Και ένα δημοτικόν τραγούδι μας δίδει την εικόνα πλήθους γυναικών, αι

οποίαι τρέχουν προς την παραλίαν, επί τη εμφανίσει ενός πλοίου, όχι

δια να μάθουν τα νέα ή να ερωτήσουν περί του απόντος συζύγου, αλλά

διά ν' αγοράσουν ψιμμύθιον· και ασθμαίνουσαι ερωτούν:

Βρε καλέ καραβοκύρη,

πόσο δίνεις το φκιασίδι;

Ο θωπευτικός δε τρόπος με τον οποίον απευθύνονται προς τον

καραβοκύρην και η ερωτότροπος επωδός «μάγια μούκαμες» μαρτυρούν ότι

είνε διατεθειμέναι να προβούν εις σοβαράς θυσίας διά το κοκκινάδι, το

οποίον, κατά τον καραβοκύρην:

Πέντε γρόσια έχει το δράμι....

Η σεβαστή εν Ναυπλίω κυρία Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου μου διηγήθη, ότι,

όταν κατά την επανάστασιν του 21 κατέφυγαν εκ Πατρών εις την Ιταλίαν,

είχαν βαμμένους τους δακτύλους με κινάν και επί των γυμνών πτερνών

των είχαν κολλημένα βαράκια ή φύλλα χρυσού λεπτότατα, κατά την

συνήθειαν των οθωμανίδων. Τούτο βεβαίως δεν ήτο ψιμμυθίωμα, αλλ'

οπωσδήποτε το πράγμα έχει αναλογίαν τινά, ως αι πλασταί ή χρυσαί

ελιαίς, τας οποίας εισήγαγον κατά την Επανάστασιν εις την άλλην

Ελλάδα αι γυναίκες της Χίου και του Φαναριού. Και είς τινας νήσους

του Αιγαίου, όπου αι γυναίκες δεν φορούν περικνημίδας, αλλά μόνον

πτερνοπατημένα υποδήματα, επικρατεί ακόμη η συνήθεια να βάφουν με

κοκκινάδι την πτέρναν, χωρίς να παραμελούν, εννοείται, και το

πρόσωπον.

Το ψιμμύθιον είνε αρχαίον ως η ασχημία και η φιλαρέσκεια. Εις

παναρχαίους τάφους αιγυπτιακούς, ασυριακούς και ελληνικούς ευρέθη

κοκκινάδι· και όταν δε ακόμη οι άνδρες ηγνόουν την χρήσιν των

μετάλλων και κατεσκεύαζον τα εργαλεία των από λίθους, αι γυναίκες

εγνώριζον το ψιμμύθιον. Αι γυναίκες των Εβραίων έκαμνον τόσην χρήσιν

αντιμονίου, ώστε ήρχισαν να προκαλώσι την οργήν των αυστηρών προφητών

Ιερεμίου και Ιεζεκιήλ. Ο δε Ιώβ, από του κοπρώνος όπου έξυε την

λέπραν του, απεκάλει μίαν των θυγατέρων του «δοχείον αντιμονίου».

Αλλ' οι Μήδοι, ανεκτικώτεροι των Εβραίων, εψιμμυθιούντο, γυναίκες και

άνδρες, και «υπέγραφον» τους οφθαλμούς, ως οι Ιάγοι της σχολής του

Αρνιωτάκη.

Επί Ρωμαίων εις τας άλλας υπερβολάς και καταχρήσεις προσετέθη και η

του ψιμμυθίου εις βαθμόν τοιούτον, ώστε ο Γιουβενάλης απηύθυνε προς

τας κυρίας της εποχής του το ερώτημα: «Είνε πρόσωπον αυτό ή πληγή με

έμπλαστρον»; Και από των γυναικών μετεδόθη και εις τους άνδρας, ο δε

Ηλιογάβαλος εισήλθεν εις την Ρώμην ψιμμυθιωμένος, ως εταίρα. Και ούτε

ο θρησκομανής μεσαίων ηδυνήθη να περιστείλη την χρήσιν του ψιμμυθίου.

Είς των Γάλλων πριγκήπων, επί Λουδοβίκου ΙΔ', νομίζω, ου μόνον

ηρέσκετο να φορή γυναικεία ενδύματα και να ζη πάντοτε εν μέσω

γυναικών και να φέρεται ως αύται, αλλά και εψιμμυθιούτο. Και όμως ο

θηλυπρεπής ούτος ανεδεικνύετο εις τας μάχας ατρόμητος.

Την ιστορίαν του ψιμμυθίου ακολουθεί και το βάψιμον της κόμης. Ο

Μωάμεθ, όστις έκαμνε νόμους και προσταγάς του αγγέλου Γαβριήλ τας

αδυναμίας και τα ελαττώματά του, παρήγγειλεν εις τους οπαδούς του να

βάφωνται «διά να φαίνωνται φοβεροί εις τους απίστους». Πολλοί μάλιστα

των Τούρκων βάφουν τον μύστακά των πριν αρχίση να λευκαίνεται.

— Έτσι δεν θα εννοήσω ότι ήρχισα να γηράσκω, μου είπε ποτέ είς εξ

αυτών, και δεν θα στενοχωρηθώ.

Δυστυχώς όμως υπάρχουν άλλα βεβαιότερα προμηνύματα του γήρατος, διά

τα οποία δεν ευρέθη ακόμη βαφή.

Εις πάσαν εποχήν ευρέθησαν άνδρες υποκλέπτοντες από την γυναικείαν

ματαιότητα το ψιμμύθιον. Εις αυτόν τον πρώην αυτοκράτορα της

Γερμανίας Γουλιέλμον απεδίδετο ου μόνον χρήσις κορσέ, αλλά και η βαφή

των παρειών, αδυναμία την οποίαν είχε και η αυτοκράτειρα. Αλλ' εκεί

όπου μάλλον αμιλλάται η ανδρική φιλαρέσκεια προς την γυναικείαν είνε

η βαφή της κόμης. Είνε δε τοσούτο μάλλον κωμική και αηδής η αδυναμία

αύτη, καθόσον ουδένα απατά· διότι και οι προώρως λευκαινόμενοι δεν

αισθάνωνται την ανάγκην να βάφωνται, ούτω δ' απομένει η βαφή της

κόμης καθαρώς γεροντική φιλαρέσκεια και πολλάκις συμβαίνει ο πάππος

να φέρη την κόμην του εγγονού και ο εγγονός τα μαλλιά του πάππου. Ο

βασιλεύς της Ιταλίας φαίνεται ότι ελευκάνθη ταχέως. Επειδή δε η

βασίλισσα τού εξέφρασε την ιδέαν να βαφή, ο Ουμβέρτος διέταξε και

έβαψαν μαύρα τα δύο κατάλευκα σκυλάκια, τα οποία η Μαργαρίτα,

υπεραγαπά και της τα έστειλε με την ερώτησιν:

— Σου αρέσουν έτσι καλλίτερα;

Σήμερον, ως είπα, η χρήσις του κλασικού ψιμμυθίου εξέλιπε σχεδόν,

τουλάχιστον εις τας ανωτέρας τάξεις εδώ, όπως και εις την άλλην

Ευρώπην, όπου διατηρείται μόνον υπό των ηθοποιών, θεωρείται μάλιστα

ως απόδειξις προστυχιάς και χυδαιότητος. Μόνον ερείπια τινά του

παρελθόντος, αγωνιώσαι τινές φιλαρέσκειαι και ασχημίαι μη δυνάμεναι

να το πάρουν απόφασιν, εξακολουθούν να επιχρίωσι τας ρυτίδας και τας

ανωμαλίας, καθ' όσον μάλιστα τα ψιμμύθια, αποτελούμενα από

δηλητηριώδεις ουσίας, τοιούτον επιφέρουσιν ερεθισμόν και εξαγρίωσιν

εις το δέρμα, ώστε, άμα αρχίση η χρήσις των, δεν δύναται πλέον να

παύση. Το ψιμμύθιον όμως έχει και τα καλά του αποτελέσματα, διότι διά

της βαθμιαίας δηλητηριάσεως παστρεύει τον κόσμον από τας

ασχημογυναίκας, υπηρετούν την φυσικήν επιλογήν. Ούτω δ' ίσως

εξηγείται εν μέρει ότι εξέλιπε το γένος των ασχήμων γυναικών, αίτινες

προ 30 και 40 ετών απετέλουν την μεγάλην πλειονοψηφίαν εν Αθήναις. Εξ

άλλου όμως όσον εκλείπει ο αποτρόπαιος τύπος της «φκιασιδούς»

ελαττούνται και τα ψεύδη, τα οποία αι γυναίκες έθετον εις κυκλοφορίαν

διά να επιτύχη ο _σουλιμάς_, τον οποίον κατεσκεύαζον διά να

εξωραΐζωνται και διά ν' αυτοκτονούν εν ανάγκη.

Ο κόσμος προόδευσε, μετ' αυτού δε και τα τεχνάσματα της φιλαρεσκείας,

γενόμενα λεπτότερα, αλλά και πολυαριθμότερα. Τας χονδροειδείς

σκευασίας του ανθρακούχου μολύβδου και του θειούχου υδραργύρου, αι

οποίαι επαυξάνουν την ασχημίαν, καταστρέφουν τους οδόντας και

μολύνουν την πνοήν, διεδέχθησαν χημικαί σκευασίαι άπειροι, κοσμητικά

ύδατα και μυραλοιφαί, ουχί μεν όλως αθώαι και αυταί, αλλ' ολιγώτερον

αηδείς και επικίνδυνοι διά τα χείλη των εραστών και συζύγων. Η

νεωτέρα δε εξωραϊστική υπόσχεται και κάτι τι το οποίον μόνον διά των

γρόνθων εγίνετο μέχρι τούδε... να σιδερώνη τα μούτρα και άλλα μέλη,

και εν γένει ν' αναστυλώνη τους ετοιμορρόπους παρθενώνας των

γυναικείων θελγήτρων.

Και η λαϊκή δε καλλυντική, καίτοι ακολουθούσα ταπεινοτέρας τρίβους

και ενίοτε αναζητούσα εις πράγματα ακατονόμαστα το μυστικόν της

ανανεώσεως δεν καθυστερεί. Εις τας επαρχίας καθιστούν ερασμιώτερα τα

χείλη διά του φλοιού των καρύων, ο δε οπός των αγγουριών θεωρείται ως

δίδων δροσερότητα εις το πρόσωπον. Το βεβαιότερον όμως είνε ότι δίδει

εις τας κυρίας οσμήν αγγουροσαλάτας.

(Ιούνιος 1898).

ΕΠ' ΑΘΗΝΩΝ ΕΙΣ ΦΑΛΗΡΟΝ

Οσάκις συναντήσω τον κ. Σβούρον, είμαι βέβαιος ότι θα περάσω ευθύμους

στιγμάς. Διά τούτο όταν προχθές, αναμένων τον τροχιόδρομον διά να

κατέλθω εις Φάληρον, τον είδα προ της Ακαδημίας, αναμένοντα επίσης, η

χαρά μου δεν υπήρξε μικρά. Ο κ. Σβούρος είνε αθηναϊκός τύπος εις

ολίγους γνωστός, εις ον, όσον εις ουδένα εφαρμόζεται το λεγόμενον

«οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή». Ανάποδη η μορφή του, ανάποδη και η

διάνοιά του. Μορφή κωμικώς ανώμαλος και ακανόνιστος, πνεύμα

αντιλαμβανόμενον τα πράγματα υπό παράδοξον και απροσδόκητον όψιν.

Ουδέποτε γελά, κάμνει όμως πάντοτε τους άλλους να γελούν, ιδίως με

την απάθειαν και την φυσικότητα με την οποίαν λέγει τα παραδοξότερα

των πραγμάτων. Το μόνον όπερ εις την μορφήν του γελά είνε τα πράσινα

μάτια του. Τα άλλα του χαρακτηριστικά δεν γελούν, αλλά μορφάζουν·

νομίζεις ότι παντοτεινός μορφασμός τα κρατεί εις μίαν κωμικήν

διαστροφήν.

Τον εύρον εξηγούντα εις αφελή γραίαν επαρχιώτισσαν, πρώτην φοράν

ερχομένην εις Αθήνας, ότι το Οφθαλμιατρείον ήτο ο ναός της

Μητροπόλεως.

— Μα εγώ, παιδί μου, επέρασα, θαρρώ, από τη Μητρόπολι και μου φάνηκε

αλλοιώτικη, πειο μεγάλη, του είπεν η γραία.

— Σου φάνηκε. Δεν θυμάσαι τουλάχιστον ότι ήτο έτσι χρωματισμένη, με

κίτρινες ζώνες;

— Ναι, αλήθεια. Μα τα καμπαναριά πού είνε;

— Τα καμπαναριά;.... Έπεσαν με τους σεισμούς της Ζακύνθου.

— Χριστός και Παναγία! είπεν η γραία και έκαμε τον σταυρόν της.

Ο τροχιόδρομος αργεί να έλθη και έξαφνα ο Σβούρος μου λέγει:

— Τι γλισχρότητα που την έχουν αυτοί οι Βέλγοι! Δεν είνε παράδοξον

καμμίαν ημέραν, χάριν οικονομίας, να βάλουν τον Βωτύ, αντί ατμαμάξης,

να σύρη τον τροχιόδρομον. Αλλά και έτσι η σημερινή ταχύτης της

συγκοινωνίας δεν θα ελαττωθή και ο Βωτύ θα εύρη τρόπον ν' αδυνατίση

ολίγον.

Επί του τροχιοδρόμου κάθεται δίπλα του πελώριος κύριος, με γαστέρα

πελωρίαν και θερμότητα δέκα κλιβάνων, γνώριμός του.

— Φαντάσου, λέγει ούτος απομάσσων τον ιδρώτα του, τι θα γείνη ο

κόσμος μετά 500 έτη, ότε υπολογίζουν ότε θα εξαντληθούν οι

γαιάνθρακες! Θα παύση πάσα διά του ατμού κίνησις, θα παύσουν οι

σιδηρόδρομοι και ο κόσμος θα επανέλθη εις τα παλαιά μέσα της

συγκοινωνίας και τα γαϊδουράκια.

Τους λυπούμαι αυτούς που θα ζουν εκείνα τα χρόνια.

— Δεν υπάρχει φόβος να εξαντληθή ποτέ η καύσιμος ύλη.

— Γιατί;

— Διότι, όταν θα εξαντληθούν οι γαιάνθρακες, θ' αρχίσουν να καίουν

συγγράμματα. Αλλ' έως τότε οι κανονισμοί των σιδηροδρόμων θα έχουν

λάβει μέτρα διά ν' ανακουφισθούν από τους χονδρούς ανθρώπους, θα

γίνεται η πληρωμή αναλόγως του βάρους και οι σιδηρόδρομοι, αντί να

τους παίρνουν εις την ράχιν των, θα τους σύρουν οπίσω, θα τους

ρυμουλκούν, ως μαούνες.

— Θα κάμης μπάνιο; τον ερωτά ο παχύς κύριος, αφού συνήλθεν εκ της

συγκινήσεως ην ησθάνθη φανταζόμενος τον εαυτόν του ρυμουλκούμενον υπό

του τροχιοδρόμου.

— Μπάνιο δεν θα κάμω, αλλά θα ψαρέψω.

— Δηλαδή;

— Θα πάω για καμμιά γκουβερνάντα.

Εις έν εκ των προ ημών θρανίων μία μυταρού ομιλεί αδιακόπως μυστικά

προς παρακαθημένην κυρίαν με ωραία μάτια. Και ενώ κύπτει προς αυτήν,

η τεραστία μύτη διευθύνεται απειλητική προς τα ωραία μάτια.

— Νομίζεις μου λέγει ο Σβούρος, ότι από αγάπην της κρυφομιλεί έτσι;

— Αλλά;

— Από ζήλεια για τα ωραία της μάτια.

Και μετ' ολίγον:

— Όταν θα κατέβουμε κάτω να θυμηθής να προσέξωμεν αν θάχη και τα δυο

της μάτια αυτή η νόστιμη.

Εκεί κατά του Μακρυγιάννη τα παιδάκια της συνοικίας, παρατεταγμένα

εκατέρωθεν της οδού ή προβάλλοντα εκ των θυρών και των παραθύρων

γελαστάς μορφάς, φωνάζουν προς τον τροχιόδρομον, με συρτήν φωνήν:

— Στράτα! Στράτα!

Αίφνης ακούεται θρηνώδης κραυγή.

— Χριστός και Παναγία! αναφωνεί κάποια κυρία, θάκοψε κανένα.

— Μην ανησυχείτε, κυρία μου, λέγει ο Σβούρος· ο τροχιόδρομος δεν

κόβει, διότι ο Βωτύ από οικονομίαν... δεν τον ακονίζει.

Είνε ευχάριστος ασχολία να παρατηρή κανείς την έκφρασιν των μορφών,

αίτινες ατενίζουν τον τροχιόδρομον διαβαίνοντα από την Γαργαρέταν.

Εκείνο το νεαρόν προσωπάκι, που μειδιά και κοκκινίζει συγχρόνως,

νομίζεις ότι λέγει με φιλάρεσκον λίγυσμα του τραχήλου:

— Πώς ντρέπουμαι!

Εκείνα τα νυσταλέα και σκυθρωπά μούτρα, που προβάλλουν από το

παράθυρον και ρίπτουν βλέμμα μίσους και οργής προς τον τροχιόδρομον,

φαίνονται ως να του λέγουν:

— Δεν θα σπάσης επί τέλους το πόδι σου, διαόλου κωλοσούρτη, να

βρούμε λίγη ησυχία;

Μία θρονιασμένη εις τον εξώστην, κρατεί γαλλικόν μυθιστόρημα ούτως

ώστε να φαίνεται το εξώφυλλον. Και το επηρμένον ήθος της λέγει προς

τους επιβάτας του τροχιοδρόμου:

— Έχει και η Γαργαρέτα αριστοκρατία. Τι νομίσατε;

Έν άλογον στέκεται εκεί παρά την Καλλιθέαν. Και είνε τόσον ισχνόν,

τόσον εξησθενημένον, ώστε δεν έχει δύναμιν ν' απομακρυνθή από τον

ζέοντα ήλιον και να καταφύγη υπό σκιάν. Και είνε τόσον σκυθρωπόν και

τόσον περιλύπως κρέμονται τα γηραιά του χείλη, ώστε νομίζετε ότι

μελετά αυτοκτονίαν.

Κατά την διάβασιν του τροχιοδρόμου, ο Αχαμνόων στρέφει προς αυτόν το

σκοτεινόν του βλέμμα και έπειτα τα γωνιώδη νώτα του. Μία ηθοποιός θα

ηδύνατο να λάβη μαθήματα μεγαλοπρεπούς περιφρονήσεως από το

παλιάλογον αυτό.

— Τι μαύρα τα νερά αυτής της σούδας!

— Είνε διά να λαμβάνουν ιδέαν οι περιηγηταί διά τα ύδατα της Στυγός.

— Και διά τον μέλανα ζωμόν.

Κατεβαίνομεν εις το Νέον Φάληρον. Και ο Σβούρος μ' ερωτά με τον

φυσικώτερον τρόπον:

— Σε ποια μπάνια, καλέ, θα πάμε; Σ' τα ανδρικά ή στα γυναικεία; Εγώ,

να σου πω, προτιμώ τα γυναικεία.

(Ιούνιος 1898).

ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

Επιστρέφων βράδυ από το Ζάππειον, έτυχεν, εν μέσω του πλήθους των

περιπατητών, να συμπορεύομαι με όμιλον νεανίσκων, οίτινες ωμίλουν διά

το μέγα ζήτημα της ημέρας, διά τας εξετάσεις. Είνε αύτη ίσως η μόνη

περίστασις, καθ' ην τα παιδιά έχουν σοβαρότητα γερόντων. Εβάδιζον με

την κεφαλήν σκυφτήν, το μέτωπον συννεφιασμένον και το βλέμμα πλήρες

μερίμνης. Και όλοι εξέφραζον φόβους ότι θ' απερρίπτοντο, διότι τον

ένα εμίσει ο ελληνιστής, τον άλλον δεν εχώνευεν ο «Γάλλος», ο άλλος

είχε πάρει πολλά μηδενικά από τον καθηγητήν των λατινικών.

— Α! αυτός ο Λατίνος! ανεφώνησεν είς εξ αυτών, είνε ο Κατιλίνας μου!

Η κωμικοτραγική αύτη αναφώνησις επανέφερε διά μιας την εφηβικήν

ευθυμίαν και αντί των απαισιοδόξων ομιλιών και συζητήσεων, αντήχησαν,

υπό τον πράσινον θόλον της δενδροστοιχίας, παιδικοί γέλωτες. Ο ένας

εμιμείτο την βαρείαν γεροντικήν φωνήν του καθηγητού των λατινικών, ο

άλλος τον βήχα του καθηγητού των ιερών και τρίτος τους θυμούς του

μαθηματικού:

— Τα μαθηματικά οξύνουν τον νουν, αλλ' όχι και τα κούτσουρα. Δεν

είνε τσεκούρια.

Αλλ' όταν απομακρυνθείς τους αφήκα εις την οδόν Πανεπιστημίου, η

μελαγχολία και οι φόβοι τούς είχον κυριεύσει εκ νέου και ένας εξ

αυτών έλεγε:

— Φαντάσου όμως να σ' αφήσουν στην ίδια τάξι! Με τι μούτρα θα πας να

το πης του μπαμπά;

Επεθύμουν να ήμουν εις την ηλικίαν των, αλλά χωρίς να έχω τας

εξετάσεις των. Συμβαίνει ενίοτε να βλέπω καθ' ύπνον ότι δίδω

εξετάσεις και με κόβει κρύος ιδρώς. Είνε έν από τα μάλλον δυσάρεστα

όνειρα που βλέπω. Διά παραπλήσιον δε λόγον, φαίνεται, η Δευτέρα και ο

Σεπτέμβριος, η ημέρα και ο μην της επαναλήψεως των μαθημάτων,

παρίστανται ως μορφαί κατηφείς και σκοτειναί εις την φαντασίαν μου.

Και δεν μου φαίνεται πολύ παράλογος η ιδέα κατά μεν τους παιδικούς

και τους εφηβικούς χρόνους να παίζωμεν και να διασκεδάζωμεν, κατά δε

το γήρας να σπουδάζωμεν.

Σκεφθήτε ολίγον το πράγμα και θα βεβαιωθήτε ότι έχω δίκαιον.

Παίρνομεν ένα παιδί, έχον απόλυτον ανάγκην κινήσεως, μη δυνάμενον να

μένη εις την αυτήν θέσιν επί πέντε λεπτά, και το κλείομεν εις

τεσσάρας τοίχους και το αναγκάζομεν να μένη ακίνητον επί ώρας,

προσηλωμένον εις το βιβλίον του ή εις την φαλάκραν του διδασκάλου

του. Δεν θα ήτο φυσικώτερον να υποβληθούν εις τα καθήκοντα ταύτα οι

έχοντες ανάγκην ακινησίας γέροντες, αντί να διημερεύουν εις τα

καφενεία και να κάμνουν πολεμικά σχέδια; Εάν η παιδεία είνε πράγμα

σοβαρόν, και οι γέροντες επίσης είνε σοβαροί, ενώ τα παιδία είνε

σοβαρά μόνον όταν είνε άρρωστα, θα ήτο δε και διασκεδαστικόν να

βλέπης πρωί πρωί τους πάππους και τας ομηλίκους των κυρίας να

διευθύνωνται καθ' ομίλους εις τα σχολεία με την σάκκαν υπό μάλης.

Ούτω θα δύναται να γίνη και μία οικονομική καινοτομία· θα λείψη η

διάκρισις των σχολείων κατά φύλον, αι δε αρσακειάδες θα

συναγελάζωνται εις το αυτό σχολείον με τους άρρενας, χωρίς κανένα

κίνδυνον των ηθών. Αι μόναι εκμηστηρεύσεις των θα είνε περί των

γεροντικών των ασθενειών, θα παύσουν δε και αι βάρβαροι σχολικαί

τιμωρίαι. Διότι ποίος διδάσκαλος θα τολμήση να δείρη ένα εξηντάρην

μαθητήν;

Αλλά, θα μου πήτε, διατί να σπουδάζουν αφού μετ' ολίγον πρόκειται ν'

αποθάνουν; Εν πρώτοις αυτό το «μετ' ολίγον» είνε αρκετά αβέβαιον, ως

απέδειξεν ο στρατηγός Ράλλης και προ αυτού έτι πλέον ο Μαθουσάλας.

Έπειτα, αφού βάσις της ηθικής και της θρησκείας ημών είνε η πίστις

εις την μέλλουσαν ζωήν, διατί τάχα να λαμβάνωμεν υπ' όψιν

περισσότερον τας ανάγκας της προσκαίρου ζωής; Εάν μάλιστα έχωμεν

προσφάτους τας εκ του Δημοσθένους και του Κικέρωνος αναμνήσεις, θα

είνε ρητορικωτέρα η απολογία μας ενώπιον του Πλάστου, όστις, ως

γέρων, θα ευρίσκη ηδονήν εις τα λατινικά ρητά, όπως οι παλαιοί

δημοσιογράφοι.

Δεν ελπίζω μόλα ταύτα να τύχωσι προσοχής αι θεωρίαι μου, ως συμβαίνει

εις αυτόν τον κόσμον δι' όλους τους ορθούς και λογικούς νεωτερισμούς.

Και η ταλαίπωρος ανθρωπότης θα εξακολουθή να βασανίζεται, κατά την

ωραιοτέραν της ηλικίαν, διά να διασκεδάση και ν' απολαύση όταν δεν θα

έχη πλέον δόντια. Και οι δυστυχέστεροι εξ όλων των ανθρώπων είμεθα

ημείς οι Έλληνες, οίτινες διερχόμεθα όλα αυτά τα έτη των δοκιμασιών,

χωρίς να μανθάνωμεν τίποτε άρτιον και χρήσιμον. Διδασκόμεθα ελληνικά

και ελληνικά δεν μανθάνομεν, διδασκόμεθα λατινικά και λατινικά δεν

γνωρίζομεν αποφοιτώντες από το γυμνάσιον, διδασκόμεθα μαθηματικά,

γαλλικά, φυσικήν και όταν αποφοιτήσαντες εξετάζομεν τον σάκκον μας,

ευρίσκομεν κάτι τι από όλα εν συγχύσει χάους, αλλ' ουδέν αρκετόν και

πλήρες. Δι' αυτό το αμφίβολον ωφέλημα εβασανίσθημεν επί τόσα έτη; Και

καταρώμενοι τους διδασκάλους μας και εαυτούς, επιχειρούμεν να πάρωμεν

κανένα «ψευτοδίπλωμα», διά να ζήσωμεν εις βάρος των εργαζομένων και

της πολιτείας ή διά να ψοφήσωμεν εις βάρος ημών αυτών.

Αναγινώσκων προ καιρού μίαν πραγματείαν περί του πώς διδάσκονται οι

Έλληνες τραγικοί εις την Οξφόρδην, ενόησα πώς οι Άγγλοι σπουδασταί

κατορθόνουν να εννοούν κάλλιον ημών τους Έλληνας συγγραφείς και να

παριστάνουν εις το πρωτότυπον την «Αντιγόνην» και τον «Οιδίποδα

Τύραννον».

Εκεί οι καθηγηταί δεν περιορίζουν την διδασκαλίαν εις την ξηράν

γραμματικήν ανάλυσιν και τα ξηρά σχόλια· αντί δε να προσπαθούν και

μεταδώσουν εις τους μαθητάς τον θαυμασμόν των διά τον Γερμανόν

εκείνον σχολαστικόν, όστις δεν ενθυμούμαι πόσους τόμους έγραψε περί

του συνδέσμου «και», διεγείρουν τον θαυμασμόν και την αγάπην του

σπουδαστού προς τον συγγραφέα διά της αισθητικής αναλύσεως του

κειμένου και, μετά του ενδιαφέροντος αυτού, κινούν και ποδηγετούν την

κρίσιν και την ερευνητικήν του πνεύματός του λειτουργίαν.

Μαθητής έχων ενώπιόν του τοιούτον καθηγητήν, αδύνατον να μη τον

σεβασθή, αδύνατον να του εξαποστείλη μυίας με χαρτάκια, διά να

καθήσουν εις την μύτην του και γελάση η ανιώσα τάξις.

Εδώ τα εννέα δέκατα των μαθητών θεωρούν την εκπαίδευσιν ως αγγαρίαν

ανιαράν και προσπαθούν να την αποφεύγουν όσον το δυνατόν. Εκείνη η

προσδοκία, η απειλή του κλήρου πόσους άρά γε να έχη κάμει καρδιακούς;

Εάν, διά να μανθάνουν το μάθημα, οι Έλληνες μαθηταί κατέβαλλον όσας

προσπαθείας κάνουν διά ν' αποφύγουν τον κλήρον, ίσως δεν θα εχώλαινε

τόσον η εκπαίδευσις. Εγνώρισα μαθητάς, οίτινες έν μόνον μάθημα

εμελέτων, πώς να υπεξαιρούν τον κλήρον εκ της κληρωτίδος. Αλλ'

εγνώρισα και καθηγητάς, οίτινες, προς εξουδετέρωσιν της επιμελείας

ταύτης, εκάλουν τους μαθητάς εκ του καταλόγου. Όταν όμως ετύχαινε να

μη γνωρίζουν τους μαθητάς, συνέβαινον θρασύταται πλαστοπροσωπίαι.

Ένας τοιούτος καθηγητής εκάλεσεν ημέραν τινά εις το μάθημα μαθητήν

ονομαζόμενον Μαύρον. Αλλ' ο Μαύρος δεν είχε μελετήσει, διότι

εξετασθείς και εις το προηγούμενον μάθημα υπέθεσεν ότι δεν θα

εκαλείτο τόσον ταχέως. Εν τη αμηχανία του παρεκάλεσε παρακαθήμενον

μαθητήν να τον αναπληρώση. Αλλ' εις τον καθηγητήν είχε, φαίνεται,

κάμει εντύπωσιν, κατά το προηγούμενον μάθημα, ότι ο Μαύρος ήτο και

κατά το χρώμα μαύρος. Διό εξεπλάγη όταν είδεν εμφανιζόμενον ενώπιόν

του ένα κατάξανθον νέον. Και, αφού επί τινας στιγμάς τον παρετήρησε,

του είπε:

— Δεν μου λες πώς κατώρθωσες από μαύρος να γίνης άσπρος εις τόσο

μικρόν διάστημα;

Άλλοι καθηγηταί, αμελέστεροι ή έχοντες πεποίθησιν εις την μνήμην και

την όρασίν των, καλούν τους μαθητάς διά του βλέμματος ή εξ ονόματος,

χωρίς να συμβουλευθούν τον κατάλογον και χωρίς κλήρον. Αλλά και οι

αμελέστεροι εκ των μαθητών εκλέγουν τα τελευταία θρανία και επιμελώς

κρύπτονται κατά την κρίσιμον στιγμήν. Ένα τοιούτον ανεκάλυψε μίαν

ημέραν ο καθηγητής κ. Γαλάνης.

— Έλα 'δώ 'σύ.

Από στραβού διαβόλου όμως ο κρυπτόμενος ευρέθη να γνωρίζη το μέρος

εις το οποίον εξητάσθη· και ο καθηγητής μειδιών του είπε:

— Δεν μου λες ότι είσαι κεκρυμμένος θησαυρός;

Σιγά σιγά δε τα στρατηγήματα ταύτα μεταβάλλονται εις παιγνίδια και η

τάξις εις ιπποδρόμιον, του οποίου συνήθως ο κλόουν είνε ο καθηγητής

της γαλλικής. Τι γίνεται όταν εισέρχωνται εις το μάθημα οι ταλαίπωροι

ούτοι άνθρωποι δεν περιγράφεται. Συριγμοί, μυκηθμοί, κραυγαί θηρίων

και βόμβοι εντόμων τους υποδέχονται. Και χάνουν αυτοί τα μυαλά των,

οι δε μαθηταί δεν γίνονται σοφώτεροι.

Και τώρα σας παρακαλώ να μου πήτε εν συνειδήσει· δεν είνε

φρονιμώτερον να έλθουν εις την θέσιν των παίδων οι γέροντες, αφού

μάλιστα ούτως ή άλλως γίνονται παλίμπαιδες;

(Ιούνιος 1898).

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ «ΕΝΩΣΕΩΣ»

Μακράν από τον κόσμον, όστις τον ελησμόνησε, και πλησίον του

πελάγους, όπερ είδε τα γενναία του τολμήματα, εις την νήσον Μύκονον,

απέθανεν ο Σουρμελής. Λέξιν δεν έγραψεν ο τύπος διά τον θάνατόν του

και υποθέτω ότι το έπραξεν εκ σεβασμού μάλλον, διότι εκεί όπου

αναγράφονται οι προβιβασμοί των ηττημένων και των φυγάδων της

Θεσσαλίας, θα ήτον ίσως ανάρμοστον ν' αναγραφή το όνομα εκείνου όστις

δεν ηττήθη· εκεί όπου αναφέρονται οι αστακοφάγοι του Τσάγεζι και οι

Ταρταρίνοι της Πρεβέζης, οι τρέμοντες προ ανυπάρκτου ή υποδεεστέρου

εχθρού, δεν έχει την θέσιν του ο αψηφήσας τον κραταιότατον επί Αζίζ

τουρκικόν στόλον και στρέψας τα μικρά του πυροβόλα κατά της

ναυαρχίδος του Χόβαρτ.

Πόσον μακράν φαίνονται τα έτη εκείνα, κατά τα οποία το ελληνικόν

έθνος τόσην είχε πεποίθησιν εις εαυτό και τόσον ηθικόν σθένος!

Ο Σουρμελής, ανήκων εις το παρελθόν, το οποίον απετέλει συνέχειαν των

μεγάλων παραδόσεων του 21, ήτο πλέον ξένος εν μέσω ημών και έκρινεν

ότι ήτο καιρός ν' απέλθη. Σήμερον λατρεύομεν νέους θεούς, το μικρόν

μας εγώ, την μικράν μας ευζωίαν και τα χρυσά μας σειρήτια, και ο

κυβερνήτης της «Ενώσεως» δεν ηδύνατο να γίνη αρνησίθρησκος.

Και τότε η επανάστασις της Κρήτης συνεκίνει και ενεθουσίαζε τον

ελληνισμόν ολόκληρον. Αλλά τότε κατά μεν των επαναστατών είχον

εκπεμφθή πολλαί μυριάδες τουρκικού στρατού, την δε νήσον απέκλειον

πολυάριθμα τουρκικά σκάφη, ων ο αριθμός υπερέβη τα 35. Αφ' ου δε

ελληνικά τινα ιστιοφόρα, αποπειραθέντα να διασπάσωσι τον αποκλεισμόν,

συνελήφθησαν και το πλήρωμά των εκρεμάσθη εις τας κεραίας, οι εξ

Αθηνών διευθύνοντες τον αγώνα ηγόρασαν τρία εκ των ταχυπλόων τα οποία

εναυπηγήθησαν διά τον εμφύλιον πόλεμον των Αμερικανών, το «Αρκάδι»,

την «Ένωσιν» και την «Κρήτην».

Το «Αρκάδι» αρχικώς ωνομάζετο «Όνειρον» (Dream) και ως όνειρον

υπήρξεν ο βίος αυτού. Μετά εικοσιτρείς πλόας εις Κρήτην, την 7

Αυγούστου 1867, πολιορκηθέν εις την παραλίαν των Σφακιών υπό

τουρκικών ευδρόμων, εβλήθη υπό οβίδος ήτις συνέτριψε τον ένα των

τροχών αυτού. Και ο πλοίαρχος Κουρεντής, βλέπων ότι δεν ηδύνατο να

διαφύγη, το διηύθυνε προς το τουρκικών «Ιζεδίν» με σκοπόν εμβολής.

Αλλά τοιαύτη έφοδος ήτο αδύνατος, διότι το «Ιζεδίν» ήτο υψηλότερον·

και εν τη απογνώσει του ο Κουρεντής έρριψε το πλοίον του εις την

ακτήν. Εν τη αταξία δε της αποβάσεως των εν αυτώ εθελοντών, λέμβοι

ανετράπησαν και επαναστάται τινές επνίγησαν, εν οις και ο αξιωματικός

Κοσονάκος.

Μετά την καταστροφήν του «Αρκαδίου» την επανάστασιν της Κρήτης

ανέλαβε να επισιτίζη και εφοδιάζη ο πλοίαρχος Σουρμελής διά της

«Ενώσεως» και έστιν ότε διά της «Κρήτης». Και εξετέλεσεν 25 πλόας,

καθ' ους απεβίβασεν εις Κρήτην 4,000 μαχητάς, 7,000 κιβώτια όπλων και

πολεμοφοδίων, 1600 δέματα ενδυμάτων, υποδημάτων και φαρμάκων και

52,000 σάκκους αλεύρου. Απορεί δε τι περισσότερον να θαυμάση τις, την

αφοβίαν του εις τας τρικυμίας ή τα τεχνάσματα δι' ων εξηπάτα τα πλοία

του αποκλεισμού. Γνωρίζων την νωθρότητα και την μικράν αντοχήν των

Τούρκων εις την θάλασσαν, εξέλεγε τας τρικυμιώδεις και σκοτεινάς

νύκτας, διά να προσεγγίζη εις τας κρητικάς ακτάς, πάντοτε ασφαλώς

εισδύων εις τους μικρούς της νήσου όρμους, χάρις εις τον Κρήτα

πλοηγόν του Τζαρδήν.

Αλλά μόλα ταύτα έτυχε πολλάκις, ενώ επλησίαζεν εις Κρήτην, να ευρεθή

ενώπιον τουρκικού καταδρομικού, το οποίον ώρμα εναντίον του. Τότε η

«Ένωσις», αναπτύσσουσα μεγάλην ταχύτητα και επωφελουμένη το σκότος,

απεμακρύνετο· έπειτα δε επιστρέφουσα εις τον αυτόν όρμον, απεβίβαζε

το φορτίον της, ενώ το τουρκικόν εξηκολούθει να καταδιώκη την σκιάν

της.

Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα · 第 3 / 5 段