι και να διατηρηθή η πιθανότης του λόγου. Αλλ' εάν

τις εξετάζων ταύτα εν τη πραγματικότητα θέλη να κάμη δοκιμήν

αυτών, θα εδεικνύετο αγνοών την διαφοράν μεταξύ της ανθρωπί-

νης και της θείας φύσεως, ότι δηλ. ο Θεός έχει την επιστήμην άμα

και την δύναμιν επαρκείς, ίνα αναμιγνύη πολλά πράγματα εις έν

και πάλιν εκ του ενός να τα διαλύη εις πολλά, αλλ' εκ των αν-

θρώπων ουδείς είναι ικανός να κάμη ούτε το έν ούτε το άλλο εκ

Ε. | τούτων, ούτε τώρα ούτε θα είναι ποτέ εις το μέλλον.

Τίμαιος, Τόμος Β · 第 1 / 6 段